Αρχείο για Μαΐου, 2010

Συνέντευξη: Στάθης Ψάλτης

«Εσύ βρίσκεσαι μπροστά στο φως κι εγώ ακολουθώ δείχνοντάς σου τη λάμψη του», ήταν ο πρόλογος της συνέντευξής μας με τον ηθοποιό Στάθη Ψάλτη, «σημαιοφόρο» του γέλιου και της σάτιρας για δεκαετίες σε θέατρο και κινηματογράφο. Σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για τη μέχρι τώρα πλούσια και πολυδιάστατη πορεία του ως άνθρωπος και καλλιτέχνης, τόνισε στον «Α.Τ.»: «Ηθελα πάντα να με πηγαίνουν πιο… πέρα κι είμαι ενθουσιασμένος που αυτή η κουβέντα μας ταξίδεψε». «Σταθμοί» απόλαυσης στο εν λόγω… ταξίδι ήταν οι αν μη τι άλλο αυθόρμητες κι εγκάρδιες απαντήσεις του.

* Πώς θα χαρακτήριζε ο Στάθης Ψάλτης την πολιτική, κοινωνική και καλλιτεχνική επικαιρότητα;

«Η πολιτική άθλια, η κοινωνική το ίδιο και η καλλιτεχνική βγαλμένη από τους… Αθλιους του Ουγκό»!

* Ποιοι είναι οι ρόλοι που έχετε ξεχωρίσει;

«Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο ρόλο, διότι θα προδώσω τους υπόλοιπους, στους οποίους έχω αφήσει «δροσοσταλίδες» της ψυχής μου».

* Ποια η φιλοσοφία σας για τη ζωή;

«Τα παιδικά μου χρόνια ήταν σύννεφα τα οποία δημιουργούσε η αναπνοή του Θεού, ενώ στην εφηβεία έφευγε αυτή η αναπνοή κι έμενα μόνος. Στη συνέχεια ανδρώθηκα κι είδα τα πράγματα πιο ρεαλιστικά. Δεν μου αρέσει να παρακαλώ και να χτυπώ πόρτες, ειδικά με τα χρόνια που… βαραίνουν την πλάτη μου. Περιμένω να αξιολογηθεί το έργο μου».

* Θεωρείστε ο «βασιλιάς» της πολυσυζητημένης και cult δεκαετίας του ’80. Πείτε μου δύο λόγια γι’ αυτή την εποχή.

«Να διευκρινίσω πως τότε αν δεν ήταν κάποιος ξεχωριστός και ταλαντούχος, τον «ξέβραζε» ο κινηματογράφος. Ηταν απίστευτα εμπορικός. Προσωπικά, αισθάνομαι ευτυχισμένος που υπήρξα κομμάτι της συγκεκριμένης εποχής. Σχετικά με τις αρνητικές κριτικές, τις κατηγορίες και τα καυστικά σχόλια για τις ταινίες που γέννησε η «χρυσή» δεκαετία, ο χρόνος απέδειξε ότι πήγαζαν από κακοήθειες. Ο κόσμος συνεχίζει να τις λατρεύει και να τις αναζητά».

* Τι σημαίνει για εσάς η σάτιρα – επιθεώρηση;

«Μεγαλείο, το οποίο λίγοι μπορούν να το νιώσουν και να το… δαμάσουν. Η μάζα το «μαστιγώνει». Ας σωπάσουν επιτέλους κι ας αφήσουν σπουδαίους ανθρώπους σαν τον Λάκη Λαζόπουλο να κάνουν τους ανθρώπους χαρούμενους, έστω για λίγα λεπτά. Οπως οι Δέκα Μικροί Μήτσοι, οι σύγχρονοι ολύμπιοι θεοί. Μακάρι να τους πλαισίωνα κι εγώ ως… συννεφάκι»!

* Είστε επαναστάτης και… ροκ, όπως φαίνεστε;

«Επαναστάτης είναι αυτός που δεν «χαϊδεύει», δεν φλυαρεί και προσπαθεί ασταμάτητα να πετύχει τους στόχους του. Ακόμα κι αν χρειαστεί να πάει με το μέτωπο στο μαχαίρι! Τέτοιος επαναστάτης είμαι»…

* Τα άμεσα πλάνα σας…

«Θέλουμε με τους συνεργάτες μου να γυρίσουμε μια ταινία με τον αλληγορικό τίτλο «Ρόδα είναι και γυρίζει», που θα αποτελεί μια μικρή «εκδίκηση» για την κινηματογραφική δεκαετία του ’80. Στο… σανίδι ετοιμαζόμαστε να ανεβάσουμε την επιθεώρηση «Πού πας Γιωργάκη με τέτοιον καιρό» στο θέατρο «Αθήναιον», στολισμένη με ένα τεράστιο… μπουκέτο συναδέλφων, υπό το σκηνοθετικό «βλέμμα» του Γιώργου Κωνσταντίνου». [Του ΕΥΘΥΜΗ ΚΟΥΤΣΟΥΚΗ, Αδέσμευτος Τύπος, 30/05/2010]

  • Δεν θέλω να θυμίζει καρικατούρα», λέει ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, που με στηθόδεσμο και κατακόκκινο κραγιόν θα είναι η «Λυσιστράτη» του φετινού καλοκαιριού»
«Κατεβαίνουμε με ψηλά τακούνια στην Επίδαυρο»

Στα δεκαέξι του χρόνια είδε τον Λάκη Λαζόπουλο να «υποδύεται» μια διαφορετική «Λυσιστράτη» και μαγεύτηκε. Εφτασε μέχρι το καμαρίνι του, του ζήτησε αυτόγραφο και του είπε πως θέλει να γίνει ηθοποιός. «Σου εύχομαι να γίνεις!», του έγραψε εκείνος.

Είκοσι τέσσερα περίπου χρόνια μετά και πριν πατήσει τα σαράντα του, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος κάνει πρόβες για να «ντυθεί» σε μια διαφορετικά «πειραγμένη» ανάγνωση την ίδια ηρωίδα που έπαιζε ο Λαζόπουλος. Στην πρώτη συνέντευξη που δίνει για την παράσταση που ετοιμάζει ο Γιάννης Κακλέας για το Εθνικό Θέατρο και την Επίδαυρο, μας μιλά για το «στοίχημά» του και για τη διαχρονικότητα του έργου.

«Κατεβαίνουμε με ψηλά τακούνια στην Επίδαυρο»
  • Οταν έμαθα ότι θα παίξεις τον ρόλο της Λυσιστράτης γέλασα τρομερά μόνο και μόνο που σκέφτηκα τι μας περιμένει και από την άλλη χάρηκα γιατί ξέρω πολύ καλά πόσο έχεις παλέψει να φτάσεις μέχρι εδώ.

Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα (γελά). Πράγματι, και πάλεψα κι αγωνίστηκα για να μπορέσω να καταφέρω κάποια πράγματα. Οπως πάλεψαν κι αγωνίστηκαν πολλοί νεαροί ηθοποιοί. Δεν ζητώ «παράσημα» για τους αγώνες μου. Εκανα αυτό που κάνει κάθε νέος που θέλει να δώσει σάρκα και οστά στα όνειρά του. Δεν ήταν διόλου εύκολος «αγώνας» σε βεβαιώ!

  • Εφαγες «χαστούκια» και «πόρτες» στα χρόνια αυτά, Βασίλη;

Από όλα έφαγα (γελά), αλλά είναι στο πρόγραμμα όλα αυτά. Αμα θέλεις κάτι πραγματικά και με πάθος, το βρίσκεις! Χωρίς «πλάτες», χωρίς «κλίκες», χωρίς «δημόσιες σχέσεις», χωρίς να οφείλεις να γίνεις «σελέμπριτι», που λένε (γέλια), χωρίς να κάνεις εξώφυλλα και «λάιφ στάιλ» φωτογραφήσεις. Χάνεις τον στόχο με όλο αυτόν τον μαραθώνιο για να υπάρξεις, το βλέπουμε γύρω μας έντονα. Και ο στόχος είναι να σε αντέχει η σκηνή και να σ’ αγαπάει ο κόσμος για τη δουλειά σου και μόνο. Ολο το άλλο είναι ένα «περιτύλιγμα». Υπάρχει ένας μύθος ότι αν δεν κάνεις τηλεόραση -και μάλιστα κάθε χρονιά-, αν δεν πηγαίνεις σε εκπομπές, αν δεν είσαι στα μέσα, έχεις χαθεί και μέσα από τη στάση μου τον κατέρριψα τον μύθο αυτό.

Συμβουλεύω λοιπόν -αν μου επιτρέπεται να συμβουλεύσω- τα νέα παιδιά να μη μασάνε με όλα αυτά και να ασχολούνται μόνο με την ίδια τη δουλειά του θεάτρου και την ουσία της.

  • Πάμε Λυσιστράτη. Είναι η πέμπτη φορά που κατεβαίνεις στην Επίδαυρο, αλλά η πρώτη φοράς που πας με τακούνια;

Ψηλά τακούνια (γελά). Από τους «Βατράχους» στις «Βάκχες» και από εκεί «Θεσμοφοριάζουσες» και «Ορνιθες» πέρσι. Νιώθω δέος κάθε φορά που πηγαίνω στο θέατρο αυτό, πολύ περισσότερο τώρα, που πρέπει να το οργώσω και με ψηλοτάκουνα (γελά). Θέλω να παρακαλέσω τον Γιάννη (σ.σ. Κακλέα, σκηνοθέτη του) και την Ελένη (σ.σ. Μανωλοπούλου, ενδυματολόγο-σκηνογράφο) να με λυπηθούνε. Θα βάλω κραγιόν, θα ντυθώ γυναικεία, θα κάνω ό,τι θέλουν, αλλά ας με λυπηθούν στους πόντους των τακουνιών.

  • Στις φωτογραφίες που συνοδεύουν τη συνέντευξη και το εξώφυλλό μας, σε βλέπω μαζί με τους άντρες του θιάσου, με γυναικεία αξεσουάρ και κατακόκκινο κραγιόν. Η εικόνα στην παράσταση ποια θα είναι; Θα βάλετε περούκες, θα ξυριστείτε;

Η δική μου επιθυμία είναι να μην ξυριστούμε, αλλά δεν ξέρω.

  • Το αξύριστο-μουσάτο λουκ με το κραγιόν κάνει σουρεάλ!

Στον Κακλέα πες το! Ακόμα είναι στον σχεδιασμό, θα δούμε!

  • Εμαθα ότι οι άντρες θα φοράτε συρραφή… στηθόδεσμων!

Ολα τα μαθαίνεις πια! (γελά). Πράγματι, αυτή είναι η ιδέα. Μια συρραφή από στηθόδεσμους που θα καταλήγουνε στον μεγάλο στηθόδεσμο! Ενα θηλυκό αξεσουάρ σε πρώτο ρόλο!

  • Πώς ένιωσες όταν σου πρότειναν να παίξεις τη «Λυσιστράτη»;

Μου κόπηκαν τα πόδια, είπα στον Γιάννη «είσαι τρελός;» και στη συνέχεια δέχτηκα! Ξέρεις, γύρω στα δεκάξι μου είχα πάει στο Θέατρο Βράχων για να δω τη «Λυσιστράτη» με τον Λάκη Λαζόπουλο. Μαγεύτηκα και πήγα και στη δεύτερη παράσταση. Εφτασα στο καμαρίνι του για αυτόγραφο και του είπα ότι ονειρευόμουν να γίνω ηθοποιός. Με κοίταξε και μου έγραψε «Σου εύχομαι να γίνεις!». Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά και πριν μπω στα σαράντα μου κάνω πρόβες στη «Λυσιστράτη».

  • Και τώρα που «ντύνεσαι» αυτήν την ηρωίδα;

Περίεργα. Είναι η πρώτη φορά που αναμετριέμαι με έναν γυναικείο ρόλο και η σκέψη που κάνουμε είναι να μη θυμίζει «καρικατούρα», να μη σατιρίζει τη γυναίκα μια και ο ίδιος ο Αριστοφάνης το απαγορεύει κάτι τέτοιο, αφού το έργο του αυτό είναι ένας Υμνος στην Γυναίκα – πέρα από ύμνος στην ειρήνη και τον έρωτα. Φωτίζει όλες τις πλευρές της και μας δείχνει το μεγαλείο της. Το ζητούμενό μας είναι να παίξουμε οι άντρες τις γυναίκες μ’ έναν τρόπο ο οποίος θα δείχνει ότι τις καταλαβαίνουμε – όσο μπορείς να καταλάβεις μια γυναίκα.

  • Θα ήταν εξίσου καυστικός όσο ήταν τότε ο Αριστοφάνης, αν έγραφε σήμερα; Τι πιστεύεις ότι θα καυτηρίαζε πιο πολύ;

Μπορείς να με ρωτήσεις καλύτερα τι δεν θα καυτηρίαζε; Θα μπορούσε να πιαστεί από παντού. Τη διαφθορά στην πολιτική-κοινωνική ζωή μας, τις ρεμούλες, τους κλέφτες παντός είδους, τον δανεισμό, το ΔΝΤ, τη Μέρκελ και τα κανό στη Βουλή, την ανύπαρκτη αντιπολίτευση και την αποφορά της τηλεόρασης που γέμισε από «σκουπίδια».

