Συνεντεύξεις και ατάκες…

Νοεμβρίου 20, 2009

Λευτέρης Βογιατζής… Σκηνοθέτης/ηθοποιός

Κατηγορίες: Βογιατζής Λευτέρης — damiza @ 4:11 πμ

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Το 1988 ίδρυσε τη Νέα Σκηνή και το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος. Εχει σκηνοθετήσει και ερμηνεύσει ρόλους σε έργα των Τσέχοφ, Μολιέρου, Κ. Γκολντόνι, Γ. Διαλεγμένου, Σ. Κέιν, Τ. Μπέρνχαρντ κ.ά. Αυτή την περίοδο σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στο «Υστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων.

  • Δεν μου αρέσει να αναφέρομαι στην ηλικία μου.

Θεωρώ – αυτό το λέω και με μια δόση χιούμορ – ότι είναι ένα θέμα εντελώς απόρρητο. Είναι κάτι που μου δημιουργεί δυσάρεστες σκέψεις. Η φθορά είναι μέσα στη ζωή μας. Αφορά τα πάντα και φυσικά είναι απόλυτα συσχετισμένη με τον χρόνο. Από τη στιγμή που ο χρόνος καθορίζει το τέλος του ανθρώπου, είναι φυσικό τέτοιες σκέψεις να μας γεμίζουν φόβο. Φαίνεται σαν πίσω από καθετί να είναι κρυμμένος ο θάνατος. Πίσω από κάθε σύγκρουση ή θέμα που μας απασχολεί. Η ημερομηνία γέννησης ενός ανθρώπου μοιάζει να σε παραπέμπει στο τέλος του.

Θυμάμαι ότι ως παιδί είχα μια εσωτερική περιέργεια, που όμως δεν ήταν συνειδητή. Ενώ ήμουν πολύ παρορμητικός, ταυτόχρονα μπορούσα να είμαι και έξω από τα πράγματα.

  • Οι γονείς μου μου μετέδωσαν μια αγάπη για να είναι τα πράγματα «καθαρά».

Κατά μυστήριο τρόπο, αυτή η καθαρότητα είναι για μένα ένας τρόπος για να αναπτύξω τη φαντασία μου. Προκειμένου να μπορέσω να αρχίσω να φαντάζομαι, θέλω κάτι να είναι σαφές.

  • Μικρός είχα μεγάλη αγάπη για την όπερα και τη μουσική.

Ο αδελφός μου, που είχε καταπληκτική φωνή και αργότερα σπούδασε στη Βιέννη, με έβαζε να μαθαίνω τα μέρη των πρωταγωνιστριών στις όπερες μπελκάντο, για να τραγουδάει μαζί μου. Και εγώ χωνόμουν κάτω από ένα τραπέζι, γιατί ενώ άφηνα τη φωνή μου να βγει δεν ήθελα να με βλέπουν. Αυτό, κατά μία έννοια, συνεχίζεται ως σήμερα. Ενώ είμαι τόσα χρόνια στο θέατρο, κάνω διάφορες «μαγγανείες» προκειμένου να αντιμετωπίσω την επαφή με το κοινό. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να υπερνικήσεις, παρά μόνο να τα «κοροϊδέψεις», να τα πάρεις με το μέρος σου. Και εγώ χρειάζομαι χρόνο να χαλαρώσω, για να μπορέσω να χειριστώ τον εαυτό μου πάνω στη σκηνή.

Δεν έχω καλή μνήμη.
Μου αρέσει να πιστεύω πως θυμάμαι μόνο ό,τι αγαπάω πάρα πολύ και ότι αποδεικνύεται τι αγαπάω από το πόσο το θυμάμαι. Μπορεί δηλαδή να νομίζω ότι αγαπάω κάτι και η μνήμη μου να μου αποδείξει ότι αγαπάω κάτι άλλο. Είναι πολύ ενδιαφέρον, διότι μου δείχνει τι πραγματικά συμβαίνει και όχι τι πιστεύω ότι συμβαίνει.

  • Αλίμονο αν αυτό που λέμε ταλέντο ή χάρισμα χαρακτήριζε όλη την ύπαρξη ενός καλλιτέχνη.

Η Λαμπέτη ήταν κατάφωρο παράδειγμα ανθρώπου που δεν επαναπαυόταν σε αυτό. Τη θυμάμαι στις πρόβες, πόσο δούλευε υποδόρια τα πάντα. Μπορείς να πεις ότι τον ρόλο δεν τον δούλευε καθόλου. Δούλευε τα «μέσα» της.

  • Οσο μεγαλώνουμε χάνουμε την αθωότητά μας, φυσικό δεν είναι;

Αυτή την ευτυχία των πρώτων χρόνων δεν μπορείς να την αποκτήσεις ξανα, παρά μόνο αν κουραστείς.

  • Μόλις ο ηθοποιός αποκτήσει συνείδηση αυτού που κάνει, νεκρώνεται.

Ελεγαν κάποιοι ηθοποιοί στον Κουν «δεν μπορώ να παίξω, γιατί έχω πολλή συνείδηση του εαυτού μου». «Αφήσου» λέει συχνά ένας σκηνοθέτης, λες και μπορεί κανείς να υπακούσει σε αυτό το τερατώδες πράγμα. Μα είναι ολόκληρη διαδικασία!

Μου αρέσει οι ηθοποιοί να είναι απελευθερωμένοι, να υποβάλλουν την απορία τους, να με φέρνουν σε δύσκολη θέση, όπως κάνω και εγώ. Γιατί όλο αυτό γίνεται για έναν κοινό σκοπό.

  • Στο παρελθόν ζητούσα πολλά από τους ανθρώπους.

Αργότερα συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι λίγο ασεβές. Στο πλαίσιο της δουλειάς δικαιολογείται κάπως, αλλά στους φίλους όχι.

  • Είμαστε συνεχώς υπόλογοι στα πράγματα που μας έχουν διαμορφώσει.

Συνέχεια πολεμάμε με αυτά. Ή μάλλον αυτά είναι που μας πολεμούν γιατί θέλουν να μείνουν ακίνητα.

  • Αλλο ένταση και άλλο δύναμη.

Πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις. Η λέξη δύναμη μου δίνει μια αίσθηση στοιχείου της φύσης, ενώ η ένταση έχει ένα στοιχείο φτιαχτό. Στη δουλειά μας παίζει πρωταρχικό ρόλο το πώς να αποκτήσεις δύναμη χωρίς ένταση. Και όταν η τρέλα της δημιουργίας γίνεται πάνω σε μια ήρεμη βάση, έχει μεγάλη δύναμη.

  • Την Ανδρο την έχω αγαπήσει πολύ.

Υπάρχουν φορές που φυσάει τόσο δυνατά ο άνεμος, ακούγονται τα φύλλα από τα δέντρα και το κελάρυσμα του νερού – είναι μια μουσική απίστευτα όμορφη, που εμπεριέχει όλες τις μουσικές.

  • Μου αρέσουν πολύ οι γάτες.

Τα τελευταία πέντε χρόνια έχω έναν γάτο, τον Φανερούλη, που είναι πολύ sui generis και ανεξάρτητος. Τον βρήκα στην Ανδρο, κάτω από μια σκάλα στο σπίτι μου. Είναι πολύ περίεργη φάρα οι γάτες. Μου αρέσει το ότι με υποχρεώνουν να θέλω να τις καταλάβω.

  • Οσο μεγαλώνει κανείς γίνεται πιο διστακτικός απέναντι στον έρωτα.

Πρέπει όμως να είμαστε ελεύθεροι. Γιατί εκτός από τη συστολή και τους φόβους μας, υπάρχουν και δυνάμεις έξω από εμάς. Αν δεν «πάθεις», δεν έχει νόημα. Εμένα μου αρέσει ακόμη το «μελό», η ιδέα τού να «πάθω» κάτι.

  • Δημοσιεύθηκε στο BHMAMEN, τεύχος 44, σελ. 164-165, Νοέμβριος 2009
  • Δέσποινα Λάδη, φωτογραφία: Χρήστος Κόντος | Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009  [ 10:35 ]

Νοεμβρίου 13, 2009

Δημήτρης Λιγνάδης: “Την ποίηση τη βρίσκεις και στις λάσπες”

Κατηγορίες: Λιγνάδης Δημήτρης — damiza @ 3:08 μμ
http://images.tanea.gr/assetservice/Image.ashx?c=12891754&r=0&p=0&t=0&q=100&v=1&s=1&w=800&h=
«Την ποίηση τη βρίσκεις και στις λάσπες, και σε ένα πάρκο ίσως, και σε μια γιορτή, και σε ένα καπηλειό… Πιστεύω πως παρά τα επιφαινόμενα οι νέοι την ψάχνουν. Και πρέπει κάποιος να τους τη δώσει. Η ποίηση γίνεται ένας οίκος από τον οποίο παρελαύνουν μνήμες, εμπειρίες…» λέει ο Δημήτρης Λιγνάδης υπερασπιζόμενος τις επιλογές του
  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009
  • Ο πάντα ανήσυχος Δημήτρης Λιγνάδης επιστρέφει στη σκηνοθεσία αλλά και στη σκηνή με μία παράσταση που συνδυάζει την ελληνική ποίηση με το πλατωνικό «Συμπόσιο»
  • «Ξέρω πως είναι τίποτε όλ΄ αυτά»: η παράσταση θα ανοίγει με Ελύτη- το «Δώρο ασημένιο ποίημα». Και με Ελύτη θα κλείνει- από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»: «Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα. Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα».

Του Δημήτρη Λιγνάδη του αρέσουν οι αλλαγές. Του αρέσουν οι αιφνιδιασμοί. Του αρέσουν οι ανατροπές. Έτσι φέτος βρέθηκε στο «Θησείον» του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Και ανεβάζει την πρώτη φετινή παραγωγή του θιάσου. «Συμπόσιο (Ένα). Περί έρωτος» ο τίτλος της. «Η πρόταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού ήρθε πάνω σε μία από τις φάσεις επαναθεώρησης στις οποίες κάθε τόσο βρίσκομαι. Όταν με ρώτησε τι θέλω να κάνω, μετά τα δύο χρόνια επί Κούρκουλου συν δύο επί Χουβαρδά που πέρασα στο Εθνικό, του είπα:

“να λέω μόνο ποιήματα”. Στο μυαλό μου δύο σχέδια είχα: έναν πλατωνικό Διάλογο- να τον αγγίξω μόνο, διότι δεν πιάνεται- ή να βγω να λέω ποιήματα και μάλιστα ξεχασμένων ποιητών. Και αποφάσισα να τα συνδυάσω και τα δύο: το “Συμπόσιο” με ελληνική ποίηση.

Με τον άξονα “περί έρωτος”. Στη σκηνή θα είναι ο Σωκράτης και έξι εταίροι του – φίλοι και μαθητές του».

«Την αρχή και το τέλος τα έχω, τα ενδιάμεσα δεν έχω βρει» λέει και γελάει. «Αστειεύομαι. Όλο το πράγμα γίνεται σε ένα σαλόνι όπου οι έξι νέοι, με αφορμή τους μονολόγους των ηρώων του Πλάτωνα, παραθέτουν την ποίηση αυτή “στρεβλά”, “υπό γωνίαν”, όπως “υπό γωνίαν” είναι σήμερα η νεολαία».

  • Είναι μία έτοιμη σύνθεση ή την ετοιμάζετε με τους ηθοποιούς στις δοκιμές;

«Τα ποιήματα άρχισα να τα έχω στο κεφάλι μου εδώ και σαράντα πέντε χρόνια… ». Γελάει- τα σαράντα πέντε πατάει. «Είναι ποιήματα με τα οποία ανδρώθηκα. Κάθε τόσο εμπλουτιζόμουνα από μία καινούργια ποιητική γνωριμία, ένα καινούργιο ποιητικό περιβάλλον: ο Σολωμός, τα πρώτα έμμετρα ποιήματα, ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Λόρκα, ο Σαχτούρης και η απόλυτα σύγχρονη ποίηση…

Πολύ μετά ανακάλυψα τον εκκλησιαστικό λόγο ή τον Εμπειρίκο για να επιστρέψω τώρα στην αγάπη μου για την έμμετρη ποίηση και ποιητές ξεχασμένους όπως ο Δροσίνης…

Στην παράσταση θα έχω τη “δική μου” ποίηση, την ποίηση που αγαπώ.

Δεν θα είναι μία μελέτη για την ποίηση. Ούτε μία μελέτη για τον έρωτα.

Είναι πώς χρησιμοποιώ εγώ τους ήρωες του πλατωνικού “Συμπόσιου” και πώς τους βάζω να λένε ορισμένα ποιήματα κρατώντας τη χρονολογική σειρά ενός δικού μου μεγαλώματος- πώς γαλουχήθηκα με την ποίηση. Η συνεύρεση των έξι γίνεται με αφορμή τον θάνατο του δασκάλου τους- κάτι σαν μνημόσυνο. Έχει δηλαδή κάτι το πένθιμο. Γιατί κάτι το πένθιμο μού κάνει και η εποχή μου».

Βαθιά ωραία φωνή- ξέρει να διαβάζει έξοχα και ποίηση και πεζό λόγο. Τα λέμε στο θέατρο, στο σκηνικό τού «Βίοι (ζωές) αγίων». Την επομένη διακόπτει τις πρόβες για να φύγει στο Παρίσι όπου θα παίξει στο «Πεθαίνω σα χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη που ο Μιχαήλ Μαρμαρινός παρουσιάζει στο Παρίσι, για το μεγάλο αφιέρωμα στον συγγραφέα που γίνεται εκεί. Στίχοι και ολόκληρα ποιήματα υπεισέρχονται στην κουβέντα μας- στον αστερισμό της ποίησης βρίσκεται αυτόν τον καιρό.

  • Η ποίηση σαν να μην αφορά σήμερα τους ανθρώπους και κυρίως τους νέους. Δεν είναι «πρόκληση» να κάνετε μια παράσταση με κορμό την ποίηση;

«Τι θα πει πρόκληση; Έχουν πολύ στενέψει ορισμένοι όροι όπως “πρόκληση”. Ή όπως “ποίηση”. Ναι, η σύγχρονη εποχή αναζητά αλλού την ποίησή της- εις μάτην. Σε κάποιου είδους πολύ ρηχή επικοινωνία, σε κάποιου είδους υλικά αγαθά, σε κάποιου είδους οπτικά ερεθίσματα… Δεν έχω τίποτα εναντίον της νεολαίας ή της κοινωνίας. Απλώς εγώ είναι που αισθάνομαι λίγο απέξω, ενώ μέσα στην κοινωνία αυτή είμαι. Και αν με ρωτούσε κάποιος “ρε μαλάκα, είσαι σαράντα πέντε χρονών, τι θες επιτέλους να πεις;”, και πάλι έναν στίχο θα έλεγα: “ως που η πολλή μακρότης μού το ΄κρυψε κι αυτό”».

