• art31_08ready-280x130Η Μαρία Ναυπλιώτου μεταμορφώνεται σε μελαχρινή Μελίνα και εμπνέεται από το πάθος της

Πάντα θαύμαζε το ολοκληρωτικό δόσιμο της μεγάλης πρωταγωνίστριας στην τέχνη, την πολιτική, την Ελλάδα. Τώρα έχει την ευκαιρία να αναδείξει την προσωπικότητά της μέσα από τα λόγια της στην παράσταση «Μελίνα: Οπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα…» που παρουσιάζεται στις 7 και 8 Σεπτεμβρίου στο Ηρώδειο. Ο ποιητής Στρατής Πασχάλης έχει συνθέσει ένα πρωτότυπο μονόπρακτο που η Σοφία Σπυράτου το μετέτρεψε σε μοντέρνο χορικό

  • Της Εφης Μαρίνου, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ,  01/09/13

«Κανείς ποτέ δεν υποπτεύτηκε για μένα ότι στο βάθος ποτέ μου δεν υπήρξα ανέμελη. Σαν στρατιώτης πάνω στο ντουφέκι του, παραφυλάω για να προφυλάξω ό,τι αγαπώ. Λαχτάρισα για πολύ περισσότερα πράγματα απ’ αυτά που απόλαυσα…. Ολες μου τις χαρές τις έχω ξοφλήσει εκ των προτέρων». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

0032_MARIA_NAFPLIOTOY_762013-308x231

 

 

  • Η Μαρία Ναυπλιώτου μιλάει για την παράσταση – αφιέρωμα στη μεγάλη ηθοποιό όπου πρωταγωνιστεί, αλλά και για το «Καμπαρέ»
  • Tης Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, 1/9/2013

 

«Τι ώρα θα μιλήσουμε για να πάρω άδεια από την πρόβα;» ρώτησε στην τελευταία επικοινωνία πριν ορίσουμε το τηλεφωνικό μας ραντεβού. Χρόνια είχα να ακούσω κάτι ανάλογο και μάλιστα από μια ηθοποιό αναγνωρισμένη. Οταν τελικά μού μίλησε από τις Πρέσπες, η Μαρία Ναυπλιώτου ήταν βιαστική αλλά συνεπής σαν καλή επαγγελματίας, χωρίς καθυστερήσεις αλλά και περιττά σχόλια για πράγματα έξω από τη δουλειά της. Σαν κάτι από την πειθαρχία του μπαλέτου να διέτρεχε τα λόγια της. Ο χορός άλλωστε καθόρισε την εφηβεία της, πριν ανοίξει ο κύκλος του θεάτρου.

«Εχω πειθαρχία, υπομονή και το σύνδρομο της καλής μαθήτριας σε κάθε τι που κάνω» παραδέχεται. Και είναι κάτι ακόμα που τη διαφοροποιεί από τη Μελίνα Μερκούρη, που ήταν υποχρεωμένη να αλλάζει σχολεία «λόγω αναρχικότητας», όπως έλεγε αστειευόμενη η ίδια. Ομως η Ναυπλιώτου δεν δίστασε να πρωταγωνιστήσει στο αφιέρωμα στη μεγάλη ηθοποιό, που πρωτοπαρουσιάστηκε στις Πρέσπες και θα δούμε στις 7 και 8 Σεπτεμβρίου στο Ηρώδειο με τίτλο «Μελίνα: όπου κι αν ταξιδέψω, η Ελλάδα…». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

  • Simos_Kakalas_1Ο Σίμος Κακάλας κλείνει το Φεστιβάλ Επιδαύρου με ένα πρωτόγνωρο εγχείρημα: Πώς ένα ποίημα γίνεται παράσταση


«Οι λέξεις είναι αισθητική απόλαυση, επανάσταση» λέει ο νεαρός καινοτόμος σκηνοθέτης και δεν θεατροποιεί το «Σύσσημον» του Ν. Παναγιωτόπουλου, που θα ακουστεί γυμνό μέσα σ” ένα μεγάλο δρώμενο στο αρχαίο θέατρο. Και να σκεφτεί κανείς ότι ξεκίνησε με μεγάλη πίστη στην τεχνολογία, για να μπουκώσει με την ακατάσχετη φλυαρία της κοινωνικής δικτύωσης και την αυθεντία του Ιντερνετ

  • Της Εφης Μαρίνου, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 30/08/13

Με έναν ξεχωριστό τρόπο κλείνει το Φεστιβάλ Επιδαύρου. Η Ομάδα Χώρος του Σίμου Κακάλα παρουσιάζει αύριο, Σάββατο, την παράσταση «Ασκηση Επίδαυρος Σύσσημον», βασισμένη στο εξαιρετικό ποιητικό κείμενο του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Σύσσημον ή τα Κεφάλαια». «Ενα κείμενο ιδιόρρυθμον σαν μοναστήρι» χαρακτηρίζει το έργο του –προϊόν δουλειάς εικοσαετίας– ο ποιητής, «ένα τοπίο με όλες τις γεωλογικές διαστρωματώσεις του ελληνικού» το περιγράφει ο σκηνοθέτης.

Kakalas-Simos-280x250Ο Σίμος Κακάλας μιλάει για το πρωτόγνωρο εγχείρημα της Επιδαύρου, τη σχέση του με το θέατρο, τη γλώσσα, την ελληνικότητα, τον καινούργιο κόσμο που φέρνει η δύναμη της τεχνολογίας.