  • Θα είχε να αντιμετωπίσει μηνύσεις και το ΕΣΡ όμως!

Είναι άκρως φασιστικό να θέτει κανείς όρια στη σάτιρα. Είναι αντιδημοκρατικό να θέλεις να κλείσεις το στόμα κάποιου που λέει τις αλήθειες με το όνομά τους. Σίγουρα, πονάει η αλήθεια, αλλά πρέπει κάποιος να τη λέει. Αλίμονο αν φιμώσεις αυτούς που έχουν τα κότσια να τα «χώνουν»! Ανάμεσα σε αυτούς που το κάνουν, ο Λάκης Λαζόπουλος, που έχει δεχτεί δριμύτατη κριτική για την καυστικότητά του και σωρό μηνύσεων επειδή τα λέει όλα όπως νομίζει… Τις μηνύσεις τις αντέχει κανείς, όπως και τα πρόστιμα. Αυτό που δεν αντέχει -πόσω μάλλον ο σαρωτικός Λάκης- είναι να κλείνει το στόμα του και να μην λέει αλήθειες. Μονάχα αυτό το «κόστος» δεν αντέχεται! Μονάχα αυτό!

  • ΔΝΤ, Μέρκελ, βούρδουλας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, διεθνές κράξιμο μέχρι και σε εξώφυλλα με την Αφροδίτη της Μήλου. Πώς αντιδράς σε όλο αυτό το σκηνικό και πόσο σε τρομάζει;

Ολο αυτό το σκηνικό, με έχει προβληματίσει πάρα πολύ. Από τη μια οι Ελληνες δεν θέλουμε να παίρνουν άλλοι αποφάσεις για μας και από την άλλη οι αποφάσεις που έχουμε πάρει μας οδήγησαν εκεί που φτάσαμε, δηλαδή στον πάτο. Ξέραμε ότι κάποιοι -οι γνωστοί άγνωστοι- κλέβανε και κλέβανε χοντρά τόσα χρόνια. Δεν κάναμε τίποτα όμως να τους εμποδίσουμε να το κάνουν. Οταν δεν παίρνεις καίριες, σκληρές αποφάσεις να διώξεις αυτούς που κλέβουν, πληρώνεις και εσύ μαζί τους το κόστος. Θα μου πεις τι φταίνε οι συνταξιούχοι, οι οποίοι δούλευαν μια ζωή για να έχουν καλά γεράματα και δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα τώρα πια; Τι φταίνε οι νέοι που πριν καν ανοίξουν τα φτερά τους, τους τα έκοψαν έτσι άγρια; Είναι τρομακτικό όντως. Ζούσαμε σε μια εικονική πραγματικότητα νομίζοντας ότι είμαστε πλούσιοι! Απλά η φούσκα σκάει κάποια στιγμή απότομα και ξυπνάς χρεωμένος. Είμαστε στον πάτο λοιπόν. Από τα βάρη των χρεών μας. Εχω μια αισιοδοξία ότι θα καταφέρουμε να ανέβουμε σιγά σιγά. Απλώς, πρέπει να μετρήσουμε σωστά τα πράγματα. Μπορούμε να ζήσουμε και οδηγώντας ποδήλατο ή παπάκι, δεν είναι αναγκαίο και απαραίτητο να ‘χουμε πολυτελή τζιπ! Ημαρτον!

  • Το Ημαρτον που λες το είπαν πολλοί από αυτούς που βγήκαν στον δρόμο.

Ηταν ηχηρό γιατί μπούκωσε πια ο κόσμος βλέποντας ότι όσοι κλέψανε δεν έχουν μπει ακόμα φυλακή. Κάποιος που κλέβει εκατό ευρώ μπαίνει αμέσως στη φυλακή, αυτοί που κλέψανε δισεκατομμύρια γιατί δεν είναι ακόμα μέσα; Γιατί δεν είναι;

«ΣΕ ΜΕΤΑ- ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ»

  • Οι πληροφορίες μου λένε ότι η «Λυσιστράτη» σας δεν είναι κλασική, αλλά μεταφερμένη στη σημερινή εποχή. Ισχύει;

Ναι, δεν είναι παλαιομοδίτικη, ούτε κλασική. Είναι πολύ σημερινή και στον σκηνικό χώρο και στα κοστούμια, για να δείξει τη διαχρονικότητα του Αριστοφάνη που τα έχει πει όλα για τον πόλεμο, τα δεινά του, την ειρήνη, τον έρωτα και τις σχέσεις των δύο φύλων. Σε ένα μετα-καταστροφικό περιβάλλον θα κινηθεί η «Λυσιστράτη» που ετοιμάζεται απ’ τον Κακλέα, την πολύ γερή ομάδα των ηθοποιών μα και των άλλων εξαιρετικών συντελεστών. Σε γκρεμισμένες γέφυρες, χαλασμένους δρόμους κινούνται οι ήρωες για να φανεί αυτή η αλλοίωση που έχουμε υποστεί από όσα συμβαίνουν γύρω μας. Το ζητούμενό τους είναι το ζητούμενό μας. Να πάψουν οι πόλεμοι και να αγαπηθούμε πραγματικά, στοχεύοντας στην ευτυχία και όχι στα χρήματα, τα υλικά αγαθά που δεν έχουνε ουσιαστικά καμία αξία. Πρέπει να επαναπροσδιοριστούμε για να αντέξουμε όσα έρχονται. Γιατί έρχονται πολύ δύσκολες μέρες κι αν δεν έχεις κάπου να πιαστείς, το ‘χασες το παιχνίδι.

  • Ηρωίδα γένους αρσενικού!

Ηταν το 1976 που ο Σπύρος Ευαγγελάτος με το «Αμφιθέατρό» του ανέβασε την αριστοφανική κωμωδία «Λυσιστράτη» με άντρα πρωταγωνιστή. Ο Λευτέρης Βογιατζής «σάρωνε» τη σκηνή του Ηρωδείου παίζοντας την ομώνυμη ηρωίδα και το κοινό παραληρούσε. Δέκα χρόνια μετά κι ενώ η Βουγιουκλάκη πήγαινε στην Επίδαυρο ως Λυσιστράτη, ο Λάκης Λαζόπουλος χτυπούσε με μια «πειραγμένη» προσέγγιση του έργου που είχε διασκευάσει και σκηνοθετήσει ο Ανδρέας Βουτσινάς με τη μουσική συμπαράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη.

1993 και ο πληθωρικός Θύμιος Καρακατσάνης «ντύθηκε» κι αυτός την αριστοφανική ηρωίδα, για να το κάνει κι άλλες φορές στη συνέχεια! Τέσσερα χρόνια μετά ήταν ο Σιοπαχάς που ανέβασε «Λυσιστράτη» με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου και με τον Κώστα Δημητρίου στον ομώνυμο ρόλο. Τέλος, το 2002 τον ρόλο της γυναίκας που επαναστατεί κατά του πολέμου και πείθει τις υπόλοιπες να απέχουν από το σεξ, ερμήνευσε σε παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας ο Γιάννης Μπέζος, αρέσοντας ιδιαίτερα!

  • Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο και το Ελληνικό Φεστιβάλ στις 16-17 Ιουλίου σε μετάφραση Κ.Χ. Μύρη, σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, σκηνικά Μανόλη Παντελιδάκη, κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου, κίνηση Κυριάκου Κοσμίδη, μουσική Σταύρου Γασπαράτου, φωτισμούς Σάκη Μπιρμπίλη, βίντεο Πίνδαρου μουσική διδασκαλία Μελίνας Παιονίδου. Πρωταγωνιστούν: Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Ελένη Κοκκίδου, Γιώργος Χρυσοστόμου, Θέμις Πάνου, Μάκης Παπαδημητρίου, Λαέρτης Μαλκότσης, Σταύρος Μαυρίδης. Μαζί τους και οι Α. Αθανασιάδη, Α. Αϊδίνη, Ι. Αστεριάδη, Μ. Θεοφάνους, Ν. Καρδώνης, Φ. Κοκκινοπούλου, Ν. Λάμη, Κατ. Λυπηρίδου, Χ. Μαλάκης, Κ. Μαραβέλιας, Σ. Μιχαήλ, Αγορ. Οικονόμου, Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Πασσάς, Γ. Ποιμενίδης, Αλ. Ρεβέιρο, Μ. Σοντάκη, Ι. Τριανταφυλλίδου, Α. Τρομπούκη, Κ. Τσερκάκης, Μ. Τσιμά και Β. Χατζηνικολάου. Μετά τις δύο παραστάσεις, η «Λυσιστράτη» θα πάει και περιοδεία.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 30/05/2010

  • ΠΩΣ ΜΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ

  • Ο διάσημος γερμανός σκηνοθέτης που ζει στην Ιταλία ήρθε στην Αθήνα και μίλησε στο «Βήμα» για τη γερμανική νοοτροπία σε σχέση με την Ελλάδα, για τη θέση της χώρας μας στον χάρτη, αλλά και για τις συγγένειες με άλλες μεσογειακές κοινωνίες, κυρίως την ιταλική

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 30 Μαΐου 2010

– Θεωρείτε τους Ελληνες τεμπέληδες που σκέφτονται μόνο τις διακοπές;

«Ολοι το ίδιο θέλουμε- διακοπές και όχι δουλειά. Το θέμα είναι πώς μπορείς να τηρείς τους κανόνες. Δεν ξέρω καλά τη χώρα σας, ξέρω όμως την Ιταλία, οπότε μπορώ να σας πω ότι από παράδοση δεν αρέσκονται στη νομιμότητα. Οι Γερμανοί κάνουν μικρά ή μεγάλα λάθη, εγκλήματα, και ξέρουν ότι θα πληρώσουν για αυτά. Στην Ιταλία δεν νιώθουν έτσι. Εκεί ψηφίζουν τον Μπερλουσκόνι. Φυσικά και δεν μπορείς να ζήσεις τηρώντας με απόλυτη ακρίβεια όλους τους νόμους και τους κανόνες. Σε αυτήν την περίπτωση καλύτερα να μείνεις στο κρεβάτι σου. Ωστόσο, αν δεν τηρείς τίποτε, φθάνεις στο άλλο άκρο».

– Αυτά είναι χαρακτηριστικά και των Ελλήνων;

«Οι Ελληνες είναι φιλόξενοι και έχουν διάθεση να σου δώσουν και να σου δείξουν ό,τι έχουν και δεν έχουν, απολαμβάνουν τη ζωή έστω και αν στο τέλος μένουν με άδειες τσέπες. Μόνο που αυτό είναι επικίνδυνο. Αν και δεν μου αρέσουν οι γενικεύσεις, θα έλεγα ότι το πιο σημαντικό είναι να τηρείς τους όρους των συμβάσεων που υπογράφεις. Και θα είχαν αποφύγει πολλά οι Ελληνες αν τους είχαν τηρήσει».

– Θα βρούμε τη λύση;

«Πρέπει να τη βρούμε. Και όλοι πρέπει να συμβάλουμε σε αυτό. Συγγνώμη είμαι Γερμανός, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να μη συμμετέχουμε όλοι. Λένε να τα πάρουμε από τους πλούσιους. ΟΚ, αλλά και οι πλούσιοι πόσοι είναι; Δεν είναι και τόσο πολλοί- ιδίως στην Ελλάδα».

– Οταν ανακοινώσατε ότι θα έρθετε στην Ελλάδα, οι φίλοι σας αναρωτήθηκαν αν και πώς θα πληρωθείτε;

«Ναι, ναι, είναι αλήθεια. Πρώτα πρώτα αναρωτήθηκα, γιατί η παραγωγή είναι δική μου. Αν λοιπόν δεν με πληρώσει ο Γιώργος Λούκος, θα έχω πρόβλημα… Εχω επενδύσει σε αυτήν τη δουλειά 300.000 ευρώ από την προσωπική μου περιουσία και δουλεύω εδώ και μήνες…».

– Ξέρετε όμως πώς είναι να δουλεύει κανείς εδώ…

«Ηρθα πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1958 και έκτοτε την επισκέπτομαι συχνά. Με τα χρόνια είχα εντυπωσιασθεί με την πρόοδο και την εξέλιξή της. Εβλεπες ελπίδα για το μέλλον. Σήμερα, όμως, είναι κάτι άλλο αυτό που βλέπω- ο κόσμος ξόδευε, ξόδευε, χωρίς την προοπτική τού αύριο, πιστεύοντας ίσως ότι στο τέλος θα τα πάρει πίσω. Και ίσως εδώ να βρίσκεται μια εξήγηση για όλα όσα συμβαίνουν τώρα. Δεν έχει αλλάξει ο μεσογειακός τρόπος ζωής, καθόλου μάλιστα, και το βλέπω αυτό κυρίως στην Ιταλία όπου ζω. Τώρα πια χωρίς πειθαρχία και τήρηση νόμων δεν γίνεται τίποτε».