  • Σαν να μην σας αρέσει η σιγουριά και το βόλεμα… Όλο ανατροπές κάνετε, που πυκνώνουν αντί με την ηλικία να αραιώνουν…

«Όχι, δεν μ΄ αρέσει το βόλεμα. Αλλά εγώ ένας ήρεμος άνθρωπος θέλω να είμαι. Δεν είναι μότο μου η ανατροπή, δεν είναι στυλ ζωής. Από μόνο του γίνεται».

  • Γιατί φύγατε από το Εθνικό;

«Δεν “έφυγα” από το Εθνικό. Δεν μπορώ να φύγω από το Εθνικό. Στο Εθνικό μεγάλωσα. Με την αμπιγιέζ του Μινωτή, τη Στέλλα. Και ακόμα οι παλιοί τεχνικοί “Δημητράκη” με φωνάζουνε. Απλώς βρίσκομαι σε μία άλλη φάση».

ΙΝFΟ

Στο «Θησείον» (Τουρναβίτου 7, τηλ. 210
3255444). Η πρεμιέρα είναι προγραμματισμένη για τις 27 Νοεμβρίου.


«Οι νέοι ηθοποιοί είναι καλύτεροι από εμάς»

  • Ρωτώ τον Δημήτρη Λιγνάδη αν προτιμάει να δουλεύει με νέους ηθοποιούς.

«Προτιμώ να δουλεύω με διαθέσιμους ηθοποιούς. Υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί από τους λεγόμενους “παλαιούς” που έχουν διάθεση και διαθεσιμότητα. Και που, ουσιαστικά, είναι πιο νέοι από κάποιους που έχουνε τελειώσει ψυχικά από τα είκοσι πέντε τους. Αυτό είναι το γαμώτο για την καινούργια γενιά: το “πρέπει να γίνω γρήγορα γιατί τελειώνω και γρήγορα”. Σαν να το έχουν εγγραμμένο μέσα τους. Αυτό ξεκίνησε με την ιδιωτική τηλεόραση. Που συμπίπτει με την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Όταν βγαίναμε από τη σχολή εμείς, ένα μόνο κανάλι ουσιαστικά υπήρχε που έκανε σίριαλ. Και ξαφνικά έγινε μια έκρηξη στην αγορά εργασίας. Μόνο που αυτή απαιτεί και μεγάλη ανάλωση.

Και αυτά τα λέω με τη γνώση πως οι νέοι ηθοποιοί έχουν όλα τα εχέγγυα να γίνουν σπουδαίοι. Τηρουμένων των αναλογιών είναι- λόγω τιμής- πολύ καλύτεροι από εμάς». Το «Συμπόσιο (Ένα). Περί έρωτος» ανεβαίνει με σκηνικά και κοστούμια Κένι ΜακΛίλαν, φωτισμούς Σάκη Μπιρμπίλη και βοηθό σκηνοθέτη τη Μαρία Μητροπούλου. Εκτός του Δημήτρη Λιγνάδη παίζουν: Σάρα Εσκενάζυ, ο μουσικός Βύρων Κατρίτσης, Γιάννης Παναγόπουλος, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Γιάννης Χαριτοδιπλωμένος, Γιώργος Χριστοδούλου.

Με μια ματιά

1964. Γεννιέται στην Αθήνα- γιος του φιλόλογου και κριτικού θεάτρου Τάσου Λιγνάδη.

1983. Πρωτοετής, ακόμα, μαθητής της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου παίζει τον πρώτο του ρόλο: Έρωτας στον «Κατσούρμπο» στο Εθνικό.


1985. Αποφοιτά.

1994. Ύλλος στις «Τραχίνιες»: η πρώτη του συνεργασία με το «Αμφι-Θέατρο».

1998. Συνεργάζεται με το «Θέατρο Τέχνης» (Βερσίνιν στις «Τρεις αδελφές»).


1999. Συνεργάζεται με το ΚΘΒΕ (Πολυνείκης στις «Φοίνισσες»).

1999. Αρχίζει τη συνεργασία του με το «Θέατρο του Νότου» στο «Αμόρε».

2001. Σκηνοθετεί για πρώτη φορά: «Ο συλλέκτης» με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη.

2005. Υπεύθυνος της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου.

2007. Αναπληρωτής διευθυντής της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

2007. Οι «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη που ανεβάζει ανατρεπτικά στην Επίδαυρο ξεσηκώνουν αντιδράσεις.

Νοεμβρίου 8, 2009

Νένα Μεντή: «Ηταν γραφτό μου το Τρίτο Στεφάνι»

Κατηγορίες: Μεντή Νένα — damiza @ 6:59 μμ
  • «Δεν κυνήγησα ποτέ ρόλους», λέει η Νένα Μεντή και μιλάει για την Εκάβη, την ηρωίδα του μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή, που υποδύεται στη θεατρική διασκευή του Σταμάτη Φασουλή
«Ηταν γραφτό μου το Τρίτο Στεφάνι»

«Hταν το 1973 που ο Σταμάτης (σ.σ. αναφέρεται φυσικά στον στενό φίλο και συνεργάτη της, Σταμάτη Φασουλή) μου δώρισε το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Το ρούφηξα, θυμάμαι και το λάτρεψα. Ναι, το κράτησα -το βρήκα με αποξηραμένα λουλούδια μέσα. Λίγο καιρό μετά, επηρεασμένος από τη γραφή του Ταχτσή, μου έγραψε ένα νούμερο που άκουγε στον τίτλο «Σοφία» για την επιθεώρηση «Και εσύ χτενίζεσαι». Για είκοσι λεπτά έπαιζα μια γυναίκα που ερχόταν απ’ την επαρχία και γινόταν… κυρία. Ενα βράδυ ήρθε να μας δει ο Ταχτσής κι είπε: αυτό το νούμερο είναι και ταξικό και ταχτσικό» (γέλια).

«Ηταν γραφτό μου το Τρίτο Στεφάνι»

Η ευτυχία

Ο καιρός πέρασε, ο Φασουλής ήθελε πάντα να ανεβάσει στη σκηνή το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Ταχτσή, μα ήθελε να βρει την κατάλληλη ηθοποιό για τον ρόλο της Εκάβης… Οταν πήγε να δει τη Νένα Μεντή στο «Ιλίσια – Βολανάκης» να παίζει -μοναδικά- την «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» εντυπωσιάστηκε με την ώριμη ερμηνεία της. Πήγε με δάκρυα στα καμαρίνια, την έσφιξε στην αγκαλιά του και βγαίνοντας στον οδό Παπαδιαμαντοπούλου χαμογέλασε πλατιά. Επιτέλους είχε βρει την Εκάβη του.

«Μου το είπε στο τηλέφωνο λίγες μέρες μετά και πέταξα από τη χαρά μου. Ηταν ακριβό το δώρο του. Οπως εκείνο που μου είχε κάνει χρόνια πριν στο καμαρίνι δίνοντάς μου το μυθιστόρημα του Ταχτσή. Λες και ήταν γραφτό».

Κάνουν πρόβες από τον Ιούλιο. Το στοίχημα είναι απαιτητικό και δύσκολο. Οι 320 σελίδες του μυθιστορήματος μεταφέρονται στη σκηνή στη διασκευή που συνυπογράφουν ο Φασουλής με τον Θανάση Νιάρχο» οι δύο τους έκαναν σπουδαία μεταφορά που φέρει το άρωμα και την ατμόσφαιρα του βιβλίου»- κι ο Φασουλής στήνει «μια παράσταση που θα διαρκεί γύρω στις τρεις ώρες.

Το «Τρίτο Στεφάνι» που εκδόθηκε το 1962 με χρήματα του ίδιου του συγγραφέα, μια και το απέρριπταν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι, «είναι ένα έργο αυτοβιογραφικό, με πρόσωπα από τη ζωή και τις μνήμες του Ταχτσή, που σκιαγραφεί με πρωτόγνωρο τρόπο για την εποχή του ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας μέσα απ’ τα μάτια δύο γυναικών, της Νίνας και της Εκάβης που παίζω εγώ.

Δύο γυναίκες οικείες, γεμάτες δύναμη και αδυναμίες, ξετυλίγουν το νήμα της ζωής τους: γάμοι, απιστίες, διαζύγια, θάνατοι, αποτυχίες, οικογενειακά δράματα. Μέσα από αυτές τις διηγήσεις περνάει όλη η σύγχρονη ιστορία μας μ’ έναν τρόπο μοναδικό. Ο Μακεδονικός Αγώνας και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, η Μικρά Ασία, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή».

Το ενδιαφέρον είναι μεγάλο για το ανέβασμα του «Στεφανιού» στη σκηνή. Πώς ξεκινάει το έργο που έγραψαν βασισμένοι στο μυθιστόρημα οι Φασουλής-Νιάρχος; «Το τρίτο στεφάνι της Νίνας -ο τελευταίος γάμος της με τον άντρα της και γιο της Εκάβης -είναι το σημείο αυτό όπου η ιστορία ξεκινά και τελειώνει. Ενας κύκλος που κλείνει μέσα του όλο το πάθος των δύο ηρωίδων για τη ζωή, τον αγώνα, τη σκληρότητα, την τρυφεράδα, αλλά και το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό τους».

Το ζητούμενό της είναι να κάνει δουλειές που την εκφράζουν και όχι απλά να προσθέσει ρόλους στο βιογραφικό της. Καλά, δεν ονειρεύεσαι ρόλους, τη ρωτώ. «Ποτέ δεν ονειρεύτηκα και δεν κυνήγησα ρόλους. Ποτέ δεν είπα αχ, ας παίξω αυτόν το ρόλο κι ας πεθάνω (γέλια). Ποτέ όμως. Παίζω την Εκάβη, τον επόμενο χειμώνα θα παίξω την «Ευτυχία» στη Θεσσαλονίκη και μετά πάλι στην Αθήνα.

Μέχρι εκεί είναι τα σχέδιά μου». Δεν θα ήθελε, ας πούμε, να παίξει την ευριπίδεια «Εκάβη» στην Επίδαυρο; «Δεν έχω τέτοια κολλήματα, πίστεψέ με. Αν με καλέσει ο Γιάννης Χουβαρδάς να παίξω κάτι που να το θέλω στο αρχαίο θέατρο, θα το κάνω. Αν με κεντρίσουν προτάσεις, ναι, θα κάνω πράγματα. Αλλά δεν θα τρελαθώ κιόλας. Μετά από σαράντα τρία χρόνια στο θέατρο δεν έχω να αποδείξω τίποτα!».

Ανάβει ένα ακόμα απ’ τα πουράκια που αγαπάει και με κοιτάζει «Ποτέ δεν ήμουν φιλόδοξη -ούτε καν όταν ήμουν στην αρχή της καριέρας μου. Επειτα, να σου πω και κάτι άλλο; Αμα τα κυνηγάς τα πράγματα με λύσσα, δεν σου έρχονται. Ενώ άμα είσαι χαλαρή και απλά ετοιμάζεις με αγάπη ένα σου καινούργιο βήμα, όλα έρχονται πιο ήσυχα».

Ξαναδουλεύει με τον Φασουλή μετά από πολλά χρόνια… «Περάσαμε διά πυρός και σιδήρου, πρέπει να σου πω. Μια σχέση αγαπο-μίσους η δικιά μας. Αλλά τώρα μεγαλώσαμε, ρίξαμε τους τόνους, ήρθε μια υπέροχη συνεργασία. Αλλωστε κράτησα πάντα το δώρο του, το «Τρίτο Στεφάνι», με τα αποξηραμένα λουλούδια μέσα…».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Το «Τρίτο Στεφάνι» ανεβαίνει στο «Κοτοπούλη» του Εθνικού Θεάτρου στις 11 Νοεμβρίου σε διασκευή Φασουλή-Νιάρχου, σκηνοθεσία Φασουλή, σκηνικά Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, κοστούμια Ντένης Βαχλιώτη, μουσική Θοδωρή Οικονόμου. Παίζουν οι Νένα Μεντή, Φιλαρέτη Κομνηνού, Τάνια Τρύπη, Γιάννης Νταλιάνης, Γιάννης Στάνκογλου, Νίκος Χύτας, Μαρία Ζορμπά, Ολγα Δαμάνη, Ντόρα Σιμοπούλου, Ηρώ Μπέζου κ.ά.

  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 08/11/2009

Κάτια Δανδουλάκη: Εχω δει πολλές φορές το «ταλέντο» να καίγεται

Κατηγορίες: Δανδουλάκη Κάτια — damiza @ 6:56 μμ
  • «Το θέατρο ήταν για μένα πάντα οι διακοπές που δεν μπόρεσα ποτέ να κάνω», λέει η Κάτια Δανδουλάκη και… αναμένει τους «Επισκέπτες» της, ένα έργο του Πέτρου Ζούλια, βασισμένο στο «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς
Εχω δει πολλές φορές το «ταλέντο» να καίγεται

«Υπάρχουν πιο πολλά σε γη και σε ουρανό απ’ όσα το ανθρώπινο μάτι μπορεί να δει…», Σαίξπηρ, «Αμλετ». Η Κάτια Δανδουλάκη μας προτείνει φέτος ένα ταξίδι ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, ένα μεταφυσικό (και ψυχολογικό) θρίλερ, τους «Επισκέπτες» που έγραψε ο Πέτρος Ζούλιας βασιζόμενος στο «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς.

«Δεν είναι απλώς ένα θρίλερ. Κρύβει πίσω από την ιστορία του ένα μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα: αν δεν έχουμε καταφέρει στη ζωή μας να ανταμώσαμε με τον εαυτό μας, μας δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να επιστρέψουμε και να τα βρούμε;», εξηγεί η πρωταγωνίστρια.

Εχω δει πολλές φορές το «ταλέντο» να καίγεται

Ο στοιχειωμένος πύργος του Μπλάι «ζωντανεύει» στη σκηνή του θεάτρου «Κάτια Δανδουλάκη» (από τις 27 Νοεμβρίου) μαζί με τους απρόσμενους «Επισκέπτες» του για να ξαναδιηγηθεί από την αρχή μια παλιά ιστορία που αφορά το χθες, το σήμερα και το αύριο. Μια ιστορία όπου μπερδεύονται τα παιδιά με τους ενήλικες, οι ζωντανοί με τους πεθαμένους, η αμαρτία με την αρετή.