Ενα ποίημα στην ορχήστρα της Επιδαύρου. Ακούγεται παρακινδυνευμένο…

«Αλλά δεν είναι κάπως να βλέπουμε συνεχώς αυτά τα δέκα έργα; Προσωπικά δεν θέλω άλλο Αριστοφάνη. Και δεν με φοβίζει η Επίδαυρος. Αλλωστε, αυτός είναι ο στόχος: ο χώρος. Το “Σύσσημον” είναι ερμητικό κείμενο, δύσκολο, δεν χαρίζεται. Αλλά σου χαρίζει απλόχερα αν το αναγνώσεις. Το διάβασα μονορούφι. Υστερα, το άνοιγα και το έκλεινα σε τυχαίες σελίδες. Αρχισα να αναρωτιέμαι σχετικά με τον λόγο της σημερινής τραγωδίας. Το αρχαίο δράμα, πώς μετεξελίχτηκε από την αρχική του μορφή, πόσο άλλαξαν ο ρυθμός, το μέτρο του κειμένου; Το “Σύσσημον” με βοήθησε να ξανακερδίσω την πίστη μου στην ποίηση. Φυσικά έχουν προηγηθεί μεγάλοι ποιητές, όπως Σεφέρης, Βάρναλης, Παλαμάς, Κάλβος, Σολωμός. Ο καθένας έχει βάλει από λιθαράκι έως αγκωνάρι στο οικοδόμημα της ελληνικής γλώσσας».

• Πιστεύετε ότι ο θεατής της παράστασης χρειάζεται «γλωσσάρι»;

«Μισούσα πάντα τη λογική της ανάλυσης του ποιήματος, από το σχολείο ακόμα. Γιατί πρέπει να μάθω την πρόθεση του ποιητή; Και ξάφνου εκλογικεύονταν όλα. Κάτι υπερβατικό από τη φύση του γειωνόταν, δήθεν για να το καταλάβεις. Τι θα καταλάβει ο κόσμος από το “Σύσσημον”; Σας διαβεβαιώ, τίποτα! Ελάτε να ακούσετε. Οι λέξεις είναι και αισθητική απόλαυση. Είναι επανάσταση, θυμός, υπέρβαση, παρηγοριά, έκπληξη μοναδική. Για μένα δύο γλώσσες υπάρχουν: της επιστήμης που αφορά στην ανάλυση του αισθητού κόσμου και της ποίησης που είναι η αναδημιουργία του κόσμου, μέσω της σύνθεσης».

• Αλλά πώς ένα ποίημα γίνεται παράσταση;

«Από τον “Απόκοπο” ήδη, είχα καταλάβει ότι στην ποίηση χρειάζεται ένας είδος ισορροπίας. Δεν συμφωνώ με τη θεατροποίηση. Εδώ τα σημαίνοντα δεν είναι ρόλοι, πλοκή, συγκρούσεις, φινάλε. Από την άλλη πρέπει ο θεατής να επικοινωνήσει με το κείμενο. Το ποίημα θα ακουστεί γυμνό μέσα σ” ένα μεγάλο δρώμενο, μια τελετή. Χωρίς θεατρική συνθήκη, ίσως με μια προθεατρική».

• Μάσκες ξανά;

«Κάθε φορά λέω να τις βάλω λίγο στην άκρη, αλλά δεν με αφήνουν τα κείμενα. Τώρα δεν πρόκειται για μάσκα-χαρακτήρα, αλλά τοτεμική. Δεν υπάρχει σκηνικό, αλλά σκηνικά αντικείμενα. Δεν υπάρχει ωραιότερο σκηνικό στην Επίδαυρο απ” αυτό που είχε κάνει η Χλόη Ομπολένσκι στην “Αντιγόνη”. Να τι μας λείπει σήμερα».

• Πώς βρεθήκατε χωρίς… κινητό στις μέρες μας;

«Μου το έκοψαν. Δεν είναι κι άσχημα… Και να σκεφτείς ότι ξεκίνησα με μεγάλη πίστη στην τεχνολογία, από 13 χρόνων. Ημουν από τους πρώτους που είχαν υπολογιστή. Μαζευόταν σπίτι όλη η γειτονιά. Πίστευα τότε στο μέλλον της ρομποτικής. Οτι η τεχνολογία μπορεί να είναι η λύση στην παγκόσμια πείνα…»

• Σήμερα;

«Τρέχω κουρασμένος και πανικόβλητος μακριά της. Δεν αντέχω άλλη πληροφόρηση. Μπούκωσα κοινωνική δικτύωση, ακατάσχετη φλυαρία. Μέσα σε πέντε χρόνια η ρομαντική εποχή του Ιντερνετ εξέπνευσε. Αντικαθιστά την τηλεόραση, αλλά σε χειρότερη μορφή γιατί έχεις την αυταπάτη της επιλογής, του ελέγχου. Το διαδίκτυο ξαφνικά αφορά τους πάντες, κάθε ηλικίας, κουλτούρας, γλώσσας. Ψάχνουν τα πάντα με τρόπο βιαστικό, αδηφάγο. Ο,τι γουστάρει η ψυχή του καθενός το βρίσκει. Το Ιντερνετ φωτογραφίζει ξεκάθαρα το ανθρώπινο είδος. Η μάσκα να βρίζεις, να επαναστατείς, να είσαι απόλυτος. Η καταδίκη, η επίφαση της γνώμης. Ολοι έχουν αποκτήσει φωνή. Κάνουν κριτική, ρεπορτάζ, εξομολογήσεις. Γίνονται φωτογράφοι και δημοσιογράφοι. Δεν αντέχω το γεγονός ότι πέθανε η κριτική, η δημοσιογραφία, το έντυπο».