– Αναφερθήκατε στην Ιταλία, μια που ζείτε εκεί. Εδώ, πώς γίνονται τα πράγματα;
«Στην Ελλάδα όλα γίνονται την τελευταία στιγμή. Δεν παραπονιέμαι, όμως, καθόλου. Εχω παρατηρήσει ότι οι Ιταλοί σού λένε πολύ εύκολα “ναι” γιατί θέλουν να σε ευχαριστήσουν. Οταν όμως πρόκειται να υλοποιήσουν ό,τι σου υποσχέθηκαν, τότε, απλώς, χάνονται. Δεν τους ξαναβλέπεις. Κάπως έτσι δεν γίνεται και στην Ελλάδα»;

– Αλλάζουν οι άνθρωποι, η νοοτροπία ενός κράτους;

«Είναι εξαιρετικά δύσκολο. Και μιλάμε και για την οικονομική συμπεριφορά. Δείτε: οι Γερμανοί άλλαξαν μετά το ΄45. Γιατί όμως; Γιατί τιμωρήθηκαν σκληρά για τα φρικτά εγκλήματα που έκαναν. Ετσι άλλαξαν. Οι Ιταλοί, με τα δικά τους εγκλήματα, δεν τιμωρήθηκαν καθόλου. Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι αλλάζουν μόνο μέσα από την τιμωρία. Τι άλλο να πω; Ελπίζω ότι η λογική θα πρυτανεύσει».

– Τα σχόλια και οι καρικατούρες όμως του γερμανικού Τύπου δεν κινήθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση…

«Δεν τα διάβασα. Είναι τόσο εύκολο να καλλιεργείς τα χαμηλά ένστικτα των ανθρώπων…. Οι Ελληνες όπως και οι Ιταλοί εύκολα περνούν στη θέση του αμυνόμενου. Και είναι τόσο γελοίο όλο αυτό. Οι Γερμανοί δεν είναι εναντίον των Ελλήνων. Απλώς δεν θέλουν να τους πληρώνουν…».

  • Με αφορμή το ανέβασμα του «Προμηθέα Δεσμώτη» στην Ελευσίνα, ο πιο παραγωγικός στο εξωτερικό έλληνας θεατρικός σκηνοθέτης μιλάει στο «Βήμα» για την κρίση, τα «μικρομάγαζα» και την τέχνη ως αντίδοτο στην ευτέλεια

Μπορεί τα τελευταία χρόνια να δουλεύει συστηματικά στην Αθήνα, με έδρα το θέατρο Αττις, ο Θόδωρος Τερζόπουλος όμως έχει μάθει να ταξιδεύει στις τέσσερις άκρες της Γης και να δίνει παραστάσεις συνεργαζόμενος με ξένους σκηνοθέτες και θιάσους. Θέλοντας πάντα να κάνει ένα θέατρο «ανοίκειο, ένα θέατρο που και το καταλαβαίνεις και δεν το καταλαβαίνεις, γιατί δεν μιλάμε για θέαμα αλλά για τέχνη», μετρά 1.800 παραστάσεις στα 25 χρόνια λειτουργίας του Αττις.

«Ολο αυτό χτίστηκε και συντηρείται από το εξωτερικό. Για μένα η επιχορήγηση ερχόταν προσθετικά. Εγώ έχω 30.000 ευρώ έξοδα τον μήνα, οπότε τι να περιμένω από το κράτος;» αναρωτιέται και προσθέτει ότι «αν εμείς κάνουμε δυόμισι μήνες περιοδεία στο εξωτερικό, μπορούμε να ζήσουμε όλους τους υπόλοιπους» . Στα άμεσα σχέδιά του περιλαμβάνονται παραστάσεις, σκηνοθεσίες και περιοδείες, ενώ από τον Σεπτέμβριο ξεκινά η λειτουργία ενός καινούργιου «αυτοχρηματοδοτούμενου» πολυώροφου χώρου (απέναντι από το θέατρο) για κύκλους σεμιναρίων «με τους καλύτερους και τους ειδικούς».

Η τέχνη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίδοτο στην εποχή μας;

«Κοιτάξτε, δεν είναι εποχή για αναπόληση, ούτε για δράματα ερωτικά ή για ψυχολογικό θέατρο. Είναι η εποχή που πρέπει να δούμε, εμείς οι καλλιτέχνες, τη ζωή και την τέχνη κατάματα. Να αρχίσουμε να ερευνούμε και να προσαρμοζόμαστε, να προτείνουμε κάτι. Ο ελληνικός λαός, σαν τον Καραγκιόζη, έμεινε γυμνός και δεν ξέρουμε πώς θα συμπεριφερθεί. Αν μάθει κάτι από όλα αυτά ή αν στη θέση του ελληναρά θα δούμε έναν επιθετικό και βίαιο άνθρωπο, ακόμη πιο διεφθαρμένο… Ειλικρινά αναρωτιέμαι».

– Ποιος λέτε ότι ευθύνεται;

«Φταίνε οι πολιτικοί αλλά και ο λαός. Ο Ελληνας δεν είχε ούτε έχει συνείδηση του κράτους και της πολιτείας γιατί δεν έζησε ποτέ σε κράτος. Και αυτό το αποδεικνύουμε την ημέρα των εκλογών. Μπορεί ο Ελληνας να ζήσει χωρίς το μπαξίσι και το κράτος χωρίς το χαράτσι; Ωρες ώρες νευριάζω πάρα πολύ. Τώρα, πράγματι, είναι μια νέα εποχή».

– Θα είχατε να προτείνετε κάτι;

«Είμαι υπέρ της δημιουργίας μιας νέας συνείδησης για τα πράγματα, για τη ζωή και τον κόσμο. Τώρα είναι η ευκαιρία. Αποδείχθηκε ότι τίποτε δεν είχε αντίκρισμα. Ας ξαναβρούμε κάποιες αρχές, ας γίνουμε πιο προσεκτικοί, πιο σωστοί, ας συναντήσουμε τον άλλον και ας γίνουμε πιο minimal. Αυτό το υπερτροφικό εγώ του Ελληνα πρέπει να περιοριστεί».

– Η πολιτεία ενδιαφέρεται για την τέχνη;

«Το κράτος δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για την τέχνη, ούτε έμπρακτα ούτε ψυχολογικά. Δεν ήταν, όμως, πάντα έτσι. Μέσα στη μακρά περίοδο του λαϊκισμού, το κράτος χρηματοδοτούσε καλλιτέχνες ή φεστιβάλ όταν ο πολιτικός είχε άμεσο συμφέρον. Και, ναι, έχω στο μυαλό μου παραδείγματα που δεν κρίνω σκόπιμο να σας πω».

– Υπήρξε όμως πρόθεση για δημιουργία Ακαδημίας Τεχνών, στην οποία μάλιστα θα συμμετείχατε;

«Δεν αρκούν πια οι προθέσεις. Το σενάριο είναι επαναλαμβανόμενο: προθέσεις, ματαιώσεις, ακυρώσεις. Υπήρξαν λοιπόν προθέσεις, αλλά τι σημαίνει αυτό; Πολλές φορές οι ιθύνοντες, μέσα από την πρόθεση, βλέπουν και την υλοποίηση- καθαρά ψυχοπαθολογική περίπτωση. Η υλοποίηση όμως θέλει λεφτά, ανθρώπους, κράτος, ενίσχυση, σεβασμό. Δεν υπάρχουν αυτοί οι όροι στην Ελλάδα».

– Ωστόσο δείξατε ενδιαφέρον για να την αναλάβετε.

«Δεν θα ήθελα να αναλάβω κανένα πόστο, εκτός από την Ακαδημία. Και για το Εθνικό Θέατρο και το Φεστιβάλ Αθηνών, που μου επροτάθη, είπα όχι. Και για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, πέντε φορές όχι είπα. Μόνο για την Ακαδημία είπα ναι. Γιατί είναι ζήτημα παιδείας».

– Και γιατί δεν την έχουμε αποκτήσει;

«Μένουμε στα μικρομάγαζα, στις σχολές που γίνονται, τελικά, σημεία επιρροής των πολιτικών ή και της πελατείας τους. Κανένας πολιτικός δεν ρισκάρει, δεν θέλει να έχει κόστος. Οσο για το ΕΚΕΘΕΧ, αν και δεν το παρακολούθησα, ήταν ένας φορέας που θα μπορούσε να βοηθήσει, όχι επιχορηγώντας, αλλά βοηθώντας τους νέους. Οσο για μένα, τα τελευταία χρόνια επιχορηγούμαι. Τα λεφτά τα έχω φέρει από το εξωτερικό, γιατί εκεί έζησα πιο πολύ. Αισθάνομαι πολλές φορές άσχημα γιατί απέχω από τα πράγματα. Σκέφτομαι όμως ότι ίσως και η δική μου η γενιά να έκανε κακό στους νέους».

– Με ποιον τρόπο;

«Ακολουθήσαμε ένα παράξενο μοντέλο. Οι προηγούμενοι από εμάς, εκείνοι που έγιναν θεσμικοί, μας κράτησαν μακριά και εμείς με τη σειρά μας κρατήσαμε τους νεότερους. Σαν να δημιουργείται μια παράξενη κάστα, σαν να θέλουμε να τα κρατήσουμε όλα για τον εαυτό μας. Το ίδιο βέβαια κάνουν και άλλοι, οι γιατροί, οι επιστήμονες… Ακόμη λέμε τους πενηντάρηδες νέους. Μα είναι δυνατόν; Αυτοί έπρεπε να μεσουρανούν σήμερα».

– Τι κάνετε εσείς για τους νέους συναδέλφους σας στο Αττις;

«Αρχισα να συζητώ με νέους και να τους ανοίγω τις πόρτες. Το έχουν κάνει παλαιότερα ο Χουβαρδάς στο Αμόρε, το κάνει ο Θεοδωρόπουλος στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Ωστόσο χωρίς τη μεγάλη αγκαλιά μιας Ακαδημίας, λίγα πράγματα μπορούν να γίνουν. Κάνω και εγώ την αυτοκριτική μου, λοιπόν, τώρα».

«Σιγά σιγά η παράσταση γίνεται μανιφέστο»

Είναι η τρίτη φορά που ο Θόδωρος Τερζόπουλος ανεβάζει τον «Προμηθέα Δεσμώτη». «Αρχικά έκανα έναν τελεστικό “Προμηθέα” με τους όρους της τραγωδίας, όπως τους δουλεύω εγώ. Μετά, στο Πεκίνο, προσπαθώντας να δω τη συλλογική και την κοινωνική πραγματικότητα της χώρας, έκανα μια παράσταση με δώδεκα Προμηθείς σε μια φυλακή- ο καθένας με το νούμερό του. Τώρα πια, μετά από όλα αυτά που συμβαίνουν, το πάω στα άκρα. Για μένα ο Προμηθέας δεν είναι αυτός που ηττήθηκε και θα παραμείνει ηττημένος στον Καύκασο, δεν είναι ο πυρφόρος και αλυσοδεμένος. Πολύ πριν από το ήμισυ του έργου έχουμε έναν μανιακό Προμηθέα, ο οποίος αφηγείται, αλλά συγχρόνως διεκδικεί και επιτίθεται. Και σιγά σιγά οι Ωκεανίδες, που είναι ξεβρασμένα πτώματα και όχι κοπέλες με αραχνοΰφαντα πέταλα, μπερδεύονται με δολοφονημένους, μετανάστες, σκουπίδια και αποκτούν και αυτοί συνείδηση από το μηδέν, γίνονται Προμηθείς. Και η Ηώ δεν είναι το κοριτσάκι που ξέρουμε. Είναι μια κυνηγημένη από τις ανατολικές χώρες, χωρίς άδεια παραμονής, χωρίς πράσινη κάρτα. Την κυνηγούν οι διωκτικές αρχές και βρίσκει άσυλο στον Προμηθέα. Κάνω μια απόλυτη προσαρμογή στο σήμερα και σιγά σιγά η παράσταση παίρνει, άθελά μου, τη μορφή διαδήλωσης, ενός μανιφέστου. Είναι μια direct πρόταση. Ο Προμηθέας είναι τούρκος ηθοποιός, το Κράτος και η Βία Γερμανοί, ο Ηφαιστος Ελληνας.

»Στον “Προμηθέα” συνεργάζομαι για πέμπτη φορά με τον Γιάννη Κουνέλλη. Στην Ελευσίνα, όπου θα δοθεί η πρεμιέρα, στήνει έναν κατακλυσμό από πέτρες. Χίλιες πέτρες σαν τον Καύκασο, για να πετροβολήσω τον Δία, το άπειρο ή και τους θεατές, ενώ κρύβω και μια έκπληξη για την πρεμιέρα».

  • ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ
  • Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας
  • Στις 9 και 10 Ιουλίου
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=4&artId=303840&dt=29%2F05%2F2010#ixzz0pIegVhiU

  • Μόνο ο αθηναϊκός ήλιος «φώτιζε» τον 57χρονο αμερικανό ηθοποιό στη συνέντευξη Τύπου με αφορμή τις δύο αποψινές παραστάσεις του

  • Ο μονόλογος «Κολασμένη κωμωδία…» φέρνει στη σκηνή του «Ελληνικού Κόσμου» τον Τζον Μάλκοβιτς. Ο διάσημος σταρ μιλά για το θέατρο, το σινεμά και την τυποποίηση

  • Η νέα περιβολή του Τζον Μάλκοβιτς δεν θα ξενίσει όσους τον έχουμε συνηθίσει σε ρόλους ψυχωτικών. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για σινεμά, αλλά για παράσταση θεατρική με τον ίδιο τον Αμερικανό ηθοποιό να ερμηνεύει ενώπιόν μας έναν παράφρονα γυναικοκτόνο.

«Μπορεί και να είμαι... κακός»
  • Ο λόγος για το «Κολασμένη κωμωδία: Οι εξομολογήσεις ενός κατά συρροήν δολοφόνου» του Μίκαελ Στούρμινγκερ που βρίσκει τον Μάλκοβιτς στις 25 και 26 Μαΐου στη σκηνή του «Ελληνικού Κόσμου» στην Πειραιώς να ξετυλίγει τον μονόλογο ενός αυθεντικού εγκληματία από τα αστυνομικά πρακτικά της Αυστρίας. Ας δούμε πώς μας σκιαγράφησε ο ίδιος, τόσο το έργο όσο και τη δική του μέχρι τώρα σταδιοδρομία τις παραμονές της άφιξής του.
«Μπορεί και να είμαι... κακός»
  • Ποια κατά τη γνώμη σας είναι η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του έργου «Κολασμένη κωμωδία» θεματικά;

Είναι ένα θεατρικό έργο για έναν άνθρωπο που ξεγέλασε μια ολόκληρη κοινωνία και τελικά πίστεψε πως μπορεί να τη γλιτώσει με οτιδήποτε. Οι κατ’ εξακολούθησιν δολοφόνοι θέλουν πάντα να νιώθουν την υπέρτατη δύναμη του να αφαιρούν τη ζωή κάποιου άλλου, συνεπώς η ιστορία αφορά την ύβρη και την επιθυμία για παντοδυναμία.

  • Το θέατρο, όπως είχατε κάποτε πει, είναι η μεγάλη σας αγάπη. Μετά τόσα χρόνια επιτυχίας ως ηθοποιός του σινεμά και τώρα τελευταία και ως κινηματογραφικός παραγωγός, ποιο μέσο θα λέγατε ότι προτιμάτε;

Το να παίζω και να σκηνοθετώ στο θέατρο ήταν ανέκαθεν η πρωταρχική μου δουλειά κι αυτό μέχρι τώρα δεν έχει ποτέ αλλάξει. Παρότι εκτιμώ πολύ το κινηματογραφικό κομμάτι του επαγγέλματος, απολαμβάνω περισσότερο την απευθείας επαφή με το κοινό στη θεατρική σκηνή.

  • Από την εποχή της περιπέτειας «Η δεύτερη ευκαιρία» με τον Κλιντ Ιστγουντ μέχρι το προσεχές γουέστερν «Jonah Hill» σας έχουμε συνηθίσει σε ρόλους «κακών». Εχετε ποτέ νιώσει τυποποιημένος;

Με ρωτάτε αν όντως είμαι… κακός; Λοιπόν μπορεί και να είμαι, αλλά μάλλον με τον τρόπο που το εννοεί ο Μπομπ Ντίλαν όταν λέει: «…Και αν τα όνειρά μου ήταν ορατά, πιθανότατα θα μου έβαζαν το κεφάλι στην γκιλοτίνα…»

  • Εκτός από αμερικανικές ταινίες έχετε δουλέψει και σε πολλές ευρωπαϊκές και μάλιστα με σπουδαίους σκηνοθέτες της ηπείρου. Μπορείτε να αναφέρετε τα υπέρ και τα κατά της κάθε μεθόδου δουλειάς;

Μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικές κουλτούρες. Με δυο λόγια, θα έλεγα πως στην Ευρώπη υπάρχουν λιγότερα λεφτά για το στήσιμο μιας ταινίας αλλά επίσης πολύ λιγότερη εμπορική πίεση.

Ως άνθρωπος του σινεμά αλλά και κινηματογραφόφιλος έχετε βγει ποτέ από μια ταινία νιώθοντας εμπνευσμένος μέχρι και επηρεασμένος από την ερμηνεία κάποιου συναδέλφου;

Ειναι τόσο δύσκολο να γράφεις ένα καλό σενάριο και σχεδόν ακατόρθωτο να καταλήξεις σε μια καλή ταινία… Οπότε νιώθω πολύ εμπνευσμένος οποιαδήποτε καλή ταινία κι αν δω αν και, φυσικά, μιλάμε για ένα μάλλον σπάνιο και υπό εξαφάνιση είδος.

  • Πιστεύετε πως η διεθνής οικονομική κρίση θα επηρεάσει αρνητικά τις συνήθειες του φιλοθεάμονος κοινού στο άμεσο μέλλον;

Οχι. Νομίζω πως σε περιόδους οικονομικών κρίσεων τόσο οι θεατρικές όσο και οι κινηματογραφικές αίθουσες είναι συνήθως γεμάτες, καθώς ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει την αλήθεια αλλά και να ψυχαγωγηθεί.

  • Κάποιο μελλοντικό σχέδιο που μπορείτε να μας αποκαλύψετε;…

Υπάρχουν διάφορα πράγματα στα σκαριά αλλά εκτός από έναν ρόλο που πρόκειται να αναλάβω στο «Transformers 3» τίποτα εντελώς σίγουρο.

  • «ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ»

Η «Κολασμένη Κωμωδία» που παρουσιάζεται στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Θέατρο πέρα από τα όρια» βασίζεται στην αυτοβιογραφία ενός διαβόητου δημοσιογράφου και γυναικά της βιεννέζικης ελίτ, που κατηγορήθηκε από τις Αρχές για μια σειρά δολοφονιών.

Η παράσταση συνισταται από μια σειρά μονολόγων σε ερμηνεία του Τζον Μάλκοβιτς, οι οποίοι «ενδύονται» με έργα Μπετόβεν, Μότσαρτ, Βιβάλντι, Γκλουκ, Βέμπερ και Χάιντν σε εκτέλεση της Ορχήστρας της Ακαδημία της Βιέννης και των σοπράνο Μπερνάρντα Μπόμπρο, Λουίζ Φρίμπο και Αλεξάντρα Ζαμόισκα. Μετά τη διήμερη «στάση» του στην Αθήνα, στις 25 και 26 Μαΐου, ο θίασος θα συνεχίσει την περιοδεία του στο Λονδίνο, το Βερολίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

  • ΑΠΟ ΤΟ ΣΑΝΙΔΙ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

Γεννημένος το 1953 στην πόλη Κρίστοφερ του Ιλινόις, ο Τζον Γκάβιν Μάλκοβιτς ήταν ήδη ένας φημισμένος θεατρικός ηθοποιός στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 διά των ρόλων του στις παραστάσεις του θιάσου Στέπενγκουλφ με ιδρυτή τον στενό του φίλο Γκάρι Σινίζ. Το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη το έκανε το 1984 με το αγροτικό δράμα του Ρόμπερτ Μπέντον «Μια θέση στην καρδιά», κερδίζοντας την πρώτη του υποψηφιότητα για Οσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου.

Ακολούθησαν συμμετοχές σε ταινίες όπως «Κραυγές στη σιωπή» ή «Ο θάνατος ενός εμποράκου» (βασισμένο σε παράσταση του Μπροντγουέι όπου επίσης πρωταγωνιστούσε δίπλα στον Ντάστιν Χόφμαν), αν και ο ρόλος που τον καθιέρωσε παγκοσμίως ήταν εκείνος του ραδιούργου Βικόντ Ντε Βαλμόν στις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Στίβεν Φρίαρς το 1988.

Καρατερίστας περισσότερο παρά πρωταγωνιστής κέρδισε τη δεύτερη οσκαρική του υποψηφιότητα το 1993 υποδυόμενος έναν επίδοξο δολοφόνο στη «Δεύτερη ευκαιρία» του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, συμμετείχε σε απανωτές ευρωπαϊκές παραγωγές υπό τη διεύθυνση σκηνοθετών όπως του Μανοέλ Ντε Ολιβέιρα («Το μοναστήρι») ή του Ραούλ Ρουίζ («Ο ξανακερδισμένος χρόνος»), υποδύθηκε μοναδικά τον… εαυτό του στη σουρεαλιστική κωμωδία «Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς», ενώ τα τελευταία χρόνια ασχολείται με επιτυχία και με την παραγωγή με πιο ενδεικτική τη δουλειά του στο πολυβραβευμένο «Juno» του Τζέισον Ράιτμαν.

ΡΟΜΠΥ ΕΚΣΙΕΛ, ΕΘΝΟΣ, 23/05/2010

  • Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΞΗΝΤΑΡΑ, ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, Κυριακή, 16 Μαΐου, 2010

Από τους καλύτερους κωμικούς της νεότερης γενιάς, ο Σπύρος Πούλης χαρίζει το γέλιο όχι μόνο μέσα από τις θεατρικές παραστάσεις και τις τηλεοπτικές σειρές, αλλά και σε όλους όσοι τον έχουν επιλέξει για φίλο τους, στην προσωπική του ζωή. Αυτό τον καιρό πρωταγωνιστεί συντροφιά με τον Θανάση Βισκαδουράκη, τον Σπύρο Σπαντίδα και τη Δήμητρα Στογιάννη στην κωμωδία του Γιώργου Θεοδοσιάδη «Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μιλάω», που παίζεται στο θέατρο «Αθηνά», σε σκηνοθεσία Χρήστου Χατζηπαναγιώτη.

-Είναι δύσκολο είδος η κωμωδία; Πολλοί λένε ότι είναι πιο δύσκολο και από το δράμα…

«Ο καθένας έχει τις ευκολίες του σε κάτι. Προσωπικά, μου φαίνεται εύκολη η κωμωδία, ενώ σε άλλους είναι πιο εύκολο να συγκινούν τους θεατές».

-Και μόνον ακούγοντας τον τίτλο «Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μιλάω», περιμένεις να δεις ένα πρωτότυπο θεατρικό…

«Είναι εμπνευσμένο από έναν παλιό ινδικό μύθο για την υπομονή και τη μακροθυμία απέναντι στις δυσκολίες της ζωής. Σίγουρα είναι μια πολύ ιδιαίτερη, ξεκαρδιστική κωμωδία. Είναι όμως ταυτόχρονα ένα έργο για τη συντροφικότητα, την αγάπη, την εκτίμηση, τη φιλία, τον καθημερινό αγώνα και την αισιόδοξη προσέγγιση της ζωής, σε μια εποχή που οι μαύρες σκέψεις πληθαίνουν», εξηγεί ο Σπύρος Πούλης, ο οποίος πέρα από τη μεγάλη του αγάπη, το θέατρο, δεν χάνει ευκαιρία να μιλάει και για τις δύο λατρεμένες του κόρες!

«Η πρώτη είναι οκτώ και η άλλη στα δυόμισι. Η δεύτερη, μάλιστα, είναι και αβάπτιστη. Το έχουμε ξεχάσει, ξέρεις, αυτό (γέλια). Πέρυσι έπαιζα στον «Μπακαλόγατο» στη Θεσσαλονίκη, οπότε είχαμε πει να το βαφτίσουμε καλοκαίρι. Το καλοκαίρι όμως έπαιξα στο «Μπαμπά μην ξαναπεθάνεις Παρασκευή», μπήκε ο χειμώνας και το παιδί είναι ακόμα αβάπτιστο. Τώρα που το αποφασίσαμε έχει ξεσπάσει άγρια και η οικονομική κρίση, οπότε ψάχνουμε χορηγούς για τη βάπτιση… (γέλια). Τι να κάνουμε, κάθε πέρυσι και καλύτερα…».

-Πόσα χρόνια είσαι στο χώρο;

«Από το ‘90. Το βάπτισμα το πήρα στην Επίδαυρο. Με το που τέλειωσα τη δραματική σχολή, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης μάς έβαλε να παίξουμε στις «Βάκχες», στο χορό. Φαίνεται με ξέρασε η Επίδαυρος και δεν με φώναξαν από τότε να παίξω ξανά στο αρχαίο αργολικό θέατρο… Τη θυμάμαι με πολλή αγάπη αυτή τη δουλειά, αφού έλεγα μόνον ας περπατήσω στην ορχήστρα της Επιδαύρου κι ας μη λέω ούτε μια ατάκα. Στη συνέχεια σημαντικές δουλειές μου θεωρώ το «Φιλάργυρο», σε σκηνοθεσία Γιώργου Μεσσάλα, «Τι είδε ο υπηρέτης», «Rocky horror show», σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, την επιθεώρηση «Ζωή σε λόγου μας», και βέβαια το «Μπαμπά μην ξαναπεθάνεις Παρασκευή», που κάναμε με τον Αλέξανδρο Ρήγα».