  • Από την Αγκαθα Κρίστι σε νεοελληνικό έργο και τώρα σε θρίλερ. Σας αρέσουν τα θεατρικά σλάλομ;

Κάθε χρόνο επιδιώκω μια μεγάλη αλλαγή κλίματος… Πάντα αναζητώ κάτι άλλο… Το θέατρο ήταν για μένα πάντα ένα ταξίδι, ένα όνειρο, οι διακοπές που δεν μπόρεσα ποτέ να κάνω. Ηταν μια φυγή σε κάτι που θα ευχόμουν να μου τύχει στη ζωή μου. Πολλά από τα όνειρά μου τα κατάφερα. Δεν μπορώ να είμαι αγνώμων. Αυτά όμως που δεν έχω καταφέρει θα ήθελα να τα βλέπω στη σκηνή. Γιατί ουσιαστικά οι ηθοποιοί πάνω από το μισό τη ζωής μας το αναλώνουμε στη σκηνή. Και θεωρώ πια αυτή μας την κατάσταση σχεδόν πιο αληθινή από τη ζωή… Η εκκίνηση και του Πέτρου Ζούλια (σ.σ. κείμενο-σκηνοθεσία) και η δική μου έγινε με τις ίδιες ψυχικές ανάγκες. Εχουμε βρει τέλεια ταύτιση, πράγμα που μου δίνει ανακούφιση. Τον θαυμάζω… Οταν βλέπω ταλέντο στον άλλο συγκινούμαι. Το σέβομαι. Μου δίνει δύναμη και μεγαλύτερη θέληση.

  • Σας δημιουργεί και ένα είδος ανταγωνισμού;

Είναι κάτι περίεργο. Δεν έχω ίχνος ανταγωνισμού στη σχέση μου με τους συνεργάτες. Ποτέ. Ενα έχω: να τους βλέπω να γίνονται καλύτεροι. Μέσα από αυτό γίνομαι καλύτερη κι εγώ. Αυτό με κάνει ευτυχισμένη. Το ίδιο και στην προσωπική μου ζωή, στις σχέσεις μου. Δεν είχα ούτε πείσματα ούτε ανταγωνισμούς… Τα βαριόμουνα όλα αυτά.

  • Δεν υποκύψατε ποτέ στον πειρασμό να ασχοληθείτε με αρνητικά σχόλια, ίσως κακοήθειες, που σας έθιγαν ως επαγγελματία;

Ποτέ δεν ασχολήθηκα με όλα αυτά. Αρα δεν έχασα χρόνο. Εκανα αυτό που ήθελα. Από κει και πέρα ο καθένας έχει το δικαίωμα να πει τη γνώμη του. Χαίρομαι όταν αρέσει η δουλειά μου, αναρωτιέμαι τι συμβαίνει για να μην αρέσει και πολλές φορές έχω μάθει από αποτυχίες μου… Οπότε νομίζω ότι με προφύλαξε ο εαυτός μου σε πολλά πράγματα, γιατί ήμουν πολύ συγκεντρωμένο παιδί από μικρή.

  • Ξέρατε, πάντοτε, τι θέλατε;

Ημουν πολύ αποφασισμένη. Και, ναι, πάντοτε ήξερα τι θέλω… Στους γονείς μου, π.χ., ανακοίνωσα την απόφασή μου να πάω στο θέατρο μετά από πολλή σκέψη. Δεν ανακοίνωνα τις σκέψεις μου αλλά την απόφασή μου. Τώρα διαβάζουμε πολλά όπου ανακοινώνουμε σκέψεις.

  • Δεν φοβάστε που στη δουλειά σας παίρνετε, συνεχώς, ρίσκα;

Δεν φοβάμαι καθόλου. Τι έχουμε να φοβηθούμε σε αυτήν τη ζωή; Μονάχα τον εαυτό μας. Τίποτα άλλο… Η ζωή μου έχει επιφυλάξει πολλές εκπλήξεις… Δεν φοβάμαι καθόλου όταν κάνω κάτι που το πιστεύω πολύ. Φοβάμαι όταν δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό που κάνω… Είχα την τύχη (και την ατυχία) από μικρή να ελέγχω τα πράγματα που ανέβαζα. Ατυχία, γιατί από νωρίς έβαλα πολλά οικονομικά βάρη στο κεφάλι μου. Τύχη γιατί αυτό μου επέτρεψε να κάνω τα θεατρικά ταξίδια μου πιο ελεύθερα.

  • Τηλεόραση και θέατρο: Μεταπηδάτε από το ένα είδος στο άλλο με άνεση. Είναι το αίσθημα ενός ελεύθερου ανθρώπου;

Και χωρίς κόμπλεξ. Δεν με ένοιαζε ποτέ να μου πουν «γιατί κάνετε μία σαπουνόπερα εσείς που βγήκατε από τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης». Θυμάμαι ότι το άκουγα αυτό στη «Λάμψη». Δεν έβλεπα κάτι αντίθετο σε αυτό. Ισα ίσα έβλεπα ότι έχοντας καλή παιδεία, σε καλό σχολείο πριν και σε καλή δραματική σχολή, ήμουν έτοιμη να αντιμετωπίσω όλα τα είδη στην αξία και το μέγεθος που τους ανήκει.

  • Πώς καταφέρνετε να είστε αποτελεσματική σε τόσα διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα;

Σε αυτό που δίνομαι τη συγκεκριμένη στιγμή δίνομαι με όλη μου την ψυχή.

  • Μήπως αυτή είναι η συνταγή για να συνωμοτήσει το σύμπαν υπέρ σας; Γιατί και στην τηλεόραση μόνο επιτυχίες έχετε. Είναι θέμα τύχης;

Με την τηλεόραση είχα (και έχω) εξαιρετικές σχέσεις. Γιατί της δόθηκα απόλυτα με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αφοσίωση που δόθηκα στο θέατρο. Την εκτιμώ ιδιαίτερα. Δεν θεωρώ ότι είναι μία αντίστιξη ως προς την ποιότητα σε σχέση με το θέατρο. Κάθε άλλο. Επειδή είναι ένα μέσο που έχει τεράστια δύναμη εμβέλειας και μεγάλες απαιτήσεις γρηγοράδας, αν είσαι διατεθειμένος σαν στρατιώτης να οξύνεις τα αισθητήριά σου και να καλυτερεύεις την τεχνική σου, τότε έχεις να κερδίσεις πολλά από την τηλεόραση…

  • Δηλαδή δεν κάνετε τηλεόραση για τα χρήματα;

Καθόλου δεν μου αρέσει αυτή η ερώτηση. Πάντα απαντώ ότι, εάν την έκανα μόνο για τα χρήματα, έπρεπε να είχε σταματήσει η σχέση μου μαζί της. Ομως πάνω από τριάντα πέντε χρόνια κάνω τηλεόραση που -δόξα τω Θεώ- με αμείβει πολύ περισσότερο από το θέατρο. Γιατί στο θέατρο (που δεν αμείβει, έτσι ή αλλιώς) χάνω χρήματα λόγω του ότι είμαι και επιχειρηματίας. Είναι ρώσικη ρουλέτα. Μονάχα πολυεθνικές μπορούν να τζιράρουν χρήματα. Ολοι οι άλλοι παραγωγοί είναι χρεωμένοι. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

  • Ο ηθοποιός, σήμερα, καλείται να ενταχθεί μέσα σε ένα σύστημα που απαιτεί στόχο, στρατηγική, δημόσιες σχέσεις κι ένα σωρό άλλους παράγοντες. Το ταλέντο πού βρίσκεται;

Κάποτε νόμιζα ότι, απλώς, αν ένας ηθοποιός έχει ταλέντο θα πάει μπροστά. Τώρα τι λέω; Εχει πολύ ταλέντο που είναι ένα από τα εκατό στοιχεία που πρέπει να διαθέτει. Αν έχεις τα ενενήντα εννέα και δεν έχεις και τόσο ταλέντο θα πας μπροστά. Αντίστροφα δεν γίνεται. Μόνο του το ταλέντο δεν βοηθάει. Μπορεί να σε εξοντώσει ο χαρακτήρας και το «σκόρπιο» σου. Το έχω δει πολλές φορές το ταλέντο να καίγεται μπροστά μου. Χρειάζεται πολλή δουλειά, πολλή συγκρότηση, πολλές θυσίες. Να ξέρεις ότι είσαι αθλητής…

  • Ναι, αλλά πολλοί νέοι σήμερα επιλέγουν το επάγγελμα του ηθοποιού δίχως να σκέφτονται «αθλητικές» επιδόσεις. Λειτουργεί ως δέλεαρ η «επωνυμία»…

Αυτός είναι ένας κίνδυνος για τους νεότερους. Νομίζουν ότι κάτι είμαστε όταν γινόμαστε «διάσημοι». Εμένα μόνο γέλια μου προκαλεί αυτή η αντίληψη. Αν καταλάβουμε πόσο ανόητο είναι το «όχημα» της διασημότητας, τότε έχουμε τεράστια δύναμη να ξεφεύγουμε από τις κακοτοπιές… Ποιοι είμαστε επειδή μας αναγνωρίζουν; Είμαστε πολύ πιο εκτεθειμένοι, πιο ευάλωτοι κι έχουμε μεγαλύτερη υποχρέωση να προσέχουμε πώς φερόμαστε και τι κάνουμε… Εγώ τρελαίνομαι για τους σούπερ σταρ. Τους θαυμάζω. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εάν ήμουν σούπερ σταρ θα αισθανόμουν ότι ήμουν ο Θεός. Κάθε άλλο… Αλίμονο. Τώρα έχουμε μια επιτυχία, μεθαύριο μπορεί να έχουμε μια αποτυχία. Τι σημαίνει αυτό; Ολα είναι μέσα στο παιχνίδι της ζωής. Το κακό είναι ότι πολύ εύκολα νομίζουμε ότι κάτι γίνεται. Τίποτα δεν γίνεται. Εγώ χαίρομαι τα λαμπερά πλάσματα… Αλλά ο καθένας είναι ένας μικρός θεός για τον εαυτό του. Ετσι δεν είναι; Πού είναι το ιδιαίτερο του δημοσίου προσώπου; Πουθενά. Ισα ίσα. Εγώ αισθάνομαι την ανάγκη να το προφυλάξω.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΡΑ
Εχει ανάγκη ο κόσμος το παραμύθι

  • Ποια είναι τα στοιχεία που κάνουν τη σειρά «Η ζωή της άλλης» (Μέγκα), στην οποία πρωταγωνιστείτε, να ξεχωρίζει;

Το παραμύθι. Κι έχει ανάγκη ο κόσμος από παραμύθι. Τι μας έκανε τη ζωή μας μυθική ως παιδιά; Τα Χριστούγεννα, το δέντρο, ο Αϊ-Βασίλης, η Σταχτοπούτα… Γιατί πάμε στο θέατρο; Για να ζήσουμε ένα παραμύθι. Γιατί πάμε στο σινεμά; Για να ταξιδέψουμε. Η ιστορία, λοιπόν, της σειράς είναι ένα παραμύθι. Και είναι φτιαγμένο -εκεί είναι το θέμα- με πάρα πολλή σοβαρότητα κι αυτοθυσία. Εχουμε καταλάβει όλοι όσοι το υπηρετούμε πόσο επικίνδυνο είναι να παίζεις με τα παραμύθια όταν δεν ξέρεις τι σημαίνει «παραμύθι». Μπορεί να γίνουν πολύ επικίνδυνα, βλαβερά για την ψυχική και την πνευματική υγεία, όταν τα χειριστείς λάθος. Διαφορετικά είναι ένα υπέροχο είδος για όλες τις ηλικίες.

Η ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ
Μου φώναζαν «σ’ αγαπάμε»

  • Ποιες οι εντυπώσεις σας από την καλοκαιρινή περιοδεία σας με τη «Μήδεια» του Μπο­στ;

Ηταν η μεγαλύτερη ευτυχία που ένιωσα μέσα στον χρόνο που μας πέρασε… Είχα να πάω πολλά χρόνια περιοδεία, πάνω από δεκαετία. Συνάντησα πολύ κόσμο κι αυτή η συνάντηση μου έδωσε πολύ μεγάλη δύναμη, γιατί διαπίστωσα αγάπη κι εκτίμηση από πλευράς του κοινού που διαρκεί, άσχετα από την επικαιρότητα. Οχι ότι είμαι ο άνθρωπός τους. Με έχουν αγαπήσει μεγαλώνοντας εγώ μαζί τους κι εκείνοι μαζί μου. Και με έχουν εμπιστευτεί. Δεν ξέρετε τι αίσθημα ανακούφισης ήταν αυτό μέσα μου. Είναι σαν μια φιλία που διαρκεί πάρα πολλά χρόνια, άσχετα αν κάποια εποχή χαθείς με τους φίλους σου. Το αίσθημα υπάρχει. Ετσι κι εδώ. Είναι αυτό που δεν μπορώ πια να χάσω. Αυτό που ή δουλεύεις για να το αποκτήσεις και σου ανταποδίδεται ή αν δεν δουλέψεις είναι κάτι πρόσκαιρο, το χαίρεσαι για πολύ λίγο κι ύστερα χάνεται… Σε πολλές πόλεις όταν χειροκροτούσαν φώναζαν «σ’ αγαπάμε». Αυτό μου γέμισε την ψυχή. Γιατί για μένα η μεγαλύτερη κατάκτηση είναι η αγάπη, προς όλες τις κατευθύνσεις, στους ανθρώπους μας, σε αυτό που κάνουμε.