• Πώς θα διαχειριστούν το θέμα οι επόμενες γενιές;

«Φαίνεται ήδη. Δεν είναι τυχαίο που το σύστημα, μετά την αρχική περιφρόνηση, αγκάλιασε το Ιντερνετ. Σκέφτηκαν: εδώ υπάρχει ψωμί. Η εποχή πλημμυρίζει από κόπιες ειδών, ιδεών. Το πρωτότυπο απαιτεί ψάξιμο. Το καινούργιο δεν είναι μίμηση, αλλά δημιουργία. Το Ιντερνετ παρέχει πληροφόρηση, όχι γνώση. Αν θέλεις να μπεις στη βιβλιοθήκη ενός πανεπιστημίου, πρέπει να πληρώσεις. Τότε καταλαβαίνεις ότι η πραγματική γνώση δεν είναι τζάμπα. Τα υπόλοιπα διακινούνται αφειδώς: από το ποιες παραστάσεις καταναλώσαμε –σαν σοκολατάκια σε βιτρίνα είναι και η τέχνη– έως τι έκανε στην Πάρο η Μενεγάκη».

• Εσείς πώς κινείστε σ’ αυτό το τοπίο;

«Με πανικό. Θέλω να κλείσω μάτια και αυτιά. Το θέατρο προσπαθεί να βρει βήμα τα τελευταία χρόνια, αλλά η πλάστιγγα δεν γέρνει υπέρ του. Το γεγονός ότι μια μερίδα πολιτών ασχολείται, δεν σημαίνει ότι αποτελεί κομμάτι της κοινωνίας. Η Ελλάδα έχει άμεση ανάγκη από έρευνα τριάντα χρόνων σε όλους τους τομείς. Δεν έχουμε ούτε βιομηχανία ούτε πληθυσμό ούτε χρήματα. Μόνο μυαλό, που κι αυτό όμως πρέπει να μοχθήσει. Χρειαζόμαστε σχολές, Ακαδημία, σοβαρές απόψεις. Εδώ πρέπει να χάνουμε χρόνο για να ανακαλύπτουμε τα ίδια πράγματα όπως την υποκριτική, το λόγο. Πηγαίνεις στη Ρωσία και ακούς συναδέλφους να γκρινιάζουν για το σύστημα Στανισλάφσκι. Και λες: εσύ τουλάχιστον έχεις κάτι να ανατρέψεις. Εμείς πώς να ανατρέψουμε το τίποτα;».

• Ούτε η κρίση αποθαρρύνει τα νέα παιδιά να γεμίζουν τις δραματικές σχολές.

«Γιατί κανείς δεν τους εξηγεί ότι θέατρο δεν είναι μαθαίνω δυο ατάκες και περιφέρομαι στη σκηνή. Οτι δεν έχει καμιά γκλαμουριά. Οτι αν θέλουν να γίνουν διάσημοι, πρέπει να πάνε στον Θέμο ή στον όποιο Θέμο. Αυτό που δίνει τον τόνο σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι η ευκολία. Ενας μονότονος μουσικός ήχος, δυο στίχοι τύπου “μπέιμπι, μπέιμπι” και το τραγούδι είναι έτοιμο. Ιδια μελωδία, ίδιο θέμα. Το τραγικό είναι ότι ο… δημιουργός αυτός, αισθάνεται τραγουδοποιός. Δεν δηλώνει διασκεδαστής, να του πούμε μπράβο. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, όλο αυτό το ψέμα νομιμοποιήθηκε, άλλωστε κοτζάμ υπουργός χαρακτήρισε τα σκυλάδικα “πολιτιστικά κέντρα”. Πώς μετά να μην κοροϊδεύουμε την όπερα, αλλά να λαχταράμε ταχύπλοα και τζιπ χάμερ, τα οποία κυκλοφορούν πού; Στα στενά των Πετραλώνων… Τι εξωτική εικόνα, θεέ μου!»…

• Σήμερα όλοι περιμένουμε το καινούργιο που… αργεί να έρθει. Στις τέχνες, στον τρόπο ζωής, στην οικονομία.

«Η μανία για το καινούργιο δεν αποτυπώνει την ανάγκη να ανακαλύψουμε τη νέα τάση που θα μας προχωρήσει. Θέλουμε απλώς να καταναλώσουμε γρήγορα και μετά να πάμε στο επόμενο. Να φάμε κι άλλα… μπέργκερ. Εχουμε παγιδευτεί στο ελεγχόμενο περιβάλλον του iPhone. Βλέπεις ανθρώπους συνεχώς να βρίσκονται στο “περιβάλλον” τους, “ασφαλείς”, να “γνωρίζουν”. Αποπνέουν τη βεβαιότητα: “Τώρα δεν με πειράζει κανείς. Τα υπόλοιπα δεν τα καταλαβαίνω, κι ούτε χρειάζεται”… Σκέψου τι θα γίνει όταν φτάσει και το καλύτερο της Google. Μια τόσο μικρή οθόνη που προσαρμόζεται στο μάτι σε κάποια απόσταση από τον κερατοειδή! Ο,τι βλέπαμε στις ταινίες με τον Τομ Κρουζ. Το επόμενο βήμα είναι η εμφύτευση».

• Τι κάνουμε τότε;

