Αρχείο για Απρίλιος, 2010

  • Συνέντευξη
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Ο «αναγεννησιακός» Ρόμπερτ Γουίλσον, το ερχόμενο Σαββατοκύριακο (8 και 9 Μαΐου) θα είναι, με σάρκα και οστά, στη σκηνή του «Θεάτρου» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», ο Κραπ από την «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» του Σάμουελ Μπέκετ.

«Ως Κραπ δεν προσπαθώ να ερμηνεύσω. Απλώς είμαι», λέει ο Ρ.  Γουίλσον

«Ως Κραπ δεν προσπαθώ να ερμηνεύσω. Απλώς είμαι», λέει ο Ρ. Γουίλσον

Ο πανύψηλος 69χρονος Αμερικανός μάγος του φωτός και της φόρμας, ο συγγραφέας, σκηνοθέτης, περφόρμερ, χορογράφος και ζωγράφος Γουίλσον θα κάνει πράξη με το κορμί και τη φωνή του την αισθητική και τη φιλοσοφία του για τη σκηνή και την τέχνη του θεάτρου.

Βαριά μακιγιαρισμένος, σαν μάσκα από την Απω Ανατολή, φορώντας γκρι κοστούμι στην κάμαρα-φυλακή του σπιτιού του, γρυλίζοντας και χειρονομώντας σαν μαριονέτα, θα υποδυθεί τον απελπισμένα μοναχικό άνδρα που, ανήμερα των εβδομηκοστών γενεθλίων του, είναι έτοιμος να μαγνητοφωνήσει τις σκέψεις του για τη χρονιά που πέρασε. Μια πρακτική που «κρατά» από τα νιάτα του.

Την ώρα που προετοιμάζει τη νέα κασέτα σε ένα γκρι, αποστειρωμένο, ερμητικά κλειστό σύμπαν από μέταλλο και νέον, συμβαίνει το απροσδόκητο: ακούει τη μαγνητοφώνηση που είχε γίνει πριν από τριάντα χρόνια. Αισθήματα, διαδρομές, σχέσεις, φιλοδοξίες… Μια οχληρή υπόμνηση των διαψευσμένων ονείρων του; Δεν αναγνωρίζει πάντως την αισιόδοξη, γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή του.

Μετά το «Hamlet: Α Monologue» του 2000, ο Γουίλσον θέλησε να ξανανέβει στη σκηνή αποκλειστικά και μόνο με έναν Μπέκετ. Ο «Κραπ» παρουσιάστηκε ήδη στο Σπολέτο της Ιταλίας. Και σύμφωνα με τον ιταλικό Τύπο «δίνει ένα εξαιρετικό μάθημα θεάτρου».

  • Εχετε πει ότι πάντα αισθανόσασταν στενή συγγένεια με τον κόσμο του Μπέκετ.

«Ναι. Αισθάνομαι τη δουλειά μου πολύ συγγενική με το έργο του».

  • Ποια είναι τα κοινά σημεία; Τα εντοπίζετε στη φόρμα;

«Ο Μπέκετ καταλαβαίνει τη σιωπή και τις εσωτερικές διεργασίες. Ηταν ένας εικαστικός καλλιτέχνης, στον βαθμό που υπήρξε συνθέτης των λέξεων και συνθέτης των ήχων. Του αρέσαν ηθοποιοί του βοντεβίλ, όπως ο Τσάπλιν κι ο Μπάστερ Κίτον. Ηταν οι αγαπημένοι του. Συμπτωματικά είναι και δικοί μου. Σαφώς υπάρχουν πολλά κοινά σημεία στο έργο μας. Οταν συνέθεσα το πρώτο μου μεγάλης έκτασης θεατρικό, η παράστασή του διαρκούσε 7 ώρες μέσα στη σιωπή. Ηδη από τότε πολλοί μού είπαν ότι έχω επιρροές από τον Μπέκετ. Κι ωστόσο δεν ήξερα ακόμα τίποτα γι’ αυτόν. Λίγα χρόνια μετά, ο ίδιος ο Μπέκετ ήρθε να δει στο Παρίσι το έργο μου «The letter for queen Victoria», ένα αποσπασματικό κείμενο, που συγγενεύει με τη δραματουργία του. Με βρήκε τα παρασκήνια και μου εξέφρασε τον ενθουσιασμό του για τη χρήση των λέξεων και την κατασκευή του λεκτικού σύμπαντος. Κυρίως, όμως, για τη σιωπή».

  • Από το σκηνικό μέχρι τη σκηνοθεσία, τα πάντα, ή σχεδόν τα πάντα, είναι προκαθορισμένα στην μπεκετική δραματουργία. Ως εκ τούτου, τι ακριβώς μένει ανοικτό για να ανακαλύψετε από σκηνής εσείς; Σε ποιο σημείο και πώς ανακαλύπτεται στον «Κραπ» τη δική σας ελευθερία;

«Εχω αναπτύξει μια πολύ άκαμπτη, αυστηρή φόρμα στο έργο, την οποία έπρεπε κιόλας να μάθω. Απαξ και αυτό συμβεί, μπορείς, ακριβώς όπως μπορώ κι εγώ ως Κραπ, να είσαι ελεύθερος μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της φόρμας. Αν η δομή είναι στέρεα τότε αφήνει πεδίο ανοιχτό στην ελευθερία. Ως περφόρμερ μαθαίνω αργά. Μου παίρνει καιρό ώσπου να αποστηθίσω το κείμενο και να απομνημονεύσω την κινησιολογία. Αλλά αφότου έχω φτάσει σε ένα ασφαλές, θα έλεγα, επίπεδο, δεν χρειάζεται να σκέφτομαι τη φόρμα. Λειτουργώ μέσα σ’ αυτήν ελεύθερος».

  • Από τα έργα του Μπέκετ, γιατί επιλέξατε ειδικά αυτό;

«Εδώ και χρόνια ήθελα να δουλέψω κάποιο θεατρικό του. Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη συνάντησή μας, αποφάσισα να αντιμετωπίσω την πρόκληση. «Ηθικός αυτουργός» είναι ο Φραντ Φάιτλερ από το Λουξεμβούργο, ο άνθρωπος που πρότεινε να κάνω τον «Κραπ». Δέχτηκα την πρόταση, καθώς θεώρησα πως ήτανε η κατάλληλη ώρα».

  • Είστε, παρά ένα χρόνο, συνομήλικοι με τον ήρωα του Μπέκετ! Τι στοχεύετε να «πείτε» με την παράστασή σας; Θέλετε να μιλήσετε για τη διάψευση, την ακύρωση, την ανθρώπινη μοναξιά, τη μνήμη, τη νοσταλγία;

«Αντιμετωπίζω τον «Κραπ» σαν μια σύνθετη δουλειά, που αφορά διάφορα θέματα. Είναι, κατά τη γνώμη μου, λάθος να υποδυθείς τον τίτλο του έργου. Κάθε παράσταση είναι ένα προσωπικό ταξίδι, που ανακαλύπτει από μόνο του πάνω στη σκηνή τη δική του ιστορία».

  • Τι ήταν όμως αυτό που σας ώθησε να «σκαρφαλώσετε» ο ίδιος πάνω στη σκηνή; Δεν σας ήταν αρκετό να σκηνοθετήσετε, να σκηνογραφήσετε και να φωτίσετε τον «Κραπ»;

«Κατά διαστήματα γίνομαι ερμηνευτής, εκτελεστής της δουλειάς μου. Διότι αυτό με βοηθά να γίνω καλύτερος σκηνοθέτης».

  • Η ηθοποιία, αυτή καθ’ εαυτή, δεν σας ελκύει;

«Δεν είναι κάτι που θέλω να κάνω συνεχώς. Δεν την απολαμβάνω την ηθοποιία ιδιαίτερα. Προτιμώ να σκηνοθετώ».