ΔΕΝ ΜΕ ΓΕΜΙΖΕ ΟΥΤΕ Η ΛΥΠΗ ΟΥΤΕ Η ΧΑΡΑ

  • Πώς καταγράφηκε στο προσωπικό σας λεξιλόγιο η απώλεια, δεδομένου ότι πριν από τρία χρόνια χάσατε τον σύντροφο της ζωής σας, Μάριο Πλωρίτη;

Δεν είναι εύκολο να το περιγράψει κανείς αυτό. Ουσιαστικά ξαναρχίζει το αλφάβητο από την αρχή… Αρχή του εαυτού σε μια ζωή που πρέπει να μάθει να τη ζει με τους καινούργιους όρους… Εξ ου και όλο αυτό το διάστημα ήταν η δυσκολότερη περίοδος της ζωής μου. Δεν μπορούσα να χαρώ γιατί και η χαρά δεν με γέμιζε πια τόσο όσο πριν, αλλά ούτε και η λύπη, επειδή σε όλη μου τη ζωή το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να με αγαπάνε και να αγαπάω. Ολα τα άλλα τα χαιρόμουν ή με στενοχωρούσαν μέχρις ενός σημείου… Τώρα που έχω απογυμνωθεί από τους ανθρώπους που λάτρεψα, προσπαθώ με τη δουλειά να ξαναμπώ σε αυτό που λέγεται ζωή.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

«Οι Επισκέπτες» του Πέτρου Ζούλια είναι βασισμένοι στη νουβέλα του Χένρι Τζέιμς «Το στρίψιμο της βίδας»: ένα σκηνικό ταξίδι που υπόσχεται αίσθημα, φαντασία και ανατροπή. Μαζί με την Κάτια Δανδουλάκη οι Φ. Μπαξεβάνη, Τ. Αλατζάς, Ολ. Σκορδίλη και τα παιδιά Κ. Λαγός, Σ. Μαμνιόγλου, Ν. Πάντσικ και Κ. Χατζημιχαήλ. Διασκευή/ Σκηνοθεσία: Π. Ζούλιας. Μετάφραση: Αντ. Γαλέος. Σκηνικά: Γ. Γαβαλάς. Κοστούμια: Αν. Αρσένη. Μουσική: Π. Αυγερινός. Θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη». Πρεμιέρα: 27/11.

  • ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 08/11/2009

Λευτέρης Βογιατζής: «Πρέπει και ο θεατής να προσπαθεί»

Κατηγορίες: Βογιατζής Λευτέρης — damiza @ 4:25 πμ
  • Ο Λευτέρης Βογιατζής παρατηρεί τη ζωή από μια καρέκλα κουρείου στην παράσταση «Το ύστατο σήμερα». Από την ίδια καρέκλα μάς μιλάει και για τη νέα κυβέρνηση, τις επιχορηγήσεις και τις ιδιοτροπίες του
  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009
  • Σας αρέσουν οι κακές ειδήσεις; Εμένα ναι. Αν τις θέλετε, θα σας τις πω. Γιατί τις προτιμώ; Μου αρέσει η οδύνη, το χάος; Οχι, καθόλου. Απλώς, νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι πολύ πιο ωραίοι πεσμένοι καταγής παρά όρθιοι»…

Ο Λευτέρης Βογιατζής στον ρόλο του πελάτη και ο Δημήτρης Ημελλος ως κουρέας στο έργο του Χάουαρντ Μπάρκερ «Το ύστατο σήμερα», που ανεβάζεται στο ανακαινισμένο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων».

Ο Λευτέρης Βογιατζής στον ρόλο του πελάτη και ο Δημήτρης Ημελλος ως κουρέας στο έργο του Χάουαρντ Μπάρκερ «Το ύστατο σήμερα», που ανεβάζεται στο ανακαινισμένο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων».

Είναι η πρώτη φράση που απευθύνει μετά από παρατεταμένη σιωπή ο πελάτης στον κουρέα του, ένας απερίγραπτος αγγελιοφόρος κακών ειδήσεων…

Ο επισκέπτης του κουρείου, ο Δνίστερ, δεν είναι άλλος από τον Λευτέρη Βογιατζή, ντυμένο με λινό κοστούμι, και ο κουρέας, το θύμα του, ο Δημήτρης Ημελλος, φορώντας την άσπρη ποδιά του (σκηνικό-κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου). Το έργο του Χάουαρντ Μπάρκερ «Το ύστατο σήμερα» ανεβαίνει σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη στο ανακαινισμένο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων».

Μέσα σ’ ένα χώρο πλημμυρισμένο από αντικείμενα κουρείου, ο Λ. Βογιατζής καθισμένος στη παλιομοδίτικη καρέκλα, θα «απολαμβάνει» κάθε βράδυ μια οδυνηρή επικοινωνία με τον κουρέα. Η παράσταση με πολλά περάσματα από το φως στο σκοτάδι δεν φέρει καμιά ένδειξη εποχής ενώ οι ήχοι (Θοδωρής Αμπατζής-Σταύρος Γασπαράτος) παραπέμπουν σε ατμόσφαιρα ολικής καταστροφής.

Ο Δνίστερ είναι ψυχρός παρατηρητής, ένα είδος ανιματέρ της ζωής χωρίς συναισθηματικούς περισπασμούς, ένας εμπειρογνώμων ατυχημάτων… Εχει έρθει να ανακοινώσει τα δυσάρεστα. Προετοιμάζει τον κουρέα κυκλωτικά, αυξάνοντας ολοένα τον τρόμο του για τα ανείπωτα.

  • Από αναβολή σε αναβολή

Τον οδηγεί σε άγνωστες περιοχές του εαυτού του. Κάποτε ο σιωπηλός κουρέας επικαλείται την απούσα στον Δνίστερ ηθική, για να βάλει ένα τέλος. Ο άλλος, όμως, θα τον φτάσει επώδυνα και ηδονικά στο ύστατο σημείο αντοχής. Τα βλέμματά τους συναντιούνται μέσα από ένα ειδικό τζάμι-καθρέφτη.

Οι εργασίες στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων θα έπρεπε να είχαν τελειώσει από πέρσι τον Απρίλιο, όμως ο Λ. Βογιατζής κάνει πρόβες σ’ ένα ακόμα μισοέτοιμο θέατρο ανάμεσα σε σκόνες, με συμπρωταγωνίστριες -ποιες άλλες;- τις καθυστερήσεις και τις αναβολές. Και δεν φτάνει το «Υστατο σήμερα». Ο σκηνοθέτης έχει προγραμματίσει για τη σεζόν… τρία ακόμα έργα: το «Πάρτι γενεθλίων» του Πίντερ και το τελευταίο του Δ. Δημητριάδη. Μα θα προλάβει;

«Πάντως, τώρα, δεν φταίω εγώ για τις αναβολές. Είμαι πάντα σ’ ένα γιαπί. Τουλάχιστον το θέατρο έγινε πιο άνετο, λειτουργικό. Η αρχιτέκτων Μυρτώ Μήλιου δούλεψε με σεβασμό στην αρχική ιδέα του Κ. Κρόκου. Τα καθίσματα αποσύρονται αλλά πάλι δεν έχω χώρο αποθήκευσης στην περίπτωση που ήθελα μια παράσταση άλλου τύπου, για λίγο κόσμο ή ορθίους. Η κατάσταση είναι ακόμα τόσο χαοτική, που ξεκινώ πρόβα με τρεις ώρες καθυστέρηση, γιατί πρέπει πρώτα να βγάλω απ’ το μυαλό μου όλα τα γύρω γύρω ώστε να περάσω μετά, με σχετική ηρεμία, στην παράσταση».

- Το έργο μοιάζει εξαιρετικά πολύπλοκο.

«Φιλοσοφικά είναι κοντά στις ιδέες του Νίτσε. Η έννοια της οδύνης και της ομορφιάς που εμπεριέχει απασχολεί τον ήρωα που υποδύομαι. Το μισό έργο παίζεται μέσα απ’ τον καθρέφτη. Αποτελεί δε σπουδαίο μάθημα για την πολυμορφία της μήτρας του ρεαλισμού, που είναι τόσο παρεξηγημένος σήμερα. Μία απ’ τις αρετές ή δυσκολίες του θεάτρου που γράφει ο Μπάρκερ είναι ότι βάζει το θεατή σ’ αυτή την τερατώδη διαδικασία αυτοσυγκέντρωσης: να μη λυγίσει, να επιμείνει. Κάποια προσπάθεια χρειάζεται να κάνει κι αυτός για να ωφεληθεί, δεν νομίζετε;»

  • «Μια ελπίδα την έχουμε»

- Είστε αισιόδοξος με τη νέα κυβέρνηση;

«Χωρίς να έχω καμιά ιδιαίτερη ενημέρωση περί αυτών, ομολογώ ότι τη Δευτέρα μετά τις εκλογές ξύπνησα λίγο πιο ελαφρύς… Μετά, βέβαια, τρόμαξα βλέποντας σε τηλεοπτικό πάνελ κάποιον υφυπουργό να καταδυναστεύει το συνομιλητή του. Μήπως αυτά είναι δείγματα ότι ξανακυλάμε στο χάος; Πάντως, μια ελπίδα την έχουμε. Αλήθεια, δεν είναι ωραίο που είμαστε πια απολιτίκ και προσδοκούμε απλώς τη δράση;..»

- Και με το θέμα των επιχορηγήσεων;

«Τις εισπράττουμε με καθυστέρηση τριών χρόνων. Τώρα χρωστάω λεφτά πρώτη φορά και δεν ξέρω πώς θα το αντιμετωπίσω. Τα επόμενα έργα έχουν πολλά άτομα. Σκέφτομαι ότι αν είχα οικογένεια, δεν θα τα έβγαζα πέρα».

- Αλήθεια, γιατί δεν κάνετε;

«Τι; Να παντρευτώ;.. Μπα, δε νομίζω. Ομως τα παιδιά μου αρέσουν. Εχω βαφτιστήρια. Τα πιλατεύω, τα τρομάζω… Εγώ παλεύω ακόμα μ’ αυτά που πρέπει να κάνω κι όλο αναβάλλω. Να κοιτάξω το πόδι μου, για παράδειγμα. Τον πρώτο μηνίσκο τον έπαθα στο “Σε φιλώ στη μούρη”. Ούρλιαξα στη σκηνή και τρελάθηκαν όλοι. Ενα βράδυ στο Μπενάκη χορεύοντας με μια φίλη -δίχως να ξέρω πώς, εγώ δεν χορεύω!- νιώθω ξαφνικά το πόδι μου να εκτοξεύεται, απέναντι, στον Βασιλικό Κήπο… Μετά έκανα εγχείρηση. Και μετά με κτύπησε ένα μηχανάκι στον αστράγαλο».

- Και η υπόλοιπη ζωή σας;

«Κοιμάμαι αργά, ξυπνώ αργά και χάνω τη μέρα. Φεύγω από το θέατρο, πηγαίνω σπίτι και δεν κάνω τίποτα. Την τηλεόραση την κατάστρεψε η καταιγίδα, να διαβάσω δεν μπορώ χρόνια τώρα, ούτε τη μεγάλη μου αγάπη, μυθιστορήματα. Δεν παίρνω χάπια γιατί το έκανα κάποτε με ολέθριο αποτέλεσμα.

»Αντί να κοιμηθώ, έμεινα ξύπνιος σε κατάσταση υπνηλίας να κυνηγάω το γάτο. Δεν θα υπήρχα χωρίς αυτόν. Εκείνος όμως δεν με εκτιμά καθόλου. Με παιδεύει. Ετοιμάζομαι, ας πούμε, για την Ανδρο. Τον φωνάζω, έχω ψάξει σ’ όλο το Λυκαβηττό, έχω χάσει δύο πλοία, τίποτα. Τον βρίσκω σ’ ένα από τα μπαλκόνια μέσα στη γλάστρα να με κοιτάζει ασυγκίνητος. Είναι ο Φανερωμένος επειδή τον βρήκα μωρό, με υποκοριστικό Φανερούλης».

- Σ’ όλα βρίσκεστε σε κατάσταση αγώνα. Στο θέατρο, στην επικοινωνία, ακόμα και με το γάτο…

«Δεν είναι υπέροχο; Πριν ένα χρόνο θα έλεγα ότι είναι κατάρα. Τώρα το βρίσκω απόλυτα φυσιολογικό ν’ αγωνίζεσαι για όλα. Χωρίς κόπο, ανάξια μπορεί να γίνει κάτι;»

- Ερωτεύεστε ποτέ κάτι πέρα απ’ τη δουλειά σας; Δύσκολα σας φανταζόμαστε αφοσιωμένο κάπου αλλού. Σ’ έναν άνθρωπο που να σας έχει πάρει το μυαλό…

«Ελα ντε… Στο θέατρο πάντως αναγκάζομαι να αφοσιωθώ. Δεν είμαι αυτό που αναγκαστικά φαίνομαι. Το ίδιο ισχύει για όλους. Μεγαλώνουμε και δύσκολα συνειδητοποιούμε τη σημασία του χρόνου που φεύγει. Συχνά κάνω σκέψεις πάνω σ’ αυτό, αλλά εγκαταλείπω γιατί η εργασία παραείναι σοβαρή και χρονοβόρα».

  • «Δεν είμαι συγκεντρωτικός»

- Θ’ αναλαμβάνατε ένα θεσμικό πόστο; Π.χ. τη διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου;

«Δεν το σκέφτηκα ποτέ. Αν με ερέθιζε η προοπτική μιας σιγανής αλλά πολύ σημαντικής αλλαγής, ίσως. Αλλιώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να διευθύνω την συνέχεια μιας… απρόσκοπτης πορείας. Εχει επίσης σημασία με ποιους θα κάνεις τις αλλαγές. Παρόλο που η φήμη με θέλει συγκεντρωτικό, τίποτα δεν κάνω χωρίς τους άλλους. Κι αν ιντριγκάρω στις πρόβες, είναι για ν’ αναδυθούν γεγονότα. Αλλο αν συχνά αναδύονται και πράγματα δυσβάσταχτα, που με κάνουν να χάνω το χιούμορ μου».

- Εχθρούς έχετε;

«Δεν σου δίνει αξία το να έχεις εχθρούς. Ξέρεις πόσο δυσάρεστο είναι; Γεννιέται μέσα σου ο παράλογος φόβος, από πού κι ως πού με μισούν; Το ίδιο φριχτή είναι η αλαζονεία ότι το “μεγαλείο” σου μπορεί να δημιουργεί εχθρούς. Δηλαδή, μια άθλια παγίδα».

- Μπορεί μια κακή παράσταση να εμφανίσει μέτριο ένα σημαντικό συγγραφέα;

«Πολλές φορές έχει συμβεί αυτό… Εδώ, από την ανία των παραστάσεων, λέγαμε παλαιότερα “ουφ, ο Σέξπιρ”. Αυτή είναι η μοναδικότητα του θεατρικού κειμένου: πρέπει να παίζεται. Βλέποντας από παιδί θέατρο διαπιστώνω ότι τάσεις που ανέπτυξα τότε δεν διαφέρουν πολύ απ’ τις σημερινές μου. Με τη μητέρα μου μοιράστηκα και απίθανα κωμικές στιγμές. Ηθελα να την πείθω ότι δεν της άρεσε στ’ αλήθεια αυτό που διατεινόταν ότι της άρεσε σε μια παράσταση. Την ξεγύμνωνα, την εξόντωνα και τελικά την έπειθα».

- Ενα είδος Δνίστερ, δηλαδή…

«Περίπου… Η συναισθηματική απόσταση του Δνίστερ από τα πράγματα είναι απόλυτη, καθαρή. Συχνά μοιάζει σαν να έχει επινοήσει τον κουρέα. Σαν οι δυο τους ν’ αποτελούν ένα πρόσωπο». *

Νοεμβρίου 7, 2009

Ευγένιος Τριβιζάς: Μια φορά κι έναν καιρό, ένας εγκληματολόγος

Κατηγορίες: Τριβιζάς Ευγένιος — damiza @ 8:40 πμ

Το παιδικό θεατρικό του «Ο έβδομος σταθμός» παίζεται για δεύτερη χρονιά στο «Τρένο στο Ρουφ», τα «Μαγικά μαξιλάρια» του, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, βγάζουν πιτσιρίκια και μεγάλους εκστασιασμένους από την παιδική σκηνή του Εθνικού και το οικολογικό παραμύθι του «Για μια χούφτα μπάμιες» μόλις ανέβηκε στο θέατρο «Πειραιώς 131».

Με την οικονομία της θεατρικής σκηνής, όπως στο «Εβδομος Σταθμός», αλλά και με τη δυναμική του τρισδιάστατου ανιμέισον, όπως στο «Ενα δέντρο μια φορά» (πάνω), που περιμένουμε στη μικρή οθόνη τα Χριστούγεννα, τα παραμύθια του κυρίου εγκληματολόγου συνεπαίρνουν μικρούς και μεγάλους§Σκηνή από τα «Μαγικά μαξιλάρια» στο Εθνικό, όπου, μετά τις «αντιπαραγωγικές» γιορτές, οι άνθρωποι στερούνται και τα όνειρα

Με την οικονομία της θεατρικής σκηνής, όπως στο «Εβδομος Σταθμός», αλλά και με τη δυναμική του τρισδιάστατου ανιμέισον, όπως στο «Ενα δέντρο μια φορά» (πάνω), που περιμένουμε στη μικρή οθόνη τα Χριστούγεννα, τα παραμύθια του κυρίου εγκληματολόγου συνεπαίρνουν μικρούς και μεγάλους§Σκηνή από τα «Μαγικά μαξιλάρια» στο Εθνικό, όπου, μετά τις «αντιπαραγωγικές» γιορτές, οι άνθρωποι στερούνται και τα όνειρα Το «Ενα δέντρο μια φορά», σε σενάριο δικό του, γυρίζεται τώρα από την «Time Lapse Pictures» με τρισδιάστατο ανιμέισον (εξέλιξη αυτού που χρησιμοποιήθηκε στο πετυχημένο «Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι», σε σενάριο πάλι του ιδίου) για να παρουσιαστεί από την ΕΡΤ τα Χριστούγεννα.

Ε, όταν έφτασε στο γραφείο και η υπέροχα πολύχρωμη επανέκδοση του graphic novel του Ευγένιου Τριβιζά «Οι δραπέτες της σκακιέρας» (εκδόσεις Καλέντης) με το cd της ομώνυμης όπερας (στην οποία έγραψε το λιμπρέτο ο ίδιος και τη μουσική ο Γιώργος Κουρουπός, σε παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής), ο ίδιος ο Πίκος Απίκος πήρε το τρίκυκλο του χαμένου μανάβη της Φρουτοπίας και ήρθε και μου τράβηξε το αυτί για μια συνέντευξη που έπρεπε να είχε ήδη γίνει με τον διάσημο παραμυθά-εγκληματολόγο.

  • Η ανιψιά μου όταν της διαβάζαμε τα «88 ντολμαδάκια» μας άκουσε να μιλάμε για σας και φώναξε: «Υπάρχει ο Ευγένιος Τριβιζάς;». Πώς θα περιγράφατε τον Ευγένιο Τριβιζά σε ένα μικρό παιδί;

«Θα του έδινα σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Οτι δηλαδή έχω γεννηθεί στη Χώρα των Χαμένων Χαρταετών, ότι κατοικώ στο Νησί των Πυροτεχνημάτων απέναντι από ένα ψιλικατζίδικο, που επιδιορθώνει κούκους ρολογιών, ότι ξέρω να μιλάω σοκολατινικά και ότι κάνω συλλογή από γεμιστά μπισκότα και κομμάτια παλιών παραμυθιών. Η συλλογή αυτή περιλαμβάνει ένα κορδόνι από το δεξί παπούτσι του παπουτσωμένου γάτου, ένα άχυρο από το σπίτι που έχτισαν τα τρία μικρά γουρουνάκια και ένα πούπουλο από το μαξιλάρι όπου κοιμόταν η ωραία κοιμωμένη».

  • Ποιο είναι το μυστικό για να γίνει κανείς καλός συγγραφέας;

«Να έχει πάππο πειρατή και να πίνει βυσσινάδα με παγάκια από δροσοσταλίδες και να φοράει πιτζάμες στο χρώμα του φεγγαριού με μοβ ρίγες και τσέπες γεμάτες νυχτολούλουδα».

  • Τι θα απαντούσατε σε ένα παιδί που αναρωτιέται από πού έρχονται όλες αυτές οι ιδέες για τις ιστορίες σας;

«Οτι μου τις ψιθυρίζει τα βράδια στο αυτί ο παπαγάλος μου η Σύνθια».

  • Ποιος είναι ο αγαπημένος σας ήρωας;

«Ολοι οι ήρωες που επιδιώκουν εκείνο που φαίνεται αρχικά ακατόρθωτο».

  • Ποιος είναι ο αγαπημένος σας παραμυθάς;

«Ο Αρτσιμπαλ Μακ Χίκαπς, που έγραψε το 1927, με μαύρο μελάνι σε μαύρο χαρτί, ένα παραμύθι με τίτλο το “Σμαράγδι του Μαχαραγιά”. Κυκλοφόρησε μόνο σε ένα αντίτυπο, το οποίο το βρήκα εντελώς τυχαία ξεχασμένο σε ένα παγκάκι και άρχισα αμέσως να το διαβάζω. Δυστυχώς με πήρε ο ύπνος και όταν ξύπνησα το βιβλίο έλειπε. Ποτέ δεν έμαθα τι έγινε. Οταν ρώτησα τον φύλακα του πάρκου αν είδε τίποτα ύποπτο, μου απάντησε ότι είδε μόνο έναν εξωγήινο σκόρο, που κυνηγούσε έναν πιερότο και μια μπαλαρίνα».

  • Τελικά τι θα κάνει ο δαιμόνιος δημοσιογράφος Πίκος Απίκος της «Φρουτοπίας» με την επικράτηση του Internet; Θα ανοίξει δικό του portal προάγοντας τον εαυτό του σε αρχισυντάκτη, θα γίνει blogger ή απλώς θα αλλάξει επάγγελμα;

«Ο Πίκος Απίκος περιμένει υπομονετικά τη στιγμή που το παπάκι των ηλεκτρονικών διευθύνσεων του Ιντερνετ θα γίνει κύκνος, για να του πάρει συνέντευξη».

  • Πού αποδίδετε την αύξηση της παιδικής εγκληματικότητας;

«Στην έλλειψη προτύπων και στην εγωιστική αδιαφορία μας για την πνευματική τροφή των παιδιών μας. Κάθε κοινωνία έχει τα παιδιά που της αξίζουν».

  • Ο Αξιωματικός και η Βασίλισσα το σκάνε από τη σκακιέρα, οι κάτοικοι της χώρας του Μπελαφούσκου κάνουν απαγορευμένες αντιπαραγωγικές πράξεις και ο Λυκούργος και ο Νικήτας στήνουν κομπίνα για να μην τρώνε πια μπάμιες… Βρίσκετε μέρος της έμπνευσης για τον κόσμο των παιδιών στην άλλη σας ιδιότητα, του εγκληματολόγου; Η γοητεία της παραβατικότητας, η παρόρμηση κ.λπ. είναι κοινά στο παραμύθι και στο έγκλημα;

«Οχι μόνο τα παραμύθια αλλά όλα τα λογοτεχνήματα, από την τραγωδία ώς το θρίλερ, βρίθουν από εγκλήματα, αμαρτήματα και πάσης φύσεως παρεκκλίσεις. Στα παραμύθια, το έγκλημα είναι πανταχού παρόν. Μάγισσες φουρνίζουν ορφανά παιδάκια, βασίλισσες δηλητηριάζουν με φαρμακωμένα μήλα ανύποπτες παρθένες και δράκοι παρενοχλούν τρομοκρατημένες πριγκίπισσες. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη εγκληματολογία να προσφέρουν πλούσιο υλικό για τα βιβλία μου».

  • Για παράδειγμα;

«Η δίκη και καταδίκη για παράβαση του νόμου της βαρύτητας ενός σκιάχτρου που ονειρεύεται να πετάξει στο “Ονειρο του σκιάχτρου”, οι αβάσταχτες τύψεις της μικρής ηρωίδας στη “Νύχτα της μπανανόφλουδας”, η απροσδόκητη συνάντηση ενός διαρρήκτη και ενός φιλάργυρου στις “Χελώνες του βαρώνου”. Η μελέτη των διάφορων αποτρόπαιων τρόπων εκτελέσεων καταδίκων ανά τους αιώνες μου έδωσε την ιδέα για τον τρόπο εκτέλεσης των τριών καταζητούμενων στο “Ο έβδομος σταθμός”. Η μπαλαρίνα καταδικάζεται να πνιγεί σε μια λίμνη με κύκνους, ο κλόουν να εκτελεστεί με ένα εκρηκτικό πούρο και ο κιθαρίστας σε θάνατο δι’ ηλεκτροπληξίας με ηλεκτρική κιθάρα. Το θέμα της γενοκτονίας το πραγματεύομαι στην “Τελευταία μαύρη γάτα” και η σειρά αντιπολεμικών βιβλίων μου (“Ο πόλεμος των Ούφρων και των Τζούφρων”, “Ο πόλεμος της χαμένης παντόφλας”, “Ο πόλεμος της ωμεγαβήτας” κ.λπ.) έχει για θέμα της τα εγκλήματα των πολεμοκάπηλων. Ολα αυτά δοσμένα σε ένα κοκτέιλ περιπέτειας, χιούμορ και φαντασίας».

  • Οι «Δραπέτες της σκακιέρας» τι είναι τελικά; Μια ιστορία έρωτα, η περιπέτεια μιας απόδρασης ή μια εξέγερση απέναντι στη διανομή ρόλων που δεν μας ταιριάζουν;

«Ολοι κάποιες στιγμές νιώθουμε την ανάγκη να δραπετεύσουμε από την καθημερινότητά μας και τους ρόλους που είτε μας έχουν άλλοι επιβάλει είτε έχουμε επιβάλει οι ίδιοι στον εαυτό μας. Κι αν δεν το κάνουμε, το φανταζόμαστε. Γι’ αυτό κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, είμαστε όλοι μας δραπέτες κάποιας σκακιέρας».

  • Εχετε δει παραμύθια σας να γίνονται από όπερα μέχρι ταινίες τρισδιάστατου ανιμέισον. Ποιο βρίσκετε το καλύτερο μέσο για να πείτε ένα παραμύθι;

«Το κάθε μέσο έχει τους δικούς του κώδικες και τρόπους προσέγγισης. Η ανελέητη σκηνική οικονομία που απαιτεί ένα θεατρικό έργο προσφέρει λιγότερη συγγραφική άνεση απ’ όση ένα μυθιστόρημα ή ένα παραμύθι. Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά με έλκει η φαντασμαγορία και η μαγεία του θεάτρου. Το οποίο επιτρέπει, εκτός των άλλων, και τη συμμετοχή των παιδιών, όπως στο “Ονειρο του σκιάχτρου”, όπου οι θεατές χασμουριούνται για να πάρει ο ύπνος τον δεσμοφύλακα, ή στα “Μαγικά μαξιλάρια”, όπου οι θεατές “χουχουλιάζουν” για να ζεσταθούν οι φρουροί του παλατιού και να βγάλουν τα κράνη τους. Το ανιμέισον, πάλι, προσφέρει απεριόριστες δυνατότητες κίνησης, δημιουργίας ονειρικών τοπίων και φαντασμαγορικού ζωντανέματος μαγευτικών σκηνών και καταστάσεων. Στις περιπτώσεις αυτές ελαχιστοποιώ τον λόγο. Αν κάτι μπορεί να δοθεί με μια κίνηση, έκφραση ή στάση, αποφεύγω τον μονόλογο ή τον διάλογο. Μια όπερα, πάλι, όπως “Οι δραπέτες της σκακιέρας”, είναι το πιο απαιτητικό μέσο, επειδή ακόμα και οι λέξεις πρέπει να επιλεγούν μια-μια προσεκτικά, αφού άλλες ακούγονται καλά όταν τραγουδιούνται και άλλες όχι».

  • Αρα μπαίνει και θέμα «κόστους» στην επιλογή του αφηγηματικού μέσου;

«Το κόστος όλων αυτών των μέσων, εκτός του βιβλίου, είναι ότι επειδή συνιστούν συλλογικές προσπάθειες, ο συγγραφέας βρίσκεται στο έλεος των υπόλοιπων συντελεστών της παραγωγής – σκηνογράφων, χορογράφων ενδυματολόγων, φωτιστών και, κυρίως, σκηνοθετών που τα οράματά τους μπορεί να μη συμπίπτουν. Το κάθε έργο είναι σε αυτές τις περιπτώσεις σαν ένα λουλούδι, που το φυτεύει ο συγγραφέας σ’ ένα γλαστράκι, το φροντίζει όσο μπορεί και το προσφέρει στον σκηνοθέτη. Αλλοι σκηνοθέτες παίρνουν το λουλούδι και το κάνουν κήπο. Αλλοι το μαδάνε ή το ραντίζουν με τοξικά χημικά και, στην καλύτερη περίπτωση, μένει μόνο ένα θλιβερό κοτσάνι. Ευτυχώς είχα την τύχη να υπερτερούν οι κήποι και να σπανίζουν τα κοτσάνια που γεννήθηκαν από τα γλαστράκια μου». *

  • Πέντε παραστάσεις-ευκαιρία για να μπουν τα παιδιά στον κόσμο του Ευγένιου Τριβιζά

*Στο θέατρο «Ακάδημος» παίζεται «Ο ταύρος που έπαιζε πίπιζα», σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Σερεφίδη, η ιστορία ενός διάσημου ταυρομάχου που ετοιμάζεται να δώσει την εκατοστή του ταυρομαχία, χωρίς να ξέρει ότι ένα οδυνηρό παρελθόν τον δένει με τον ταύρο που θα αντιμετωπίσει εκείνο το πρωί στην αρένα.