«Αποφασίζεις: απομόνωση ή παραμένεις στην κοινωνία. Οι μοναχοί πάνε στη σπηλιά. Ευτυχώς κάτι καλοί τύποι από το μοναστήρι τούς αφήνουν διακριτικά απέξω ένα πιάτο φαγητό. Ολες οι χώρες παλεύουν για να κερδίσουν κάτι. Εμείς για να τα αποτελειώσουμε όλα. Δεν δίνουν σημασία στην Ελλάδα, όχι επειδή είναι μικρή, αλλά γιατί δεν είμαστε σοβαροί. Κόπτονται για τα εκατό χρόνια αθηναϊκής δημοκρατίας, άντε και λίγο από Μέγα Αλέξανδρο, αγνοώντας ένα ολόκληρο κομμάτι της Ιστορίας. Το είδαμε και στην τελετή των Ολυμπιακών Αγώνων. Πού ήταν το Βυζάντιο, τα χίλια διακόσια χρόνια ανατολικής αυτοκρατορίας, χριστιανικού πολιτισμού; Αναπολούν το δωδεκάθεο, την αρχαία ελληνική σκέψη και φιλοσοφία. Λένε ότι οι χριστιανοί κατέστρεψαν αρχαίους ναούς. Μια προσέγγιση αποκομμένη επιστημονικά. Ολοι οι χριστιανοί, πρώην δούλοι, καταπιεσμένοι, ήταν φυσικό αναλαμβάνοντας την εξουσία να τα μπατάρουν όλα. Διέλυσαν, δυστυχώς, τον αρχαίο πολιτισμό. Ο Δίας αντιπροσώπευε τη θρησκεία της ελίτ, ο Χριστός τη θρησκεία του προλετάριου. Επρεπε να είχε κρατηθεί η Ακρόπολη βεβηλωμένη, με την οθωμανική οχύρωση, το εκκλησάκι της Παναγιάς, τα σπιτάκια γύρω-γύρω. Γιατί αυτή είναι η σύνθετη ιστορία της μέσα στα χρόνια, και όχι ο εξωραϊσμός και η καθαρότης».

• Πάντως, πέρα από την ατομική ευθύνη, το πολιτικό σύστημα έκανε ό,τι μπορούσε για να μας κρατήσει σε νιρβάνα.

«Φυσικά. Είπαν: “Αυτοί γουστάρουν γλεντοκόπια πάνω στα τραπέζια”. Μας άφησαν, λοιπόν, να πανηγυρίζουμε… Με απελπίζει που στα δύσκολα θέλουμε να σπάσουμε ο ένας το κεφάλι του άλλου. Οχι, δεν υπάρχει αλληλεγγύη. Οι δέκα που την είχαν παλαιότερα την δείχνουν και τώρα. Ο καθένας θέλει να εξαφανίσει τον διπλανό του. Στην Ελλάδα, ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε το κοροϊδεύουμε, το απορρίπτουμε. Δες πώς περιφρονούμε τη γλώσσα μας. Απεμπολήσαμε την ευθύνη να ξεστραβωθούμε λίγο».

• Δεν έχουμε ελπίδα ως λαός;

«Μόνο αν καταλάβουμε ποιοι είμαστε. Αλλά μας στερούν το εργαλείο της γνώσης. Αρεσκόμαστε σε γελοιότητες του τύπου: είμαστε απόγονοι του Περικλή, γεννήσαμε τη δημοκρατία κ.λπ. Και πότε τα λέμε αυτά; Την ίδια στιγμή που είμαστε ο ζητιάνος της Ευρώπης, ο καρπαζοεισπράκτορας, ο Τζεβελέκος του πλανήτη. Εγώ, λοιπόν, θέλω να διαχωρίζω τη θέση μου μέσα στην παγκόσμια κοινότητα. Γιατί εκεί ανήκουμε, παρ” όλες τις βλακείες μας. Εκτός κι αν ανακηρύξουμε τη χώρα άβατο, να μην πατά ξένος και να μη φεύγει κανείς. Να αράζουμε με τα φραπεδάκια στον ήλιο ακούγοντας λαϊκοπόπ, τα οποία “καταλαβαίνουμε”».

INFO: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου «Ασκηση Επίδαυρος Σύσσημον» από την Ομάδα Χώρος. Κείμενα: Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Νίκος Παναγιωτόπουλος. Σκηνοθεσία/επεξεργασία κειμένου: Σίμος Κακάλας. Κοστούμια Κέννυ ΜακΛέλαν. Μάσκες: Μάρθα Φωκά. Παίζουν: Ελενα Μαυρίδου, Δήμητρα Κούζα, Δήμητρα Λαρεντζάκη, Βασίλης Παπαγεωργίου, Βαγγέλης Κρανιώτης. Συμμετέχουν οι μουσικοί: Κωστής Κυριτσάκης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Χρήστος Μπάρμπας. Σάββατο 31 Αυγούστου.

D8A44C246F7B93645CE0408495F7606D«Είναι ωραίο να ζεις σε μια εποχή που αλλάζει ο αέρας» μας λέει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Νίκος Καραθάνος, που ετοιμάζεται να βρεθεί στην Επίδαυρο ερμηνεύοντας τον Οδυσσέα στον Κύκλωπα του Ευριπίδη, αλλά και να παρουσιάσει στις 17/8 τη μεγάλη επιτυχία της περσινής σεζόν, την Γκόλφω του Σπ. Περεσιάδη. Καλλιτέχνης σε διαρκή αναζήτηση, δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι σήμερα η τέχνη είναι μάλλον συντηρητική, «δεν παίρνει χαμπάρι τη ζωή» και τις δυσκολίες της…

Συνέντευξη στον Σπύρο Kακουριώτη,
Η ΑΥΓΗ, 28.07.2013

* Ο Κύκλωπας είναι ένα σατυρικό δράμα, είδος ελάχιστα γνωστό, που σπάνια παίζεται. Τι είναι λοιπόν αυτό το είδος; Πόσο συγγενεύει με την κωμωδία;

Κι εγώ είχα αυτήν την απορία… Μιλώντας μόνο με την εμπειρία του ηθοποιού, θα έλεγα ότι το σατυρικό δράμα είναι ένα μικρής διάρκειας αστείο πάνω σε ένα θέμα, ένα αστείο όπου όλα επιτρέπονται. Και η τραγωδία και η κωμωδία ενυπάρχουν σε αυτό το είδος, που έχει τη μεγάλη μαγεία του σαρκασμού… Μου θυμίζει, όσο κι αν σας φανεί παράξενο, τις βιντεοταινίες της δεκαετίας του 1980, που ενώ είναι άθλιες, έχουν μια περίεργη τρέλα, ειδικά από κάποιους εξαιρετικούς ηθοποιούς, πέραν των ορίων και πέραν του ρίσκου… Πρόκειται για ένα είδος ελάχιστα γνωστό, που δεν το έχω σπουδάσει κι έτσι δεν έχω προειλημμένες αποφάσεις ότι παίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι κι αυτό το κάνει πολύ πιο ενδιαφέρον. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Σέρτζιο Εσκομπαρ, διευθυντής του Piccolo Teatro