  • Η κριτική στην Ιταλία, όπου παρουσιάσατε ήδη τη «Μαγνητοταινία», σας αποθέωσε. Σας περιγράφει σαν μαριονέτα που παραπέμπει στην Απω Ανατολή. Τι είδους περσόνα δημιουργήσατε ως Κραπ;

«Ως Κραπ σκέφτομαι τον εαυτό μου μέσα σε μιαν αναπόφευκτη κατάσταση. Εκτελώ μία σειρά κινήσεων, συνοδευμένος από το κείμενο. Και κάθε παράσταση είναι μια νέα ανακάλυψη. Δεν είμαι δηλαδή προϊδεασμένος για ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα. Δεν προσπαθώ να ερμηνεύσω. Απλώς είμαι». *

info*

«Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» του Μπέκετ, μια μετάκληση της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας, παρουσιάζεται στο «Θέατρο» του «Ελληνικού Κόσμου» (Πειραιώς 254) με ελληνικούς υπέρτιτλους, στις 8 και 9 Μαΐου. Εισιτήρια προπωλούνται στα Public Συντάγματος και Πειραιά. Με πιστωτική κάρτα στο 2122540315 και μέσω ιστοσελίδας στο http://www.theatron254.gr. Τιμές: 100, 85, 75, 50 και 30 ευρώ.

Η αυστηρή δομή με κάνει ελεύθερο

  • Οι παραστάσεις σας είναι κλειστά σύμπαντα σκηνικής τελειότητας. Δεν αισθανθήκατε ποτέ την ανάγκη να τα «ανοίξετε»; Να μετατοπιστείτε σε έναν «τόπο» αβέβαιο, ακόμα και χαοτικό;

«Οι σπουδές μου στην Αρχιτεκτονική με επηρέασαν τρομερά στον τρόπο που βλέπω το θέατρο ως τέχνη συνολικά. Προσωπικά, ανακαλύπτω την ελευθερία της έκφρασης μέσα στην αυστηρή δομή. Θεωρώ ότι όσο το θέατρο εξελίσσεται, τόσο ο κόσμος αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις μέσα σε αυτό με τρόπο οπτικό. Ο θεατής όσο περνά ο χρόνος, αρχίζει, χάρη στην εξοικείωσή του με τα close up της κάμερας, να διαβάζει την «επιστήμη» του σώματος και τα αυστηρά σκηνικά «σήματα» που εκπέμπονται».

  • Τι ανακαλύψατε μέσω του θεάτρου για τον εαυτό σας;

«Το θέατρο είναι τρόπος ζωής για μένα. Ξυπνάω το πρωί και σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι αυτό που ήδη δημιούργησα. Κι όταν επιστρέφω σπίτι μου, σκέφτομαι ότι πρέπει να δημιουργήσω κάτι νέο. Ο τρόπος της ζωής μου είναι η «ζωή». Η ζωή, για μένα, συνιστά έναν τρόπο σκέψης. Και ο τρόπος που σκέφτομαι, είναι ο τρόπος ενός καλλιτέχνη».

  • Εκτός θεάτρου θα ήσασταν, πιστεύετε, άλλος άνθρωπος;

«Οπως όλοι μας, η περσόνα μου χτίστηκε μέσα από πολλούς και διαφορετικούς «χαρακτήρες»».

  • Το θέατρο έχει δύναμη ως τέχνη; Μπορεί μια θεατρική παράσταση να αλλάξει κάτι απ’ τον κόσμο μας;

«Το θέατρο, όπως και η τέχνη γενικότερα, μπορούν να ενώσουν τους ανθρώπους αν «χρησιμοποιηθούν» με σύνεση. Μπορούν όμως και να τους χωρίσουν, να λειτουργήσουν διασπαστικά. Το θέατρο και η τέχνη είναι σαν τη φωτιά. Μπορούν να μας ζεστάνουν. Εχουν, όμως τη δύναμη και να μας καταστρέψουν».

  • Κάνετε θέατρο για την Ιστορία, για το κοινό, για τον εαυτό σας;

«Το θέατρο είναι κάτι που γευόμαστε. Το βιώνουμε. Είναι μια εμπειρία και αυτό από μόνο του συνιστά έναν τρόπο, μια μέθοδο για να σκέπτεται κανείς. Ευτυχώς, το θέατρο δεν το ερμηνεύουμε. Η ερμηνεία δεν συνιστά ευθύνη του συγγραφέα. Ούτε του σκηνοθέτη, ούτε του συνθέτη, ούτε όμως του ηθοποιού. Η ερμηνεία ανήκει στο κοινό. Ο λόγος που δουλεύουμε είναι για να θέτουμε ερωτήσεις χωρίς να δίνουμε απαντήσεις. Διότι αν γνωρίζουμε τι κάνουμε, τότε δεν έχει και νόημα να το κάνουμε!».

  • Ο «ελεύθερος σκοπευτής» του θεάτρου, με παράσταση του οποίου θα ανοίξει εφέτος το Ελληνικό Φεστιβάλ, μιλάει για την ομοφυλοφιλία, τους διανοουμένους, την απαξίωση της σοβαρότητας και την επιβολή της απομίμησης

O Νίκος Μαστοράκης ανήκει στους ελεύθερους σκοπευτές του ελληνικού θεάτρου καθώς έχει επιλέξει να κάνει παραστάσεις χωρίς ομάδα ή σταθερή στέγη. Με γερές βάσεις από τις σπουδές του στη Βιέννη και μια διαρκή διάθεση για αναζήτηση, είναι ο σκηνοθέτης που έχει βάλει την υπογραφή του σε ορισμένες από τις μεγάλες επιτυχίες των τελευταίων ετών, όπως «Το γάλα» ή «Το ξύπνημα της άνοιξης», που έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη. Λάτρης των ταξιδιών, συνηθίζει να κάνει μεγάλα διαλείμματα πηγαίνοντας στην Κίνα, στην Καμπότζη ή κάπου αλλού στην Ανατολή. Ενδιαμέσως όμως δουλεύει. Και δουλεύει πολύ: εφέτος εκλήθη από τον Γιώργο Λούκο να εγκαινιάσει το Φεστιβάλ Αθηνών. Ο ίδιος επέλεξε το πρώτο μέρος της διλογίας του Τόνι Κούσνερ «Αγγελοι στην Αμερική».

– Κύριε Μαστοράκη, γιατί οι ήρωές του Κούσνερ πρέπει να είναι γκέι;

«Κατ΄ αρχάς είναι ο ίδιος γκέι. Πέραν αυτού, παίρνει ως βάση μια κοινότητα ανθρώπων επειδή οι κοινότητες είναι σφικτές και μονοπυρηνικές. Εδώ όμως είναι σε διάλυση. Υπάρχει ο γκέι ο μαύρος, ο γκέι ο εβραίος, ο γκέι ο άρρωστος, ο γκέι που δεν θέλει να παραδεχθεί την ομοφυλοφιλία του. Πάνω απ΄ όλα αυτά υπάρχει η έννοια της Δικαιοσύνης. Και στη δυτική κοινωνία έχει διαμορφωθεί από τη θρησκεία».

– Η θρησκεία παραμένει το ισχυρότερο στοιχείο στις κοινωνίες μας;

«Οταν ήμουν σχολείο, στο μάθημα της ευρωπαϊκής ιστορίας, μου έκανε τρομερή εντύπωση η έννοια του θρησκευτικού πολέμου. Σήμερα ζούμε τον θρησκευτικό πόλεμο χωρίς να ξέρουμε τις διαστάσεις που θα πάρει λόγω της τρομοκρατίας».