-Τι αλλαγές έχουν γίνει στο «Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μιλάω» σε σχέση με την παλαιότερη παράσταση, που είχε παιχτεί πριν από δέκα χρόνια;

«Ο τυφλός, ο μουγκός και ο κουφός έχουν μείνει ίδιοι, είμαστε οι ίδιοι πρωταγωνιστές, αγέραστοι… (γέλια). Το ρόλο που έπαιζε η Παναγιώτα Βλαντή κρατά τώρα η Δήμητρα Στογιάννη. Πιστεύω ότι θα γίνει μια πολύ καλή παράσταση, αφού έχουμε τους ίδιους κώδικες με τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη. Είναι σπουδαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης και έχει να πει, να μας διδάξει πολλά πράγματα».

-Πάντως, πρέπει η παράστασή σας να έχει αρκετές δυσκολίες, αφού οι ήρωες είναι άτομα με ειδικές ανάγκες και δεν υπάρχει επικοινωνία…

«Αυτό είναι αλήθεια. Εγώ παίζω τον κουφό, οπότε δεν πρέπει να ακούω τι μου λέει ο άλλος. Δεν είναι εύκολο να δεθώ με τον τόνο του Σπύρου Σπαντίδα, που υποδύεται τον τυφλό ή με τα μουγκρητά του μουγκού Θανάση Βισκαδουράκη. Αλλιώς προδίδομαι ότι ακούω».

-Ποια θεωρείς ότι είναι η πιο μεγάλη αναπηρία; Το να είσαι τυφλός, κουφός ή μουγκός;

«Νομίζω, το να είσαι τυφλός. Αν είσαι κουφός, ίσως είναι καλύτερα με τόσες μαλακί… που λένε γύρω σου. Αν είσαι μουγκός πάλι, καλύτερα έτσι όπως είναι η κατάσταση να μη μιλάς, η σιωπή είναι χρυσός».

-Ποιο είναι το αγαπημένο σου παραμύθι;

«Η “Σταχτοπούτα». Μετά τις κακουχίες έρχεται ένα καλό τέλος».

-Σου αρέσει και στη ζωή το χάπι εντ;

«Ναι, θέλω να κλείνουν ωραία τα πράγματα. Ένας εφιάλτης που είχα από μικρός ήταν μην μου τύχει κάποιος ανεκπλήρωτος έρωτας. Με έπιανε τρέλα όσο το σκεφτόμουνα. Ευτυχώς, δεν μου έτυχε έως τώρα».

-Τι τρόπους έχεις βρει να τα βγάζεις πέρα με τις απογοητεύσεις της ζωής;

«Γελώ πολύ, είμαι πολύ πλακατζής. Μου αρέσει να αντιμετωπίζω τα πράγματα με χιούμορ. Έτσι ξορκίζω τις δυσκολίες. Μερικές φορές πιάνω τον εαυτό μου να με παίρνει από κάτω. Δεν μπορώ πάντα να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες και τις κουκουλώνω…, κλείνω τα μάτια και κάνω πως δεν τις βλέπω… Ευτυχώς, με βοηθάει πολύ το θέατρο. Η δουλειά αυτή είναι πολύ ευεργετική».

-Πότε κάνεις μαύρες σκέψεις;

«Όταν βλέπω τα παιδιά ότι αρρωσταίνουν ή αν γενικότερα δεν είναι καλά ψυχολογικά, εκεί με πιάνει μια περίεργη μαυρίλα. Τους έχω ιδιαίτερη αδυναμία».

-Είσαι αισιόδοξος για το μέλλον;

«Ναι πολύ. Έχω και μια περίεργη επικοινωνία με τον Θεό. Όταν του λέω κάτι, όταν του ζητάω κάτι, μου βγαίνει. Πιστεύω στον Θεό, γιατί ό,τι κι αν του έχω ζητήσει μου το έχει δώσει».

-Υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη;

«Βέβαια. Και έχω δώσει αγάπη κι έχω πάρει. Έχω κάνει για την αγάπη πάρα πολλές τρέλες…».

-Η εκτίμηση στη δουλειά σου υπάρχει, ή ό,τι κι αν κάνεις το ξεχνούν, αφού έρχεται η επόμενη φουρνιά;

«Πολλοί άνθρωποι που ηγούνται του καλλιτεχνικού χώρου ξεπερνούν την όποια σου επιτυχία. Μπορεί να σε εκτιμούν, αλλά αν κάποιος άλλος παίζει στην τηλεόραση και είναι πιο επίκαιρος, δεν θα σε προτιμήσουν. Οπότε να τη χέσω την εκτίμηση, αφού θα πάρεις τον άλλο και θα αφήσεις εμένα χωρίς δουλειά».

-Έχεις φίλους;

«Πιστεύω στη φιλία. Έχω αρκετούς φίλους και οι πιο κολλητοί μου φίλοι, δυστυχώς, είναι μακριά, ένας στη Θεσσαλονίκη και ένας στην Ήπειρο».

-Τα καλά σχόλια είναι χαρά για τον ηθοποιό; Ρωτώ γιατί κάποιοι ενοχλούνται… από την αγάπη του κοινού…

«Ναι, μεγάλη χαρά. Και μου τη δίνουν πολύ κάποιοι συνάδελφοι, που πάμε να φάμε κάπου και επειδή τους αναγνωρίζουν, λένε «δεν μπορώ να φάω», ή «δεν μπορώ να ησυχάσω». Έλα, βρε μαλά.., δεν μπορείς να φας…, τόσα χρόνια επιδιώκεις να σε ξέρει ο κόσμος, να γελάνε ή να κλαίνε μαζί σου στην τηλεόραση ή στο θέατρο, και τώρα δεν μπορείς να ησυχάσεις. Τα θεωρώ όλα αυτά πολύ υποκριτικά, βλακώδη και ανώριμα. Και όταν μετά από δύο χρόνια δεν παίζουν πουθενά, τους πιάνει τρέλα και τρέχουν από εκπομπή σε εκπομπή για να τους θυμηθούν… Και ξέρω και ανθρώπους που έχουν γίνει γνωστοί, όχι μέσα από τη δουλειά τους, αλλά μόνο μέσα από δημόσιες σχέσεις, από φωτογραφήσεις ή από κοσμικο-σκανδαλάκια… Εντάξει, όπα, αράξτε… Και δεν έχω πρόβλημα, αν αυτή τη συμπεριφορά την έχει φίλος μου, να του τα χώσω…».

  • Ο ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτης Στίβεν Μπέρκοφ ερμηνεύει τους κακούς χαρακτήρες του Σαίξπηρ για τρεις παραστάσεις
  • Της Μαριας Kατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 16 Mαϊου 2010

Οταν τον ρωτούν «γιατί καλείται πάντα να ερμηνεύσει τους ρόλους του κακού», απαντάει «επειδή έχω κοντά μαλλιά!». Ο Στίβεν Μπέρκοφ, λένε όσοι τον γνωρίζουν, ότι καλύπτει πίσω από ένα κυνικό πρόσωπο έναν ευαίσθητο χαρακτήρα. Οι φήμες τον θέλουν να είναι «δύσκολος άνθρωπος», αλλά εκείνος είναι αποστομωτικός: «Οσοι έχουν μειωμένη ευφυΐα διαμορφώνουν παράξενες απόψεις για μένα». Ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτης, προτιμά στα 72 του τις δύο τελευταίες ιδιότητες, καθώς «δεν θέλει να γεράσει μέσα σε αρχαίους ρόλους». Από τον Μάκβεθ ώς τον κακό Ρώσο συνταγματάρχη στο Octapussy του Μποντ, από τον Κοριολανό στον λοχαγό του Ράμπο ΙΙ, μπορεί να ισορροπεί με άνεση σε πολλούς κόσμους επιλέγοντας το ανάλογο πρόσωπο και… κοστούμι: «Κάποιες φορές κάνεις κάτι αντίστοιχο ενός Μικελάντζελο και κάποιες άλλες κάνεις απλώς διακόσμηση σπιτιού. Τότε προκύπτει το Octapussy. Ομως, δεν υπάρχει τίποτε αρνητικό στη συμμετοχή σε παρόμοιες ταινίες. Εχουν πλάκα, αποτελούν απόδραση και αυτό δίνει χαρά».

  • Ρεπερτόριο

Ο κατάλογος με τα κινηματογραφικά και θεατρικά έργα στα οποία έχει πρωταγωνιστήσει ο Στίβεν Μπέρκοφ είναι μακρύς. Τα τελευταία δέκα χρόνια, περίπου, κατέχει σταθερή θέση στο ρεπερτόριό του η παράσταση «Shakespeare’s Villains» («Οι μοχθηροί χαρακτήρες του Σαίξπηρ»), που εμπνεύστηκε, σκηνοθέτησε και ερμηνεύει ο ίδιος. Οι σκοτεινοί χαρακτήρες του Βάρδου (Αμλετ, Ριχάρδος Γ΄, Μάκβεθ, Ιάγος, Σάιλοκ, Ομπερον) παρελαύνουν στη σκηνή, με εμβόλιμα στοιχεία διάλεξης, σε ένα θέαμα που συνδυάζει «ένα συναρπαστικό μάθημα ιστορίας και ένα απολαυστικό θεατρικό δρώμενο» κατά του ξένους κριτικούς. Η Αθήνα συμπεριελήφθη σε αυτήν τη μακρόχρονη περιοδεία, ύστερα από πρόσκληση της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας στον καλλιτέχνη. Στις 18, 19 και 20 Μαΐου, ο Μπέρκοφ θα εμφανιστεί στο θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.

«Στο διάστημα αυτής της δεκαετίας, τι έχει αλλάξει στην παράσταση και τι έχει αλλάξει μέσα σας, στη σχέση σας με τους ήρωες;», ρωτάμε τον Στίβεν Μπέρκοφ. «Το θέαμα είναι ρευστό, υπόκειται σε διαρκείς αλλαγές και εμπλουτίζεται με νέες ιδέες ακόμα και στη διάρκεια της παράστασης. Αυτό, βέβαια, δημιουργεί καμιά φορά πρόβλημα, ειδικά όταν υπάρχουν υπέρτιτλοι». Η ιδέα για το «Shakespeare’s Villains» προέκυψε από την επιθυμία του «να κάνει σόλο εμφανίσεις». Αναρωτήθηκε «γιατί άραγε οι ηθοποιοί να μην μπορούν να έχουν το υπέροχο προνόμιο των καλλιτεχνών του καμπαρέ να βγαίνουν μόνοι στη σκηνή;» και άρχισε να επιλέγει «τα καθάρματα» –όπως τα ονομάζει– του Σαίξπηρ. «Οι χαρακτήρες αυτοί αντανακλούν ο ένας τον άλλον και όλοι συνθέτουν τις διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχολογίας», υπογραμμίζει. «Οι κακοί είναι γεμάτοι από εκφράσεις πόνου, φιλοδοξίας, απογοήτευσης και επιθυμιών τις οποίες πασχίζουν να εκπληρώσουν. Είναι σαν μια ασθένεια που εξετάζει ο γιατρός με το μικροσκόπιό του».

  • «Σεξ και βία» στον Σαίξπηρ

Στο δίλημμα «πώς να αρχίσω» ο Μπέρκοφ βρίσκει το νήμα «στο σεξ και στη βία»: «Οσο πιο πολύ έψαχνα τόσο περισσότερο έβλεπα να αποκαλύπτεται στη φύση των ηρώων αυτή η ισχυρή σχέση. Ο Ριχάρδος Γ΄ συζητά την ανικανότητά του να “ναρκισσεύεται μπροστά σε έναν ερωτιάρικο καθρέφτη” ή “να μπορεί κι αυτός να παιχνιδίζει με καμιά λυγερή καμωματού νεράιδα” και “σαν δεν μπορεί να γίνει κι αυτός εραστής για να χαρεί τούτες τις όμορφες γλυκομίλητες μέρες, πήρε απόφαση να είναι κακός και να μισεί τις μάταιες και άνεργες ηδονές της εποχής μας”».

«Εκπληκτικό, φροϋδικό κείμενο», σχολιάζει ο ηθοποιός. «Μη έχοντας τη δυνατότητα να βρεις δύναμη μέσω της αγάπης, καταφεύγεις στον τρόμο, στην απειλή, στον εκφοβισμό. Η καρδιά σου θα χτυπήσει εξίσου δυνατά μπροστά σε καταστάσεις τρομακτικές όσο και μπροστά στη σεξουαλική έκσταση, αφού, καμιά φορά, το σεξ προϋποθέτει φόβο».

Σε κείμενό του που καταγράφει την πορεία της αναζήτησης ο Μπέρκοφ μιλά για τον δεσμό που φέρνει κοντά και δίνει υπόσταση «σε αυτήν την εφιαλτική συγκέντρωση καθαρμάτων», αφού ασφαλώς δεν μπορεί να «βγει στην αχανή σκηνή και να απαριθμήσει τηλεγραφικά τα κομμάτια που έχει αποστηθίσει». «Θα πρέπει πάντοτε -σημειώνει- να υπάρχει ένας σοβαρός λόγος, μια αιτία, μια δικαιολογία. Υπάρχουν τόσα είδη “κακών”, όσα και καρκίνου. Κάποια είναι επιθετικά και επικίνδυνα, άλλα εξελίσσονται αργά και σταδιακά, θέτουν λιγότερους κινδύνους για τη ζωή μας, αρχικά, αλλά δεν παύουν να παραφυλάνε…».