Το μεγαλύτερο ελάττωμα και το μεγαλύτερο προτέρημα των Ελλήνων
είναι ότι είναι Ελληνες

Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 25/11/2012

Φορώντας πάντα τα πορτοκαλί γυαλιά πρεσβυωπίας, που αμέσως ανατρέπουν την όποια συμβατικότητα συνοδεύει τη θέση του, με τη χαρακτηριστική ιταλική φινέτσα, ήρθε στο ραντεβού μας ο διευθυντής του Piccolo Teatro Σέρτζιο Εσκομπαρ. Ηταν παραμονές της πρεμιέρας της «Οδύσσειας» στο Εθνικό Θέατρο, και ο Εσκομπαρ με το επιτελείο του ήταν εδώ, αφού το Piccolo Teatro μετείχε ως συμπαραγωγός σ’ αυτή τη μεγάλη και ακριβή παράσταση.

– Από ποιες προσωπικές διαδρομές φτάσατε στον κόσμο του θεάτρου και ποιοι σας επηρέασαν;

– Ξεκίνησε από ένα νεανικό πάθος. Στην πραγματικότητα η αρχή έγινε με το σινεμά, μετά ακολούθησε το πάθος για το θέατρο. Ημουν 17-18 χρόνων, όταν είχα την ευκαιρία να συναντηθώ και να μιλήσω με ανθρώπους όπως ο Παζολίνι, ο Αντονιόνι, κ.ά. όταν ως μαθητές διοργανώναμε προβολές ταινιών και καλούσαμε τους σκηνοθέτες. Αυτές οι δύο αγάπες μου συνδέθηκαν με μια εργασία μου στο Πανεπιστήμιο, όταν ήμουν επίκουρος καθηγητής στη Φιλοσοφία της Επιστήμης. Είναι κατευθύνσεις που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να είναι μακρινές, αλλά κάποια στιγμή συναντήθηκαν. Το θέατρο το ξαναβρήκα μετά το πανεπιστήμιο και είμαι πεπεισμένος ότι είναι μια εξαιρετική μορφή γνώσης. Το 1979 ξεκίνησα να δουλεύω ως στενός συνεργάτης του ανθρώπου που είχε την επίβλεψη των παραγωγών στη Σκάλα του Μιλάνου. Μαζί του δούλεψα 11 χρόνια.

Η πορεία του Σέρτζιο Εσκομπαρ στο θέατρο είχε ξεκινήσει. Εργάστηκε ως υπεύθυνος παραγωγής στο Δημόσιο Θέατρο στην Μπολόνια, στη Λυρική Σκηνή της Γένοβας και στην Οπερα της Ρώμης. Και όταν πέθανε ο Τζιόρτζιο Στρέλερ, του ζητήθηκε να αναλάβει το Piccolo Teatro. Δεν ήταν κάτι ξαφνικό, αφού ο Σέρτζιο Εσκομπαρ συνεργαζόταν με τον Στρέλερ από το 1975 ώς τον θάνατό του, κυρίως σε λυρικές παραγωγές. Εκτός από τον Στρέλερ, σημεία αναφοράς σε ό,τι αφορά τη διοίκηση ενός θεάτρου και σε ό,τι αφορά τις καλλιτεχνικές του επιλογές, έγιναν κι άλλοι άνθρωποι. Πεποίθησή του είναι ότι «όποιος διοικεί ένα θέατρο πρέπει να έχει επαφή και με όσα γίνονται στη σκηνή. Και αντιστρόφως, όποιος εμφανίζεται στη σκηνή, δεν πρέπει να είναι αποκλεισμένος από τη διοίκηση. Και σ’ αυτές τις αρχές βασίζεται η ιστορία του Piccolo Teatro». Ποιες άλλες ήταν οι σημαντικές του συναντήσεις; Δεν ήταν καθόλου λίγες. Συνεργάστηκε με μεγάλους μουσουργούς, όπως ο Κλάιμπερτ, ο Κλαούντιο Αμπάντο, ο Ρικάρντο Μούτι και με μεγάλους σκηνοθέτες, όπως ο Πίτερ Μπρουκ και ο Μπομπ Γουίλσον. «Μια ιδέα πολύ σημαντική, που κληρονόμησα από τους μεγάλους καλλιτέχνες με τους οποίους συναναστράφηκα, είναι ότι τόσο το θέατρο όσο και η όπερα, είναι σημαντικό να έχουν σχέσεις με τα θέατρα όλου του κόσμου».

  • Η καλλιτεχνική τρέλα

– Στη συνέντευξη Τύπου είπατε ότι έναν χρόνο πριν σας θεώρησαν τρελό που υπογράψατε αυτή τη συμφωνία με το Εθνικό Θέατρο. Ποιες δυσκολίες χρειάστηκε να ξεπεράσετε, ποιο κλίμα υπήρχε για την Ελλάδα και τι καθόρισε τη δική σας απόφαση;