– Είναι ταμπού ακόμη σήμερα να είσαι γκέι;

«Ναι. Δεν είναι τυχαίο ότι μια κοινωνία σαν την αμερικανική δεν έχει πάρει θέση πάνω στο θέμα του γάμου των ομοφυλοφίλων, και όχι μόνον. Είναι πολύ σοβαρό θέμα αυτό, να μην μπορείς να έχεις με τον σύντροφό σου τα ίδια δικαιώματα που έχουν οι ετεροφυλόφιλοι. Το βρίσκω τερατώδες. Το έργο μιλάει για τα δικαιώματα των γκέι χρησιμοποιώντας ένα αληθινό πρόσωπο, τον Ρόι Κον. Αυτός είναι που μιλάει για τη διάσταση της δύναμης λέγοντας ότι ομοφυλόφιλος είναι ο αδύναμος».

– Συμφωνείτε με αυτό;

«Ναι. Τυπικά στην ελληνική κοινωνία ένας ομοφυλόφιλος είναι πλέον αποδεκτός… Πόσες φορές τα όρια δεν ξεπερνιούνται; Μπαίνει λοιπόν το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ίδιο δεν ισχύει για τους τσιγγάνους; Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ομοφυλόφιλος είναι για την ευρύτερη κοινωνία ο “ξένος”, όπως “ξένη” ήταν και η γυναίκα πριν από μερικά χρόνια. Σε πόσες κοινωνίες η γυναίκα παραμένει πολίτης δεύτερης κατηγορίας;».

– Σε όλες;

«Κατά βάθος σε όλες- φανερά ή κρυφά. Να σου πω και κάτι ακόμη: η κοινωνία ήταν και είναι υποκριτική. Βεβαίως και δέχεται την εργαζόμενη γυναίκα ως ύπαρξη. Πίσω όμως από την αποδοχή της αυτή βρίσκεται το ότι η εργαζόμενη μητέρα είναι μια γυναίκα που παραμελεί το παιδί της. Αρα λοιπόν την ακυρώνει. Για όλα αυτά τα πράγματα μιλάει πολύ έντονα ο Κούσνερ, όπως και για την έννοια της αρρώστιας και της δικής μας ευθύνης».

– Ως τιμωρία;

«Πάντα η αρρώστια ήταν και είναι τιμωρία. Το ίδιο ισχύει και για το ΑΙDS, που υπάρχει μέσα στο έργο».

– Η ευθύνη του ατόμου πού τελειώνει;

«Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του αλλά διαμορφώνει τον χαρακτήρα του μέσα στην κοινωνία. Και αυτά τα θίγει το έργο: ότι πρέπει οι άνθρωποι να ξαναμπούν στη διαδικασία να ζήσουν μαζί γιατί τώρα δεν ζουν. Παγκοσμίως σήμερα βλέπεις ότι υπάρχει το αίτημα του συνασπισμού. Δεν μπορούμε να ζούμε ερήμην μας. Εχει δημιουργηθεί η Ευρωπαϊκή Ενωση με έναν στραβό τρόπο. Τι πάει να πει αυτό; Ποια είναι τα κριτήρια που τη δημιούργησαν; Οικονομικά. Δεν είμαστε οι μόνοι που υποφέρουμε, είμαστε ίσως ο αδύναμος κρίκος».

– Μήπως το αντιμετωπίζουμε όλο αυτό εθνικιστικά;

«Κι αυτό είναι το κακό. Το πρώτο πράγμα που σκεφθήκαμε ως Ελληνες είναι ότι οι άλλοι έχουν άδικο κι εμείς δίκιο. Εμείς φέραμε τον πολιτισμό και τα λοιπά».

Ελεύθερος σκοπευτής στο θέατρο;

«Ναι, το έχω επιλέξει. Δεν έχω τις δυνατότητες να μπω σε μια κατάσταση υπαλλήλου, δεν μπορώ ούτε με ενδιαφέρει. Από την άλλη, ελάχιστες φορές κάνω αυτό που θέλω, μια που πρέπει να συμπλέω με τους κανόνες είτε ενός κρατικού θεάτρου είτε ενός ελεύθερου. Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα πάρει πρωτοβουλία να στήσει ομάδα. Τελικά, πληρώνεις τις επιλογές σου. Τίποτε δεν έρχεται δωρεάν».

– Αξίζει τον κόπο όλο αυτό;

«Το “αξίζει” τον κόπο είναι προσωπικό, το λέει ο καθένας για τη δουλειά του. Για μένα έχει σημασία το τι κάνουμε και τι θα κάνουμε, τι μπορούμε να κάνουμε. Εμένα με ενδιαφέρει τι γίνεται γύρω μου. Εζησα έξω, τη δεκαετία του ΄80, τις μεγάλες αλλαγές στο θέατρο. Και τώρα βλέπω πολλά, ταξιδεύω».

– Ποιο πιστεύετε ότι είναι το πρόβλημα;

«Τελευταίως βλέπω την ανάγκη της απομίμησης. Φέρνουμε το West Εnd στην Ελλά δα με όρους βαλκάνιους ή κάνουμε μια τηλεόραση α λα ιταλικά και μπερδεύουμε το CΝΝ με το κανάλι του Μπερλουσκόνι. Αυτό υποβιβάζει την ποιότητα των πραγμάτων. Θυμάμαι το “Τέταρτο” του Χατζιδάκι. Δεν εμιμείτο τίποτα».

– Στην Ελλάδα αμφισβητούμε το κλασικό, το ακαδημαϊκό;

«Ισως επειδή ήταν ένας χώρος συντήρησης για πάρα πολλά χρόνια. Ξαφνικά, όταν άνοιξαν οι πόρτες για να μπει ο φρέσκος αέρας, δεν μπήκε η σήτα και έτσι μαζί με τον φρέσκο αέρα κυκλοφόρησε πάρα πολλή βρώμα, κουνούπια, αιωρούμενα σωματίδια. Τα όρια πλέον είναι δυσδιάκριτα. Ολα πρέπει να προκύπτουν από μια αναγκαιότητα. Οχι όμως την αναγκαιότητα σαν πρετα-πορτέ. Εχουμε την haute couture στο Φεστιβάλ και όλα τα άλλα είναι πρετ-απορτέ».

  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
  • «Αγγελοι στην Αμερική» του Τόνι Κούσνερ
  • Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας. Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης
  • Φεστιβάλ Αθηνών, Πειραιώς 260 (Δ)
  • Από 1ης Ιουνίου (παραστάσεις ως τις 7/6)
  • «Κουλτουριάρης είναι ο ακατανόητος, ο περιθωριακός»

«Ομοφυλόφιλος είναι για την ευρύτερη κοινωνία ο “ξένος”, όπως “ξένη” ήταν και η γυναίκα πριν από μερικά χρόνια. Σε πόσες κοινωνίες η γυναίκα παραμένει πολίτης δεύτερης κατηγορίας;» λέει ο Νίκος Μαστοράκης
– Κύριε Μαστοράκη, τι είμαστε;
«Μια φτωχή χώρα, αυτό είμαστε».
– Μια φτωχή χώρα που παράγει πολιτισμό;

«Οχι βέβαια. Παράγει πολιτισμό αλλά πώς και τι γίνεται αυτός ο πολιτισμός; Αυτή τη στιγμή στον χώρο του θεάτρου γίνονται καλά πράγματα, με καλούς ηθοποιούς, καλούς σκηνοθέτες, βλέπουμε καλές παραστάσεις. Και; Ποια είναι η πολιτική στον πολιτισμό; Βλέπαμε ότι πηγαίνουμε προς τα εκεί. Γιατί εμείς οι Ελληνες είμαστε από τους λίγους λαούς που έχουμε την έννοια του διανοουμένου απαξιωτικά. Κουλτουριάρης είναι ο ακατανόητος, ο μη εμπορικός, ο περιθωριακός… Εμείς το δημιουργήσαμε αυτό».

– Και έτσι δεν υπάρχει διάθεση να υποστηριχθεί οικονομικά;

«Φυσικά. Δεν μπορούν να κάνουν τονωτικές ενέσεις σε μια κοινωνία που απαξιώνει την έννοια της σοβαρότητας. Δεν υπάρχει πολιτική στην τέχνη. Ξαφνικά αποφασίσαμε να κάνουμε Μπιενάλε. Ε, και; Η πρώτη πήγε καλά. Η δεύτερη; Η τρίτη που θα γίνει μεθαύριο; Ενδιαφέρει την κοινωνία αυτό, το έχουμε ανάγκη; Βλέπουμε τον θεσμό των ΔΗΠΕΘΕ. Εγινε, ήταν έξυπνος, είχε προοπτικές. Τώρα; Υπάρχουν δεκαέξι που συντηρούν δημοσίους υπαλλήλους. Και το πληρώνουμε όλοι μας. Τι γίνεται λοιπόν; Δεν είναι σοβαρό θέμα ότι ζητάμε έναν τουρισμό πολιτιστικού επιπέδου και τα μνημεία μας είναι αχούρια ή κλειστά ή με πεσμένα στέγαστρα;».

  • Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ GROUP HOSTEL ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ

  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
  • Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Με τις φοβίες και τη… «θεαματοποίησή» τους ασχολείται η ομάδα vasistas στη νέα της παράσταση «Phobia: ένα θέαμα», που κάνει πρεμιέρα στις 5 Μαΐου στο Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας. Η τελευταία ομάδα που «τρυπώνει» φέτος στο φιλόξενο Group Hostel του Εθνικού Θεάτρου, έχει προηγουμένως περιπλανηθεί για να προετοιμάσει -και να παρουσιάσει τμηματικά- την παράσταση σε Βερολίνο, Σαντορίνη και Μασσαλία.

«Ευτυχώς που υπάρχουν φοβίες. Μας δείχνουν ότι κάτι δεν πάει καλά»  τονίζει η Αργυρώ Χιώτη

«Ευτυχώς που υπάρχουν φοβίες. Μας δείχνουν ότι κάτι δεν πάει καλά» τονίζει η Αργυρώ Χιώτη

Βασισμένη σε κείμενα -Γάλλων κυρίως- φιλοσόφων και διανοητών, αλλά και σε εικόνες-σύμβολα της πραγματικότητας που μας περιβάλλει, η ομάδα δημιουργεί μια μικρογραφία της κοινωνίας μας. Η οποία, για να πετύχει τον απόλυτο χειρισμό και έλεγχο των πάντων, χρησιμοποιεί δύο βασικά μέσα: τον φόβο και το θέαμα.

«Αντικείμενο της μελέτης μας αποτέλεσαν άνθρωποι σε κατάσταση κρίσης και η παρουσίαση των φοβιών αυτών στο κοινό», εξηγεί η σκηνοθέτις Αργυρώ Χιώτη. «Το σημαντικό δεν είναι τόσο το ίδιο το γεγονός της φοβίας όσο η θεαματοποίησή της. Πώς τη χρησιμοποιούμε, με ποιον τρόπο, με ποιον σκοπό», προσθέτει.

Μετά τις «Φαίδρες» (2006, BIOS), την «Κόκκινη Σκουφίτσα» (2007, Αμόρε) και το «Silence» (2009, «104»), η ελληνογαλλική ομάδα, που ξεκίνησε από την Εξ Αν Προβάνς, δούλεψε και πάλι σε συνθήκες που πλησιάζουν τους όρους του devised theatre. Ετσι, τα επιστημονικά-φιλοσοφικά κείμενα των Ανρί Λαμπορί, Γκι Ντεμπόρ, Ζαν Μποντριγιάρ και Κωστή Παπαγιώργη δημιουργούν για το έργο μια «ξύλινη» γλώσσα, η οποία, όμως, ανατρέπεται από την έντονη κινησιολογία. Το σώμα των ηθοποιών βρίσκεται, άλλωστε, στο επίκεντρο κάθε δουλειάς της ομάδας.

«Δεν υπάρχει μια σαφής ιστορία. Εχουμε όμως μια πολύ καθαρή δομή-φόρμα που μοιάζει με αυτήν ενός διδακτορικού. Ξεκινάμε από τον πρόλογο, αναπτύσσουμε το θέμα της φοβίας και καταλήγουμε με πιθανές λύσεις ή θεραπεία», εξηγεί η σκηνοθέτις.

  • Είναι αλήθεια πως οι περισσότερες φοβίες εμφανίζονται σε κατοίκους μεγαλουπόλεων;

«Ναι. Εχουν να κάνουν κυρίως με τον ασφυκτικό τρόπο ζωής, αλλά όχι μόνο. Η λίστα είναι ατελείωτη. Η αγοραφοβία, η κοινωνική φοβία που έχει να κάνει με φόβο οποιασδήποτε κοντινής σχέσης με άλλο πρόσωπο, οι φοβίες για το ανσανσέρ, τα φίδια, το αεροπλάνο… Είδαμε πως τελικά όλα αυτά είναι αλληλένδετα. Οταν κάποιος ξεκινά με μια φοβία, αποκτά σιγά σιγά κι άλλες».

  • Καταφέρνουν να ξεπεράσουν οι ήρωες τελικά τις φοβίες τους;

«Η προσέγγισή μας είναι «ευτυχώς που υπάρχουν φοβίες», γιατί είναι τελικά σαν συναγερμός που αναδεικνύει ότι κάτι δεν πάει καλά και σου υπενθυμίζει πως κάτι πρέπει να κάνεις».

  • Τι συνδέει τις δουλειές της ομάδας σας μέχρι σήμερα;

«Μας κινητοποιεί πάντα η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που αισθανόμαστε εμείς σε σχέση με αυτό που συμβαίνει έξω. Στην εποχή μας η ουσιαστική επικοινωνία είναι όλο και πιο δύσκολη. Γι’ αυτήν την αντίθεση του μέσα με το έξω μιλάμε τελικά σε όλες μας τις δουλειές. Τοποθετούμε στο κέντρο τον ηθοποιό και ξεκινάμε από το μηδέν. Στο τέλος κρίνουμε αν έχουμε προχωρήσει και σε ποιο βαθμό σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά. Υπάρχουν όμως κάποια δεδομένα που σεβόμαστε κάθε φορά».

  • Ποια είναι αυτά;

«Είμαστε αντίθετοι σε κάθε σπατάλη. Ακόμα κι αν είχαμε περισσότερα χρήματα, δεν θα τα ξοδεύαμε σε σκηνικά και κοστούμια. Το σώμα του ηθοποιού είναι στο κέντρο. Οι συνεργάτες μας είναι μόνιμοι σε κάθε δουλειά. Επίσης θέλουμε και προσπαθούμε να ταξιδεύουμε πάρα πολύ. Μας φιλοξενούν φίλοι μας για πρόβες και δίνουμε παραστάσεις. Ευτυχώς έχουμε κόσμο που μας υποστηρίζει παντού».

  • Η δυσοίωνη οικονομική συγκυρία πόσο σας… φοβίζει;

«Παρ’ όλο που το δικό μας επάγγελμα είναι από τα πρώτα που θίγεται, το βλέπω θετικά όλο αυτό. Φτάνει πάντα κάποια στιγμή που απλά δεν πάει άλλο. Η κρίση κάπου θα μας οδηγήσει, αλλά έχει μεγάλη σημασία η αλλαγή, οτιδήποτε ανατρέπει για λίγο όσα θεωρούμε δεδομένα. Αυτό μου αρέσει όσο κι αν με φοβίζει».