Τελικά, αποφάσισε να αρχίσει ξετυλίγοντας «αργά, απειλητικά, δυσοίωνα και απότομα» τον μονόλογο του Ιάγου. Εξάλλου με την πρώτη του φράση δίνει το έναυσμα: «Και ποιος είναι εκείνος που θα πει ότι παίζω τον κακό!». Συστήνει ως δεύτερο απόσπασμα τον Ριχάρδο Γ΄ «που είναι και ο νούμερο ένα μοχθηρός χαρακτήρας του Σαίξπηρ. Ο Μάκβεθ «έχει αισθήματα αγάπης», που καταρρίπτονται από «τη δηλητηριώδη και ύπουλη προπαγάνδα της Λαίδης Μάκβεθ».

Στη συνέχεια εκφράζει τη συμπάθειά του για τον Σάυλωκ «που κουβαλάει πάνω του όλες τις αμαρτίες της κοινωνίας. Είναι ένας εν δυνάμει αποδιοπομπαίος τράγος». Ακολουθεί ο πολυδιάστατος Αμλετ, σύντομα κομμάτια από τον Κοριολανό και ολοκληρώνει με τον «παράξενα κακό τύπο του Ομπερον».

Η εμπειρία του Μπέρκοφ από τη δεκαετή ανά τον κόσμο περιοδεία του έργου συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι «οι άνθρωποι είναι πολύ πιο κοντά ο ένας στον άλλον από αυτό που οι πολιτικοί προσπαθούν να μας πείσουν ότι συμβαίνει». «Παρουσίασα την παράσταση σε Ισραήλ, Νέα Υόρκη, Ισπανία, Αυστραλία, Ιταλία και αλλού. Οι άνθρωποι ήταν σχεδόν απόλυτα ίδιοι. Κι αυτό είναι εκπληκτικό».

  • Οι συγγραφείς να αγρυπνούν

Η άποψη του Μπέρκοφ για το βρετανικό θέατρο είναι μάλλον αρνητική, ενώ -όπως φαίνεται- τα πυρά του συγκεντρώνουν οι παραγωγοί. Στο παρελθόν είχε μιλήσει «για εκπόρνευση του θεάτρου στο Λονδίνο, εξαιτίας άχρηστων ανθρώπων».

– Τι έχετε να επισημάνετε για τη νέα γενιά ηθοποιών και συγγραφέων; Υπάρχει κάτι που ζηλεύετε ή που θα επιθυμούσατε να έχετε;

– Υπάρχει μια νέα γενιά ηθοποιών που είναι αποφασισμένοι να εκφράσουν την κοινωνία μας και να δημιουργήσουν ένα περισσότερο δυναμικό θέατρο, αλλά οι συγγραφείς δεν φαίνεται να ακολουθούν. Δεν έχουν ακόμα συλλάβει το πνεύμα της εποχής ή, εάν το έχουν συλλάβει, δεν αναλαμβάνουν οι παραγωγοί να παρουσιάσουν τα έργα τους.

– Η διεθνής κρίση επιβεβαιώνει ότι δύο δυνάμεις κυβερνούν τις ζωές μας: η πολιτική και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Το να παίζεις στο θέατρο και να γράφεις είναι λύση ή έστω διαφυγή;

– Το θέατρο και η λογοτεχνία είναι ίσως ο μόνος δρόμος για να κρατήσουμε την κοινωνία αφυπνισμένη και σε εγρήγορση. Οι συγγραφείς πρέπει να αγρυπνούν, όμως, δυστυχώς, είναι και αυτοί αιχμάλωτοι των οικονομικών δυνάμεων όπου οι παραγωγοί προτιμούν έναν ημι- σταρ σε μια κουρασμένη επανέκδοση παρά ένα δυναμικό και προκλητικό νέο έργο.

  • Ο,τι ήταν κακό στο παρελθόν σήμερα θεωρείται «ελευθερία έκφρασης»

– Το κακό, εκτός από διαχρονικό, είναι και ίδιο ή μεταβάλλεται σε σχέση με τις εποχές;

– Ασφαλώς το κακό και η έννοια του κακού αλλάζουν. Ο, τι ήταν κακό στο παρελθόν, με τις σημερινές περί πολιτισμού αντιλήψεις θεωρείται «ελευθερία της έκφρασης». Για παράδειγμα, το να σκοτώνεις για τα θρησκευτικά πιστεύω σου δεν καταδικάζεται από όλους. Ορισμένοι μάλιστα το βρίσκουν και έντιμη στάση. Η πορνογραφία επίσης, ενώ εθεωρείτο άθλια εκμετάλλευση των γυναικών και φθορά της οικογενειακής ζωής, σήμερα, προσφέρεται στις τηλεοράσεις όλων των ξενοδοχείων και αποκαλείται το «κανάλι για ενηλίκους».

– Μήπως οι αιτίες που καθιστούν τους ήρωες αυτούς κακούς τους καθιστούν και ταυτόχρονα συμπαθείς; Για παράδειγμα: ο Αμλετ εκδικείται, αλλά έχει τους λόγους του. Ο Ριχάρδος είναι μοχθηρός, αλλά η παραμόρφωσή του δίνει μια ερμηνεία για τη μοχθηρία του.

– Η ανθρώπινη φύση διαστρεβλώνει προς όφελός της και εξηγεί γιατί οι κακοί άνθρωποι αντιδρούν με αυτόν τον τρόπο: απλώς χρησιμοποιούν τα βάσανα, τις συμφορές και τις ατυχίες τους για να δικαιολογήσουν τη φαυλότητα και τις διαστροφές τους.

– Με την παράσταση επιδιώκετε ο θεατής να κατανοήσει τις αιτίες, να γοητευτεί από το αδιαμφισβήτητο ενδιαφέρον που έχουν οι ήρωες ή να γίνει… «καλύτερος άνθρωπος;».

– Ασφαλώς προσπαθώ να εξηγήσω τους λόγους που οι ήρωες αυτοί συμπεριφέρονται έτσι και να «δω» πώς το κακό γονίδιο μέσα μας ηττάται από την ηθική, τη λογική και τη σωφροσύνη. Δυστυχώς, όμως, οι περισσότεροι από εμάς υποφέρουμε κατά καιρούς από απληστία, ζήλεια και έλλειψη ανοχής. Ο Σαίξπηρ μάς δείχνει το λάθος. Γι’ αυτό, εξάλλου, υπάρχει και το θέατρο.

  • Ο ηθοποιός, περφόρμερ, ραδιοφωνικός παραγωγός, σχολιαστής της κοινωνικής ζωής μιλάει για όσα τον τρομάζουν, τον αηδιάζουν, τον εκπλήσσουν, τον ευχαριστούν, τον εξαγριώνουν, τον ηρεμούν

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 16 Μαΐου 2010

https://i2.wp.com/www.ianos.gr/uploads/Photos/TZOYMAS.jpg

Ενας φίλος είπε τις προάλλες «αρκεί να δεις τον Τζούμα να περπατάει στους δρόμους της Αθήνας και παίρνεις κουράγιο». Βλέποντας την ψηλόλιγνη, σχεδόν εξαϋλωμένη φιγούρα του Κωνσταντίνου, να βαδίζει αγέρωχος στους δρόμους του Κολωνακίου, πάντοτε υπέρκομψα ντυμένος, πέρα και πάνω από τη σημερινή μιζέρια της πολιτικής και της οικονομίας, δεν μπορείς να μην αισθανθείς ότι υπάρχει ελπίδα. Ο Κωνσταντίνος αποτελεί σίγουρα πηγή έμπνευσης: και ως παρουσία που ακτινοβολεί εκλεπτυσμένη εκκεντρικότητα και ευρωπαϊκή αύρα αλλά και με το εξεζητημένο πνεύμα του, επίσης ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα, καθώς συγγενεύει περισσότερο με τη φλεγματικότητα του Οσκαρ Γουάιλντ παρά με οτιδήποτε μεσογειακό. Πρόσφατα άρχισε να ασχολείται με το γράψιμο: και αυτό ήταν μία ακόμη αποκάλυψη για μας που τον παρακολουθούμε. Επειδή διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του δεν μπορείς να πιστέψεις ότι αυτός ο στυλάτος κύριος έχει περάσει όλη του τη ζωή αλλάζοντας πυρετωδώς σπίτια, πόλεις, επαγγέλματα, παρτενέρ, μια αδιάκοπη περιπέτεια, μια παραζάλη, like a rolling stone, όπως θα έλεγε. Το τρίτο μέρος της αυτοβιογραφίας αυτής μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τον τίτλο Πανωλεθρίαμβος.

– Γιατί χρειαστήκατε τρία βιβλία για να αφηγηθείτε τη ζωή σας,κύριε Τζούμα; Είναι πράγματι τόσο πλούσια;

«Δεν έχω την αξιομνημόνευτη και ελλειπτική πρόζα του Οσκαρ Γουάιλντ ή του Ναμπόκοφ, αυτών των μετρ της πρόζας, ώστε να συμπυκνώσω και να χωρέσω μέσα σε ένα πολύ μικρό βιβλίο δυο-τρία πράγματα που είναι απαραίτητο να ειπωθούν. Δεν έχω τέτοια δεξιοτεχνία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να καταγραφεί ένας τρόπος ζωής ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τη χειραγώγηση των κομμάτων και της τηλεόρασης όπως εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια. Σκέφτηκα να μιλήσω για ανθρώπους οι οποίοι χωρίς να είναι πλούσιοι και διάσημοι έχουν μια αξιοπρόσεκτη προσωπική ζωή, στην κόψη του ξυραφιού, όπως οι ήρωες που περιγράφω: είναι όλοι φίλοι, της διπλανής πόρτας άνθρωποι, της γειτονιάς, του m tier, άνθρωποι που έχουν σχέση με την τέχνη, είτε την ασκούν χαμηλόφωνα είτε όχι, σπάνια στην πρώτη γραμμή. Σε αυτούς εστιάζω και με αυτούς κάνω παρέα. Μπήκα λοιπόν στον πειρασμό να προσπαθήσω να καταγράψω την ανεπίσημη ιστορία: να αποδώσω την εποχή εκείνη χωρίς να έχει τόση σημασία τι ακριβώς είπαν η Ελένη, ο Αλκης, ο Γιώργος ή η Βασιλική αλλά ότι κάτι ειπώθηκε εδώ, σε αυτή τη χώρα, που σήμερα είναι κάτω από αυτή τη σκιά, με αυτό το χάος που τη διακρίνει. Υπήρξε μια εποχή που το Πασαλιμάνι, το Σύνταγμα, η Πλάκα, το Κολωνάκι, η Φωκίωνος Νέγρη ήταν ζωντανοί χώροι όπου οι άνθρωποι ένιωθαν ελεύθεροι και δεν ήταν φοβισμένοι, είχαν το θάρρος της γνώμης τους και αν δεν το είχαν απελευθερώνονταν μέσα από συντροφικές συνδιαλλαγές και συζητήσεις».

– Οι άνθρωποι για τους οποίους γράφετε στο τρίτο μέρος βρίσκονται ως επί το πλείστον εν ζωή- κάποιοι από αυτούς είναι τώρα πια επώνυμοι. Σας εξέφρασαν την ανησυχία τους ότι μπορεί να τους εκθέσετε περιγράφοντας περιστατικά από το παρελθόν τους;

«Υπάρχουν φίλοι και φίλες οι οποίοι τα πρώτα χρόνια της εφηβείας έζησαν πολύ ταραγμένα, τώρα όμως πια ζουν μια ζωή οικογενειακή με τα παιδιά τους, δεν έχουν κανέναν λόγο ούτε την ίδια διάθεση να μιλήσουν γι΄ αυτά όπως εγώ. Σέβομαι την επιθυμία τους. Εκτός βέβαια από μερικά πράγματα που δεν μπορώ να μην τα περιγράψω, απλώς φροντίζω να το κάνω με τέτοιον τρόπο ώστε να πρωταγωνιστεί ο εαυτός μου προκειμένου να μην εκθέσω ενδεχομένως κάποιον άλλον. Η λογοτεχνία έχει τρόπους να το κάνει αυτό».

– Γιατί αποφασίσατε να μπείτε σε αυτή την περιπέτεια της αυτοβιογραφίας;

«Εν μέρει από ματαιοδοξία, εν μέρει για να πούμε και κάτι πολύ συμπαθητικό που συνέβη όλη αυτή την περίοδο. Οταν διάβασα κάπου ότι οι ευγενείς της Αγίας Πετρούπολης ως και τα χρόνια του Ναμπόκοφ, όταν συναντούσαν το αγαπημένο τους πρόσωπο, του έκαναν δώρο ένα ημερολόγιο με τον πρότερο άτιμο και έντιμο βίο για να ξέρουν τι καπνό φουμάρουν, συγκινήθηκα. Γιατί εγώ πραγματικά ήθελα να το κάνω δώρο, όχι στα παιδιά που δεν έχω, αλλά σε γνωστούς και φίλους: Να σας πω ποιος είμαι; Εγώ είμαι αυτός. Μου άρεσε η ιδέα της εξομολόγησης».

– Και το κάνατε όλο αυτό άνευ όρων; Χωρίς να αυτολογοκριθείτε;

«Είναι ένα στοίχημα που μπαίνει αυτόματα όταν αποφασίζεις να γράψεις σε πρώτο πρόσωπο: ήθελα να εκτεθώ».

– Αυτό το αποφασίσατε προτού αρχίσετε να γράφετε ή στην πορεία;

«Από την αρχή. Είχα αποφασίσει: Παιδιά, ας μην κοροϊδευόμαστε. Αν είναι, να τα πούμε με το όνομά τους τα πράγματα. Γιατί, να σου πω την αλήθεια μου, απεχθάνομαι τα μυστικά».

– Τι σημαίνει «Πανωλεθρίαμβος»; Το μετανιώσατε που γυρίσατε στην Αθήνα μετά το τέλος της χούντας;

«Αυτή είναι μεγάλη κουβέντα. Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις. Εμεινα κατ΄ αρχάς επειδή όταν γύρισα προέκυψαν ενδια φέρουσες συνεργασίες- και το “Χάπι ντέι” (σ.σ.: η ταινία του Βούλγαρη για την οποία ο Τζούμας βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1976) και η επαφή με τον Μάνο Χατζιδάκι-, όλα έδειχναν ότι θα υπάρχει μια συνέχεια καλλιτεχνική, οπότε δεν θα χρειαζόταν να δίνω οντισιόν για να αποδεικνύω το όποιο ταλέντο μου κάθε φορά. Πανωλεθρίαμβος, λοιπόν, είναι όταν κάποια στιγμή στα μάτια μιας κοινωνικής ομάδας θριαμβεύεις και την ίδια στιγμή στα μάτια κάποιας άλλης εκπίπτεις, πέφτεις δηλαδή πολύ χαμηλά».

– Ποια είναι η πρώτη κοινωνική ομάδα και ποια η δεύτερη;

«Ποιος ξέρει; Αυτό είναι το Βατερλό σου και την ίδια στιγμή ο θρίαμβός σου. Το τρίτο βιβλίο είναι γεμάτο από τέτοιες περιπτώσεις: που με το ένα πόδι υπάρχει επιτυχία καλλιτεχνική αλλά την ίδια στιγμή καμία επιτυχία στο κρεβάτι κανενός, καμία αγκαλιά δεν σε περιμένει το βράδυ. Ή τρομερές επιτυχίες προς αυτή την κατεύθυνση, μια σωματικότητα, ένα ξεσάλωμα, ένας διονυσιασμός και την ίδια στιγμή ωραίες ιδέες που είναι να γίνουν ταινία αλλά δεν γίνονται, μια συνεργασία που δεν ευοδώθηκε για οικονομικούς λόγους κ.ο.κ.».

– Στα βιβλία σας περιγράφετε ξενύχτια, κραιπάλες, ερωτικές περιπέτειες, ταξίδια, παραστάσεις, συνεχείς αλλαγές… Σας λείπουν όλα αυτά τώρα;

«Κοιτάξτε να δείτε, οι αντοχές δεν είναι ίδιες μετά από τόσα χρόνια. Το γεγονός ότι κάποτε ήμουν υπό την επήρεια διονυσιακών βοτάνων και τώρα είμαι με φαρμακευτική αγωγή, ε, δεν είναι το ίδιο, κάποια λεηλασία του χρόνου έχει προκύψει, δεν χωράει αμφιβολία. Ακόμη και η τέχνη δεν με αφορά πια όσο παλιά που έβλεπα και ρουφούσα τα πάντα. Δεν είμαι έτσι πια, δεν με πολυενδιαφέρει για να είμαι ειλικρινής… Οσο μεγαλώνω μάλιστα οι αδελφές μου μού λένε ότι μοιάζω στον πατέρα μου: που δεν του αρέσουν τα πολλά, που δεν συμμετέχει στα γλέντια, που πάει νωρίς για ύπνο με ένα βιβλίο. Αμέ! Ποιος θα το ΄λεγε ότι ένα νυχτοπούλι σαν εμένα ξαφνικά έντεκα-δώδεκα η ώρα το βράδυ λόγω βλεφαρόπτωσης, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αποσύρεται με ένα βιβλίο στο χέρι γιατί βρίσκει συναρπαστικό το μυθιστόρημα».

– Τώρα,δηλαδή,τι είναι αυτό που σας δίνει χαρά,τι σας ευχαριστεί πιο πολύ;

«Το γράψιμο, το διάβασμα, το ραδιόφωνο (σ.σ.: έχει εκπομπή 10-12 στον Εν Λευκώ), το γεγονός ότι πριν από λίγο, την ώρα που κατέβαινα για να σας συναντήσω, είδα ένα μικρό κοριτσάκι τεσσάρων χρόνων που το κρατούσε η μαμά του και χωρίς να με ξέρει γύρισε και μου είπε “σ΄ αγαπώ πολύ”. Ε, αυτό τώρα είναι ένα δώρο που σου γίνεται, κάτι τέτοιες στιγμές τίποτε άλλο δεν είναι…».

– Σας συμβαίνει συχνά αυτό; Να σας πλησιάζουν άγνωστοι άνθρωποι για να σας μιλήσουν;

«Ναι, ναι, είμαι πολύ ανοιχτός κι εγώ ο ίδιος, το καλλιεργώ αυτό το πράγμα, έχω μια ευκολία. Εχω μεγαλύτερη ευκολία στο να επικοινωνώ με τους ανθρώπους παρά να δημιουργώ σφιχτή προσωπική σχέση».

– Γιατί δεν κάνατε μεγάλες σχέσεις στη ζωή σας;

«Μου λείπει η αφοσίωση. Μια νεαρή φίλη μού είπε πρόσφατα σε ένα ταξίδι ότι ο λόγος που δεν θέλω καμία σχέση είναι ίσως η απώλεια της μητέρας μου όταν ήμουν πολύ μικρός, 15 χρόνων. Δεν το είχα σκεφθεί ενώ είναι τόσο απλό: ότι μπορεί, δηλαδή, να με καθοδηγούσε ο τρόμος για την απώλεια και έτσι δεν ήθελα ποτέ να δεσμευτώ. Πάντως νοιάζομαι για αυτές τις γυναίκες που αγάπησα κάποτε και τηλεφωνιόμαστε, κάποιες έχουν παιδιά, είναι η οικογένειά μου, μπορεί να μην έκανα οικογένεια αλλά αυτές είναι η οικογένειά μου».

– Η σχέση σας με το θέατρο; Θα ξαναπαίζατε σε κάποια παράσταση τώρα ή δεν σας ενδιαφέρει πια;

«Τρομοκρατήθηκα λίγο μετά την περιπέτεια της υγείας μου το 2004- ένα λέμφωμα- και σκέφτηκα ότι από εδώ και πέρα δεν θέλω να κάνω μια ανθυγιεινή εργασία όπως η ηθοποιία που κοστίζει τα πάντα και δεν έχει κανένα νόημα πλέον- και δεν εννοώ μόνο από πλευρά εργασιακών σχέσεων και οικονομικών απολαβών. Εννοώ ότι μεγαλώνοντας το μόνο που έχει ενδιαφέρον για τον ηθοποιό είναι το κλασικό ρεπερτόριο. Αλλά το κλασικό ρεπερτόριο είναι γεμάτο από καθάρματα και εγώ δεν θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου παίζοντας καθάρματα, είναι περίεργο πράγμα. Δεν ξέρουν τι θα πει συγγνώμη, πηδάνε τις μανάδες τους, στραγγαλίζουν τα παιδιά τους, σκοτώνουν τους πατεράδες τους για να καθήσουν στον θρόνο. Είναι η χρεοκοπία του δυτικού κόσμου. Είναι αυτό που λούζεται σήμερα ένα σωρό κόσμος εξαιτίας αυτών των καθαρμάτων που ηγούνται κάθε φορά, είτε λέγονται Χίτλερ είτε Στάλιν είτε δεν ξέρω τι. Δεν θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου υποδυόμενος ανθρώπους που δεν με αφορούν, δεν με γοητεύουν καθόλου…».

– Οι άγιοι σας γοητεύουν, δηλαδή;

«Ναι, όσο περνάει ο καιρός. Οπως π.χ. οι ήρωες του Μπέκετ. Είναι πολύ κοντά σε αυτή την υπαρξιακή ερημία: που δίχως θεό παλεύεις για μια αγιοσύνη. Αυτό το βρίσκω εξαιρετικό να μας συμβαίνει. Ας μη νομίζουμε ότι ζούμε καμιά φοβερή ζωή επειδή ζούμε στην πόλη. Στην πραγματικότητα βιώνουμε έναν κοσμοκαλογερισμό».

– Νιώθετε ότι σήμερα τα πράγματα είναι πιο αποστειρωμένα σε σχέση με το παρελθόν;

«Βεβαίως το αισθάνομαι αυτό, είναι διάχυτο. Υπάρχει μια χρεοκοπία η οποία είναι κυρίως πνευματική και μετά είναι όλα τα άλλα. Δεν έχεις από πού να πιαστείς, οπότε τι κάνεις; Τα κόμματα έχουν χρεοκοπήσει, δεν θέλω να έχω καμία παρτίδα με αυτούς τους κυρίους. Ημουν ένα παιδί που δεν χρειάστηκε ποτέ να στρατευτώ σε μία ιδεολογία ή ένα κόμμα, τα έφερε κάπως η τύχη και δεν χρειάστηκε να ζητήσω κάποια επιχορήγηση ή κάτι τέτοιο».

– Δεν ψηφίζετε;

«Οχι, πιστεύω ότι δεν έχει κανένα νόημα».

– Και πώς θα αλλάξουν τα πράγματα;

«Πιστεύω ότι αυτό που όλοι περιμένουν, να συμβεί κάτι και να αλλάξουν τα πράγματα, θα συμβεί επειδή αποτελεί βαθύτατη επιθυμία».

– Πώς θα συμβεί, δηλαδή; Μαγικά;

«Οι βαθύτατες επιθυμίες με κάποιον τρόπο εκπληρώνονται γιατί μεταφέρονται σαν υπόγεια κανάλια. Ετσι, ακόμη και το αφτί του αφασικού που δεν ίδρωνε κάτι θα εισπράξει: ότι είναι λάθος δρόμος αυτός που διάλεξε και ίσως πρέπει να αλλάξει».

– Τρομοκρατημένος ή αισιόδοξος;

«Από τη μια τρομοκρατημένος, από την άλλη αισιόδοξος, όπως είμαστε όλοι μας. Πιστεύω ότι σε μια ξεχαρβαλωμένη χώρα όπως η Ελλάδα- με την έννοια ότι δεν υπήρξε ποτέ σύστημα ώστε να το αμφισβητήσεις- ο καλύτερος τρόπος να πολεμήσεις δεν είναι να λες ότι είμαι αντιεξουσιαστής ανατινάζοντας και καταστρέφοντας το ήδη κατεστραμμένο και ανατιναγμένο σύστημα αλλά απεναντίας να κά νεις το σωστό: αυτό είναι το αντιεξουσιαστικό».

– Ποιο είναι το σωστό;

«Η κάθε παρέα, όποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, ο καθένας στον τομέα του, να κάνει τη δουλειά του με τέτοιον τρόπο ώστε να αποτελούν- ακόμη και γι΄ αυτούς που δεν θα τους περνούσε ποτέ από το μυαλό γιατί βρίσκονται βολεμένοι σ΄ ένα πόστο- παράδειγμα: ότι κοίταξε να δεις που η σιωπηλή πλειοψηφία με έχει ξεπεράσει. Αυτό θα είναι μεγαλειώδες: εκεί που δεν το περιμένεις η σιωπηλή πλειοψηφία να σε ξεπεράσει. Να σου ανοίξει ένα φωτεινό μονοπάτι και να το δεις κι εσύ που είσαι τυφλωμένος από την αλαζονεία της εξουσίας».

– Στην πλειονότητά τους όμως οι άνθρωποι νιώθουν αδικημένοι: σου λέει γιατί να είμαι εγώ εντάξει όταν οι άλλοι κλέβουν…

«Ενας λόγος παραπάνω για να κάνεις σωστά τη δουλειά σου επειδή όλοι κλέβουν».

– Πώς βλέπετε το άμεσο μέλλον;

«Πρέπει να παραδεχθούμε ότι στις ημέρες μας η ερώτηση “Πώς πάει; καλά; ” είναι ρητορική. Τι να σου απαντήσει ο άλλος, δηλαδή; Οτι περνάει καλά; Πρέπει να είσαι χαζοχαρούμενος για να πεις κάτι τέτοιο. Από την άλλη, έχει πολύ φως για να πέσουμε σε μαύρη μαυρίλα. Ευτυχώς έρχεται καλοκαίρι και θα αποφύγουμε την κατάθλιψη. Από εδώ και πέρα, πάντως, αν είσαι ζωντανός και κάνεις τη δουλειά σου και ζεις στην Αθήνα θα πρέπει να δέχεσαι συγχαρητήρια. Αlive and well in Αthens? Συγχαρητήρια!».

  • ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ

Γεννήθηκε το 1944 στον Πειραιά και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα.Διάλεξε την ηθοποιία από αντίδραση στην αντίληψη που θεωρούσε τους ηθοποιούς ελαφρών ηθών.Διδάχθηκε θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών και έκανε χορό με τη Ζουζού Νικολούδη,τον Αλβιν Νικολάις,τον Μερς Κάνινγχαμ και τον Αλβιν Εϊλι.Στη Νέα Υόρκη έμαθε να επιβιώνει χωρίς να το κάνει θέμα.Εγκατέλειψε τον χορό γιατί προτίμησε την τέχνη της ζωής.Επαιξε στο θέατρο,στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.

Κάνει καθημερινή εκπομπή στο ραδιόφωνο.Το 2008 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του με τίτλο Ως εκ θαύματος, το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας αυτοβιογραφικής τριλογίας που συνεχίστηκε με το Complete Unknown (2009) και ολοκληρώνεται με το Πανωλεθρίαμβος (2010).

  • Επτά, Κυριακή 16 Μαΐου 2010

  • Της ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΑΡΔΟΥ

Εναν κατά συρροήν δολοφόνο θα ενσαρκώσει ο Τζον Μάλκοβιτς στην πρώτη του θεατρική εμφάνιση στη χώρα μας. Ρόλος που… του πάει γάντι. Τον έχουμε συνηθίσει εξάλλου ως γοητευτικό «κακό», παρανοϊκό ή, έστω, μια ιδέα διεστραμμένο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Παιχνίδι του κύριου Ρίπλεϊ».

Οπως άλλωστε έχει πει στο παρελθόν, «ο λόγος που είμαι καλός σε τέτοιους ρόλους είναι πως αυτοί οι τύποι δεν μου αρέσουν καθόλου. Δεν μου αρέσουν οι σαδιστές, οι άνθρωποι δίχως την παραμικρή ανθρωπιά, δίχως το παραμικρό ενδιαφέρον για τους άλλους».

Εδώ βέβαια τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα. Διότι ο σίριαλ κίλερ που θα ενσαρκώσει στις 25 και 26 Μαΐου στο «Θέατρον» του «Ελληνικού Κόσμου», στο έργο «Κολασμένη κωμωδία -οι εξομολογήσεις ενός κατά συρροήν δολοφόνου» του Μάικλ Στέρμινγκερ, ήταν ένας προικισμένος αυστριακός διανοούμενος, με μεγάλη αναγνώριση στην εποχή του: ο συγγραφέας, δημοσιογράφος, γυναικοκατακτητής και… δολοφόνος Τζακ Ιντερβέγκερ.

Οχι, δεν πρόκειται περί συμβατικής θεατρικής παράστασης. Ο Μάλκοβιτς, που είναι καλεσμένος της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας και μας έρχεται, όπως και ο Ουίλσον, στο πλαίσιο της ενότητας «Θέατρο πέρα από τα όρια», θα συνδιαλέγεται με τη μουσική. Διότι το έργο είναι γραμμένο για ηθοποιό, μπαρόκ ορχήστρα (εν προκειμένω η Ορχήστρα της Βιέννης, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα) και δύο σοπράνο που ερμηνεύουν τις γυναίκες της ζωής του και τα άτυχα θύματά του. Εξαίσιες μελωδίες των Μπετόβεν, Χάιντν, Βιβάλντι, Μότσαρτ και άλλων θα «ντύνουν» τις αφηγήσεις των αγριοτήτων του ήρωα αλλα και τις πιο ευαίσθητες πτυχές του χαρακτήρα του, που με λεπτές ερμηνευτικές αποχρώσεις αποδίδει ο Μάλκοβιτς -σύμφωνα με αρκετές διθυραμβικές κριτικές του διεθνούς τύπου.

Στην ουσία πρόκειται για μια σειρά μονολόγων, με ελάχιστες χειρονομίες, σε ένα λιτό σκηνικό (ένα απλό τραπέζι, ένα ποτήρι νερό και κάποια αντίγραφα του τελευταίου του, μεταθανάτιου βιβλίου), οι οποίοι αντιπαρατίθενται με τη μουσική.

Ο Ιντερβέγκερ, διάσημος γυναικάς, κατηγορήθηκε για δολοφονίες «κοινών γυναικών» σε Βιέννη, Γκρατς, Πράγα και Λος Αντζελες. Αφού εξαφανίστηκε από τη Βιέννη, κατέφυγε στις ΗΠΑ, αλλά συνελήφθη στο Μαϊάμι και εκδόθηκε στην Αυστρία. Εκεί καταδικάστηκε για έντεκα υποθέσεις δολοφονίας και αυτοκτόνησε στη φυλακή.

«Παρ’ όλο που είμαι ένας αναγνωρισμένος και διάσημος συγγραφέας θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων, όσο ζούσα δεν είχα γράψει ούτε μία λέξη αληθινή…», λέει ο Ιντερβέγκερ στο έργο. Το παραμικρό ίχνος αλήθειας θα τον καταδίκαζε σε μια ζωή πίσω από τα σίδερα. Οχι ότι γλίτωσε τη φυλακή. Το 1976 είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία μιας γυναίκας. Καθώς όμως ήταν αγαπημένο παιδί της βιενέζικης ελίτ, οι διανοούμενοι του Καφέ Τσεντράλ της Βιέννης οργάνωσαν εκστρατεία υπέρ της αποφυλάκισής του, καταφέρνοντας να πείσουν τον τότε πρόεδρο Κουρτ Βαλντχάιμ να του δώσει χάρη. Απελευθερώθηκε. Και κατά την διάρκεια της «επανένταξής» του ξεκίνησε καριέρα σίριαλ κίλερ, ξεγελώντας τους πάντες. Μεταξύ 1990 και 1993 δολοφόνησε έντεκα πόρνες στραγγαλίζοντάς τες με μια αυτοσχέδια θηλιά από τις τιράντες του σουτιέν τους. Την ίδια στιγμή, όπως διαβάσαμε σε σχετικό άρθρο της «Guardian», τα βιβλία του (συμπεριλαμβανομένης και μιας αυτοβιογραφίας του) διδάσκονταν σε σχολεία, ενώ ο ίδιος, ως δημοσιογράφος για το κρατικό κανάλι, έκανε ρεπορτάζ για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει (!) και στηλίτευε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δούλευαν οι αμερικανίδες πόρνες που σκότωνε…

  • Μια μικρή άδεια…

Μιλήσαμε για όλ’ αυτά, τηλεφωνικώς, με τον Τζον Μάλκοβιτς, που το διάστημα αυτό βρισκόταν στο Αμβούργο. Ο λόγος του συγκρατημένος: αρκετές παύσεις, μια διάχυτη αίσθηση ότι είναι προσεκτικός στις απαντήσεις του. Αναμφισβήτητα γοητευτικός, όμως, τύπος. Ενίοτε δε θυμίζει τους ρόλους του. Οπως μας επιβεβαίωσε, το 1990 είχε δει στην τηλεόραση τον Ιντερβέγκερ να μιλά ως… υπόδειγμα επανένταξης μετά την αποφυλάκισή του. Θα πρέπει να είχε ήδη δολοφονήσει αρκετές γυναίκες.

-Θεωρείτε πως ένας σίριαλ κίλερ μπορεί να επανενταχθεί;

Η περίπτωσή του ήταν μια αποτυχημένη απόπειρα της κοινωνίας να επανεντάξει έναν τέτοιο άνθρωπο. Προσωπικά δεν ξέρω αν ένας σίριαλ κίλερ μπορεί πραγματικά να σταματήσει να σκοτώνει. Η αίσθησή μου είναι πως μπορεί απλώς να κάνει μια παύση. Ο συγκεκριμένος έκανε τη δική του παύση στη φυλακή. Ας πούμε πως τον επέβαλαν ένα… σαμπάτικαλ (σ.σ.: πρόκειται για την ακαδημαϊκή άδεια που παίρνουν οι καθηγητές πανεπιστημίου προκειμένου να κάνουν έρευνα).

  • Τέχνη και παγκόσμια κρίση

-Τι εντύπωση σας έδωσε όταν τον είδατε τότε στην τηλεόραση;

Πως ήταν ανίκανος για οποιαδήποτε μορφή ειλικρίνειας.

-Για τους περισσότερους ανθρώπους ένας διανοούμενος είναι αδιανόητο να διαπράξει τέτοιες φρικαλεότητες…

Νομίζω πως ο συλλογισμός σας είναι λανθασμένος. Δυστυχώς οι διανοούμενοι συνδέονται με πολλά κακά πράγματα. Και μάλιστα κατά έναν θεαματικό τρόπο…

-Και οι πολιτικοί άλλωστε. Συνήθως νιώθουμε μεγαλύτερο αποτροπιασμό με τους σίριαλ κίλερ, όμως και μερικοί πολιτικοί δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν τέτοιοι; Ο Μπους ας πούμε;

… (σιωπή). Δεν διαφωνώ. Η πολιτική συνδέεται με το έγκλημα… Κινούνται σε κοντινά πεδία (μεγάλη παύση). Υπάρχουν βέβαια διάφοροι ηγέτες που έχουν εγκληματίσει.

-Σαφώς. Και Ευρωπαίοι.

Ούτε μόνο Αμερικανοί ούτε μόνο Ευρωπαίοι. Οι μεγαλύτεροι δεν ήταν από την Ευρώπη. Πάρτε την Κίνα. Ή, πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της επανάστασης των μπολσεβίκων; Ο πόλεμος, φυσικά, προϋποθέτει το θάνατο, όμως δεν πιστεύω πως αυτό έχει τόσο να κάνει με τον Μπους. Τουλάχιστον όσο υποστηρίζουν οι δημοσιογράφοι. Οι περισσότεροι από εσάς…

-Στην Ελλάδα έχετε ξανάρθει;

Ναι. Είκοσι πέντε χρονια πριν. Δούλεψα σε μια ταινία, την «Ελένη».

-Η Ελλάδα περνά μια δύσκολη φάση αυτό το διάστημα. Τι ακούτε για μας εκεί στο Χόλιγουντ;

Δεν έχω πολύ ξεκάθαρη εικόνα για όλα αυτά. Μισεί κανείς να βλέπει χώρες να παλεύουν οικονομικά. Αλλά οι γνώσεις μου ως προς το πώς φτάσατε εκεί και πώς μπορεί να επιλυθεί το πρόβλημα δεν είναι αρκετές…

-Η παγκόσμια οικονομική κρίση νιώθετε πως έχει επηρεάσει την τέχνη;

Ναι. Και πιστεύω πως στην Ευρώπη αναγκαστικά θα υπάρξει μια νέα συζήτηση ως προς το τι θεωρείται τέχνη και ποια είδη αξίζει να ενισχυθούν. Βέβαια, δεν ξέρω αν και υπό άλλες συνθήκες κάποια είδη θα στηρίζονταν. Στην Αμερική έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε κρατική υποστήριξη. Πάντως, αν κάποιος διατρέξει την ιστορία της τέχνης σε όλες της τις εκφάνσεις, πλην της αρχιτεκτονικής, που εκ των πραγμάτων είναι ακριβή, θα διαπιστώσει πως τα σημαντικά επιτεύγματα δεν ήταν πάντα άμεσα συναρτώμενα με τη χρηματοδότηση. Οι άνθρωποι που έχουν μια έντονη καλλιτεχνική τάση θα βρίσκουν πάντα τρόπους…

-Πώς είναι να παίζετε με μια ορχήστρα;

Το αγαπώ πολύ. Να «μιλώ» με τη μουσική, να ακούω και να παρακολουθώ την ορχήστρα επί σκηνής…

-Οι δύο σοπράνο της παράστασης τραγουδούν μόνο ή κάποιες στιγμές συνομιλούν μαζί σας;

Ω, όχι, δεν μιλούν. Είναι πολύ έξυπνες για να διαπράξουν ένα τέτοιο λάθος τακτικής! (γέλια).

-Πάντως, πρέπει να είστε ο μόνος ηθοποιός που εμπνεύσατε με τέτοιο τρόπο τίτλο ταινίας: «Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς»! Τελικά ο Κάουφμαν μπήκε έστω και λίγο στο μυαλό σας;

Στο δικό μου μυαλό όχι. Κι ας είναι αφάνταστα προικισμένος. Και ευτυχώς που δεν μπήκε. Διότι, αν το έκανε, δεν πιστεύω πως θα προέκυπτε κάποιο πολύ ενδιαφέρον φιλμ… *