– Αποφάσισα να πω ναι, πρώτα απ’ όλα γιατί το project είχε αναμφισβήτητη ποιότητα σε όλα: στο κείμενο, στη σκηνοθεσία, στην οπτική του Ρόμπερτ Γουίλσον… Μου είπαν ότι είμαι τρελός επειδή θεωρούσα ότι η φήμη που κυκλοφορούσε τότε για την Ελλάδα και την κρίση ήταν στερεότυπη, και δεν αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα. Οσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη, θεωρούν ότι η πραγματικότητα βασίζεται αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη. Ομως, η πεποίθησή μου είναι ότι δεν μετράει μόνο η οικονομική ανάπτυξη και δεν μας ενδιαφέρει μόνο αυτό, κι αυτό επίσης με παρακίνησε στην πλευρά του «ναι». Η λύση για να βγούμε από την κρίση είναι μια αυθεντική και αληθινή ανάγνωση της πραγματικότητας, μια ανάγνωση που μπορεί να κάνει το θέατρο και όχι η οικονομία. Η οικονομική ορολογία, τα spread, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα είναι μέρος της πραγματικότητας, αλλά δεν πρέπει να είναι ο μόνος σκοπός των κυβερνήσεων, ούτε καν για να λύσουν τα οικονομικά προβλήματα. Ενας άλλος λόγος που αποφάσισα να πω «ναι» ήταν κι ένα πείσμα απέναντι στις ανοησίες και στις κοινοτοπίες που ακούγονταν από τον Τύπο. Πρόκειται για μία χρήση της γλώσσας που κάνει πολύ πιο φτωχό όχι μόνο το λεξιλόγιο, αλλά και την ίδια την πραγματικότητα. Αντίθετα, το θέατρο, μπορεί να αναπαριστά όλες τις πολύπλοκες πλευρές της πραγματικότητας και της ζωής. Ο τελευταίος λόγος που είπα το «ναι» είναι η τρέλα, που πρέπει να υπάρχει σε κάθε καλλιτεχνική επιλογή. Αλλωστε καθήκον του θεάτρου είναι να κοιτάζει μπροστά.

  • Η παράσταση «Οδύσσεια» συνδέει και ενώνει τις γενιές

– Θα ήθελα να μου πείτε για ποιους λόγους θα καλούσατε το ελληνικό κοινό να δει την «Οδύσσεια» και για ποιους λόγους θα καλούσατε το ιταλικό κοινό τον Απρίλιο, που θα μεταφερθεί η παράσταση στο Μιλάνο.

– Πρώτα απ’ όλα θα σύστηνα την παράσταση επειδή είναι καταπληκτική κι αυτή είναι η δουλειά μου. Επίσης επειδή συνδέει και ενώνει τις γενιές, και ακόμα λόγω της ερμηνείας που ο Μπομπ Ουίλσον έδωσε στο κείμενο, η οποία μπορεί να φαίνεται λίγο τρελή γιατί μοιάζει με παραμύθι. Ο Μπομπ Ουίλσον πετάει την πομπώδη και δραματική ρητορική και αποδίδει το νόημα του ταξιδιού, της περιέργειας και της πρόκλησης που δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ. Υπάρχει ένα γεγονός, ότι δηλαδή χιλιάδες μάτια θα δουν την παράσταση της «Οδύσσειας» εδώ στην Αθήνα και άλλες τόσες χιλιάδες στο Μιλάνο. Δηλαδή, θα μας ενώσει αυτό το στοιχείο και αυτή η αίσθηση είναι εκπληκτική. Οσες φορές πήγα με ιταλικές παραστάσεις στο εξωτερικό, αντιλήφθηκα ότι οι διαφορές δημιουργούν την περιέργεια να γνωριστούμε. Κι αυτό είναι σπουδαίο. Το κοινό του Piccolo Teatro θα έχει τη δυνατότητα να βλέπει για ένα μήνα περίπου την παράσταση, με ιταλικούς υπέρτιτλους, κάτι που δεν γίνεται για πρώτη φορά. Εδώ και χρόνια παρουσιάζουμε παραστάσεις σε ξένες γλώσσες και πάντα το ιταλικό κοινό δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον. Επίσης θα το συστήσω, επειδή το κοινό θα έχει τη δυνατότητα να ξαναβρεί θέματα που συνάντησε σε προηγούμενες παραστάσεις του Piccolo Teatro. Οι παραστάσεις της «Οδύσσειας» στο Μιλάνο θα συνοδεύονται από κάποιες εκδηλώσεις, στις οποίες θα λάβουν μέρος οι μεγαλύτεροι ηθοποιοί της Ιταλίας, οι οποίοι θα συζητήσουν για θέματα κομβικά που θίγει η «Οδύσσεια», όπως είναι η δικαιοσύνη, το ταξίδι, το φαγητό και θα φτάσουμε ώς τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις. Αυτές οι εκδηλώσεις θα γίνουν σε χώρους σημαντικούς για την πόλη του Μιλάνου, π.χ. σ’ ένα δικαστήριο, σε μια φυλακή, σε μια δημοτική αγορά. Η εκδήλωση για τον «Οδυσσέα» του Τζόις θα φιλοξενηθεί σε μία παμπ!

– Ποια πιστεύετε ότι είναι τα ελαττώματα των Ελλήνων και ποια είναι τα προτερήματά τους;

– Το μεγαλύτερο ελάττωμα είναι ότι είναι Ελληνες και το μεγαλύτερο προσόν τους είναι ότι είναι Ελληνες. Πράγμα το οποίο ισχύει και για τους Ιταλούς. Αυτό που έχει σημασία είναι να είναι κανείς πολίτης του κόσμου, ακριβώς επειδή είναι πολύ δεμένος με την ιστορία του. Πρέπει να είστε περήφανοι που είστε Ελληνες και ακριβώς γι’ αυτό να αισθάνεσθε πολίτες του κόσμου και να είστε πολίτες του κόσμου.

  • Ο,τι συμβαίνει στη Μεσόγειο αφορά όλο τον κόσμο

Η συζήτηση με τον Σέρτζιο Εσκομπαρ δεν είναι ευθεία. Δεν τσιγκουνεύεται τα λόγια του, πολύ συχνά επιστρέφει σε κάτι που θυμήθηκε στην προηγούμενη ερώτηση, ανατρέχει σε παραδείγματα, και έχει μια θεατρικότητα στις κινήσεις του, καθόλου δήθεν. Εκτός από τα πορτοκαλί γυαλιά πρεσβυωπίας, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι το ζεστό του χαμόγελο.