*Στο «Πειραιώς 131» το «Για μια χούφτα μπάμιες» -σε σκηνοθεσία Κώστα Φαρμασώνη- αφορά τις συναρπαστικές περιπέτειες δύο απελπισμένων λύκων, που βαρέθηκαν να τρώνε μπάμιες και για να εξασφαλίσουν κρέας στήνουν μια επιχείρηση στην ανεξερεύνητη ζούγκλα των ανθρώπων.

*Στην παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου παίζονται «Τα μαγικά μαξιλάρια», με τη συμμετοχή του «πρωτοεμφανιζόμενου ιπποπόταμου και θηριοδαμαστή» Γιάννη Κακλέα. Ο άπληστος άρχοντας Αρπατίλαος καταργεί τα πάρτι, τις γιορτές, τα διαλείμματα και τις Κυριακές για να δουλεύουν όλοι συνέχεια. Και τελικά τα όνειρα, για να μην τα συγκρίνουν με την πραγματικότητα, εξαναγκάζοντας τους πάντες να κοιμούνται σε μαξιλάρια που προκαλούν εφιάλτες.

*Στο «Τρένο στο Ρουφ» συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά ο «Εβδομος σταθμός» (θεατρική μεταφορά του έργου «Το μυστικό του πειρατή Μπελαφούσκ»), σε σκηνοθεσία Τατιάνας Λύγαρη.

*Στο Νέο Θέατρο Θεσσαλονίκης η θεατρική μεταφορά του παραμυθιού «Η Κούλα η κατσικούλα και το κλεμμένο τραγούδι» σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη.

  • Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Νοεμβρίου 6, 2009

Η Ελλάδα πεθαίνει από χώρα σε χώρα

Κατηγορίες: Μαρμαρινός Μιχαήλ — damiza @ 6:01 μμ
  • Παράξενη υποδοχή μού επιφύλαξε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός στο θέατρο «Θησείον». Ανοίγει η μεταλλική θύρα και τον αντικρίζω αγκαλιά με τη «συλλεκτική», όπως λέει, «Ελευθεροτυπία» της επομένης των εκλογών.

«Ηταν στις αρχικές προθέσεις τού Γιώργου Λούκου, να μπορέσουν κάποιες παραγωγές του Φεστιβάλ να βγουν κι έξω. Είναι κάτι που πρέπει να προσέξει ο Παύλος Γερουλάνος», λέει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός

«Ηταν στις αρχικές προθέσεις τού Γιώργου Λούκου, να μπορέσουν κάποιες παραγωγές του Φεστιβάλ να βγουν κι έξω. Είναι κάτι που πρέπει να προσέξει ο Παύλος Γερουλάνος», λέει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός Στο εξώφυλλο κυριαρχούν ο «Θρίαμβος Γιώργου» και η «Συντριβή-παραίτηση Καραμανλή». «Αυτό είναι ντοκουμέντο πια. Είναι ιστορικό ημερολόγιο. Θέλω να το μελετήσω σαν να ήμουνα εδώ εκείνη την ημέρα. Το 46% του ΠΑΣΟΚ είναι αντανάκλαση ενός υψηλού βαθμού απελπισίας, αλλά είναι αντανάκλαση κι ενός υψηλού βαθμού ελπίδας», με προλαμβάνει. «Είναι διττό το μήνυμα. Είμαι από αυτούς που έχουν μια εμπιστοσύνη στο χαμηλό προφίλ του Παπανδρέου. Εχω φρικάρει απ’ την εμπειρία των υψηλών προφίλ. Η εκλογή του είναι ένα προχώρημα εθνικής ωρίμανσης».

Την ημέρα των εκλογών βρισκόταν στο θέατρο Odeon του Παρισιού, όπου προετοιμάζει το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δ. Δημητριάδη, με μια «ουρά» 120 Γάλλων και Ελλήνων – ανάμεσά τους και ο Δημήτρης Λιγνάδης. Η παράσταση, που θα δοθεί μόνο αύριο, εντάσσεται στο Φεστιβάλ του Φθινοπώρου. Ο Μαρμαρινός πηγαινοέρχεται και στο Βρότσλαβ, όπου σκηνοθετεί «μια αναπαράσταση», όπως αναφέρει, παράστασης του Γκροτόφκσι. Τίτλος της: «Akropolis». Η πρεμιέρα θα δοθεί στις 5 Δεκεμβρίου στο θέατρο «Σποτσέζνι». Μια ελληνική βερσιόν θα ανεβεί και στο «Θησείον».

  • Ανεβάζετε ξανά το «Πεθαίνω σαν χώρα» με Γάλλους. Σας έχει στοιχειώσει το έργο πια.

«Το ενδιαφέρον για μένα είναι ότι το Odeon, ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα, κάνει ένα αφιέρωμα στον Δημητριάδη. Ενα συγγραφέα που στην Ελλάδα έχει λίγο αποκηρυχθεί. Κι επειδή η γαλλική κοινωνία είναι πολυφυλετική, είναι σημαντικό ότι υπάρχουν στην “ουρά” της παράστασης όλες οι φυλές του Ισραήλ».

  • Αναρωτιέμαι πραγματικά αν το κείμενο του Δημητριάδη μπορεί να «πιάνει» και μια δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία, όπως η γαλλική.

«Κάθε ζωντανή χώρα έχει λόγους να πεθαίνει. Αυτός είναι ο ορισμός της ζωντανής χώρας. Οι εσωτερικές συγκρούσεις. Αλλιώς ή κοιμάται ή έχει πεθάνει».

  • Τα βιωματικά κείμενα των μελών της «ουράς» προκύπτουν στις πρόβες κάθε φορά;

«Σε κάθε χώρα είναι αλλιώτικα. Το Παρίσι είναι η πέμπτη πόλη. Προηγήθηκαν η Αθήνα, οι Βρυξέλλες, η Βιέννη και η Βαρσοβία. Μάλλον θα ακολουθήσει αργότερα και η Τουρκία. Ηταν στις αρχικές προγραμματικές σκέψεις του Γιώργου Λούκου, να μπορέσουν κάποιες παραγωγές του Φεστιβάλ να βγουν κι έξω. Οχι να μας έρχονται μόνο πράγματα. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το λάβει σοβαρά υπόψη του και ο Παύλος Γερουλάνος».

  • Τι άλλο πρέπει να κάνει ο Παύλος Γερουλάνος στον χώρο του θεάτρου;

«Να ξαναδεί το θέμα “φερεγγυότητα του κράτους, απέναντι στο θέατρο”, όσον αφορά στις επιχορηγήσεις. Να μπορούν οι άνθρωποι να κάνουν έναν στοιχειώδη προγραμματισμό. Πρέπει να υπάρξει ένα σύστημα, που να μπορεί να διασφαλίσει ένα ρυθμό στήριξης της Πολιτείας. Είμαστε ή του ύψους ή του βάθους. Ή καταργούμε ή φτιάχνουμε. Δεν προχωράει, όμως, έτσι τίποτα».

  • Η εμπειρία της Πολωνίας πώς είναι;

«Αλλη χώρα! Αλλο επίπεδο!».

  • Υπάρχει οπτικοακουστικό ντοκουμέντο απ’ την παράσταση «Acropolis» του Γκροτόφσκι»; Σ’ αυτό στηρίζεστε;

«Υπάρχει ακόμα κι υλικό από την ιδιωτική ζωή των συντελεστών της παράστασης. Κι αυτό παίζει ρόλο».

  • Πώς προσεγγίζεται η Ακρόπολη; Ως πολιτισμικό σύμβολο; Στερεοτυπικά;

«Υπάρχει ένας δημόσιος χώρος στην Κρακοβία, που τον διαμόρφωσαν οι Πολωνοί, έτσι ώστε να εκπροσωπεί ό,τι είναι η Ακρόπολη για τον ελληνικό πολιτισμό. Εκεί στηρίζεται το έργο του Πολωνού πεζογράφου Μπισπιάτσκι -γράφτηκε το 1904. Φέρει επάνω του όλη την αχλύ του κλασικισμού. Η ελληνική βερσιόν της παράστασης δεν θα βασίζεται στον Γκροτόφσκι, αλλά στο κείμενο. Εχω ξεκινήσει τη δουλειά από πέρσι». *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Νοεμβρίου 4, 2009

ΤΣΕΖΑΡΙΣ ΓΚΡΑΟΥΖΙΝΙΣ: «Είδα τον “Ζορμπά” σαν ελληνικό γουέστερν»

Κατηγορίες: Γκραουζίνις Τσέζαρις — damiza @ 6:42 μμ
«Ναι, με απασχολεί κι  εμένα η οικολογία. Αλλά  μερικές φορές ξεχνάμε  την
  • Ο διακεκριμένος Λιθουανός σκηνοθέτης Τσέζαρις Γκραουζίνις επανέρχεται στην Αθήνα και ανεβάζει στο Εθνικό μία παράσταση πάνω στον «Ζορμπά» του Καζαντζάκη

Μας ξανάρθε. Για τρίτη φορά. Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις. Από την Λιθουανία. Η πρώτη ήταν το 2006 στο «Πορεία» του Δημήτρη Τάρλοου«Δάφνης και Χλόη: Ταξίδι αναψυχής», εξαιρετική παράσταση που παίχτηκε δύο σεζόν. Η δεύτερη, το καλοκαίρι του 2008 – «Περιμένοντας τον Γκοντό» για το Φεστιβάλ Αθηνών. Τώρα τον κάλεσε το Εθνικό Θέατρο. Και ανεβάζει «Ζορμπά»! Την παράσταση «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία», βασισμένη στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Το οποίο έχει κυκλοφορήσει στα πέρατα του κόσμου αφότου ο Μιχάλης Κακογιάννης το έκανε ταινία- «Ζorba the Greek» («Ζορμπάς ο Έλληνας»)- και ο Μίκης Θεοδωράκης, με το «συρτάκι» του από τη μουσική της ταινίας, διεθνούς απήχησης τουριστικό στερεότυπο.

  • Δεν φοβάστε πως η επιλογή σας μπορεί να θεωρηθεί κοινότοπη, «τουριστική»;

«Μου αρέσει αυτό που κάνω και δεν φοβάμαι τίποτα. Ο στόχος μου δεν είναι να πολεμήσω με τα στερεότυπα. Ούτε να δημιουργήσω άλλα στερεότυπα. Δεν έχω πρόβλημα με τη “βιομηχανία Ζορμπάς”. Κάποιοι διανοούμενοι θα βρουν ίσως πως τη σχολιάζω. Ας το κάνουν.

Εγώ στο βιβλίο, που το θεωρώ πολύ σημαντικό, βλέπω μία ειλικρινή, έντιμη έκθεση των βασικών αναζητήσεων του ανθρώπου. Το διάβασα με τους ηθοποιούς μου στις δοκιμές και προσπάθησα να μεταφέρω σε θεατρική γλώσσα τις δονήσεις που μας προκάλεσε».

Στα σαράντα κάτι, πολύ ψηλός, γεροδεμένος, το κεφάλι ξυρισμένο, βαθιά φωνή, αυτή τη φορά έχει αφήσει και μουσάκι – εντυπωσιακός άντρας. Δεν γελάει συχνά, αλλά όταν γελάει γλυκαίνει. Σκέφτεται πριν μιλήσει αλλά εμπνέει εμπιστοσύνη. Όταν έφτασε με ρώτησε στα ελληνικά: «Τι κάνετε;».

  • Ξανάρθατε. Είναι που σας αρέσουμε στην Ελλάδα; Ή που μας αρέσατε;

«Δεν ξέρω πόσο σας άρεσα. Αλλά σίγουρα εσείς αρέσετε σε μένα». Γελάμε. Ο βοηθός του, ο νέος ηθοποιός Γιάννης Παναγόπουλος, βοηθάει στη μετάφραση.

  • Δεν «δραματοποιήσατε» το κείμενο του Καζαντζάκη. Προφανώς ακολουθήσατε τον ίδιο δρόμο με το κείμενο του Λόγγου στο «Δάφνης και Χλόη». Ποιος είναι αυτός ο δρόμος;

«Ναι, είναι μία μέθοδος παρεμφερής. Αλλά θα χαρακτήριζα “παιχνίδι” τη διαδικασία που ακολουθήσαμε στο “Δάφνης και Χλόη” αν τη σύγκρινα με την τωρινή. Φιλολογικά τα δύο κείμενα τα χωρίζουν έτη φωτός».

  • Το τελικό κείμενο διαμορφώθηκε από όλους τους ηθοποιούς;

«Όχι, εγώ το υπογράφω. Δεν κάναμε devised theatre. Απλώς ώσπου να καταλήξω ακολουθήσαμε μία παρορμητική, χαοτική διαδικασία. Μου αρέσει το χάος».

  • Πόσος Καζαντζάκης θα υπάρχει στο έργο που θα δούμε;

«Θα το χαρακτήριζα “ένα έργο του Τσέζαρις Γκραουζίνις βασισμένο στο έργο του Καζαντζάκη και με πολλά δάνεια από το έργο του Καζαντζάκη”. Παρακαλώ, όμως, μην με παρεξηγήσετε. Πιστέψτε με, είμαι πολύ μακριά από τη σκέψη πως είμαι καλύτερος συγγραφέας από τον Καζαντζάκη- μη μείνει αυτή η ιδέα…». Γελάει.

Στο Βίλνιους συνεργάζεται σε μόνιμη βάση με την «Ομάδα Τσέζαρις» που έχουν δημιουργήσει μαθητές του αλλά σκηνοθετεί τακτικά και εκτός Λιθουανίας. Πρόσφατα ανέβασε τον «Βασιλιά Λιρ» του Σαίξπηρ στην Πολωνία, στο περίφημο Θέατρο «Σπολτσέσνι» («Σύγχρονο») του Βρότσλαβ, όπου τώρα σκηνοθετεί ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.

  • Αγαπάτε τους ηθοποιούς σας- όλοι το λένε- και οι ηθοποιοί σάς αγαπάνε. Δεν είναι τυχαίο ότι στην τρίτη ελληνική σας παράσταση παίζουν οι επτά από τους εννέα της πρώτης… Θεωρείτε πιο αποδοτικό αυτόν τον τρόπο από τη δικτατορική επιβολή του σκηνοθέτη;

«Η ιδιότητα του σκηνοθέτη εύκολα μπορεί να σου δημιουργήσει συνήθειες δικτάτορα. Ο δικτάτορας όμως χρειάζεται σκλάβους. Κι εμένα οι σκλάβοι δεν μου αρέσουν. Ούτε με εμπνέουν».