  • Θα μπορούσε και το θεατρικό τοπίο να ευνοηθεί από αυτή την αλλαγή;

«Ελπίζω να οδηγήσει σε μια ανατροπή της άρχουσας τάξης των πραγμάτων. Εχοντας ζήσει έξω, βρίσκω πανάκριβο το εισιτήριο των 20 και 25 ευρώ στην Αθήνα. Ξέρω βέβαια από πού ξεκινάει. Θα μπορούσε το θέατρο να γίνει λίγο πιο ευέλικτο, όπως η μουσική. Να γίνει λιγότερο ελίτ και με λιγότερη σοβαροφάνεια».

**Παίζουν οι: Ariane Labed, Ευθύμης Θέου, Naima Carbajal, Πέτρος Σταθακόπουλος. Σκηνικός χώρος: Εύα Μανιαδάκη, κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος. *

Η Υρώ Μανέ και η Καίτη Κωνσταντίνου είναι ένα «Αταίριαστο ζευγάρι».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΠΑΥΛΙΝΑ ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΥ

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Αν ισχύει αυτό που λένε, ότι δηλαδή «η ζωή αντιγράφει την τέχνη», σίγουρα η Υρώ Μανέ και η Καίτη Κωνσταντίνου αποτελούν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Φίλες από τα χρόνια που σπούδαζαν στο «Θέατρο Τέχνης» και με κοινούς σκηνικούς και θεατρικούς κώδικες, βρέθηκαν να υποδύονται ένα πραγματικά «Αταίριαστο ζευγάρι».

Θα μας πείτε δυο λόγια γι’ αυτό το «Αταίριαστο ζευγάρι», που αποτελεί μια από τις πιο δημοφιλείς και πολυπαιγμένες κωμωδίες του Νιλ Σάιμον ;

Υρώ Μανέ: Εγώ υποδύομαι τη Φλώρα, η οποία μόλις έχει χωρίσει έπειτα από πολλά χρόνια γάμου κι επισκέπτεται την κολλητή της, την Αλέκα, την οποία υποδύεται η Καίτη. Η ηρωίδα μου έχει μανία με την καθαριότητα και προσπαθεί να βάλει μια τάξη και στη ζωή της φίλης της.

Καίτη Κωνσταντίνου: Η Αλέκα είναι πιο χύμα και πιο κουλ από τη Φλώρα. Δεν έχει καμιά υστερία, όμως κουβαλά μια τεράστια μοναξιά, όπως και η κολλητή της. Είναι ακόμη «κολλημένη» με τον άνδρα της και του στέλνει ακόμη χρήματα. Είναι δυο γυναίκες εντελώς διαφορετικές.

Είναι ένας ύμνος στη γυναικεία φιλία;

Υ.Μ.: Στη φιλία γενικά και όχι μόνο στη γυναικεία φιλία. Το έργο αυτό έχει παιχτεί μοναδικά στον κινηματογράφο από τον Ουόλτερ Ματάου και τον Τζακ Λέμον. Κατά καιρούς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό το έργο έχει ανεβεί στη θεατρική σκηνή από πολύ γνωστούς ηθοποιούς.

Κ.Κ.: Είναι ένας ύμνος στη φιλία, τη μοναξιά αλλά και τη διαφορετικότητα.

Στο έργο «τριγυρίζει» η μοναξιά;

Υ.Μ.: Πρόκειται για μια παράσταση-σχόλιο πάνω στη μοναξιά. Οι άνθρωποι τελικά το μόνο που προσπαθούν να κατακτήσουν σε αυτήν τη ζωή είναι η επικοινωνία τους με τους άλλους ανθρώπους. Οταν αυτό χάνεται, αναγκάζονται να ψάξουν για να βρουν ανθρώπους που θα λειτουργήσουν ως στηρίγματα. Φυσικά, όλο αυτό είναι ιδωμένο με πολύ χιούμορ.

Κ.Κ.: Σήμερα είναι πιο έντονο το συναίσθημα της μοναξιάς αλλά μάλλον δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Η εξέλιξη της τεχνολογίας σίγουρα έχει συμβάλει. Δεν υπάρχει πια το φλερτ που υπήρχε παλιότερα.

Η συνεργασία με το δίδυμο Ρήγα-Αποστόλου πώς ήταν;

Υ.Μ.: Καταρχήν, πέρα από την απόδοση – διασκευή που έκανε το δίδυμο, ο Αλέξανδρος σκηνοθέτησε επίσης την παράσταση. Είναι ένα παιδί που έχει πάθος με ό,τι κάνει και αυτό μπορεί να το μεταφέρει και στους ηθοποιούς του. Είναι χαρισματικός στο να εκμαιεύει πράγματα από τους ηθοποιούς του και να τους εμπιστεύεται απόλυτα.

Κ.Κ.: Ηταν η πρώτη φορά που συνεργαστήκαμε στο θέατρο. Εκαναν μια πολύ ωραία διασκευή. Ο δε Αλέξανδρος ως σκηνοθέτης ήξερε ακριβώς τι ήθελε. Πέρασα πολύ καλά μαζί τους.

Πώς είναι η μεταξύ σας συνεργασία;

Υ.Μ.: Κρατάει χρόνια η κολόνια αυτή… Με την Καίτη είμαστε φίλες πολλά χρόνια, ήμασταν συμφοιτήτριες στο Θέατρο Τέχνης. Εχουμε κάνει επιτυχία μαζί στο «Αποθήκη», έχουμε παίξει μαζί στα «Εγκλήματα»… Εχουμε επικοινωνία στο σανίδι. Είμαστε αρκετά διαφορετικές αλλά ταιριάζουμε. Δε θα με ενδιέφερε να συμμετάσχω στην παράσταση αυτή χωρίς την Καίτη.

Κ.Κ.: Είμαστε μαζί από τη σχολή. Ηταν πολύ σημαντικό που ξαναβρεθήκαμε στη σκηνή μετά από αρκετά χρόνια. Πάνω στη σκηνή υπάρχει μια συνωμοσία. Το να έχεις ανθρώπους στη σκηνή με τους οποίους μπορείς να συνωμοτήσεις είναι πολύ σημαντικό.

Αν γυρίζατε πίσω στα χρόνια του Θεάτρου Τέχνης, θα αλλάζατε κάτι σε όλα αυτά που έχετε κάνει μέχρι σήμερα;

Υ.Μ.: Κανείς δεν μπορεί να πει ότι τα πράγματα του ήρθαν έτσι ακριβώς όπως τα ήθελε. Κάποιες φορές τα πράγματα σε ξεπερνούν προς το καλύτερο κι άλλοτε προς το χειρότερο. Μπορώ να πω ότι είμαι πραγματικά ευχαριστημένη με την πορεία μου, χωρίς όμως να έχω πάψει να ονειρεύομαι και να θέλω κι άλλα.

Κ.Κ.: Νομίζω ότι δεν μπορώ να μετανιώσω για τίποτα. Ούτε για τα «όχι» μου ούτε για τα «ναι» μου. Κανένας δε θα έκανε αλλιώτικα τα πράγματα, αν γύριζε πίσω το χρόνο. Πάλι τα ίδια θα έκανα. Πάντως, νομίζω πως οι επιλογές μου δεν ήταν τυχαίες.

Το «Αταίριαστο Ζευγάρι» του Νιλ Σάιμον κάνει πρεμιέρα στις 4 Μαΐου στο θέατρο «Εγνατία». Απόδοση – Διασκευή: Αλέξανδρος Ρήγας – Δημήτρης Αποστόλου, σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ρήγας. Παίζουν επίσης: Σάρα Γανωτή, Γιώργος Κορμανός, Λευτέρης Λαμπράκης, Γαλήνη Τσεβά, Πένυ Σταθάκη, Κατερίνα Νικολοπούλου. Πληροφορίες στο τηλ. 2310/428.007

  • Ο συγγραφέας του μυθικού πλέον «Πεθαίνω σα χώρα» αποθεώνεται στη Γαλλία την ίδια στιγμή που το έργο του αποσιωπάται στην Ελλάδα. Η περίπτωσή του επιβεβαιώνει το «ουδείς προφήτης στον τόπο του»

  • Ερχεται για έκτη φορά στην Αθήνα, αλλά τώρα ως ηθοποιός σε έναν κλασικό μονόλογο του Μπέκετ. Ο αμερικανός αναγεννησιακός καλλιτέχνης μιλάει για το φως, την πρωτοπορία, την κοινωνική λειτουργία της τέχνης και για το πώς μπορείς να είσαι πολιτικός μέσα από τη δουλειά σου
  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Το ραντεβού μας για τη συνέντευξη κλείστηκε στο Μιλάνο: Ο Ρόμπερτ Γουίλσον, δηλαδή, βρισκόταν στην ιταλική πόλη κι εγώ στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, στην Αθήνα. Ανάμεσα σε συναντήσεις και επαφές, μίλησε στο «Βήμα» με αφορμή τον μονόλογο του Σάμιουελ Μπέκετ «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» που τον ξαναφέρνει στα μέρη μας, σκηνοθέτη και ερμηνευτή.

Αμεσος και σαφής, δεν δίστασε να καλέσει ξανά όταν ξαφνικά κόπηκε η γραμμή επικοινωνίας μας, ενώ δεν έκρυψε τη χαρά και την οικειότητα που νιώθει κάθε φορά που βρίσκεται στην Αθήνα. Δεν έχουν περάσει παρά τέσσερις μήνες όταν ήταν και πάλι εδώ, σκηνοθετώντας με το Μπερλίνερ Ανσάμπλ την «Οπερα της Πεντάρας», σε μια παράσταση που ενθουσίασε το ελληνικό κοινό. Τότε ήταν άλλωστε που μας εκμυστηρεύθηκε, για πρώτη φορά, τα σχέδιά του για τον Μπέκετ…

Ο 69χρονος σήμερα αμερικανός σκηνοθέτης, που γεννήθηκε στο Τέξας, έχει διαγράψει μια ξεχωριστή διεθνή καριέρα. Λάτρης του φωτός, έχει μετατρέψει τον φωτισμό σε έναν από τους πρωταγωνιστές κάθε παράστασής του. Συγγραφέας, ηθοποιός, χορογράφος, ζωγράφος, γλύπτης, περφόρμερ, δημιουργός βίντεο εγκαταστάσεων και σχεδιαστής ήχου και φωτός, ο Ρόμπερτ- Μπομπ- Γουίλσον μιλάει για τη μοναδικότητα του Μπέκετ, την ερμηνεία και τη σκηνοθεσία, το κλασικό και το πειραματικό στο θέατρο και στην τέχνη, γενικότερα, ξεδιπλώνοντας παράλληλα και τα μελλοντικά του σχέδια.

– Κύριε Γουίλσον γιατί το φως,ο φω τισμός,είναι καθοριστικός στο θέατρο που κάνετε;

«Πιστεύω ότι το φως είναι το στοιχείο εκείνο που μας βοηθά να ακούμε και να βλέπουμε καλύτερα. Χωρίς το φως δεν υπάρχει ο χώρος. Πάντα ξεκινώ από το φως: αυτό είναι που δημιουργεί και τα σχήματα στον χώρο».

– Σπάνια εμφανίζεστε ως ηθοποιός. Είχατε ερμηνεύσει Αμλετ και τώρα επιστρέφετε με Μπέκετ.Γιατί το κάνετε;

«Ο λόγος που συμμετέχω σε μια παράσταση είναι για να μπορώ να νιώσω την εμπειρία να ανήκω σε μια από τις παραγωγές μου. Δεν το κάνω συχνά, αλλά μου αρέσει και απολαμβάνω να το κάνω πού και πού, με την ελπίδα να γίνομαι καλύτερος σκηνοθέτης».

– Και γιατί διαλέξατε την «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ»;

«Επειδή αγαπώ τη δουλειά τουΜπέ κετ και μου αρέσει ιδιαίτερα αυτό το έργο».

– Εχετε γνωρίσει τον Μπέκετ, τον έχετε συναντήσει. Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας;

«Τον πρωτοσυνάντησα όταν ήρθε να παρακολουθήσει μια δική μου παραγωγή και συγκεκριμένα την παράσταση “Γράμμα για τη βασίλισσα Βικτώρια”, στο Παρίσι, στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Θυμάμαι ότι ήρθε στα παρασκήνια για να μου πει πόσο πολύ του άρεσε το κείμενο. Ηταν ένα κείμενο που είχα γράψει μαζί με τον Κρίστοφερ Νόουλς, ένα δεκατετράχρονο αυτιστικό αγόρι. Επί της ουσίας το έργο περιελάμβανε ασυναρτησίες και ποιήματα. Λίγα χρόνια αργότερα, τον είδα μετά από μια παράσταση του έργου του “Ευτυχισμένες Μέρες” με τη Μαντλέν Ρενό. Μου είπε ότι τη θεωρεί την τέλεια ερμηνεύτρια της δουλειάς του γιατί η ίδια δεν καταλάβαινε αυτά που έλεγε και ήταν συγκεντρωμένη στη στιγμή, στον χρόνο. Και πρόσθεσε, θυμάμαι, ότι του άρεσε πολύ το γεγονός ότι δεν σκεφτόταν ιδιαίτερα το κείμενο αλλά έδινε πρωτίστως χώρο στο νόημα των λέξεων».

– Ο Μπέκετ ανήκει στο είδος των συγγραφέων εκείνων που είναι εξαιρετικά αυστηροί με τα έργα τους και με τη δομή τους. Πιστεύετε ότι ο σκηνοθέ της ή ο ηθοποιός μπορεί να εκφρασθεί ελεύθερα μέσα από αυτή τη συνθήκη;

«Η αυστηρή δομή, πράγματι, προσφέρει πάντα ελευθερία. Οσο πιο μηχανικά λειτουργούμε τόσο πιο απελευθερωμένοι νιώθουμε. Την πρώτη φορά που οδηγείς ένα ποδήλατο νιώθεις άβολα και αντιμετωπίζεις πολλές δυσκολίες. Με τον χρόνο όμως γίνεται όλο και πιο εύκολο. Το ίδιο ισχύει και με τη γραφομηχανή ή το πληκτρολόγιο. Η μητέρα μου μου έλεγε ότι της άρεσε να γράφει στη γραφομηχανή γιατί αυτό της έδινε χρόνο να σκεφθεί».

– Υπάρχουν κοινά στοιχεία ανάμεσα σε σας και στον Μπέκετ;

«Η δουλειά του Μπέκετ βασίζεται στο παιχνίδι με τη σιωπή και το χιούμορ. Η “Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ” θα ήταν πολύ βαρετή αν κάποιος έπαιζε τον τίτλο και μόνον. Εκτιμούσε τους ηθοποιούς του βοντβίλ, αγαπούσε τον Μπάστερ Κίτον και τον Τσάρλι Τσάπλιν. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με εμένα. Μου αρέσει το μέικ-απ τους, μου αρέσει το γεγονός ότι όλες οι κινήσεις τους είναι χορευτικές. Εκτιμώ το γεγονός ότι παίζουν απλά, ούτε ρεαλιστικά ούτε ψυχολογικά. Αν θέλεις να ανεβάσεις έργο του Μπέκετ, πρέπει να έχεις οπλιστεί με μια δυνατή εσωτερική διάθεση να ακούς και να βλέπεις, να παρατηρείς. Αν δεν διαθέτεις βαθύ εσωτερικό αίσθημα, η δουλειά του Μπέκετ θα αποτύχει. Η εξωτερική, η επιφανειακή απόδοση σημαίνει προδοσία για το έργο του και την ουσία της δουλειάς του».

– Στην εποχή μας το πειραματικό θέατρο υπάρχει;

«Το πειραματικό θέατρο δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Είναι αδύνατον. Ο άνθρωπος θα ανακαλύπτει διαρκώς και εκ νέου τους κλασικούς. Ο Σωκράτης έλεγε ότι το μωρό γεννιέται γνωρίζοντας τα πάντα. Πρόκειται για την αποκάλυψη της γνώσης. Οι κλασικοί είναι αυτοί που διαπερνούν τον χρόνο».

– Μπορεί η τέχνη να είναι μια λύση για έναν καλύτερο κόσμο;

«Οχι, δεν το πιστεύω αυτό. Η τέχνη δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο. Ωστόσο η τέχνη μπορεί να φέρει κοντά τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως πολιτικών, οικονομικών και θρησκευτικών διαφορών. Μπορεί να τους φέρει πιο κοντά, ανεξαρτήτως της αφετηρίας τους. Η τέχνη αποτελεί ένα από τα μοναδικά στοιχεία στη ζωή που επιβιώνει μέσα από πολιτισμούς και κουλτούρες. Οι καλλιτέχνες είναι τα ημερολόγια της εποχής μας»…

– Κύριε Γουίλσον, είναι νομίζω η έκτη φορά που έρχεστε με δουλειά σας στην Ελλάδα. Ποιο είναι το ενδιαφέρον σας για τη χώρα μας;

«Μου αρέσει η χώρα σας. Αγαπώ την Ελλάδα, απολαμβάνω τα τοπία της. Αγαπώ τους ανθρώπους της, το κοινό, τους θεατές».

– Σας θεωρούν πολιτικό καλλιτέχνη. Το δέχεστε;

«Ναι, αλλά πάντα μέσα από τη δουλειά μου. Μετά την Αθήνα θα πάω στο Γκντανσκ, στην Πολωνία, όπου έχω αναλάβει την εκδήλωση για την 30ή επέτειο της Αλληλεγγύης».

– Και ο καλλιτέχνης Γουίλσον τι ετοιμάζει;

«Δουλεύω σε μια ηχητική εγκατάσταση στο Τερτσέλινγκ, ένα νησί στη βόρεια ακτή της Ολλανδίας, που συνδυάζει ήχους της φύσης και των πουλιών και καλλιτεχνικές δημιουργίες. Τέλος, στήνω μια καινούργια δουλειά με τον Τομ Γουέιτς και τον συγγραφέα Μάρτιν Μακ Ντόνα».

is list is my way of acknowledging these artists and expressing my gratitude for their work.

  • Ο ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Η πρώτη φορά που ήρθε για να παρουσιάσει δουλειά του ήταν το 1996, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δελφών με την «Περσεφόνη». Ακολούθησε η σκηνοθεσία του «Προμηθέα», το 2001, έπειτα από πρόσκληση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ένα θέαμα βασισμένο στο κείμενο του Αισχύλου και τη μουσική του Ιάννη Ξενάκη. Η τρίτη του καλλιτεχνική άφιξη στην Αθήνα έγινε στο Παλλάς, το 2007, με το «Rumi,in the blink of the eye», ένα θέαμα με αφετηρία τη μυστικιστική ποίηση των σούφι. Την ίδια χρονιά παρουσίασε το «Κουαρτέτο» του Χάινερ Μύλερ με την Ιζαμπέλ Υπέρ στο Φεστιβάλ Αθηνών, ενώ τον περασμένο Ιανουάριο, μαζί με το Μπερλίνερ Ανσάμπλ, χάρισε στο αθηναϊκό κοινό μια εξαιρετική «Οπερα της Πεντάρας»- στο Παλλάς.

Τώρα ο Μπομπ Γουίλσον έρχεται για την «Τελευταία Μαγνητοταινία του Κραπ». Ο μονόλογος γράφτηκε από τον Μπέκετ στην αγγλική γλώσσα το 1958 και έκανε πρεμιέρα στις 28 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς στο Royal Court Τheatre του Λονδίνου. Το μονόπρακτο-μονόλογος παιζόταν πριν από την κυρίως παράσταση, που δεν ήταν άλλη από το «Τέλος του παιχνιδιού». Με ουκ ολίγα ανεβάσματα σε όλο τον κόσμο,ο Κραπ γράφτηκε για τον βορειοϊρλανδό ηθοποιό Πάτρι Μαγκί με πρώτο τίτλο «Ο μονόλογος του Μαγκί» και εμπνευσμένος από την εμπειρία του Μπέκετ να ακούει τον Μαγκί να του διαβάζει αποσπάσματα από έργα του στο ραδιόφωνο του ΒΒC. Ανάμεσα στις αθηναϊκές παραστάσεις της «Τελευταίας μαγνητοταινίας του Κραπ» από τις πιο πρόσφατες είναι αυτή του Απλού Θεάτρου με τον Δημήτρη Καταλειφό- ενταγμένη στο τρίπτυχο «Τρία Βήματα Πριν» (2003-2004) αλλά και εκείνη που παρακολουθήσαμε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Μπέκετ που οργάνωσε η Αννα Κοκκίνου στο θέατρο Σφενδόνη (2003) με τον Rick (Douglas) Cluche, από το San Quentin Drama Workshop, τη θεατρική ομάδα των φυλακών του Σαν Φρανσίσκο,ο οποίος και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Μπέκετ.

«Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» Σάββατο 8 και Κυριακή 9 Μαΐου, στο Θέατρο του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», στις 21.30 (με ελληνικούς υπέρτιτλους).

Πληροφορίες: Αττική Πολιτιστική Εταιρεία, 210 722 5469, www.tbb.gr, www.attikicultural.org.

Η προπώληση έχει αρχίσει. Τιμές: 30- 50- 75 – 85- 100 ευρώ.

Στάθης Λιβαθινός

Η δουλειά του στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου άφησε εποχή. Σήμερα είναι άστεγος αλλά όχι άνεργος και διεκδικεί ένα θέατρο που θα είναι κοινωνική ανάγκη και όχι χόμπι

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 18 Απριλίου 2010

«Η δουλειά της Πειραματικής είναι δουλειά κρατικού θεάτρου, όχι ιδιωτικού. Τα στοιχήματά της, το είδος της εγκυμοσύνης που περιείχε, και μάλιστα της προχωρημένης εγκυμοσύνης, όπως είχε πει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Ημελλος, είναι για κρατικό θέατρο. Η δουλειά είχε να κάνει με το θέατρο ρεπερτορίου και την ποιότητα των ηθοποιών, της στάσης τους απέναντι στο θέατρο αφενός και την εκπαιδευτική πλευρά αφετέρου, που τόσο λείπει».

– Φαντάζομαι όμως ότι θα έχετε πικρία για το Εθνικό…

«Φυσικά και έχω, είναι δυνατόν να μην έχω; Εδώ έχει το κοινό της, εγώ δεν θα έχω;».

– Μέσα σας δώσατε τις εξηγήσεις;

«Οχι, γιατί δεν πρόκειται για προσωπικό ψυχολογικό μου πρόβλημα. Εχω την εντύπωση ότι αν η Πειραματική Σκηνή ήταν λίγο πιο μέτρια θα υπήρχε ακόμη».

– Ωστόσο δεν ανταποκριθήκατε σε ένα ύστερο κάλεσμα του Γιάννη Χουβαρδά…

«Θεώρησα ότι δεν θα έπρεπε να είμαι εκεί γιατί δεν συμφωνώ με την πορεία που έχει πάρει το Εθνικό Θέατρο. Τον ίδιο τον Γιάννη Χουβαρδά τον σέβομαι, τον εκτιμώ και τον συμπαθώ πάρα πολύ. Και του εύχομαι να πετύχει το καλύτερο. Ιδεολογικά και φιλοσοφικά όμως διαφωνώ».

– Ποια είναι τα σημεία όπου διαφωνείτε;

«Δεν συμφωνώ στην κατεύθυνση του ρεπερτορίου. Δεν συμφωνώ στην απόλυτη έλλειψη εκπαιδευτικής κατεύθυνσης. Δεν συμφωνώ στο ότι δεν υπάρχει σχολή σκηνοθεσίας. Δεν συμφωνώ στον τρόπο επιλογής των σκηνοθετών. Δεν συμφωνώ στον τρόπο επιλογής των συνεργατών. Δεν συμφωνώ στην ιδεολογία που γενικότερα εκπέμπει ένα τέτοιο κρατικό ίδρυμα. Μπορεί να είναι πάρα πολύ καλή για κάποιους άλλους, αλλά όχι για μένα. Επειδή το θέατρο είναι πράξεις και όχι λόγια, προτιμώ να μην κάνω κάτι όταν δεν το πιστεύω παρά να το κάνω επειδή θα έχω ανάγκη από δουλειά. Πρέπει να είμαστε συνεπείς με τον εαυτό μας…».

– Κύριε Λιβαθινέ, πιστεύετε ότι το Εθνικό δεν έχει πρόταση; Η μετάκληση ξένων σκηνοθετών είναι μια επιλογή;

«Η Ελλάδα γενικότερα ζει με δανεικά. Γι΄ αυτό και οι ερμηνείες μπορεί να είναι πολλές. Μπορεί να υπάρχει η διάθεση για πρόταση ή πρωτοτυπία… Αλλά ξέρετε κάτι; Οι μεγάλες πράξεις των ανθρώπων, η αλήθεια, καμιά φορά, βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Η στάση που κράτησε η Αμαλία Μουτούση μετά το τέλος της Πειραματικής και τα λόγια που είπε εμένα μου αρκούν. Είπε ότι υπήρξε μια γενικότερη σιωπή σ΄ αυτό το θέμα, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Οσο για τους ξένους σκηνοθέτες, δεν έχω κανένα θέμα. Ξέρετε, εμείς οι σκηνοθέτες δεν έχουμε πατρίδα. Το πρόβλημα είναι ότι το θέατρο από τη φύση του είναι εθνικό προϊόν. Εχει γλώσσα, σημαία και γη. Η εισαγωγή ενός σκηνοθέτη είναι πολύ μεγαλύτερο θέμα απ΄ όσο φαίνεται. Πάντα μπορεί να έρθει ένας σκηνοθέτης και να πασαλείψει μια παράσταση, όπως συνήθως γίνεται. Το να έρθει όμως ένας φωτισμένος άνθρωπος από έξω και να διδάξει τον τρόπο της δουλειάς του, αυτό είναι που θεωρώ αναγκαίο. Αλλά απογοητεύομαι όταν ξέρω ότι ήρθαν εδώ επτά σκηνοθέτες και ούτε ένας Ελληνας δεν θα πάει στη δική τους πατρίδα».

– Οι ηθοποιοί όμως κερδίζουν μέσα από αυτή την επαφή…

«Από πότε το κέρδος των ηθοποιών είναι και κέρδος του θεάτρου; Ξέρω ότι μπορεί να ακούγεται δυσάρεστο αυτό. Εχω δουλέψει στην Αμερική με αμερικανούς ηθοποιούς και κέρδισα πολλά. Αρα; Δεν έχουμε παρά να δουλέψουμε εμείς οι σκηνοθέτες με ξένους ηθοποιούς, να έρθουν ξένοι κριτικοί, ξένοι φωτογράφοι, όπως θα μπορούσαμε να εισάγουμε και ξένους. Αναρωτιέμαι αν οι ξένοι σκηνοθέτες φεύγοντας από την Ελλάδα παίρνουν μαζί τους και κάτι άλλο εκτός από την επιταγή τους…».

– Θα πηγαίνατε στο εξωτερικό;

«Αύριο…».
– Εχετε ένα όραμα για το θέατρο; Πώς θα το υλοποιήσετε;

«Θα μπορούσε να γίνει και ιδιωτικά, αλλά πιστεύω ότι είναι κατ΄ αρχήν κρατική υπόθεση. Δεν είμαι μόνος μου… Δεν έχω μιλήσει ποτέ με υπουργό Πολιτισμού και δεν γνωρίζω κανέναν υπουργό Πολιτισμού που να έχει ανοίξει έναν διάλογο για το θέατρο ως σήμερα. Εχω μιλήσει με ιδιώτες και μπορεί κάτι να γίνει… Το θέμα είναι να αναλάβει ρόλο το κράτος. Σίγουρα η παρακαταθήκη σημαντικών ανθρώπων όπως ο Νίκος Κούρκουλος έχει μεγάλη σημασία».

– Η πολιτεία έχει ποτέ θελήσει να ασχοληθεί σοβαρά με το θέατρο; Το βλέπουμε με τις επιχορηγήσεις…

«Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να κρίνει κανείς μια μαμά από το χαρτζιλίκι που δίνει στο παιδί της. Οι επιχορηγήσεις είναι το χαρτζιλίκι. Τώρα δεν έχει και δεν δίνει και καλά κάνει που δεν δίνει… Τώρα που κανείς δεν έχει, το θέατρο πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνο του, όπως και η τέχνη, και να αναζητήσει λύσεις. Ζούμε μια δύσκολη στιγμή. Φάγαμε τα λεφτά των δύο επόμενων γενεών. Η πολιτεία πρέπει να ασχοληθεί με το θέατρο με τον ίδιο τρόπο που μεγαλώνεις ένα παιδί: Να το προστατεύσει, να το περιχαρακώσει, να το αναδείξει και να το εκπαιδεύσει».

– Μα ενδιαφέρεται η πολιτεία για το θέατρο,την τέχνη;
«Νομίζω πως ναι: Αναλαμβάνοντας τις κηδείες μας δημοσία δαπάνη. Για να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι δεν ξέρει ακόμη πόση ανάγκη το έχει. Οταν το καταλάβει, θα ασχοληθεί. Για την ώρα το θέατρο στην Ελλάδα είναι κάτι σαν τα γαλλικά και το πιάνο στις καλές οικογένειες. Θέαμα και όχι κοινωνική ανάγκη, παραμένει χόμπι. Στην πραγματικότητα κρύβεται μια εικόνα μετριότητας και καταστροφής».

– Η ίδια εικόνα μετριότητας αφορά συνολικά τη ζωή μας;

«Ναι. Ζούμε μια πιο ενδιαφέρουσα και πιο επικίνδυνη περίοδο. Γιατί οι μέτριοι έχουν γίνει καλύτεροι και αυτό έχει κάνει πιο επικίνδυνη την παρουσία τους. Στην Ελλάδα κανείς δεν θέλει να επενδύσει στην τέχνη γι΄ αυτά που θα συμβούν χωρίς εμάς. Ακριβώς το ίδιο πράγμα πρέπει να συμβεί και στην οικονομία και στην παραγωγή. Ας μείνουμε για λίγο σιωπηλοί, και κάτι καλό θα γίνει αύριο. Εχουμε τόσους ταλαντούχους ανθρώπους! Και τι τους κάνουμε; Τους στέλνουμε στο κρεματόριο ή στο εξωτερικό. Ξέρετε πόσα ελληνικά επώνυμα διδάσκουν σε μεγάλα πανεπιστήμια της Αμερικής;».