Ο Σέρτζιο Εσκομπαρ ταυτίζεται με την άποψη του Εντγκαρ Μορέν, τον οποίο θεωρεί έναν από τους φάρους της ζωής του, ότι «στη Μεσόγειο, ακόμα κι όταν κυριαρχούν οι συγκρούσεις ανάμεσα στους λαούς της, βλέπουμε την εξέλιξη του κόσμου». Και μου εξηγεί ότι όπως και πριν από ένα χρόνο όταν αποφάσισε να συνεργαστεί με το Εθνικό Θεάτρο, έτσι και πριν από 12 χρόνια «με είχαν αποκαλέσει τρελό, όταν θέλησα να συνεργαστώ με τις χώρες της Νότιας Μεσογείου, που έχουν μια θεατρική παράδοση που δεν ταυτίζεται με τη δικιά μας. Τότε ήταν πρωτόγνωρο, τώρα δεν εντυπωσιάζει κανέναν».

Ο Σέρτζιο Εσκομπαρ είναι ένας αυθεντικός διανοούμενος. Συνδυάζει, συγκρίνει, βλέπει σφαιρικά όσα συμβαίνουν γύρω του, δεν περιορίζεται μόνο στις αρμοδιότητές του. Μου σχολιάζει περισσότερο τη φράση του Εντγκαρ Μορέν. «Τότε, είχα δει μέσω της τέχνης, αυτό που συμβαίνει σήμερα στην πολιτική. Ομως ό,τι συμβαίνει στη Μεσόγειο αφορά όλο τον κόσμο». Και από τη φράση του Εντγκαρ Μορέν με πηγαίνει στον τρόπο που λειτουργούν και επικοινωνούν όσοι κατοικούν στις πόλεις αυτού του πλανήτη, πόλεις που δεν είναι κλεισμένες στον εαυτό τους αλλά είναι παγκόσμιες, με σύνθετο πληθυσμό και πολλές επιρροές. «Δεν πρόκειται για μια κλειστή πραγματικότητα. Ολόκληρος ο κόσμος διατρέχει τη ζωή μας σε κάθε πόλη. Και αυτό ανατρέπει την καθαρότητα μιας ταυτότητας και δημιουργεί την ανάγκη μιας ταυτότητας που ταξιδεύει. Ο μεσογειακός κόσμος είναι το παράδειγμα αυτής της διαδρομής και της ανταλλαγής πολιτισμών. Καθήκον δικό μας, του θεάτρου, είναι να δουλεύουμε για να δούμε ποιος είναι ο σημερινός πολίτης του κόσμου».

– Πώς διαβάζετε σήμερα την «Οδύσσεια»;

– Η «Οδύσσεια» αποτελεί το σημείο εκκίνησης της δυτικής σκέψης, και εκεί γεννιέται η ιδέα του «εγώ», αλλά υπάρχει και κάτι νέο, ότι είμαστε πια αναγκασμένοι να σκεφτόμαστε πώς χρησιμοποίησε την έννοια αυτή ο δυτικός κόσμος. Προφανώς ο δυτικός κόσμος, σιγά σιγά, παραμέρισε το ουσιαστικό χαρακτηριστικό του Οδυσσέα, που είναι το ταξίδι, η αναζήτηση, η πρόκληση για το απίθανο, το δύσκολο, το καινούργιο. Σήμερα, ο δυτικός κόσμος μοιάζει πιο πολύ με τη ζοφερή πλευρά του Οδυσσέα: με την πονηριά του, με τον Δούρειο Ιππο. Κι επίσης ο Οδυσσέας φτάνει μόνος του στην Ιθάκη, η οποία στην «Οδύσσεια» αποτελεί το τέλος ενός ταξιδιού. Αυτό το ταξίδι μας επιτρέπει να μη μιλάμε μόνο για έναν Οδυσσέα αλλά για πολλούς, να μη μιλάμε για μία «Οδύσσεια» αλλά για πολλές, γιατί η πραγματικότητα είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Βλέπουμε σήμερα ότι η δυτική οικονομική σκέψη μπορεί να ερμηνευτεί με κάπως τολμηρό τρόπο, σαν κάτι που θυμίζει την πονηριά του Οδυσσέα. Κάποιος, κάποια στιγμή άρχισε να κερδοσκοπεί και να εξαπατά τους άλλους και δηλητηρίασε την παγκόσμια οικονομία. Σαν να είναι πιο ισχυρή η πονηριά από την περιέργεια και την πρόκληση. Κι αυτό είναι κάτι πολύ επικίνδυνο. Η αληθινή πρόκληση είναι η αναζήτηση του αγνώστου, το «εγώ» σήμερα σημαίνει να είσαι κλειστός, να προσπαθείς να κατακτήσεις τον κόσμο, κι αυτό σημαίνει ότι φοβάσαι αυτό που είναι άγνωστο και ξένο. Και είναι κι αυτό ένας εκφυλισμός της δυτικής σκέψης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, το «εγώ» πορεύεται, ταξιδεύει. Δεν μπορεί να καταφτάνει στην Ιθάκη ένα «εγώ» μόνο του. Η Ιθάκη δεν είναι το σημείο που τελειώνει το ταξίδι, και σίγουρα εκεί δεν φτάνει κάποιος μόνος του…

Από την «Οδύσσεια» πίσω πάλι, στη σκέψη του Μορέν: «Υπάρχει μια φράση του Ισπανού φιλοσόφου Jose Ortega y Gasset, με την οποία ο Εντγκαρ Μορέν ξεκινάει το τελευταίο του βιβλίο, στο οποίο λέει πώς μπορούμε να βγούμε από την κρίση, φτιάχνοντας έναν νέο ουμανισμό και μια νέα οικονομία. Η συγκεκριμένη φράση λέει ότι «δεν ξέρουμε τι μας συμβαίνει και αυτό ακριβώς μας συμβαίνει». Αυτή η αντίληψη ενώνει σήμερα σαν συναίσθημα όλες τις γενιές. Το θέατρο έχει ένα καθηκον: να μη σκοτώνει την ποικιλία του κόσμου. Πρέπει να δημιουργεί έναν πολιτισμό της διαφοράς, και όχι έναν φόβο του διαφορετικού.