ΙΝFΟ«Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία»: στην Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (Κτίριο Τσίλερ, Αγίου Κωνσταντίνου 22-24, τηλ. 210-
5288.170- 1). Αύριο η επίσημη πρεμιέρα. Έως 3 Ιανουαρίου.

Κάτω οι «Πολιτιστικές Πρωτεύουσες»!

  • Το Βίλνιους είναι Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2009. Έχει αυτό δημιουργήσει κάποιες ζυμώσεις;

«Ασφαλώς και όχι» απαντάει κοφτά ο Τσέζαρις Γκραουζίνις.

  • Γιατί «ασφαλώς»;

«Αυτά τα σχέδια είναι υποκριτικές μαλακίες (σ.σ.: η λέξη κατευθείαν στα ελληνικά, ο Γκραουζίνις εξελληνίζεται ταχύρρυθμα!) της ευρωπαϊκής πολιτιστικής πολιτικής. Μου θυμίζουν ανάλογα ιδεολογικά κατασκευάσματα σοβιετικού τύπου. Είναι πολύ αστείο να βάζεις τον πολιτισμό, τις τέχνες σε διαδικασίες εργοστασίου. Θεωρώ πολύ ηλίθιο να λες “αυτή τη χρονιά θα πραγματοποιήσουμε τα πιο σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα στην τάδε πόλη. Γιατί όχι να τα δημιουργήσουμε και του χρόνου; Ή να τα πραγματοποιούσαμε και πέρσι; Και θεωρώ γελοίο, φαντασία, ταλέντο, έμπνευση να τα στριμώχνεις σε προγράμματα που δημιουργούνται σε γραφεία».

Όσο για τον «Ζορμπά», δεν διστάζει να μιλήσει ανοιχτά.

«Παρ΄ όλες τις ταβέρνες “Ζorba the Greek” και τα συρτάκια συνεχίζω να αγαπώ το βιβλίο. Το είχα διαβάσει το βιβλίο πριν δω την ταινία. Η σχέση μου με την ταινία είναι κάπως πολύπλοκη. Βέβαια έκανε σήμα κατατεθέν τον “Έλληνα Ζορμπά” αλλά είναι αρκετά μακριά από το βιβλίο. Μου άρεσαν πάρα πολύ ο Άντονι Κουίν και η Λίλα Κέντροβα. Μου άρεσαν πολλές από τις ιδέες του Κακογιάννη. Αλλά έχει μείνει στην πλοκή. Στο επίπεδο αυτό είναι πολύ καλή δουλειά. Το είδα σαν ένα γκρίκστερν (σ.σ.: παίζει με το γουέστερν)».

  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

//

Νοεμβρίου 2, 2009

Eνας ευγενής, καλοσυνάτος, πολύ εντάξει άνθρωπος

Κατηγορίες: Βέγγος Θανάσης — damiza @ 4:20 πμ

http://www.espressonews.gr/files/ArticlePhotos/20081210/thumbs/vegos_494x320.jpg

  • Θανάσης Βέγγος, ηθοποιός
  • Mάτια γεμάτα εικόνες και ιστορίες
  • Της Μαριας Kατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/11/2009

«Δεν θα σας στοιχίσω τίποτα!», απάντησε στην πρόταση για γεύμα. «Δυστυχώς, δεν βγαίνω σχεδόν καθόλου από το σπίτι». Η συνάντηση πρωινή, στο διαμέρισμα της Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, στον 4ο όροφο. Την πόρτα ανοίγει ο ίδιος ο Θανάσης Βέγγος και με αργά, προσεκτικά βήματα μάς οδηγεί στο καθιστικό. Ενας καναπές, δυο πολυθρόνες, με περιποιημένο λευκό – κρεμ προσκεφάλι. Παλιά συνήθεια, που υπογράμμιζε την έγνοια της νοικοκυράς για το σπίτι και για τα έπιπλα. Αισθητικά και πρακτικά (να μη φθαρεί η στόφα) παραπέμπει σε άλλες εποχές. Ενα μανουάλι, εικόνες, ποικίλα έπιπλα, ένας μεγάλος πίνακας με προσωπογραφία του Θανάση Βέγγου δεσπόζει. Ευχάριστη θέα από τα παράθυρα. Σπίτι που έχει διασχίσει αλώβητο τις δεκαετίες, με ζωή πυκνή, οικογενειακή. «Καθίστε όπου θέλετε», η προτροπή. «Να μη σας ξεβολέψω», λέω, καταλαβαίνοντας ότι η θέση του είναι δεδομένη. «Αστειεύεστε;», αποκρούει με ένα ανυπόκριτο αίσθημα φιλοξενίας και μου υποδεικνύει την αναπαυτική μπερζέρα.

«Φοβάμαι, ότι αυτόν τον καιρό, λόγω της ταινίας (σ. σ. εμφανίζεται στην “Ψυχή βαθιά” του Παντελή Βούλγαρη) έχετε εκτεθεί στον Τύπο περισσότερο από ό, τι αντέχετε», ξεκινώ διστακτικά, έτοιμη να κρατήσω σημειώσεις. Δύο πράγματα μπορούν (μπορούσαν) να προκαλέσουν πανικό στον Θανάση Βέγγο: η σκόνη, κατάλοιπο της Μακρονήσου, και τα δημοσιογραφικά μαγνητόφωνα. Στα 83 του, μοιάζει συμφιλιωμένος και με τα δύο.

Εσωτερικά χιλιόμετρα

Οταν τον συναντήσαμε πριν από 10, περίπου, χρόνια, στα γυρίσματα της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ολα είναι δρόμος», στο Δέλτα του Εβρου, αρνήθηκε το μαγνητόφωνο ευγενικά αλλά και αδιαπραγμάτευτα. Διηγιόταν, μιλούσε με ένταση, τόνιζε και «τράβαγε» τις συλλαβές, συνοδεύοντας με μικρές νευρώδεις κινήσεις, τινάγματα, στα χέρια και στο κεφάλι, κάθε επεισόδιο της ζωής του. «Ετρεχα σε όλη μου τη ζωή με 300… Αλλά δεν έκοψα ποτέ το νήμα γιατί συνεχώς μου το μετακινούνε. Ολο πλησίαζα και όλο μου το πήγαιναν λίγα μέτρα πιο κει…», έλεγε τότε. Τώρα, παίρνει θέση στον καναπέ, τα χιλιόμετρα που διανύει είναι εσωτερικά, ο χρόνος έχει αποκτήσει σχετικότητα, οι ημερομηνίες δηλώνονται κατά προσέγγιση. Δεν κρύβει τα προβλήματα υγείας, δέσμιος σε ένα σώμα που δεν ακολουθεί τις διαθέσεις του.

Η συζήτηση δεν υπακούει σε τυπικές προδιαγραφές. Οι φράσεις μπορούν να μένουν μισοτελειωμένες, να περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, να παρατηρούμε μαζί τις οικογενειακές φωτογραφίες, να γινόμαστε από δύο, τρεις όταν η σύζυγός του Ασημίνα εμφανίζεται για να σερβίρει, να διορθώσει διακριτικά μια ημερομηνία, να θυμηθεί την πρώτη τους συνάντηση.

Πώς να βάλεις εξάλλου σε μια σειρά πάνω από 120 ταινίες, θεατρικούς ρόλους, τηλεοπτικές εμφανίσεις, μια ζωή και ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο αποτυπώνονται η πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδας, η οδύσσεια του Νεοέλληνα που ελπίζει και αποτυγχάνει, που ονειρεύεται και απογοητεύεται. Αλλά συνεχίζει να πορεύεται.

«Ο Βούλγαρης, ο Κούνδουρος, ο Κατσουρίδης, έφεραν τη ζωή μου άνω κάτω. Ειδικά ο Κούνδουρος. Είμαστε μαζί στη Μακρόνησο. Μου είπε: “Θανάση, θα γυρίσω μια ταινία και θα σε βάλω να παίξεις”. Τι λέει ο άνθρωπος; Σκέφτηκα. Υστερα από χρόνια εμφανίζεται ο Κούνδουρος στην Καλλιθέα όπου δούλευα σε ένα πατάρι επισκευάζοντας τσάντες γυναικείες, πορτοφόλια και με έκανε ηθοποιό». 1954 και «Μαγική πόλη». Ο Θανάσης, όπως λέγεται ο ήρωας, είναι σπαρακτικά καλός. Τον πνίγει το δίκαιο του αδικημένου, δεν αντέχει τον θρίαμβο του άδικου.

Ο χρόνος κράτησε ανέπαφη αυτήν την πτυχή του Θανάση Βέγγου.

Εμφανίζεται διακριτικά η κυρία Ασημίνα Βέγγου. Με την άκρη του ματιού, έβλεπα τη φιγούρα της να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια, ολοκληρώνοντας τις πρωινές δουλειές του σπιτιού. «Η γυναίκα μου», τη συστήνει υπερήφανα.

«Θα πάρετε κάτι;»

«Νερό, ευχαριστώ πολύ»

«Και καφέ, φέρε και καφέ», παρεμβαίνει ο οικοδεσπότης.

«Ο μόνος καφές που υπάρχει στο σπίτι είναι ελληνικός», συμπληρώνει εκείνη.

«Που λέτε, μη δω σκόνη και στραβό πράγμα», συνεχίζει ο Θ. Βέγγος ισιώνοντας την άκρη ενός σεμέν. «Η σκόνη στη Μακρόνησο ήταν άλλο πράμα. Από τα μαγειρεία, για να πας στο αντίσκηνο, ο αέρας έπαιρνε τα φασόλια από την κατσαρόλα και έμενε μόνο η σκόνη».

Πώς ήταν η καθημερινότητα στη Μακρόνησο; «Επρεπε να σας δείξω μια φωτογραφία κάτω από την οποία ο Κούνδουρος έγραψε: “Το παρόν ονομάζεται φαντάρος”». Τι έπρεπε να διαθέτετε για να βγάλετε πέρα τη ζωή σας εκεί; «Αντοχή και ψυχραιμία. Ηταν πέντε τάγματα. Ημουν στο δεύτερο. Πέρασαν πολλοί επώνυμοι άνθρωποι. Κάθε μέρα 11 με 12 πηγαίναμε στο βουνό της Μακρονήσου και μαζεύαμε αφάνες για τη φωτιά. Επρεπε να μαζεύουμε τέσσερις με πέντε».

http://image026.mylivepage.com/chunk26/634039/658/%CE%92%CE%95%CE%93%CE%93%CE%9F%CE%A3-1.jpg

Η αλήθεια μιας εποχής

Ο θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Λαζαρίδης έχει αφηγηθεί το εξής περιστατικό: «Στις δοκιμές του “Τρελού του Λούνα Παρκ” (1970) ο Θανάσης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει τις τρεχάλες πάνω στη σκηνή για να τον παρακολουθήσει και ο θεατής. “Δάσκαλε, αδύνατο να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θάλασσας, κατάλαβέ το”, έλεγε στον Μιχαηλίδη, τον σκηνοθέτη του. “Κι όμως Θανάση μου, στη σκηνή του μονολόγου που λες για τη ζωή σου πρέπει να κάτσεις σ’ αυτό το σκαμνάκι και να συγκεντρωθείς. Αλλιώς, δεν βγαίνει συγκίνηση”. Πράγματι στην πρόβα τζενεράλε ο Θανάσης κάθεται στο σκαμνάκι του μονολόγου και δίνει ρεσιτάλ. Κλαίγοντας τελείωσε. Ορθιοι χειροκροτούσαν. Τρέχει συγκινημένος και ο Μιχαηλίδης στα παρασκήνια. “Είδες Θανάση μου που είχα δίκιο;”. “Δάσκαλε: Δεν βγήκε από το σκαμνάκι η συγκίνηση. Σκεφτόμουν ότι αύριο έρχονται κλητήρες και μου παίρνουν το σπίτι και δεν ξέρω πού να βολέψω τη Μίνα και τα παιδιά…”».

Κάπως έτσι πορεύτηκε ο Θανάσης Βέγγος ώς σήμερα: «μακελεύοντας τη ζωή του». «Μακελεμένος λειτουργούσα. Βολεμένος ποτέ», έχει πει στο παρελθόν. Γι’ αυτό και δεν έκανε ποτέ περιουσία. Γι’ αυτό και αν και «πέρασαν πολλά χρήματα από τα χέρια του εξαφανίζονταν σε λίγους μήνες». Δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει, βίωσε εξορίες και απώλειες. Ως «πολίτης β κατηγορίας» έκανε καριέρα. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοφιλία των σημερινών σταρ, με τις τηλεπερσόνες του περιφερόμενου ναρκισσισμού σε σημείο αυτισμού. Ο Θανάσης Βέγγος είναι φτιαγμένος από πραγματικά υλικά. Ζει αποτραβηγμένος, όχι από στυλ αλλά από ανάγκη. Οσο και να τον στριμώχνει η αδυναμία του να τρέξει, έχει ήδη διανύσει τόσα χιλιόμετρα που μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά των οικείων του, χωρίς ενοχές. Δεκαετίες τώρα το έργο του παραμένει μοναδικό στην αυθεντικότητά του: χαρτογράφησε, σε αυτήν την ξέφρενη πορεία του, τη μεταπολεμική Ελλάδα, το μελόδραμα και τη φαρσοκωμωδία, την παράγκα και το σεράι της.

Ο Αλέξης Δαμιανός είχε εύστοχα σχολιάσει ότι ο Θανάσης Βέγγος «έφερε με αξιοπρέπεια ακόμη και τον ευτελισμό του εμπορικού κινηματογράφου». Και η αλήθεια είναι ότι όταν έχεις γυρίσει πάνω από 120 ταινίες, δεν είναι δυνατόν να είναι όλες εφάμιλλες της «Μαγικής πόλης» και του «Δράκου».

Ομως, μπορεί να εμφανίζεται στην «Ψυχή βαθιά» σε μια μόνο σκηνή, ως παππούς που αναζητάει τη σορό του εγγονού, να λέει «δεν είναι πόλεμος αυτός, ντροπή είναι» και στο βλέμμα του να κλείνει την αλήθεια μιας εποχής.

Μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμα της Ηπείρου με μια, απρόσμενη για τους καιρούς, καλοσυνάτη οικειότητα. Μας αποχαιρέτησε επιμένοντας να έρθει, μαζί με την κυρία Ασημίνα, ώς την εξώπορτα. Και να περιμένουν μαζί μου το ασανσέρ. «Μα δεν υπάρχει λόγος…», ψέλλισα. «Βεβαίως και υπάρχει», παρατήρησε.


«Ηθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες»

– Η πιο χαρακτηριστική φράση της καριέρας σας είναι η προσφώνηση «Καλέ μου άνθρωπε…». Την πιστεύετε;

– Για όνομα του Θεού! Καθόλου… Τότε, θα μου πείτε, γιατί το έλεγα…

Ερχεται ο καφές δίνοντας χρόνο για ανασύνταξη. «Στην υγειά σας. Και στην υγειά της Ιωάννας (Καρυστιάνη) και του Παντελή (Βούλγαρη). Τους αγαπάμε πάρα πολύ», εύχεται η κυρία Ασημίνα, τακτοποιώντας στο μικρό τραπέζι που βρίσκεται στη μέση το κέικ (που είχα υποσχεθεί πως θα φέρω συμβάλλοντας στον πρωινό καφέ), κουλούρια, ένα μπολ με σοκολοτάκια υγείας. «Ο Παντελής μού έστειλε ένα σημείωμα ότι γυρίζει την ταινία και θα ήθελε να εμφανιστώ. Είκοσι πλάνα όλα κι όλα. Αλλά με ήθελε κοντά του. Μου λέει ο μικρός μου γιος, ο Χάρης, πατέρα ούτε να το συζητάς. Πρέπει να πας. Και πήγα. Παρά το γεγονός ότι έχω στην πλάτη μου αρκετά εγκεφαλικά επεισόδια… Θυμάστε και το ατύχημα με το τρένο; Γυρίζαμε με τη γυναίκα μου από την Κόρινθο. Εκείνη κινδύνεψε πολύ. Εκ των υστέρων κατάλαβα πόσο πολύ. Οτι είναι σήμερα καλά οφείλεται κυρίως σε έναν γιατρό που το πήρε προσωπικά και δεν έφυγε από δίπλα της.»

– Πόσα χρόνια είστε μαζί;

– 45…

– Πώς είπατε; Διορθώνει η κυρία Ασημίνα. Πενήντα δύο, παρακαλώ! Από τα 19 μου.

– Πώς γνωριστήκατε;

– Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα το λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς.

– Τι σας συγκίνησε πάνω του; Απευθύνομαι στη σύζυγο.

– Τα ωραία πράσινα μάτια του. Η λάμψη από ευγένεια, καθαρότητα και καλοσύνη που εξέπεμπαν…

– Ε, και τρέλα! Μια δόση τρέλας, υπήρχε, χαμογελάει ο Θ. Βέγγος.

Μισό αιώνα στον χώρο του θεάματος. Οι συνάδελφοί του σχολιάζουν την τόση εντιμότητα και αφοσίωσή του στην οικογένεια σχεδόν ως παραδοξότητα. Γι’ αυτό και η ερώτηση «τι ρόλο έπαιξαν οι γυναίκες στη ζωή σας», απλώνει ένα ανεπαίσθητο κόκκινο στο πρόσωπό του.

– Είμαστε 52 χρόνια μαζί. Μιλάμε για λατρεία.

– Ναι, αλλά ασκείτε και ένα επάγγελμα που, ας πούμε ότι, δεν βοηθάει τις μακροχρόνιες σχέσεις, επιμένουμε.

– Εχετε δίκιο. Αλλά για μένα ήταν αυτονόητο ότι θα περάσω με τη Μίνα. Δεν προλάβαινα κιόλας!

– Χαλαρώνατε ποτέ;

– Οχι! Τώρα μόνο, αναγκαστικά…

– Τι σας ενοχλεί σε αυτό;

– Οτι καταφθάνει η ώρα μηδέν…

Η μέρα είναι φωτεινή. Κοιτάει έξω από το παράθυρο, στο βάθος του ορίζοντα. Τρώει με προσοχή λίγο κέικ. Η παύση, αναγκαία. Η κυρία Ασημίνα έχει αποσυρθεί στα ενδότερα. Η στιγμή δεν έχει ούτε αμηχανία, ούτε αγωνία, ούτε αιχμές. Μόνο ησυχία.

– Ποιο ήταν καύσιμο για τη δική σας μηχανή; Το δικό σας «κάρβουνο» για να συνεχίσετε;

Απαντά χωρίς να σκεφτεί:

– Δεν είχα ποτέ φιλοδοξία να γίνω καλός ηθοποιός. Ηθελα να είμαι δουλευταράς. Να δουλεύω με ταχύτητες μεγάλες.

Ηταν, άραγε, κάτι που ήθελε να αφήσει πίσω του ή κάτι που επιδίωκε να συναντήσει μπροστά του; Διατυπώνω περισσότερο μια σκέψη παρά ερώτηση. «Αφήνω σε εσάς την απάντηση», αποκρίνεται στον ίδιο τόνο.

– Κάτι είχε η φάτσα μου που έφερνε τον άλλον κοντά μου. Ισως, όταν έπεφτε η ματιά τους επάνω μου, ήξεραν ότι είμαι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος. Υπήρξαν και άνθρωποι που επέμεναν να με αποκαλούν «κύριε Βέγγο». Ε, εκεί γινόμουν έξω φρενών! Μα, Θανάση με λένε! Είναι δυνατόν να με φωνάζετε κύριε Βέγγο; Ενας λαϊκός άνθρωπος ήμουν.

Είναι στιγμές που το βλέμμα του υγραίνεται. Γεμίζει από εικόνες, ιστορίες, συναντήσεις. Δεν το δηλώνει ευθέως, αλλά κουράζεται. Θα καταρρεύσει προκειμένου να μη γίνει αφιλόξενος. Καταλαβαίνω γιατί σηκώνει το τηλέφωνο ο μικρότερος γιος, ο Χάρης, δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον πατέρα του.

– Τι δεν αντέχετε περισσότερο;

– Την υποκρισία και την ψυχική μιζέρια. Αυτό, το εσωτερικό στρίμωγμα στους ανθρώπους.

– Ποιο είναι το μεγάλο δώρο που πήρατε από τη ζωή;

– Πείνασα πολύ κι εγώ και η οικογένειά μου. Πολλά χρόνια. Μην κοιτάτε πού μένω τώρα. Γεννήθηκα στο Νέο Φάληρο, το ’27. Για μια 20ετία η φτώχεια ήταν πολύ μεγάλη. Στην αρχή, με τη γυναίκα μου, μέναμε σε ένα δωμάτιο.

– Εχετε περάσει και καλά στη ζωή σας όμως;

– Ναι, ασφαλώς, Απέκτησα δυο γιους, τον Βασίλη, πενήντα ετών, και τον Χάρη, 40. Από τον Βασίλη έχω δύο εγγόνια που λατρεύω. Την Αγγελική και τον Θανασάκο.

Στις φωτογραφίες απέναντι, χαμογελούν αφοπλιστικά. Και από το διπλανό τραπέζι, από τον τοίχο, παντού, συντροφεύουν τον παππού όταν δεν είναι κοντά του.

– Τι κρατάτε από τη ζωή σας;

– Οτι με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις. Νομίζω ότι δεν θα είναι παραπάνω.

  • Η συνάντηση

Το πρωινό στο σπίτι του Θανάση Βέγγου, στην οδό Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, περιλάμβανε ελληνικό καφέ, κέικ βανίλιας, κουλουράκια πλεγμένα πλεξίδα, σοκολατάκια υγείας, που υπήρχαν ήδη πάνω στο τραπέζι. Και μια διάχυτη, ανεπιτήδευτη, ευγένεια.

Oι σταθμοί του

1927
Γεννιέται στο Νέο Φάληρο, μοναχοπαίδι του Βασίλη και της Ευδοκίας Βέγγου.

1948 – 1950
Εξορία στη Μακρόνησο και γνωριμία με τον Νίκο Κούνδουρο.

1954
Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση στη «Μαγική πόλη».

1962
«Ψηλά τα χέρια Χίτλερ» του Πάνου Γλυκοφρύδη. Η πρώτη πολιτική ταινία (μαύρη κωμωδία για την περίοδο της Κατοχής) στην οποία πρωταγωνιστεί.

1971
Αποθεώνεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;» του Ντίνου Κατσουρίδη. Αποσπά το Βραβείο Ερμηνείας Α΄ Ανδρικού Ρόλου.

1972
Η επιτυχία και το βραβείο επαναλαμβάνονται με το «Θανάση, πάρε τ’ όπλο σου».

1991
Κρατικό Βραβείο για τη συμμετοχή του στις «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη. Μετά απουσία 8 χρόνων επιστρέφει στις οθόνες ένας «άλλος» Βέγγος, χαμηλών τόνων, μεγάλης λιτότητας και ωριμότητας.

1993
Ειδικό Βραβείο από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το σύνολο του έργου του.

1995
Εμφανίζεται στην Επίδαυρο στο ρόλο του Τρυγαίου στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη.

2008
Ξεχωριστή στιγμή στην καριέρα του η απονομή του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Νοεμβρίου 1, 2009

ΒΑΝΑ ΠΕΦΑΝΗ Η… «Αμαλία»

Κατηγορίες: Πεφάνη Βάνα — damiza @ 10:17 πμ

- Πώς νιώθετε ως κακιά στην τηλεόραση;

«Νιώθω πολύ καλά ως κακιά. Είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και καλογραμμένα πράγματα που έχω κάνει. Είναι ένας ρόλος ο οποίος κάθε φορά που τον διαβάζω δεν είναι εύκολος, χρειάζεται δουλειά. Αισθάνομαι καλά γιατί με είδαν άνθρωποι που με ήξεραν να κάνω κάτι εντελώς διαφορετικό. Χαίρομαι να με αντιμετωπίζουν ως ηθοποιό με πολλές δυνατότητες. Προτιμώ να ρισκάρω παρά να ξαναπαίξω τα ίδια και τα ίδια».

- Σας πειράζει να σας αποκαλούν «νέα Τασσώ»;

«Δεν με πειράζει εμένα, εκείνη μάλλον θα πειράζει. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν ηθοποιοί που κάνουν ρόλους άλλων ηθοποιών. Δεν είμαι η νέα Τασώ Καββαδία. Εκείνη έδωσε υπέροχα το στίγμα της. Το δικό μου, ενώ έχει ίδια ταμπέλα, είναι κάτι πιο σύγχρονο και διαφορετικό».

- Ο κόσμος σάς ζητάει τον λόγο για τις τηλεοπτικές μηχανορραφίες σας;

«Μου φέρεται σαν να παίζω την καλή! Αυτό είναι πολύ αστείο. Ενώ περίμενα αντιδράσεις, οι περισσότεροι μου λένε “μπράβο, επιτέλους μια δυναμική γυναίκα”! Οι μαμάδες με καταλαβαίνουν πολύ καλά και οι κόρες γελάνε μαζί μου».

- Τι σας κάνει κακιά εκτός ρόλου;

«Η αχαριστία και το ψέμα».

- Συμμετέχετε σε καθημερινή σειρά. Πώς είναι η εμπειρία;

«Στην αρχή το αντιμετώπισα με φόβο, γιατί είναι τελείως διαφορετικό να κάνεις κάτι που διαρκεί είκοσι επεισόδια και τελείως διαφορετικό, διακόσια. Φοβήθηκα, αν θα μπορούσα να αντεπεξέλθω. Συνήθισα όμως, και σε αυτό με βοήθησαν συνάδελφοι και σκηνοθέτες. Είναι κάτι που νιώθω πλέον ότι μπορώ να το κάνω καλά».

- Ρόλος απωθημένο;

«Ποτέ δεν είχα απωθημένο. Χαίρομαι κάθε φορά με αυτό που μου δίνεται. Αν μπορούσα να πω κάτι ως απωθημένο αυτό είναι οι συνεργασίες. Οπως με έναν ξένο σκηνοθέτη, για να καταλάβω μια άλλη νοοτροπία και κουλτούρα».

- Τι σας λείπει από τη δουλειά σας;

«Μου λείπει η γενναιοδωρία των ανθρώπων. Θα ήθελα να είμαστε πιο γενναιόδωροι με τα καλά,να μην ντρεπόμαστε να πούμε “μπράβο” και την ώρα που υπάρχουμε στη σκηνή και στο πλατό. Μόνο τότε είμαστε γενναιόδωροι και με το κοινό».

- Τι σας αρέσει;

«Η δυνατότητα να βγάζω πράγματα, παίζοντας έναν ρόλο. Να γίνομαι άπιστη, να κλαίω και να μην έχω κάποια ενοχή».

- Αγαπημένη σειρά ή πρόγραμμα;

«Βλέπω ελάχιστα τηλεόραση. Οταν μπορώ, παρακολουθώ τους “Πρωταγωνιστές” του Σταύρου Θεοδωράκη και δύο- τρία επεισόδια των ελληνικών σειρών».

- Η τηλεόραση είναι καλή ή κακή;

«Δεν υπάρχει καλή ή κακή τηλεόραση. Εμείς είμαστε καλοί ή κακοί στη δουλειά μας. Αν είμαστε κακοί ηθοποιοί ή σκηνοθέτες δεν μας φταίει η τηλεόραση».

- Τι αγαπάτε να κάνετε στον ελεύθερο χρόνο σας;

«Διαβάζω,βλέπω πολύ σινεμά ή βλέπω ταινίες στο σπίτι, φροντίζω να βλέπω τους φίλους μου- αν και τους έχω παραμελήσει- και να κάνω ταξίδια».

- Τι ομάδα είστε;

«Παναθηναϊκός».

- Μεγαλύτερη κατάχρηση;

«Καπνίζω. Εχω προσπαθήσει να το κόψω, αλλά ακόμη λέω “τώρα το κόβω”».

- Η πολυτέλεια που σας λείπει;

«Να έχω τόσα χρήματα ώστε να ταξιδεύω δύο με τρεις μήνες τον χρόνο στο εξωτερικό».

- Ιδανικά, ως ηθοποιός, τι ονειρεύεστε;

«Να υπάρξω με ανθρώπους που να μπορούμε να συνεννοηθούμε σε μια ομάδα έχοντας πορεία κοινή πολλών χρόνων.Να κάνουμε πράγματα όχι από το ένα θέατρο στο άλλο αλλά πράγματα που μας αρέσουν και δεν αφορούν το ταμείο ή την εμπορικότητα».

- Η Βάνα Πεφάνη είναι… «…πεισματάρα».

  • της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΓΡΑΜΜΕΛΗ   | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009
Παλιότερα άρθρα »

Blog στο WordPress.com.