Πιστεύω σ’ αυτά τα λόγια και νομίζω ότι εξηγούν γιατί ακόμα και σε μια περίοδο που υπάρχει οικονομική και ηθική κρίση, τα θέατρα δεν σταματούν να έχουν θεατές. Στην Ιταλία, τουλάχιστον, δεν έχει μειωθεί καθόλου το κοινό, κι απ’ ό,τι ακούω και στην Ελλάδα. Και χαίρομαι γιατί πολλοί από αυτούς τους θεατές, είναι νέοι. Στο Piccolo Teatro οι μισοί από τους θεατές είναι κάτω των 26 χρόνων. Και αυτός είναι ένας παραπάνω λόγος, να θέτει κανείς ερωτήσεις στον εαυτό του και να ξεκινάει ένα ταξίδι…».

  • Η συνάντηση

Το ραντεβού ήταν ένα μεσημέρι πριν από την πρεμιέρα της «Οδύσσειας», στο καφέ του Εθνικού Θεάτρου. Ο Σέρτζιο Εσκομπαρ ήρθε στην ώρα του, συνοδευόμενος από δύο Βαλεντίνες: την υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του Piccolo Teatro, Βαλεντίνα Κραβίνο, και τη γλυκύτατη μεταφράστρια Βαλεντίνα Τζιλάρντι. Διάλεξε γαύρο στο φούρνο, εγώ πένες, ήπιαμε μπίρες, και κλείσαμε με καφέ. Ο Σέρτζιο Εσκομπαρ ήταν ανένδοτος: δεν συζήτησε λεπτό την πιθανότητα να με αφήσει να πληρώσω τον λογαριασμό.

  • Oι σταθμοί του

1950
Στις 3 Νοεμβρίου γεννήθηκε στο Μιλάνο.

1979
Αρχισε να εργάζεται στη Σκάλα του Μιλάνου ως βοηθός γενικού διευθυντή, υπεύθυνος χορηγιών, εφαρμογής νέων τεχνολογιών και διεθνών σχέσεων.

1982
Συνεργάζεται με τον Κλαούντιο Αμπάντο στην ίδρυση της Φιλαρμονικής της Σκάλας του Μιλάνου.

1990
Αναλαμβάνει διευθυντής του Teatro Comunale της Μπολόνιας. Το 1996 αναλαμβάνει διευθυντής του Teatro Carlo Felice της Γένοβας, και το 1996 γίνεται επικεφαλής του Teatro dell’ Opera της Ρώμης.

1998
Είναι η χρονιά που παίρνει το τιμόνι του Piccolo Teatro di Milano – Teatro d’ Europa. Την ίδια χρονιά του απονέμεται ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος Τιμής της Ιταλικής Δημοκρατίας, και γίνεται πρόεδρος της Platea, της Ενωσης των δημοσίων θεάτρων της Ιταλίας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΧΑΪΔΩ ΣΚΑΝΔΥΛΑ, Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κοινός τόπος ανάμεσα στα δύο έργα του βραβευμένου συγγραφέα Δημήτρη Δημητριάδη που αυτές τις μέρες παρουσιάζονται σε δύο θεατρικούς χώρους της Θεσσαλονίκης (το «In senso» στο «Ορα» και οι «Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών» στο στούντιο «Vis Motrix») είναι ο έρωτας πέρα από τα όρια, άμετρος και απροκάλυπτος. Το ακριβώς αντίθετο κάθε κοινοτοπίας ο ίδιος, παραμένει παραβατικός και σήμερα, όπως και πριν από 34 χρόνια που έγραφε το εμβληματικό «Πεθαίνω σαν χώρα». Η συζήτηση μαζί του ξεκίνησε από τον έρωτα, πέρασε στην τέχνη, για να καταλήξει στην πάλη του νέου με το παλιό, μέσα από την οποία υπάρχει ελπίδα να αναδυθεί ένα καλύτερο αύριο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

  • Ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου με αφορμή την τελευταία ταινία των Ταβιάνι μιλάει για τη δημιουργικότητα, που δεν έχει ηλικία
  • Της Μαριας Κατσουνακη, Η Καθημερινή, 21/10/2012

Τυπικά, η αφορμή για τη συνάντηση με τον σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου ήταν η ταινία των Ταβιάνι «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει», που προβάλλεται για τέταρτη εβδομάδα. Οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, 83 και 81 ετών, παρακολουθούν την προετοιμασία και την πρεμιέρα μιας παράστασης με το έργο του Σαίξπηρ, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Ρεμπίμπια, στα περίχωρα της Ρώμης. Πρωταγωνιστές ισοβίτες, οι περισσότεροι, κρατούμενοι, πρόσωπα κατοικημένα από ζωές σκληρές και ματαιωμένες. Η παρουσία τους πυκνώνει το έργο σε σκέψεις, προεκτάσεις, αισθήματα. Μια ταινία 76 λεπτών, κινηματογραφημένη με ρεαλισμό, βαθύ, επεξεργασμένο βλέμμα, αισθητικά, πολιτικά, κοινωνικά. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »