Συνεντεύξεις και ατάκες…

Φεβρουαρίου 3, 2010

Στις φυλακές και τα στρατόπεδα της Βουλγαρίας

Κατηγορίες: Ραντάνοφ Κρις — damiza @ 10:22 πμ

Είναι Βούλγαρος που ζει ανάμεσά μας εννέα χρόνια. Σήμερα είναι 36 ετών. Στη χώρα του σπούδασε συντήρηση πυρηνικών αντιδραστήρων. Δυσκολεύτηκε πολύ να βρει δουλειά. Αφού έκανε τον εισπράκτορα σε λεωφορεία, τον πορτιέρη σε κλαμπ, τον μπράβο πλουσίων και τον διευθυντή σε εργοστάσιο με γαλακτοκομικά, αποφάσισε να αναζητήσει την τύχη του στην Ελλάδα.

«Δεν ένιωσα τον ρατσισμό των Ελλήνων όπως τον νιώθουν οι μετανάστες από την Αφρική και την Ασία», λέει ο Κ. Ραντάνοφ, που δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά στο θέατρο «στον βαθμό που δυσκολεύτηκε κι ο Ελληνας συνάδελφός μου»

«Δεν ένιωσα τον ρατσισμό των Ελλήνων όπως τον νιώθουν οι μετανάστες από την Αφρική και την Ασία», λέει ο Κ. Ραντάνοφ, που δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά στο θέατρο «στον βαθμό που δυσκολεύτηκε κι ο Ελληνας συνάδελφός μου»

Η μητέρα του βρισκόταν ήδη εδώ. Η έξοδός του από τη χώρα του συνοδεύτηκε από την εκπλήρωση ενός παιδικού ονείρου: σπούδασε θέατρο (στη σχολή «Ιασμος»). Κι είναι αυτό που θέλει να κάνει: «Μέχρι να γεράσω», όπως λέει.

Τον Κρις Ραντάνοφ τον «ανακαλύψαμε» στην παράσταση του Λαέρτη Βασιλείου «Ενας στους δέκα», με μετανάστες δεύτερης γενιάς. Φέτος ερμηνεύει ολομόναχος, πάλι στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», ένα βιωματικό μονόλογο-κατηγορώ του κομμουνιστικού καθεστώτος της γενέτειράς του, με τον τίτλο (έμμεσο σχόλιο) «Σοσιαλ-Δομή Α.Ε.». Το ασθματικό κείμενο προέρχεται κατ’ αρχάς από τη μαρτυρία του πατέρα του, Κράστιο Ραντάνοφ, που «για ασήμαντη αφορμή» φυλακίστηκε για μια δεκαετία από τις βουλγαρικές κομμουνιστικές αρχές -εξ ου και το έργο το συνυπογράφουν.

Η «Σοσιαλ-Δομή Α.Ε.» έχει αντλήσει «πρώτη ύλη» και από τις μαρτυρίες επιζώντων από τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Συγκεκριμένα, από τα βιβλία «Για μικρή εξακρίβωση» του Βασίλ Στανίλοφ και «Θεέ μου, συγχώρησέ τους, αλλά μην ξεχνάς!» του Στέφαν Τσακάροφ.

Μην παρασυρόμαστε από τον τίτλο και το θέμα του έργου. Ο μονόλογος, ξεκαθαρίζει ο Κρις, δεν είναι αντικομμουνιστικός. «Προσωπικά, μου ταιριάζουν οι αριστερές ιδέες», λέει. «Εχω όμως την ανάγκη να μην ξεχνάω μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι καταχραστές της εξουσίας στο όνομα μιας ιδεολογίας. Οπως λέω και στον μονόλογο: “Πώς καταφέραμε μια ιδέα να την κάνουμε κρεατομηχανή, ούτε ο Θεός το ξέρει!”».

Δεν έζησε βεβαίως στο πετσί του το καθεστώς του Ζίφκοφ στον βαθμό που το βίωσε η γενιά του πατέρα του. Το 1989, χρονιά που κατέρρευσε ο κομμουνισμός, ήταν μόλις 15 ετών. Οσο ήταν μαθητής, η προπαγάνδα του καθεστώτος δούλευε φυσικά εξαιρετικά καλά. «Δεν μπορούσες να βγεις έξω από τα σύνορα, δεν μπορούσες να μιλήσεις ή να διαμαρτυρηθείς, αλλά νόμιζες ότι ήσουν ελεύθερος», θυμάται. «Υπήρχαν κομμουνιστικές οργανώσεις για παιδιά και εφήβους. Κι από μικρός μάθαινες να μη λες πολλά, γιατί κάποιος μπορούσε να σε καρφώσει στην αστυνομία».

  • Ισχυε αυτό που λέτε στον μονόλογο, «στη Λαϊκή μας Δημοκρατία οι περισσότεροι δεν έχουμε τίποτα, κάποιοι… έχουν τα πάντα…»;

«Στη Λαϊκή μας Δημοκρατία υπήρχαν περίοδοι που έπαιρνες ψωμί με κουπόνια, ενώ οι “εθελοντές” έκτιζαν βίλες για το Κόμμα. Μας έκοβαν το ηλεκτρικό ρεύμα για δύο ή τέσσερις ώρες τη μέρα, για οικονομία όπως μας έλεγαν οι προπαγανδιστές, αλλά δεν το έκοβαν ποτέ στην περιοχή που ζούσαν τα υψηλά στελέχη του Κόμματος. Για να πάρεις καινούργιο αυτοκίνητο, του ανατολικού μπλοκ υποχρεωτικά, έπρεπε να κάνεις αίτηση και να περιμένεις χρόνια, ενώ τα στελέχη και οι συγγενείς τους οδηγούσαν δυτικές φίρμες. Βέβαια, το κράτος φρόντιζε ιδιαίτερα τους τομείς της υγείας, της παιδείας και του πολιτισμού».

  • Πώς ήταν όταν βρεθήκατε το 2001 στους «βρωμοκαπιταλιστές» Ελληνες;

«Στην αρχή είπα “αυτό είναι!”. Εβλεπα παντού φωτεινές επιγραφές, καινούργια αυτοκίνητα, ωραία ρούχα κι έλεγα “εδώ ζουν σαν βασιλιάδες”. Οταν άρχισα να δουλεύω σκληρά για το μεροκάματο, ανακάλυψα ότι κι αυτό είναι ένα ψέμα. Ολα “φτιάχτηκαν” με δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Και τώρα με την κρίση, τα golden boys συνεχίζουν να παίρνουν τρελά ποσά, που όμως ανήκουν στον εργαζόμενο των 700 ευρώ. Και μετά, πάρε καινούργιους φόρους, πάρε μείωση των μισθών και των συντάξεων! Και να κυνηγάς εσύ, ο απλός πολίτης, τους φοροφυγάδες, επειδή η κυβέρνηση δεν μπορεί να τους ελέγξει».

  • Νιώσατε καθόλου τον ρατσισμό του Ελληνα;

«Δεν τον ένιωσα όπως τον νιώθουν οι μετανάστες από την Ασία ή την Αφρική. Δεν μ’ αρέσει να γενικεύω. Οι Ελληνες δεν είναι ένα απρόσωπο σύνολο. Κάποιοι είναι ρατσιστές και κάποιοι άλλοι κάνουν τα πάντα για να γίνει πιο εύκολη η ζωή των μεταναστών».

  • Πόσο εύκολα ένας νέος Βούλγαρος ηθοποιός βρίσκει δουλειά στην Ελλάδα;

«Το ίδιο δύσκολα όπως ένας Ελληνας. Επειδή όμως οι μετανάστες έχουν μπει στη ζωή σας, πάντα υπάρχουν ρόλοι για εμάς. Ο Δημήτρης Φοινίτσης, επικαιροποιώντας πέρυσι τη “Δεσποινίδα Τζούλια”, μετέτρεψε τον Ζαν σε μετανάστη, που τον υποδύθηκα εγώ».

  • Συμφωνείτε με το νέο νομοσχέδιο για τους μετανάστες;

«Οταν πληρώνεις φόρους και ασφάλιση και έχεις τις ίδιες υποχρεώσεις ως πολίτης ενός κράτους, δεν θα ‘πρεπε να έχεις δικαίωμα να διαλέγεις ποιοι θα σε κυβερνάνε; Από τα λίγα όμως που γνωρίζω, δεν ζητούν τη μη εφαρμογή του νομοσχεδίου αποκλειστικά οι υποστηρικτές του ΛΑΟΣ. Ισως αυτό να οφείλεται στο ότι το νομοσχέδιο είναι βιαστικό και χρειάζεται διορθώσεις».

Φεβρουαρίου 1, 2010

Ο απελπισμένος αισιόδοξος σήμερα είναι απαραίτητος…

Κατηγορίες: Τζαμαργιάς Τάκης — damiza @ 10:04 πμ
  • Η ΑΥΓΗ: 31/01/2010
  • Συνέντευξη στη Μαρία Αδαμοπούλου

Ογδόντα χρόνια από τον θάνατο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (1893-1930) ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς παρουσιάζει ένα έργο με αφορμή το βαθιά ερωτικό και επαναστατικό ποίημα του ποιητή “Σύννεφο με παντελόνια”

Η ενδιαφέρουσα παράσταση με τίτλο “Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ιδού εγώ” παρουσιάζεται στη σκηνή “Black Box” του θεάτρου “Επί Κολωνώ” και αποτελεί μια εναλλακτική θεατρική πρόταση που φαίνεται ότι έχει κερδίσει το στοίχημα.

Το έργο “Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ιδού εγώ” αποτελείται από δυο μέρη. Το πρώτο, προϊόν διακειμενικής σύνθεσης κειμένων – ποιημάτων του Μαγιακόφσκι και άλλων (Αχμάτοβα, Ρίτσος, Κατερίνα Γώγου), αποτελεί προετοιμασία του θεατή για την ιστορική πορεία του ποιητή, τον βίο και την πολιτεία του.

Το δεύτερο αναπτύσσεται γύρω από τη λυρική ποιητική σύνθεση “Σύννεφο με παντελόνια”, που λειτουργεί ως αφορμή για να ελευθερωθεί δυναμικά η φαντασία και μέσα από τις αντιφατικά φλεγόμενες εικόνες του έργου του Μαγιακόφσκι, ο θεατής να εκφέρει τον δικό του λόγο για το σήμερα. Στην παράσταση “ζωντανεύουν” ο Μαγιακόφσκι, η παρέα των φουτουριστών, ο Όσκα και η Λίλιαν Μπρικ, οι εκπρόσωποι της τσαρικής λογοκρισίας, η Άννα Αχμάτοβα, ο Γιάννης Ρίτσος, η Γώγου, η γυναίκα με τα δάκρυα… Το αποτέλεσμα; Έντιμο και συγκινητικό.

Συναντηθήκαμε με τον Τάκη Τζαμαργιά στο φουαγιέ του θεάτρου “Επί Κολωνώ” μετά το τέλος της παράστασης. Χαιρετούσε έναν – έναν τους θεατές, δεχόταν με χαρά τα συγχαρητήρια, άκουγε με προσοχή τα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους, αγκαλιάζοντας παράλληλα με το βλέμμα του τους ηθοποιούς που ο ένας μετά τον άλλον έρχονταν κοντά του. Για να συζητήσουν κι αυτοί με τη σειρά τους τη θεατρική εμπειρία της βραδιάς.

* Γιατί άραγε ο Τάκης Τζαμαργιάς επέλεξε να ασχοληθεί με τον Μαγιακόφσκι;

Γιατί αυτός ο απελπισμένος αισιόδοξος σήμερα, κατά τη γνώμη μου είναι απαραίτητος. Σε μια εποχή όπου συντρέχουν λόγοι για να είμαστε απελπισμένοι, μάλιστα σε βαθμό απόγνωσης, ο ποιητής με την πίστη του για μια καθολική απελευθέρωση της κοινωνίας μας μάς δίνει τη δυνατότητα να ταξιδέψουμε και να ελπίσουμε. Αυτός εξάλλου είναι ο λόγος που επιλέξαμε να βουτήξουμε στο “Σύννεφο με παντελόνια”, μια ποιητική σύνθεση του Μαγιακόφσκι που γράφτηκε στα είκοσι δύο του χρόνια και όχι σε ένα αμιγώς δραματικό του κείμενο. Αυτό κουβαλάει τη φρεσκάδα και την ορμή της νιότης.

* Η ποίηση χωράει στην γκρίζα αλλά και δύσκολη καθημερινότητά μας;

Η ποίηση ως επώδυνη ομορφιά υπάρχει, οι συνθήκες της ζωής μας δεν μας επιτρέπουν να την αφουγκραστούμε, ώστε να μεγεθύνουμε τις στιγμές μας. Πιστεύω βαθιά ότι το θέατρο μέσα στην απεριόριστη πολυσημία του, ιδιαίτερα στη σκηνική του ανάπτυξη, την εμπεριέχει και μπορεί να μας την προσφέρει γενναιόδωρα.

* Ο λόγος του Μαγιακόφσκι πόσο σύγχρονος μπορεί να είναι; Μπορεί να συναντηθεί με το κοινό σήμερα;

Ναι, ακριβώς γιατί και μόνο η κραυγή του έχει τη δύναμη να διατρέξει και να μας συναντήσει, προκειμένου να μας απελευθερώσει από το αγκυλωμένο “εγώ” μας και ίσως φτάσουμε στο “εμείς”, τουλάχιστον στη διάρκεια μιας συνάντησης μαζί του. Και όχι μόνο το δικό μας παρόν, αλλά και το μέλλον των παιδιών μας. Πώς μπορεί να είναι παλιός ένας λόγος, όπως: Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου το αναλόγιο φλέγεται ή αφήστε με! Δεν θα μπορέσετε να με σταματήσετε. Έστω κι αν λέω ψέματα, ακόμα κι όταν λέω ψέματα λέω την αλήθεια.

* Στις παραστάσεις του Τάκη Τζαμαργιά, οι νέες τεχνολογίες, το βίντεο, συχνά φαίνεται ότι άλλοτε σχολιάζει κι άλλοτε υπογραμμίζει τη δράση. Είναι μια συνειδητή επιλογή ή ένας μοντερνισμός;

Στις δύο τελευταίες μου δουλειές χρησιμοποίησα για πρώτη φορά συνειδητά νέες τεχνολογίες και με διαφορετικό σκεπτικό και λειτουργία. Στην “Πάχνη” ήταν λάιβ γιατί οι ήρωες θα μπορούσαν να ήταν και ήρωες ταινίας και ελάχιστα σχολιαστικά μοτίβα ως συνδήλωση του ασυνείδητου κόσμου των προσώπων. Στον Μαγιακόφσκι λειτουργεί ως διάδρομος απογείωσης του ταξιδιού μαζί του. Επίσης θέλω να επισημάνω πως με την ομάδα Com.Odd.Or έχεις τη δυνατότητα να συναντηθείς μέσα από διαφορετικούς από τους δικούς μας δρόμους και να σημάνεις άλλες πτυχές της δουλειάς σου. Πάντως πασχίζω να μη λειτουργούν αθροιστικά αλλά συνθετικά.

* Τι είναι εντέλει η σκηνοθεσία;

Μια διαρκής άσκηση στο πώς θα δαμάσω τον εαυτό μου για να εμπιστευτεί ο ηθοποιός τον δικό του ψυχισμό στο ταξίδι των λέξεων του κειμένου.

* Πανεπιστημιακός δάσκαλος και σκηνοθέτης. Ποιο είναι το νήμα που συνδέει τις δύο αυτές ιδιότητες;

Είναι πολύ συγκεχυμένα τα όρια ανάμεσα στη σκηνοθεσία και στη διδασκαλία. Στην επαφή μου με τους νέους έμαθα να αμφισβητώ τον εαυτό μου και ασκήθηκα στο να ακούω. Αυτό με βοήθησε σαν θέση στη σκηνοθεσία.

* Και οι επόμενοι στόχοι του;

Παλεύω για να έχω κάτι να πω. Αναζητώ διαρκώς κείμενα που μου αντιστέκονται κόντρα στην αντίληψη αν αφορούν άμεσα τους θεατές, εκεί στοιχηματίζω και πεισμώνω, θέλοντας να τα κοινωνήσω. Καταλαβαίνω ότι, ακόμη κι αν δεν αφορούν, η πίστη μου στη δουλειά θα πείσει.

Η ταυτότητα της παράστασης “Ιδού ο Μαγιακόφσκι”

Διακειμενική σύνθεση και επεξεργασία: Ιερώνυμος Πολλάτος – μετάφραση στο “Σύννεφο με παντελόνια”: Κωνσταντίνος Χ. Σκινιάς. Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Τάκης Τζαμαργιάς. Σκηνικά: Γιάννης Θεοδωράκης. Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου. Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου, Κατερίνα Φωτιάδη. Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης, Τάσος Σωτηράκης. Video performance: Com.odd.or. Παίζουν: Γεράσιμος Μιχελής, Τζούλη Σούμα, Δημήτρης Καραμπέτσης. Μουσικός ο Αναστάσιος Σωτηράκης. Στον ρόλο της Κατερίνας Γώγου η Σόφη Παπαδοπούλου.

Βέρα Κρούσκα: Ζούμε χίλιες ζωές μέσα από τους ρόλους μας…

Κατηγορίες: Κρούσκα Βέρα — damiza @ 5:08 πμ

Βέρα Κρούσκα: Ζούμε χίλιες ζωές μέσα από τους ρόλους μας…

«Κάποιοι συνάδελφοί σας μου έχουν βγάλει τη φήμη της «ξινής», επειδή αρνούμαι να δίνω συνεντεύξεις.

Δεν είναι όμως έτσι… Αυτό ξεκινά από μια φοβερή σεμνότητα, ουσιαστική όμως, όχι τάχα μου δήθεν. Αν ήταν αλλιώς, αυτό θα φαινόταν μέσα στα χρόνια που είμαι σε αυτή τη δουλειά. Απλά δεν θέλω να εφευρίσκω σκάνδαλα για να βρίσκομαι στην επικαιρότητα Πάντως, με συγκινεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι μου ζητούν να μιλήσω ακόμα κι αν δεν είμαι μια χρονιά στο θέατρο» ήταν τα πρώτα λόγια της Βέρας Κρούσκα, η οποία παντρεύτηκε μια φορά στη ζωής της, αλλά χώρισε. Παιδιά δεν απέκτησε. «Η οικογένειά μου είναι οι καλλιτέχνες.

Έχω βεβαίως αδέλφια, ανίψια και πολύ καλούς φίλους» λέει γελώντας η γοητευτική ηθοποιός, η οποία αυτό το χειμώνα πρωταγωνιστεί σε ένα συγκλονιστικό έργο, στο «Αίμα στο χιόνι», στο θέατρο «Βασιλάκου».

«Μαζί με τον σκηνοθέτη Πέτρο Ζούλια κάναμε ένα μαγικό θεατρικό ταξίδι. Είναι ένα έργο δυνατό, μοντέρνο με διαρκές σασπένς που τολμά μία βαθειά διείσδυση στις σημερινές ανθρώπινες σχέσεις και στο κοινωνικοπολιτικό τοπίο που τις διαμορφώνει» εξηγεί η Βέρα Κρούσκα και προσθέτει:

«Έχει ένα σκληρό θέμα, το οποίο όμως είναι τόσο πραγματικό. Έχουμε ένα έγκλημα στο χιόνι. Απεχθές, ανεξιχνίαστο, άγριο. Από αυτά που γίνονται καθημερινά πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες και πρώτο θέμα στις ειδήσεις στην τηλεόραση. Θύμα ένας νεαρός καλλιτέχνης. Βρέθηκε σφαγμένος κάτω από άγνωστες συνθήκες στην τουαλέτα ενός εγκαταλειμμένου σταθμού. Ηταν μόνος. Ηταν όμορφος. Ήταν το μοναχοπαίδι μιας μάνας που έναν χρόνο μετά το θάνατο του γιου της σπάει τη σιωπή της και αποφασίζει να συναντήσει το μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας. Αυτός είναι ένα παιδί μόλις 18 χρονών. Η παράσταση γίνεται αναπαράσταση εκείνης της μοιραίας νύχτας αλλά και ψυχολογική αρένα μιας σκληρής διαπροσωπικής πάλης μεταξύ των δύο. Της μάνας και του νεαρού μάρτυρα».

-Τι θέλει να περάσει ο συγγραφέας μέσα από το έργο του;

«Ο Φίλιπ Ρίντλεϊ μιλά για το ρατσισμό κάθε μορφής, ο οποίος κυριαρχεί στην εποχή μας. Ακόμα και αυτός που επιλέγει να έχει τη «μούρη» του ζάπλουτου και του in, είναι ρατσισμός απέναντι σε αυτόν που δεν έχει να φάει. Πόσv μάλλον στους ανθρώπους που έχουν επιλέξει να έχουν μια διαφορετική σεξουαλική επιλογή».

-Ρατσισμός απέναντι στην ομοφυλοφυλοφιλία υπάρχει ακόμα και στο θεατρικό χώρο;

«Λιγότερος. Ζούμε χίλιες ζωές μέσα από τους ρόλους μας. Έτσι είμαστε πιο γενναιόδωροι απέναντι στους ανθρώπους. Είμαστε πιο δημοκρατικοί, πιο ελεύθεροι, από έναν δημόσιο υπάλληλο. Δεχόμαστε πιο εύκολα τις ιδιαιτερότητές τους».

-Από τη ανάγνωση κιόλας του θεατρικού σας, σίγουρα σας ήρθε στο μυαλό η υπόθεση της δολοφονίας του Νίκου Σεργιανόπουλου….

«Βεβαίως…».

-Η πρώτη απόφαση του δικαστηρίου πώς σας φάνηκε;

«Χαίρομαι που θα υπάρξει συνέχεια, για την ηθική ικανοποίηση όλων μας. Ήταν ένα άγριο έγκλημα και πρέπει ο ένοχος να τιμωρηθεί…».

- Για τις ανάγκες του θεατρικού σας, δεν διστάσατε να αποχωριστείτε για λίγο τα ξανθά σας μαλλιά και να φορέσετε μια περούκα…

«Στο θέατρο έχω τολμήσει πολλά πράγματα από πολύ νεαρή ηλικία. Στη σκηνή καπνίζω σαν φουγάρο κι εγώ δεν καπνίζω στη ζωή μου».

-Κινηματογράφο έχετε να κάνετε από το 2001, όταν είχατε παίξει στην ταινία με τον Λάκη Λαζόπουλο. Γιατί απέχετε;

«Στον κινηματογράφο δεν έχω κάνει πολλές ταινίες, Η ουσιαστική μου παρουσία στο χώρο ήταν στο θέατρο, αλλά και στη τηλεόραση. Το θέατρο ήταν πάντα το σπίτι μου… Απλά ο κινηματογράφος τότε ήταν ιδιαίτερα προβεβλημένος».

-Θα θέλατε να ξανασυνεργαστείτε με τον Λάκη;

«Τον αγαπώ πάρα πολύ. Αλλωστε στην πρώτη του δουλειά, όταν είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα, είχαμε συνεργαστεί σε μια επιθεώρηση του Γιάννη Ξανθούλη, στο θέατρο «Βέμπο»».

-Συμφωνείτε με τη σάτιρα του Λαζόπουλου;

«Απόλυτα. Ο Λάκης δεν μπορεί ποτέ να γίνει χυδαίος. Μόνο με τη χυδαιότητα δεν συμφωνώ. Και ο Λάκης είναι απλά καυστικός. Έχει επίπεδο και μυαλό».

-Παρά την προσήλωσή σας στην τέχνη, δεν έχετε ξεχάσει να είστε γυναίκα…

«Θέλω να είμαι καλά με τον εαυτό μου. Γυμνάζομαι, διαβάζω, βλέπω θέατρο, γεμίζω τη μέρα μου με χίλια δύο πράγματα. Δεν θέλω να παραιτηθώ. Και εύχομαι να μην περάσω την ασθένεια της εποχής μας, την κατάθλιψη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε παραίτηση».

-Στο καμαρίνι σας έχετε μόνο τέσσερις φωτογραφίες: Της Έλλης Λαμπέτη, του Δημήτρη Χορν της μητέρας σας και της γάτας σας….

«Η γάτα μου η Χαρούλα είναι πολύ αγαπημένη μου. Είναι ένα «γατόσκυλο»… που μου δίνει χαρά. Η μητέρα μου, ο Χορν και η Λαμπέτη είναι οι άνθρωποι που σημάδεψαν τη ζωή μου. Η Λαμπέτη είναι όλα για μένα…. Στην τρυφερή μου ηλικία «έσπειρε» σε μένα κι εγώ «άνθισα»…. Χάραξε την καριέρα μου, αφού μου έδωσε στην αρχή της καριέρας μου να παίξω δίπλα της τον δεύτερο γυναικείο ρόλο. Με τίμησε με τη φιλία της μέχρι την ημέρα του θανάτου της. Τα νέα παιδιά που βγαίνουν σήμερα, δεν έχουν τέτοιες ευκαιρίες, αφού δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Η Έλλη μπορεί να ήταν η προσωποποίηση της ευαισθησίας, ήταν ευάλωτη και ταυτόχρονα είχε μια τεράστια δύναμη. Μπόρεσε να επιζήσει 14 χρόνια με ένα τόσο μεγάλο βάρος της, όπως είναι ο καρκίνος. Η Έλλη ήταν ένα παράδειγμα για μένα και θα με «συνοδεύει» μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Εμένα δεν μου αρέσουν οι «μασίφ από μπετόν» άνθρωποι. Και η Έλλη ήταν λεβέντισσα, αλλά με αδυναμίες».

-Οι δικές σας αδυναμίες κ. Κρούσκα;

«Σίγουρα έχω αδυναμίες… Αλλά θα προσπαθήσω οι αδυναμίες μου να μην γίνουν βάρος στους άλλους…».

  • Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΞΗΝΤΑΡΑ, ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 25/01/2010

Ιανουαρίου 30, 2010

ΘΩΜΑΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ: «Δεν πιστεύω στα θέατρα με 15 σκηνές»

Κατηγορίες: Μοσχόπουλος Θωμάς — damiza @ 6:20 πμ

Με αφορμή την παρουσίαση δύο έργων, του Σαίξπηρ και του Τζο Ορτον, στο θέατρο Αλίκη, σε μια παράσταση με ενιαία άποψη, ο σκηνοθέτης μιλάει στο «Βήμα» για τη σχέση τέχνης και επιχειρηματικότητας

Επειτα από πολλές αλλαγές, μικρές και μεγάλες ανατροπές, ο Θωμάς Μοσχόπουλος ετοιμάζεται για τη διπλή πρεμιέρα του την προσεχή Τρίτη στο θέατρο «Αλίκη». Με τον τίτλο «Ο,τι προτιμάτε» και δύο τελείως διαφορετικά- εκ πρώτης ανάγνωσης τουλάχιστονέργα δίνει το σκηνοθετικό του παρών στην πρώτη δουλειά με την Ελληνική Θεαμάτων (ΕΛΛΘΕΑ). «“Ελα να κάνεις εδώ αυτό που κάνεις ως τώρα” μου είπε η Αρχοντούλα Παπαπαναγιώτου » θυμάται, καθώς πλέον ανήκει και εκείνος στη θεατρική εταιρεία με τις πολλές αθηναϊκές σκηνές. «Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη συνεργασία έπαιξε ο Σταμάτης Φασουλής » προσθέτει.

Η κωμωδία του Σαίξπηρ «Δωδέκατη νύχτα» και η φάρσα της δεκαετίας του 1960 «Τι είδε ο μπάτλερ» του Τζο Ορτον, που θα παίζονται εναλλάξ (και κάθε Κυριακή μαζί) δίνουν το προσωπικό του στίγμα. Αρχικώς τα δύο έργα προοριζόταν να εγκαινιάσουν τις δύο σκηνές (300 και 150 θέσεων) του νέου θεάτρου Π (Πειραιώς και Περσεφόνης), το οποίο και θα στεγάσει τη μετά Αμόρε εποχή του Θωμά Μοσχόπουλου. Από τη στιγμή όμως που δεν ήταν έτοιμο η παράσταση «ενοποιήθηκε» και μετακομίζει στο «Αλίκη» αφού έγιναν ορισμένες αλλαγές και τροποποιήσεις ώστε να υπογραμμιστεί η διάθεση για παιχνίδι.

- Ποια είναι τα κοινά στοιχεία των δύο αυτών έργων;

«Υπάρχουν ακόμη και κοινές ατάκες. Αλλά, πέρα από αυτό, τα θέματα είναι κοινά, όπως η παρενδυσία, με τους άνδρες να κάνουν τις γυναίκες και τις γυναίκες τους άνδρες, για να γλιτώσουν από μια δύσκολη κατάσταση. Επίσης το θέμα της τρέλας, της ταυτότητας, ερωτικής και ψυχολογικής, αλλά και της διάσπασής της. Θα έλεγα ότι βλέπεις την έννοια του βρετανικού χιούμορ στην απόλυτη εξέλιξή του. Και αυτό έχει να κάνει και με τον χαρακτήρα μου: και τα δύο έργα καταλήγουν σε κάτι που με εκφράζει: την απόλυτη λογικοποίηση των συναισθημάτων που τελικά οδηγεί στον παραλογισμό. Αυτό συμβαίνει στον Ορτον με σαρκασμό και έντονη κοινωνική κριτική και στον Σαίξπηρ με την παγκοσμιότητά του».

- Ωστόσο υπάρχουν σαφείς διαφορές στη γλώσσα,φαντάζομαι…

«Η γλώσσα του Σαίξπηρ είναι αυτή που είναι, ενώ στον Ορτον οι ήρωες μιλούν ακραία επιτηδευμένα. Ο Σαίξπηρ είναι πιο ανοιχτός, στον Ορτον πρέπει να βρεις το απόλυτο στυλ του».

- Εχει μια διάθεση πρόκλησης όλο αυτό το διπλό θεατρικό παιχνίδι;

«Δεν θεωρώ την πρόκληση αυτοσκοπό. Μου αρέσει πάντα η αίσθηση ότι “υπάρχει και κάτι από πίσω”».

- Θιασάρχης, λοιπόν, κύριε Μοσχόπουλε;

«Δεν μου αρέσει η έννοια του θιασάρχη. Εχω σχεδόν συγγενική σχέση με τους συνεργάτες μου. Ο καθένας μας έχει κάνει την επιλογή του και έχουμε αποφασίσει από κοινού να είμαστε μαζί. Προσωπικά νοιάζομαι για τους ανθρώπους με τους οποίους δουλεύω μαζί. Δεν θα ήθελα να δουλεύω free lancer».

- Προτιμάτε τις συνθήκες του εμπορικού θεάτρου;

«Δεν μου αρέσει ούτε ο όρος του εμπορικού. Το να επιστρέψω στην κατάσταση της ανασφάλειας του αν θα έρθει ή όχι η επιχορήγηση δεν νομίζω ότι μου αρέσει. Ετσι κι αλλιώς το οικονομικό κρίνει πολλά και η ανασφάλεια είναι σύμφυτη με τη δουλειά μας. Ενδεχομένως στο καινούργιο θέατρο να μπορέσω να δοκιμάσω και άλλα πράγματα».

- Ξεκινάτε υπό όρους τη συνεργασία με την Ελληνική Θεαμάτων;

«Δεν έχω κανέναν περιορισμό. Προφανώς, αν η δουλειά δεν πάει, θα υπάρχουν επιπτώσεις. Ωστόσο η έννοια του εμπορικού, “να έχουμε κόσμο” δηλαδή, είναι κοινή σε όλους μας».

- Μήπως στην επιλογή σας αυτή ελλοχεύει ο κίνδυνος των συμβιβασμών ή των αυτοπεριορισμών;

«Το ρίσκο είναι πιο μεγάλο και τα λεφτά που ξοδεύονται είναι περισσότερα. Αλλά αυτό δεν θεωρώ ότι με οδηγεί σε επιλογές συμβιβασμών. Ετσι κι αλλιώς, συμβιβασμούς κάνεις πάντα, είτε με πολλά είτε με καθόλου λεφτά. Το θέμα είναι να ζυγιαστεί μέσα στον χρόνο ποιο είναι αυτό το είδος συμβιβασμού που δεν είναι πιο επικίνδυνο από ό,τι ήταν αλλού. Οσο για το θέμα του αυτοπεριορισμού, ανήκω στο είδος των ανθρώπων που δεν είμαι ποτέ ευχαριστημένος».

- Μήπως έγιναν πολλές αλλαγές, πολύ σύντομα, μετά το κλείσιμο του Αμόρε;

«Πράγματι. Το θέμα είναι να μην αλλοιώσεις το προϊόν σου επειδή από το μικρό μπακάλικο πήγες σε μεγαλύτερο. Θέλει συγκέντρωση. Στόχος είναι να διατηρήσεις την ανάγκη σου να ονειρεύεσαι αλλά παράλληλα να πατάς τα πόδια σου στη γη για να μη χαθείς ούτε να προσκολληθείς σε κάτι που ίσχυε πριν από δεκαετίες. Προσωπικά η εμπειρία μου στη Μικρή Πόρτα και στο θέατρο για παιδιά εκφράζει απόλυτα τον συγκερασμό όσων πιστεύω».

- Πιστεύετε ότι το κράτος πρέπει να στηρίζει την τέχνη;

«Σοβαρή κρατική μέριμνα με παράδοση και δομές, αυτό είναι το σωστό για μένα. Δεν το βλέπω όμως να γίνεται. Από εγωισμό, από ματαιοδοξία, από κούραση, θέλω κάποια στιγμή να κάνω τη δουλειά μου. Το σύστημα είναι που μετατρέπει τους καλλιτέχνες σε επιχειρηματίες. Το θέμα είναι να υπάρχει το μικρότερο εσωτερικό κόστος».

- Σας προβλημάτισε η διάσπαση του Θεάτρου του Νότου- Αμόρε;

«Η διάσπαση του Αμόρε έφερε τον Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό και εμένα εδώ. Μακάρι η διάσπαση να οδηγεί σε κυτταρογένεση και όχι σε καρκινώματα. Είναι θετικό να υπάρχει ένας δυνατός πυρήνας στο Εθνικό. Οχι όμως να συμπεριλάβει όλη τη θεατρική κίνηση. Πρέπει να υπάρχουν κι άλλες εστίες για να υπάρχει διάλογος. Αν ο θεσμός των επιχορηγήσεων σβήσει- και εκεί φοβάμαι ότι οδεύουμε- η ζημιά είναι ένας δίπολος γιγαντισμός, από τη μια το Εθνικό και από την άλλη οι μεγαλοπαραγωγοί. Ελπίζω ότι εμένα μου δίνεται μια αυτονομία».

- Με το θέατρο Π που θα εγκαινιάσετε του χρόνου προστίθεται άλλο ένα θέατρο με πολλές σκηνές στη γεμάτη σκηνές Αθήνα;

«Δεν θέλουμε άλλη μία νέα εστία με τόσο πλουραλισμό. Δεν χρειαζόμαστε τόσο πολλές παραστάσεις. Χρειαζόμαστε πιο συγκεκριμένες προτάσεις και ένωση δυνάμεων. Δεν πιστεύω στα θέατρα με 15 σκηνές- είναι λίγο πρόχειρο και αγχωτικό ακόμη και για τον θεατή».

Πού και πότε

  • Θέατρο Αλίκη, Αμερικής 4, τηλ. 210 3210.021. η «Τι είδε ο Μπάτλερ»: Τρίτη και Παρασκευή 21.15, Σάββατο 18.30.
  • «Δωδέκατη νύχτα»: Τετάρτη 20.00, Πέμπτη και Σάββατο 21.15.
  • Τιμές: 25-18 ευρώ. η Ενιαία παράσταση κάθε Κυριακή στις 19.00 (35 ευρώ).
  • «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ, σε μετάφραση Νίκου Χατζόπουλου . Παίζουν: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Ηλιάννα Γαϊτάνη, Νίκος Καραθάνος, Χρήστος Λούλης, Αργύρης Ξάφης, κ.ά.
  • «Τι είδε ο μπάτλερ» του Τζο Ορτον, σε μετάφραση του σκηνοθέτη. Παίζουν: Αλέξανδρος Αλπίδης, Γιώργος Γλάστρας, Αννα Καλαϊτζίδου, Κώστας Μπερικόπουλος, Ομηρος Πουλάκης, Λυδία Φωτοπούλου. Πρεμιέρα: 2 Φεβρουαρίου στις 20.00.

Ιανουαρίου 29, 2010

Συνέντευξη στη «Ν» του πρωταγωνιστή της παράστασης, Τάσου Ιορδανίδη. Θεατρικές «Επικίνδυνες σχέσεις»

Κατηγορίες: Ιορδανίδης Τάσος — damiza @ 5:51 πμ
Ο θίασος της παράστασης «Επικίνδυνες σχέσεις». Διακρίνονται από αριστερά οι: Νικ. Μαστρογιαννοπούλου, Δημ. Σαμόλης, Ράνια Σχίζα, Τάσος Ιορδανίδης, Θάλεια Ματίκα, Αντ. Αντωνάκος, Σταυρίνα Ψιμοπούλου.

Το έργο «Επικίνδυνες σχέσεις» του Κρίστοφερ Χάμπτον, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Σοντερλό ντε Λακλό, ανεβαίνει στη β’ σκηνή του Θεάτρου Άλμα (Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17), σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης η σατανική Μαρτέιγ, που ζει βάζοντας στοιχήματα πάνω στην κρυφή ερωτική ζωή των άλλων, πετυχαίνοντας με αυτόν τον τρόπο να κυριαρχεί κοινωνικά. Κάποια μέρα, η Μαρτέιγ αναθέτει στον πρώην εραστή της, τον ακόλαστο Βαλμόν, να αποπλανήσει τη νεαρή κοπέλα που πρόκειται να παντρευτεί. Εκείνος τα καταφέρνει θαυμάσια, κερδίζοντας έτσι το στοίχημα.

Η απρόσμενη άφιξη της ωραιότατης Τουρβίλ θεωρείται ως πρόκληση για τη Μαρτέιγ, που αναθέτει στον Βαλμόν να την κατακτήσει, προσφέροντάς του ως τίμημα μια βραδιά μαζί της. Έτσι, ο Βαλμόν επιδίδεται σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας, χρησιμοποιώντας ως όπλο τη γοητεία του και την τέχνη του στον έρωτα, και παρουσιάζεται στην Τουρβίλ σαν ένας ανιδιοτελής ερωτευμένος.

Τελικά πετυχαίνει το σκοπό του, αλλά ερωτεύεται και ο ίδιος το θήραμά του, με αποτέλεσμα να καταστρέψει όχι μόνο την Τουρβίλ, αλλά και τον εαυτό του. Ο πρωταγωνιστής Τάσος Ιορδανίδης μας μίλησε για την παράσταση, για τον κίνδυνο που περιτριγυρίζει θύτες και θύματα.

Ο πρωταγωνιστής των «Επικίνδυνων Σχέσεων» Τάσος Ιορδανίδης.
  • Το έργο αποτελεί μια διασκευή του γνωστού μυθιστορήματος.

«Ναι, το έργο είναι διασκευή του γνωστού μυθιστορήματος, την οποία έχει πραγματώσει ο Γιώργος Κιμούλης, μεταφέροντας τη θεματολογία και τους ήρωες στη δεκαετία του 1930».

  • Πρόκειται για ένα έργο που έχει παιχτεί πολύ κι έχει μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία και στον κινηματογράφο. Ποια είναι η νέα προσέγγιση, που δελεάζει το θεατή;

«Το δέλεαρ για το θεατή είναι η πάρα πολύ καλή σκηνοθετική ματιά του Γιώργου Κιμούλη και το ότι ενώ οι ρόλοι είναι λίγο έως πολύ ταυτισμένοι με τους ηθοποιούς που τους ερμήνευσαν στον κινηματογράφο με μεγάλη επιτυχία, θα τους δει ερμηνευμένους από Έλληνες ηθοποιούς, σε μια πολύ καλή διανομή».

  • Οι σχέσεις είναι περισσότερο συναρπαστικές, όταν είναι επικίνδυνες;

«Πιο συναρπαστικές ναι, όχι όμως τόσο υγιείς. Είναι γοητευτικό να παρακολουθείς ένα καλλιτεχνικό έργο το οποίο διέπεται από επικινδυνότητα. Στη ζωή όμως, οι σχέσεις που μπορούν να κρατήσουν και να ισχυροποιηθούν με το πέρασμα του χρόνου, είναι οι γαλήνιες, υγιείς που βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό».

  • Όταν ο θύτης γίνεται θύμα της ίδιας του της ματαιοδοξίας, είναι καταστροφή ή δικαιοσύνη;

«Οι έννοιες καταστροφή και δικαιοσύνη, δεν έχουν σαφή ορισμό. Ποιος μπορεί να ορίσει πότε καταστρέφεται κάποιος και πότε δικαιώνεται. Καλό θα ήταν στις σχέσεις -είτε είναι επικίνδυνες είτε όχι-, να μην υπάρχουν θύτες και θύματα».

  • Η πρώτη έκδοση

Οι «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακτό πρωτοεκδόθηκαν στο Παρίσι το 1782 και -παρά τη μεγάλη επιτυχία τους- αντιμετωπίστηκαν ως κοινωνικό σκάνδαλο.

Δεν είναι τυχαίο που μόνο ο «καταραμένος» ποιητής Μποντλαίρ υποστήριξε δημόσια το έργο, αναφέροντας -μεταξύ άλλων-: «Το βιβλίο αυτό, αν καίει, δεν μπορεί να καίει παρά με τον τρόπο που καίει ο πάγος».

Στην εκδοχή που ανεβαίνει στο Θέατρο Άλμα πρωταγωνιστούν επίσης οι Ράνια Σχίζα, Θάλεια Ματίκα, Τζένη Θεωνά, Δημήτρης Σαμόλης, Σταυρίνα Ψιμοπούλου, Αντώνης Αντωνάκος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΛΟΥΒΑΡΗΣ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Ιανουαρίου 27, 2010

Κώστας Καζάκος – Αντώνης Καλογρίδης: Το θαύμα των γενεών

Κατηγορίες: Καζάκος Κώστας, Καλογρίδης Αντώνης — damiza @ 6:22 μμ
  • Αντιπροσωπεύουν διαφορετικές γενιές με ελάχιστα κοινά σημεία αναφοράς. Η συνεύρεσή τους στο θεατρικό «Μαύρο Κουτί» αποδεικνύει πως όταν υπάρχουν ταλέντο, όραμα και ανοιχτό μυαλό, τότε δεν μιλάμε πια για το χάσμα, αλλά για…
  • Δύο γενιές συναντώνται σε ένα «Μαύρο Κουτί». Ο Κώστας Καζάκος και ο Αντώνης Καλογρίδης. Ο Κώστας Καζάκος ανέβασε το νέο έργο του μαθητή του, Γιώργου Ηλιόπουλου, και ο Αντώνης Καλογρίδης σκηνοθέτησε μια παράσταση που ισορροπεί ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ, την αλήθεια και τα όνειρα. Για αυτό το «Μαύρο Κουτί», που είναι ένας μαυροπίνακας της ζωής, αλλά και για το θέατρο, που σαν καθρέφτης γιγαντώνει ελπίδες και όνειρα, μιλούν οι δύο καλλιτέχνες.

Κώστας Καζάκος  - Αντώνης Καλογρίδης: Το θαύμα των γενεών
  • Επειτα από τόσες παραστάσεις τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που κάνει το «Μαύρο Κουτί» να μιλάει στις καρδιές των θεατών;
Κώστας Καζάκος  - Αντώνης Καλογρίδης: Το θαύμα των γενεών

Κ.Καζάκος: Βλέπουμε κάθε βράδυ, και κατά τη διάρκεια της παράστασης και μετά, την αναστάτωση του κοινού. Σαν να πρόκειται για προσωπικά τους ζητήματα. Τόσο τα επίκαιρα θέματα του έργου, όπως τα golden boys και η χρηματοοικονομική κατάσταση όσο και οι αποκαλύψεις των οικογενειακών μυστικών. Κι ακόμη εντυπωσιάζει η δύναμη του ήρωα να αναποδογυρίσει τη ζωή του και να βάλει τέρμα στην πορεία που είχε πάρει εξαιτίας των παρανοήσεων.

Να καταφέρει να αντιστρέψει τη ζωή του και να ξαναγίνει? άνθρωπος. Αυτός ένας ψυχρός τεχνοκράτης από εκείνους που μπορούν να πατήσουν ένα κουμπί και να χαθούν ένα εκατομμύριο άνθρωποι για χάρη του κέρδους. Φαίνεται ότι αγγίζει τους ανθρώπους ίσως επειδή πρόκειται για ένα πρόβλημα που πολλοί αντιμετωπίζουν, αλλά δεν μπορούν να το λύσουν.

  • Αντώνη, τι σημαίνει σκηνοθεσία και τι σημαίνει αυτό το έργο;

Α.Καλογρίδης: Αρχικά να οριοθετήσω τον όρο σκηνοθεσία. Oλοι μαζί στήσαμε την παράσταση. Είναι ένα ταξίδι που δεν σταματάει. Ο ήρωας ψάχνει να δει πού έχασε τον δρόμο του. Κι αυτή η αναζήτηση δεν αφορά μόνον τον ήρωα, αλλά τη γενιά μου. Oλοι μας ψάχνουμε να δούμε πού είμαστε και πού πάμε. Παλαιότερα οι συνθήκες ήταν διαφορετικές και οι βεβαιότητες μεγαλύτερες και ισχυρότερες. Εμείς, που φαινομενικά τα έχουμε όλα, χανόμαστε μέσα σε μια ομίχλη και την απουσία αξιών. Το έργο επαναφέρει στο προσκήνιο τις χαμένες μας αξίες. Το χαμένο μαύρο κουτί μας.

  • Τι σας γοητεύει στη διαδικασία μιας παράστασης;

Α.Κ.: Πέρα από το κείμενο, με ενδιαφέρει το ταξίδι που κάνουμε όλοι μαζί. Oλοι μαζί δουλεύουμε και χτίζουμε. Είμαστε εξερευνητές σε μια περιπέτεια. Αλίμονο αν σταματήσουμε την έρευνα.

Κ.Κ.: Ουσιαστικά αυτό που κάνουμε είναι να φτιάξουμε το καράβι. Στο έργο υπάρχει η ιδέα του καραβιού, όμως εμείς πρέπει να το φτιάξουμε στην πράξη. Πρέπει να φτιάξουμε την Αργώ! Πρέπει να πούμε και κάτι που πολύς κόσμος δεν το καταλαβαίνει: Κάθε βράδυ είναι μια άλλη παράσταση. Ενα άλλο ταξίδι που ξεκινάει από την αρχή, σε άλλες θάλασσες, σε άλλους ανέμους… Με άλλο κοινό. Αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου.

  • Αντώνη, πόσο εύκολο και πόσο δύσκολο ήταν να συνεργαστείς με τον Καζάκο;

Α.Κ.: Να συνεργαστώ; Εγώ είμαι μαθητής μπροστά στον Καζάκο!

  • Μαθητής, αλλά και ο σκηνοθέτης της παράστασής του?

Α.Κ.: Ξεκινήσαμε από τη γνωριμία. Ανακαλύπταμε λίγο λίγο τον κόσμο που ο άλλος κρύβει μέσα του. Βλέπαμε πού συμπίπτουν οι συνισταμένες μας και ποια είναι τα κέντρα αναφοράς. Σίγουρα υπάρχουν διαφορετικές ματιές, όμως αυτά τα αντιμετωπίζουμε με τον διάλογο. Ετσι βρίσκουμε τον κοινό μας κώδικα. Στη συνεργασία μας δεν υπήρχαν διαφορετικοί κόσμοι. Στο θέατρο είμαστε όλοι παιδιά σε ένα μοναδικό και υπέροχο παιχνίδι. Το πάντρεμα διαφορετικών γενεών πλουτίζει το αποτέλεσμα.

  • Τι έχεις αποκαλύψει στο μαύρο κουτί του Κώστα Καζάκου;

Α.Κ.: Εχω δει ένα ζωντανό, ζωηρό παιδί, που μπαίνει μέσα στο παιχνίδι, που ανακαλύπτει και ψάχνει, χωρίς σταματημό. Οι στιγμές που τον βλέπω πάνω στη σκηνή και με συγκλονίζει είναι που μπορεί να σε κρατάει στην αγκαλιά του και την ίδια στιγμή να σε κρατάει στην απόσταση που πρέπει για να μπορέσεις να απολαύσεις το παιχνίδι.

  • Σε χαρακτηρίζουν το τρομερό παιδί, το τρελό παιδί του θεάτρου? Πώς αντιμετωπίζεις τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς;

Α.Κ.:Το πώς με βλέπει ο κόσμος είναι κάτι που δεν το ακούω. Δεν κάνω θέατρο για να κερδίσω κάποιους χαρακτηρισμούς, αλλά επειδή το αγαπώ. Βέβαια, από τη στιγμή που εκτίθεσαι ο καθένας έχει δικαίωμα να σε κρίνει. Ομως, απέχω από αυτήν τη διαδικασία.

Κ.Κ.: Οταν πρωτοδιάβασα το έργο του Ηλιόπουλου, σκέφτηκα να το σκηνοθετήσω εγώ. Ομως όταν το ξαναδιάβασα, ένιωσα ότι κάτι άλλο χρειάζεται το έργο. Αποφάσισα ότι χρειάζεται άλλο μυαλό και άλλη διάθεση. Τον γνώριζα λίγο, αλλά ένιωσα ?και το επιβεβαίωσα στην πράξη? ότι είναι ένας άνθρωπος ρηξικέλευθος, απελευθερωμένος και χωρίς αναστολές. Οταν βάλει κάτι στο μυαλό του, θα το πολεμήσει ώς το τέλος. Την ίδια στιγμή διαθέτει μια αθωότητα που τόσο χρειάζεται στη δουλειά μου. Είναι ένα μάτι φρέσκο απέναντι στη ζωή.

  • Αρα το δικό του μαύρο κουτί τι περιέχει;

Κ.Κ.: Το γιοφύρι της Αρτας. Δεν ικανοποιείται εύκολα. Και αυτό είναι βασικός παράγοντας για το χτίσιμο ενός γερού καραβιού. Κι έχει και τον εξοπλισμό, τα προσόντα. Καταφέρνει να δημιουργήσει μοναδική διάθεση στην πρόβα, που είναι απαραίτητη στη δουλειά μας. Βγάζει από κάθε ηθοποιό το περισσότερο και έχει αίσθημα συλλογικότητας.

  • Κώστα, τόσα χρόνια στο θέατρο με αναγνώριση, με χειροκρότημα και πρόσφατα με μία ακόμη βράβευση από την ένωση Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής. Τι σημαίνει μια τέτοια τιμή;

Κ.Κ.: Την ώρα της απονομής ήμουν προβληματισμένος για το αν θα πήγαινα να παραλάβω το βραβείο. Από νέος με απωθούσε ο διαγωνιστικός χαρακτήρας των βραβείων, ότι ανάμεσα σε 4 ή 5 διαγωνιζόμενους καλλιτέχνες μια επιτροπή θα κρίνει με ψηφοφορία ποιος είναι ο καλύτερος. Ποτέ δεν είχα πάρει μέρος σε τέτοιου είδους διαδικασίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, δεν είχαμε διαγωνισμό. Παρ’ όλα αυτά, με προβλημάτισε. Ωστόσο ένιωσα ότι θα είναι προσβολή να αρνηθώ το βραβείο. Εξάλλου, έχω την πεποίθηση ότι αυτές οι διακρίσεις είναι καλύτερο να αφορούν τους νέους. Να τους βοηθούν να «σκάσουν μύτη». Εγώ μεγάλωσα πια?

  • Ανάμεσα στις δύο φράσεις «Η ζωή μου και το θέατρο» και «Η ζωή μου το θέατρο», ποια θα διαλέξεις;

Κ.Κ.: Αυτά είναι συνυφασμένα. Η δουλειά μας ξεκινάει σαν δεύτερη φύση και σιγά σιγά γίνεται πρωτεύουσα φύση. Μια επαγγελματική διαστροφή που δεν μπορείς να την αλλάξεις. Ολα όσα ζούμε στην καθημερινότητά μας συγκεντρώνονται σε αυτόν τον στόχο. Από κει και πέρα, με πόση αυταπάρνηση πραγματοποιείται αυτό, εξαρτάται από τον άνθρωπο και το κουράγιο του, την αγωνιστική του διάθεση και την κατανόηση του στόχου του.

Οι πολύ μεγάλοι μάς δίνουν το μέτρο ότι πρέπει όλα να ενταχθούν στον στόχο κι έτσι όταν λες «Η ζωή μου είναι το θέατρο», αυτό να είναι αλήθεια. Στον τόπο μας, οι συνθήκες είναι τόσο δύσκολες που μας αναγκάζουν σε πισωγυρίσματα αλλά και σε άλματα μπροστά? και πάλι πίσω… Δεν είναι απλώς αντικαλλιτεχνικές, αλλά αντιανθρώπινες.

  • Κάποιοι, όμως, λένε ότι οι δυσκολίες φτιάχνουν τον καλλιτέχνη.

Κ.Κ.: Η τέχνη είναι πολύ δύσκολος δρόμος και άπιαστος στόχος. Τις δυσκολίες τις βάζει ο καλλιτέχνης μόνος του και είναι συνειδητές. Είναι δυσκολίες που δεν τις βάζεις στο ύψος του ματιού σου, αλλά στο ύψος των ονείρων. Είναι θέμα ηθικού, συνείδησης, κατανόησης του τι σημαίνει να ανεβαίνεις στη σκηνή και να καλείς ανθρώπους να συνομιλείς μαζί τους για αυτά τα τόσο ευαίσθητα ζητήματα, όπως είναι οι φόβοι, οι αγωνίες, η αγάπη, ο θάνατος και η ζωή.

Ο καλλιτέχνης πρέπει να βάζει παγίδες στον εαυτό του και να τις ξεπερνάει. Σε αυτόν τον αγώνα βρίσκεις το νόημα της τέχνης και τον ρόλο σου στο κοινωνικό σύνολο. Η τέχνη δεν είναι προσωπική υπόθεση. Δεν ασχολείσαι με την τέχνη για να αυτοϊκανοποιηθείς. Πρέπει να κατανοήσεις το γιατί τόσοι άνθρωποι έρχονται στο θέατρο και κάθονται περιμένοντας να ανοίξει η αυλαία. Πρέπει να καταλάβεις ότι όλοι αυτοί περιμένουν ένα θαύμα.

  • Αντώνη, αν μετρούσαμε όλα τα στοιχεία που σε γοητεύουν στο θέατρο και στη ζωή, ποιο θα έβαζες πρώτο;

Α.Κ.: Το παραμύθι. Να φτιάξω τη ζωή μου όπως εγώ θέλω κι όχι όπως μας την έχουν «φορέσει». Οι παραμυθένιες σχέσεις που είναι δυνατές και χωρίς όρια.

  • Δεν είναι εύκολο αυτό.

Α.Κ.: Είμαι διατεθειμένος να πολεμήσω.

Κ.Κ.: Αλλωστε κάθε παραμύθι πρέπει να έχει την κακή του μάγισσα κι αυτό κάνει το ξύπνημα της βασιλοπούλας πιο γοητευτικό!?

«Τις δυσκολίες τις βάζει ο καλλιτέχνης και είναι συνειδητές. Είναι δυσκολίες που δεν τις βάζεις στο ύψος του ματιού σου, αλλά στο ύψος των ονείρων». Κ.Κ.

«Στο θέατρο, είμαστε όλοι παιδιά σε ένα μοναδικό και υπέροχο παιχνίδι. Το πάντρεμα διαφορετικών γενεών πλουτίζει το αποτέλεσμα». Α.Κ.

Από την Τέα Βασιλειάδου, Photo Παντελής Ζερβός, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΕΘΝΟΣ

Ιανουαρίου 26, 2010

Μόνος ενώπιον των τεράτων της φιλαρέσκειας και του ναρκισσισμού

Κατηγορίες: Σερβετάλης Αρης — damiza @ 5:15 πμ

Για τον ίδιο τον Μπέκετ το «Embers» («Στάχτες»), έργο που έγραψε το ‘57 αποκλειστικά για το ραδιόφωνο, ήταν απλά ένα «αδέξιο», «κακοτράχαλο» κείμενο. Η κριτική υπήρξε αμφίθυμη. Κάποιοι το χαρακτηρίζουν «μια απ’ τις λίγες αποτυχίες» του και άλλοι θεωρούν πως «συναντά την τελειότητα».

«Ο στόχος ήταν εξ αρχής η αποβολή οποιουδήποτε συναισθήματος. Πιστεύω ότι αν καθοδηγήσεις τη θέαση προς κάποιο συναισθηματικό δρόμο, την ευνουχίζεις», λέει για με αφορμή τον μονόλογο του Μπέκετ ο Αρης Σερβετάλης

«Ο στόχος ήταν εξ αρχής η αποβολή οποιουδήποτε συναισθήματος. Πιστεύω ότι αν καθοδηγήσεις τη θέαση προς κάποιο συναισθηματικό δρόμο, την ευνουχίζεις», λέει για με αφορμή τον μονόλογο του Μπέκετ ο Αρης Σερβετάλης

Ο Αρης Σερβετάλης δεν ενεπλάκη σ’ αυτή τη θεωρητική αντιπαράθεση. Θεωρεί το 3.000 λέξεων ραδιοφωνικό έργο του Μπέκετ το ιδανικό «υλικό» για να ανεβεί στη σκηνή ολομόναχος. Εξ ου και αποφάσισε ύστερα από δύο συνεργασίες με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου («2», «Μήδεια 2») να επιστρέψει στη θεατρική πρόζα με ένα 45λεπτο σωματικό σόλο που βασίζεται, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, στο «Embers». Η εικαστική περφόρμανς «Ατιτλο», μια «ζωντανή» βιντεο-ηχητική εγκατάσταση, ξεκινά στις 4 Φεβρουαρίου στο Ιδρυμα Κακογιάννη. «Ηθικός αυτουργός» της και σκηνοθέτρια η εικαστικός Εφη Μπίρμπα.

Ο Σερβετάλης συναντά τον Μπέκετ σε μια εποχή που αναζητά την πολυτέλεια που μπορεί να δίνει ένα από τα πιο ανασφαλή επαγγέλματα του κόσμου: το δικαίωμα της αυστηρής, σχεδόν ελιτίστικης επιλογής. Ετσι, μετά τη «Μήδεια 2», επαγγελματικά δεν έκανε απολύτως τίποτα. «Με κόστος να μην έχω να φάω. Γιατί δεν είμαι χομπίστας», τονίζει. Φαίνεται πως τον «τροφοδοτούσε» για δύο χρόνια η μονομανής καταβύθιση στον αλλόκοτο κόσμο του Ιρλανδού δραματουργού. Εξάλλου, το γεγονός ότι η δίχρονη έρευνα για τον Μπέκετ γινόταν υπό το φίλτρο μιας εικαστικού και ενός ηθοποιού, απέδωσε απρόσμενους καρπούς. «Η διαδικασία των προβών έγινε χωρίς να ακολουθούνται θεατρικοί κώδικες», αποκαλύπτει ο Σερβετάλης.

Το «Embers» είναι ένας διαρκής διάλογος με τους ήχους, γεγονός που «εκμεταλλεύεται» η παράσταση της Μπίρμπα. Ξεκινά με τον ήχο της θάλασσας και των βημάτων πάνω στα βότσαλα. Ο Χένρι, ο ήρωας του έργου, περπατάει. Ξεκινά να μιλάει, εκφέροντας μία μόνο λέξη, που «καταπίνει» αμέσως ο ήχος της θάλασσας. Ψυχαναγκαστικά εκφέρει με στεντόρεια φωνή, σαν εντολή, τις λέξεις «stop» και «down». Εκτελεί απρόθυμα ό,τι ακριβώς η φωνή του έχει προστάξει.

- Γιατί θελήσατε να δουλέψετε πάνω σε αυτό το σχεδόν άγνωστο και ελάχιστα παιγμένο κείμενο (πρωτοανέβηκε στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου δύο δεκαετίες μετά τη συγγραφή του!) του Μπέκετ;

«Ακόμα και σ’ ένα “ατημέλητο” για τον ίδιο τον Μπέκετ έργο του, ο δραματουργός καταθέτει αποστάγματα μεγάλης τέχνης. Είναι ένα έργο στο οποίο το υποκείμενο διαπραγματεύεται τον “θόρυβο” και τη “σιωπή” του… Μεγάλες προκλήσεις για ένα θεατρικό ανέβασμα. Αυτές οι δύο εσωτερικές καταστάσεις είναι και η μοναδική σκηνογραφία της παράστασης».

- Ενσαρκώνετε, υπό μια έννοια, τον Χένρι, τον κεντρικό ήρωα, που ως επί το πλείστον μονολογεί, με «αντίλογο» τον ήχο της θάλασσας;

«Το σκηνικό υποκείμενο είναι ο άνθρωπος και όχι κάποιος Χένρι που κατοικεί σ’ ένα έργο λογοτεχνίας. Η πρόβα στήθηκε έτσι ώστε να προκύψει κάτι βιωματικό. Ετσι κι αλλιώς στον Μπέκετ δεν υπάρχει ψυχολογικό προφίλ, δεν υπάρχει ρόλος. Η δυσκολία στις πρόβες ήταν να στηθεί μια μορφή που δεν θα είναι ρόλος ή χαρακτήρας, αλλά απλά μια μορφή. Ουσιαστικά είναι μια πάλη με το Εγώ. Είμαι στη σκηνή εγώ, αλλά το ζητούμενο θα ήταν να μην είμαι. Είναι η δυσκολότερη προσέγγιση που έχω κάνει σ’ έναν “μη ρόλο”».

- Μια ανάλυση του έργου υπογραμμίζει ότι ο ήρωας «δεν βρίσκει τις λέξεις για να εκφράσει την κατάστασή του». Αυτό πώς επηρεάζει την performance σας;

«Ο λόγος του υποκειμένου εικονοποιεί τον θόρυβό του. Είναι μια διαδρομή των λέξεων της ψυχής, που μιλά μέσ’ απ’ το σαρκίο της. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνική μου δράση: το σώμα και ο λόγος που αρθρώνει το πνεύμα, αποκομμένα από αφηγηματική τοποθέτηση».

- Στο σωματικό σκέλος είστε, φαντάζομαι, καλά εκπαιδευμένος και «ζεστός» μετά τον Παπαϊωάννου.

«Ναι. Ο Δημήτρης σε μαθαίνει να διαχειρίζεσαι το σώμα σου και να το προσδιορίζεις μες στο χώρο. Ομως, ανέκαθεν μ’ ενδιέφερε ο τρόπος που μπορεί να συνδυαστεί ο λόγος με το σώμα και ο τρόπος που μπορεί να εικονοποιηθεί η δράση».

- Στο «Ατιτλο» στοχεύετε καθόλου στο συναίσθημα;

«Το αντίθετο. Ο στόχος ήταν εξ αρχής η αποβολή οποιουδήποτε συναισθήματος. Πιστεύω ότι αν καθοδηγήσεις τη θέαση προς κάποιο συναισθηματικό δρόμο, την ευνουχίζεις. Ετσι κι αλλιώς, δεν είναι ένα θέαμα που ο θεατής μπορεί στο τέλος να χειροκροτήσει».

- Δεν φοβάστε την αυτοέκθεση; Ολομόναχος πάνω στη σκηνή;

«Η μοναξιά στη σκηνή φέρνει τον καθένα ενώπιον των τεράτων του: της φιλαρέσκειας και του ναρκισσισμού. Επαναπροσδιορίζομαι όμως κάθε φορά. Είναι ένας συνεχής αγώνας. Ενας φίλος του Μπέκετ, σε μια επιστολή του, είπε ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ζωής ήταν το πώς “μετατρέπεται η μοναξιά (η χειρότερη των καταστάσεων) σε μοναχικότητα”…».

- Το 2003 λέγατε «είμαι σπινταρισμένος. Βρίσκομαι σε μια παράνοια». Η εσωτερική ηρεμία που εκπέμπετε σήμερα, ήταν ένας λόγος για να συναντηθείτε με τον Μπέκετ;

«Μάλλον η εσωτερική ανησυχία ήταν ο λόγος!».

- Στην ίδια συνέντευξη είχατε πει: «Δοκιμάζω τα πάντα σε αυτή τη φάση. Προσπαθώ να βρω ποιο είναι το προσωπικό μου στιλ». Τελικά το βρήκατε;

«Ενα άλλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι το στιλ. Πάσχουμε από την ετικετοποίηση… Η μόνη σίγουρη κατάληξη τότε είναι ο θάνατος».

Info:

Σύλληψη-Δημιουργία-video εγκατάσταση: Εφη Μπίρμπα. Μουσική-Σχεδιασμός Ηχου: the cadet son-ampulist.Φωτισμός: Χρ. Αλεξανδρής. Κοστούμι: Βασιλεία Ροζάνα.

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Ιανουαρίου 23, 2010

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Η ερωτική μοναξιά είναι το τίμημα της γυναικείας επιβίωσης

Κατηγορίες: Καραμπέτη Καρυοφυλλιά — damiza @ 2:49 μμ

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ταξιδεύει στο… Περού. Από αρχές Φεβρουαρίου θα ερμηνεύει την ομώνυμη ηρωίδα στο έργο του Μάριο Βάργκας Λιόσα «Τσούνγκα» στο θέατρο «Επί Κολωνώ», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Ως μοναχική και κλειστή ηρωίδα του Λιόσα

Ως μοναχική και κλειστή ηρωίδα του Λιόσα Πρόκειται για το τέταρτο από τα οκτώ θεατρικά έργα του Περουβιανού συγγραφέα, διάσημου κυρίως από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του. Υποδύεται μια αγέρωχη και παράξενη γυναίκα που διευθύνει ένα εστιατόριο σε απομακρυσμένη επαρχία του Περού, τη δεκαετία του ‘40.

  • Τι το ιδιαίτερο έχει ως χαρακτήρας, ως εξωτερική εικόνα;

«Η Τσούνγκα είναι μια αινιγματική, μυστηριώδης φυσιογνωμία, ένας άνθρωπος “κλειστός και μοναχικός σαν τους κάκτους της ερήμου”, όπως αναφέρει ο Λιόσα. Είναι πολύ ικανή, διευθύνει το μαγαζί της με πυγμή και ξέρει να κάνει τους “μάτσο” πελάτες της να τη σέβονται. Παραμελεί, λοιπόν, εντελώς την εμφάνισή της, εξαφανίζοντας κάθε θηλυκό στοιχείο πάνω της. Κανείς δεν ξέρει τίποτα για την προσωπική της ζωή. Οι άντρες τη θεωρούν ανέραστη. Οταν όμως εμφανίζεται στο μπαρ η Μέτσε, ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που η πορεία του προς την πορνεία φαίνεται προδιαγεγραμμένη, το ενδιαφέρον που δείχνει γι’ αυτήν η Τσούνγκα πυροδοτεί τις φαντασιώσεις τους, που είναι ίσως και η αλήθεια που δεν ξέρουμε».

  • Εχετε κάποιους συνειρμούς που σας βοηθούν να την πλάσετε καλύτερα;

«Οι μνήμες της παιδικής μου ηλικίας στην ελληνική επαρχία είναι γεμάτες με παρόμοιες εικόνες. Η σκληρή δουλειά της μητέρας μου στο καφενείο όπου μεγάλωσα, τα ποτά, ο καπνός από τα τσιγάρα και οι βωμολοχίες, από τη στιγμή ακόμα που πρωτοδιάβασα το έργο μού έκαναν την Τσούνγκα πάρα πολύ οικεία, ένα σχεδόν κοντινό μου πρόσωπο».

  • Το όνομά της τι σημαίνει;

«Είναι ένα παρατσούκλι, που παραπέμπει σε ένα χαρακτηριστικό για τη λατινοαμερικάνικη κουλτούρα πουλί, που δανείζει το όνομά του σε χορεύτριες του φλαμένκο ή άλογα ιπποδρομίας. Δίνει και στον Λιόσα την έμπνευση για μια ηρωίδα που την αναπτύσσει ή την αναφέρει και σε κάποια μυθιστορήματά του, όπως στα “Πράσινο σπίτι”, “Ο Λιτούμα στις Ανδεις”, “Ποιος σκότωσε τον Παλομίνο Μολέρο”. Σας θυμίζω, ακόμα, το “Chunga’s revenge” του Φρανκ Ζάππα και των Gotan Project».

  • Στο παρελθόν σάς είχαμε δει συχνά σε ρόλους μοιραίων κι αισθησιακών γυναικών. Ο τωρινός είναι κόντρα σ’ αυτούς, στο φιζίκ σας;

«Δεν είναι κάτι που με απασχολεί, γιατί η ενασχόλησή μου με το κλασικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο μού έχει χαρίσει ρόλους ευρύτερου ενδιαφέροντος. Εκείνο που με αφορά σε ένα ρόλο είναι το ειδικό ανθρώπινο βάρος του και όχι το αισθησιακό του στοιχείο. Πάντως, ερωτισμός υπάρχει στην Τσούνγκα, μόνο που είναι διαφορετικός. Απευθύνεται προς μια άλλη γυναίκα. Το δικαίωμα στη διαφορετικότητα της ερωτικής επιλογής είναι ένα από τα θέματα του έργου. Οπως και η ερωτική μοναξιά, ως το τίμημα που πρέπει να πληρώσει μια γυναίκα για να επιβιώσει σε μια εχθρική κοινωνία».

  • Ο προβληματισμός του Λιόσα σε τι συνίσταται;

«Εχει συνθέσει ένα έργο που ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, το παρόν και τη μνήμη, την αλήθεια και το ψέμα. Ενα έργο που μιλάει για τη σκληρή ζωή των ανθρώπων του περιθωρίου, που ζουν μέσα στη φτώχεια, τη βία και την παρανομία και η μόνη τους διαφυγή είναι το όνειρο. Κάποια άλλα θέματά του είναι ο πόλεμος των φύλων, τα ταμπού, η θέση της γυναίκας, η εξουσία και η εξάρτηση στον έρωτα, η ελευθερία. Και μ’ αρέσει το ότι αυτό το άρωμα του ουμανισμού και της βίαιης τρυφερότητας, που χαρακτηρίζει τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, δεν εμποδίζει το έργο να έχει παγκόσμια ισχύ. Θα μπορούσε να διαδραματίζεται σήμερα σε ένα βρώμικο μπαρ στο κέντρο της Αθήνας».

  • Η Λατινική Αμερική σάς ελκύει; Είστε πιο κοντά στην Ευρώπη παρά σ’ αυτήν;

«Η Λατινική Αμερική είναι για μένα ένας τόπος ιδιαίτερα γοητευτικός για την ιστορία των αρχαίων πολιτισμών της, τον μυστικισμό της, την άγρια φύση της -ζούγκλα, Αμαζόνιος, Ανδεις, έρημος- αλλά και τη φύση των ανθρώπων της, σκοτεινή και ερωτική μαζί. Δεν έχω ταξιδέψει ακόμα εκεί, παρά μόνο μέσα από τον μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες, του Μπόρχες, της Αλιέντε, την ποίηση του Νερούντα και του Οκτάβιο Παζ, τις ταινίες των Ινιαρίτου, Ροντρίγκεζ, Μερέγιες και βέβαια τις εκπληκτικές μουσικές της. Ισως ως Ελληνίδα νιώθω πιο κοντά στην Ευρώπη, αλλά νομίζω πως η Μεσόγειος μας δίνει ένα αίσθημα παρόμοιο με των Λατίνων».

  • Συνεργάζεστε με την ομάδα Νάμα του θεάτρου Επί Κολωνώ και την επικεφαλής σκηνοθέτιδα, Ελένη Σκότη. Τι το ιδιαίτερο βρίσκετε εκεί;

«Η ομάδα, χρόνια τώρα, ξεχωρίζει για τις παραστάσεις της, τη σκηνοθετική δύναμη της Ελένης Σκότη και την υποκριτική αρτιότητα των ηθοποιών της. Η εμπειρία μου μαζί τους είναι μοναδική. Γίνεται πολύ σοβαρή δουλειά πάνω στο ψάξιμο των ρόλων και των σχέσεων, στη σκηνική αλήθεια και την επικοινωνία μεταξύ των ηθοποιών. Ειδικά στο τελευταίο, η σκηνοθέτις μας επιμένει με εμμονή κι αυτό είναι μεγάλο μάθημα. Η μέθοδός της, που τη διδάχτηκε σε σπουδές κυρίως στην Αμερική, έχει ως αφετηρία την έρευνα πάνω στο βιογραφικό του ρόλου, τον αυτοσχεδιασμό και την απόλυτη ελευθερία του ηθοποιού να δοκιμάσει διαφορετικές ποιότητες μέχρι την τελική σύνθεση. Η Ελένη Σκότη συνεχώς θέτει ερωτήματα, αμφισβητεί και αναιρεί τα πάντα, αλλά στο τέλος βγαίνεις απ’ αυτό το ταξίδι με πολύ πλούσιες αποσκευές». *

info: Μετάφραση Μαρία Χατζηεμμανουήλ, σκηνικά-κοστούμια Γιώργος Χατζηνικολάου, μουσική Ισίδωρος Πάτερος, φωτισμοί Νίκος Βλασόπουλος. Παίζουν επίσης οι Δημήτρης Λάλος, Στάθης Σταμουλακάτος, Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Καπετανάκος, Ηλιάνα Μαυρομάτη.

Πάντα νιώθω στο σημείο μηδέν

  • Το ότι αφήνετε φέτος το κέντρο της Αθήνας πηγαίνοντας σ’ ένα οφ-Μπροντγουέι θέατρο, σημαίνει κάτι;

«Το θεωρώ απόλυτα συνεπές και αναμενόμενο για όσους με γνωρίζουν. Οι ομάδες είναι ο φυσικός μου χώρος. Απ’ αυτές ξεκίνησα και σ’ αυτές θα επιστρέφω».

  • Τριάντα χρόνια στη σκηνή, αισθάνεστε χορτάτη από ρόλους κι έργα; Ονειρεύεστε κάτι που σας λείπει;

«Οσα χρόνια και να περάσουν, πάντα θα νιώθω ότι βρίσκομαι στο σημείο μηδέν και δεν ξέρω τίποτα. Είμαι ευγνώμων για ό,τι έχω παίξει, αλλά η αυτοαμφισβήτησή μου είναι συχνά οδυνηρή και ευτυχώς κινητήρια. Συνεχώς αποζητώ τους ανθρώπους που προάγουν το θέατρο και μπορούν να με προχωρήσουν κι εμένα πιο πέρα. Με ενδιαφέρει ένα θέατρο ανήσυχο, επαναστατικό, που σπάει τις φόρμες και τολμάει καινούργιους τρόπους έκφρασης. Αλλά ένα θέατρο που να μιλάει στην ψυχή. Και ονειρεύομαι να βρίσκομαι πάντα εκεί που τα πράγματα συμβαίνουν».

Εϊρικ Στούμπε: «Ο Ιψεν από πολλές απόψεις αισθανόταν σαν γυναίκα»

Κατηγορίες: Στούμπε Εϊρικ — damiza @ 2:46 μμ
  • Εθνικό Θέατρo

Ενας Νορβηγός στο Εθνικό μας Θέατρο; Ναι, μα δεν μετακλήθηκε από τον Γιάννη Χουβαρδά στη χώρα μας ο Εϊρικ Στούμπε για να μας «διδάξει» το «ορθό» ανέβασμα του Ερρίκου Ιψεν. Ο 44χρονος, μέχρι πρόσφατα καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της χώρας του και βραβευμένος με Obie για τη σκηνοθεσία της ιψενικής «Αγριόπαπιας», μόνο αυθεντία δεν αισθάνεται σε ό,τι αφορά τη δραματουργία του σπουδαίου συμπατριώτη του.

Ο γιατρός Βάνγκελ (Αρης Λεμπεσόπουλος) και η νεότερη και βυθισμένη στα όνειρά της σύζυγός του, Ελίντα (Μαρία Ναυπλιώτου)

Ο γιατρός Βάνγκελ (Αρης Λεμπεσόπουλος) και η νεότερη και βυθισμένη στα όνειρά της σύζυγός του, Ελίντα (Μαρία Ναυπλιώτου)

Εστιάζοντας στο κείμενο, που γνωρίζει απ’ το πρωτότυπο, αλλά και στους ηθοποιούς, καλείται στο Εθνικό μας Θέατρο να δοκιμαστεί στην τέταρτη παράστασή του πάνω σε κείμενο του κορυφαίου Νορβηγού, στην «Κυρία από τη Θάλασσα». Μειονέκτημα, η αλλόκοτη, ξένη για τον ίδιο, ελληνική γλώσσα. Πλεονέκτημα, «οι καλοί Ελληνες ηθοποιοί». Η Κυρία-Μαρία Ναυπλιώτου και μαζί της οι Αρης Λεμπεσόπουλος, Νίκος Χατζόπουλος, Αλκηστις Πουλοπούλου, Βασίλης Ανδρέου, Λουκία Μιχαλοπούλου και Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος.

Η ιψενική ηρωίδα, εγκλωβισμένη σε έναν συμβατικό γάμο, αναζητά νόημα και διέξοδο. Μοναδική ανακούφιση στην αποπνικτική καθημερινότητά της αποτελούν η θάλασσα και η προοπτική που διαφαίνεται άμα τη εμφανίσει ενός άνδρα από το παρελθόν.

  • Αναρωτιέμαι, κύριε Στούμπε, εάν στη χώρα σας αισθάνεστε ειδικοί στον Ιψεν, με τον τρόπο που στην Ελλάδα αισθανόμαστε «ειδήμονες» στο αρχαίο δράμα. Αισθάνεστε, με άλλα λόγια, «χωράφι» σας την ιψενική δραματουργία;

«Αρκετοί αισθάνονται αν όχι ακριβώς ειδικοί, ότι τουλάχιστον τους συνδέει μια ιδιοκτησιακή σχέση με τον Ιψεν -κάτι που προσωπικά δεν αισθάνθηκα ποτέ».

  • Πώς θα περιγράφατε τη δική σας σχέση;

«Περισσότερο βάρος ή υποχρέωση είναι, παρά φυσικό πλεονέκτημα, αυτό που αποτελεί μέρος της παράδοσής σου. Η τάση να αισθάνεσαι “ειδικός” απονεκρώνει το θέατρο. Το κάνει πιο δύσκαμπτο και πιο συμβατικό. Κι όπως τις καλύτερες παραστάσεις των σεξπιρικών έργων δεν τις βλέπουμε στην Αγγλία και οι καλύτερες παραστάσεις των αρχαίων τραγωδιών δεν ανεβαίνουν στην Ελλάδα, έτσι και στη Νορβηγία δεν κάνουμε τις καλύτερες παραστάσεις των ιψενικών δραμάτων».

  • Στο πλαίσιο αυτής της «ιψενικής παράδοσης», είχε δημιουργηθεί στη Νορβηγία μια παραστασιολογική «μόδα» ή νόρμα;

«Υπήρχε στο νορβηγικό θέατρο για χρόνια η παράδοση μιας ρεαλιστικής, ψυχολογικής και πολύ συμβατικής προσέγγισης, που θεωρούνταν και η μοναδική “σωστή”. Δυστυχώς, ένας ιψενικός ρόλος στο βιογραφικό μιας πρωταγωνίστριας προσέθετε πρεστίζ. Αυτό ήταν καταστροφικό».

  • Σήμερα έχει αλλάξει αυτή η αντίληψη;

«Την τελευταία δεκαετία, ναι».

  • Είναι η περίοδος που αναλάβατε το Εθνικό Θέατρο της χώρας σας. Παίξατε κάποιο ρόλο σ’ αυτή τη στροφή;

«Θέλω να πιστεύω ότι είχε σχέση και η δική μου παρέμβαση. Ομως την τελευταία δεκαετία άλλαξε το θεατρικό κλίμα στη Νορβηγία, άνοιξαν τα σύνορα. Καταλύτης υπήρξε το Φεστιβάλ Ιψεν. Επρεπε να δούμε τον Ιψεν από Γερμανούς, Γάλλους, Ιταλούς, ακόμη και Ελληνες, για να διαπιστώσουμε πως ο δικός μας τρόπος δεν είναι ο καλύτερος. Πολλές δεκαετίες ήμασταν ικανοποιημένοι κάνοντας τον Ιψεν με το δικό μας λάθος τρόπο!».

  • Ανεβάζετε, επομένως, σήμερα τον Ιψεν εντελώς ελεύθεροι.

«Σήμερα μπορείς να δεις τον Ιψεν ως χοροθέατρο ή ως performance, με αφορμή το έργο του. Δεν έχει εκλείψει, πάντως, και ο συμβατικός τρόπος».

  • Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να έχετε κάποιο «φυσικό» πλεονέκτημα όντας Νορβηγός.

«Στη γλώσσα, ναι. Μπορώ να αφουγκράζομαι το ρυθμό της».

  • Ποια θεωρείτε ως βασικά «συστατικά» των ιψενικών έργων; Γιατί, παρότι τόσο «σκοτεινά», είναι διαρκώς τόσο δημοφιλή;

«Δεν θεωρώ τον Ιψεν, όπως συνήθως λένε, “μάστορα στην αρχιτεκτονική των έργων” .Ο Ιψεν δημιούργησε ένα σύμπαν εντελώς προσωπικό. Κανένας άλλος δεν έγραψε για έναν αρχιτέκτονα που φοβάται τα ύψη ή για μια σοφίτα γεμάτη ποντίκια. Τα έργα του χαρακτηρίζονται κυρίως από τους σύνθετους, ασταθείς, συχνά αντιφατικούς ήρωες, και τις πολύ βαθιές και ενδιαφέρουσες σχέσεις που αναπτύσσουν. Το πολιτικό πλαίσιο έχει αλλάξει από την εποχή του Ιψεν. Οι ήρωές του, όμως, είναι εξαιρετικά μοντέρνοι. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι ο πιο πολυπαιγμένος, μετά τον Σέξπιρ, δραματουργός διεθνώς».

  • Οι βασικοί ήρωές του είναι κυρίως γυναίκες. Γιατί;

«Οι γυναίκες στα έργα του είναι σχεδόν πάντα πολύ πιο ενδιαφέρουσες και μυστηριώδεις από τους άνδρες, με τους οποίους ασχολήθηκε μάλλον επιφανειακά. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική οπτική. Στην προσωπική του ζωή συνδεόταν πάντα με νεότερες γυναίκες.

Ηθελε να τον περιβάλλουν. Δεν είχε μαζί τους σχέσεις ερωτικές. Ο Ιψεν παρέμεινε σχεδόν παρθένος σ’ όλη τη ζωή του. Απέκτησε μόνο ένα γιο απ’ τη γυναίκα του. Δεν ήταν Δον Ζουάν».

  • Ταυτιζόταν με τις γυναίκες; Γι’αυτόν το λόγο πρωταγωνιστούν στα έργα του;

«Από πολλές απόψεις, ο Ιψεν αισθανόταν σαν γυναίκα. Η Εντα Γκάμπλερ, πέρα από το πορτρέτο μιας γυναίκας που ασφυκτιά, είναι και το δικό του πορτρέτο. Ενα αυτοπορτρέτο. Ως άνθρωπος υπήρξε τρομακτικά συνεσταλμένος. Από κάποιον που τον γνώρισε, έμαθα ότι φοβόταν κάθε φυσική επαφή. Υπήρξε πολύ διάσημο το παλτό του, το οποίο δεν το αποχωριζόταν ούτε στον γιατρό!».

  • Οπότε, έκανε τη δική του επανάσταση μέσω των έργων και των ηρωίδων του;

«Είναι αλήθεια. Ενα από τα βασικά χαρακτηριστικά των θεατρικών του έργων είναι το στοιχείο του ονείρου και της φαντασίωσης. Τα περισσότερα αφορούν τη δυσκολία να ζούμε τη ζωή μας αντικρίζοντας την πραγματικότητα».

*Η πρεμιέρα στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού θα δοθεί στις 19 Φεβρουαρίου. *

Εθνικό Θέατρο

Η γοργόνα που ονειρεύεται τη θάλασσα

  • Η «Κυρία από τη θάλασσα» είναι αυτό που θα λέγαμε τυπικό ιψενικό έργο;

«Αφορά το δυστυχισμένο γάμο μιας γυναίκας, της Ελίντα, με ένα μεγαλύτερό της χήρο, τον Βάνγκελ, που έχει ήδη δυο παιδιά».

  • Ομως η ίδια η ηρωίδα επέλεξε αυτή τη ζωή;

«Ναι. Ομως διαφαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται την προσωπική ευθύνη της για το δρόμο που επέλεξε. Είχε ένα μωρό που πέθανε. Και αμέσως αποσύρεται στον κόσμο της φαντασίας. Με το σύζυγό της είναι δυο ξένοι. Βρίσκει νόημα μόνο στη μνήμη και στη φαντασίωση. Θυμάται τη συνάντησή της όταν ήταν νέα με έναν επικίνδυνο άνδρα, ο οποίος της είχε πει να τον περιμένει. Διαρκώς βουλιάζει ολόενα και πιο βαθιά στον κόσμο των ονείρων. Στο τέλος, συνειδητοποιεί την ευθύνη που έχει για τον εαυτό της. Είναι ένα εξαιρετικά τυπικό έργο του Ιψεν, από την άποψη ότι έχει να κάνει με ανθρώπινες υπάρξεις που δεν μπορούν να επεξεργαστούν τις σχέσεις τους. Κι από την άλλη, δεν είναι ένας τυπικός Ιψεν. Κανένας δεν σκοτώνεται. Ισως γι’ αυτό να είναι απ’ τα λιγότερο γνωστά και σπανιότερα ανεβασμένα έργα του. Εχεις την αίσθηση ότι δεν είναι ένας αληθινός Ιψεν. Γιατί είναι ένας φωτεινότερος Ιψεν, καθώς έχει ένα αμφίσημο τέλος, που είναι σχεδόν happy end. Βεβαίως, η κόρη τού συζύγου της Ελίντα θα παντρευτεί επίσης έναν μεγαλύτερό της άνδρα. Οπότε βλέπουμε μπροστά μας την επόμενη Κυρία. Το έργο είναι ένα ρεαλιστικό δράμα γάμου, τυπικό για Ιψεν. Υπάρχει και μια λεπτομέρεια σημαντική. Το πρωτότυπο όνομα του έργου στα νορβηγικά είναι “Η Γοργόνα από τη Θάλασσα”. Ο Ιψεν είχε επηρεαστεί πολύ από το μύθο της γοργόνας του Αντερσεν. Στα ελληνικά και στα αγγλικά ο τίτλος στερείται της διάστασης του παραμυθιού. Είναι επίπεδος και πολύ ξερός».

  • Ποιος είναι ο τόπος όπου θα επιβίωνε, θα ευτυχούσε η ηρωίδα, αν συμβολικά είναι μια γοργόνα που αργοπεθαίνει και δυστυχεί στον κόσμο των ανθρώπων;

«Πιθανώς πουθενά. Ονειρεύεται να επιστρέψει στη θάλασσα. Είναι ο τόπος απ’ όπου προέρχεται. Κατάγεται από το νορβηγικό βορρά, όπου οι άνθρωποι είναι πιο διονυσιακοί. Εχει να κάνει επομένως η ασφυξία της, η αίσθηση ότι δεν μπορεί να ζήσει και είναι άχρηστη, με την πάγια ανθρώπινη αναζήτηση της χαμένης Εδέμ. Το έργο αγγίζει φιλοσοφικά, θρησκευτικά και οντολογικά ζητήματα. Η ανθρώπινη κατάσταση είναι τραγική. Δεν υπάρχει τρόπος να είμαστε ευτυχείς. Είναι ένα τραγικό λάθος η ζωή. Θα ήμασταν ευτυχέστεροι αν ήμασταν πιο ανόητοι. Οσο πιο έξυπνος, τόσο περισσότερα ερωτήματα, τόσο μεγαλύτερη δυστυχία. Αυτές είναι οι βασικές θέσεις του Ιψεν στην “Κυρία”».

  • Πώς δουλέψατε με τους Ελληνες ηθοποιούς; Φαντάζομαι, θα περίμεναν από έναν Νορβηγό να τους διδάξει πώς ανεβαίνει τελικά ο Ιψεν…

«Αυτό κι αν είναι πρόκληση! Ο τρόπος μου με τους Ελληνες είναι ο ίδιος με τον τρόπο δουλειάς μου στη Νορβηγία ή στη Σουηδία. Είναι δύσκολο που δεν κατανοώ την ελληνική γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορώ να πιάσω το ρυθμό της. Δουλεύω, όμως, στενά με τους ηθοποιούς. Πάντα ο τρόπος μου είναι απλός. Δεν με ενδιαφέρει ένα θέατρο εντυπωσιασμού. Πιστεύω, πάντως, ότι θα είναι ενδιαφέρουσα οπτικά η παράσταση. Δεν κάνουμε ένα πορτρέτο νατουραλιστικό. Στην άδεια σκηνή τα αντικείμενα επινοούνται. Το όνειρο φτιάχνει την πραγματικότητα».

  • Οι Ελληνες ηθοποιοί διαφέρουν από τους Νορβηγούς συναδέλφους τους;

«Δεν είμαι σίγουρος ότι έχουν τόσο πολλές διαφορές. Οι άνθρωποι του θεάτρου σε όλο τον κόσμο έχουν περισσότερες ομοιότητες από διαφορές. Το κλισέ ότι οι Νορβηγοί είναι πιο συγκρατημένοι και οι Ελληνες πιο παθιασμένοι, στο θέατρο καταρρίπτεται. Οι ηθοποιοί όλου του κόσμου μοιάζουν καταπληκτικά μεταξύ τους. Είναι απ’ την ίδια στόφα».

  • Πώς περνάτε τον χειμώνα σας στην Αθήνα;

«Ποιο χειμώνα; Καλοκαίρι έχετε! Νιώθω κι εγώ σαν τη γοργόνα. Δεν θα επιβίωνα το καλοκαίρι στην Ελλάδα».

  • Θα προσαρμοζόσασταν, όπως όλοι.

«Ισως προσαρμοζόμουν. Ο,τι μας λέει δηλαδή στο έργο του και ο Ιψεν».

  • info: Η «Κυρία από τη θάλασσα» ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε μετάφραση Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, σκηνικά-κοστούμια Κάρι Γκράβκλεβ, φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου. Προ-παράσταση: 18 Φεβρουαρίου. Τελευταία παράσταση: 15 Μαΐου. Τηλέφωνα ταμείου: 210-5288170-171.
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Ιανουαρίου 20, 2010

ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: «Μ΄ αρέσει να κάνω τη ζωή μου δύσκολη»

Κατηγορίες: Καλογεροπούλου Ξένια — damiza @ 1:28 μμ

«Όταν ήμουνα πρόεδρος στο Κέντρο Παιδικού Θεάτρου, με απασχολούσε πολύ το θέατρο για παιδιά στο σύνολό του, προσπαθούσα να βοηθήσω. Τώρα δεν έχω πια περιθώρια. Με απασχολεί μόνο τι θα κάνω εγώ. Μια φορά, στην πρεμιέρα της

  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

  • Διατηρεί αλώβητο τον ενθουσιασμό της για το θέατρο για παιδιά η Ξένια Καλογεροπούλου, που το καινούργιο της έργο «Grimm και Grimm» παρουσιάζεται από την «Μικρή Πόρτα» της, ενώ το Εργαστήρι που έχει δημιουργήσει ανθεί

Κάθεται πλάι μου, στην πολυθρόνα της, στο εξαιρετικού γούστου διαμέρισμά της στα Ιλίσια η Ξένια Καλογεροπούλου. Τα κοντοκομμένα γκρίζα, σχεδόν άσπρα μαλλιά της την έχουν γλυκάνει ακόμα περισσότερο. Και μιλάει σαν παιδάκι: με ζωντάνια, με κέφι, με ενθουσιασμό. Που δεν την έχουν αφήσει.

Η «Μικρή Πόρτα» της ξεκίνησε φέτος καθυστερημένα αλλά το «Grimm και Grimm», το καινούργιο της έργο που ανέβασε η Λίλο Μπάουρ, ιδρυτικό μέλος του «Τεάτρ ντε Κομπλισιτέ», με την οποία συνεργάζονται για τρίτη φορά, έχει πάρει τη φόρα του. Ενώ το Εργαστήρι του θεάτρου «Πόρτα» που απευθύνεται σε παιδιά αλλά και σε εκπαιδευτικούς οι οποίοι ενδιαφέρονται αλλά και σε γονείς, με στόχο αυτό που αποκαλούμε θεατρική/ αισθητική εκπαίδευση και αγωγή, το στερνοπαίδι της- διανύει τον έκτο του χρόνο- μοιάζει να την απασχολεί εξίσου. Χωρίς να ξεχνάει την ηθοποιό Καλογεροπούλου που ετοιμάζεται να ξαναγυρίσει στη σκηνή με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο.

Φέτος διάλεξε τέσσερα παραμύθια των Γερμανών παραμυθάδων αδελφών Γκριμ- δύο χαρούμενα και δύο λίγο πιο «σκοτεινά»-, τα σύνθεσε και έφτιαξε μαζί με τη σκηνοθέτρια και τον θίασο- παρούσα σε όλες τις δοκιμές-, αλλά και παίρνοντας υπ΄ όψιν τις αντιδράσεις παιδιών που φοιτούν στο Εργαστήρι και που παρακολούθησαν συστηματικά την προετοιμασία της παράστασης, το κείμενο.

«Αντίθετα με τον Θωμά (σ. σ. τον Μοσχόπουλο, τον σκηνοθέτη- alter ego της στη «Μικρή Πόρτα») ο οποίος πέρσι στο “Παραμυθissimo!” μου ζητούσε να κρατήσω την αφήγηση των ιταλικών παραμυθιών που διαλέξαμε και συνθέσαμε, η Λίλο δεν ήθελε πουθενά να υπάρχει το “Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό…”. Και στόχος της ήταν να εκφράζονται όλα τα πράγματα σωματικά».

Από το 1972 που ξεκίνησε στο θέατρο «Αθηνά» την Παιδική Σκηνή του θιάσου Φέρτη- Καλογεροπούλου η οποία μετεξελίχτηκε στη «Μικρή Πόρτα», θεμελιώνοντας σε επαγγελματική βάση το θέατρο για παιδιά στην Ελλάδα, έχουνε περάσει πάνω από 37 χρόνια.

  • Διατηρείτε τον ίδιο ενθουσιασμό;

«Όχι. Έχω πολύ περισσότερο». Γελάει. «Όταν ξεκίνησα, δεν είχα σκεφτεί πως θα είναι κάτι τόσο ενδιαφέρον. Ούτε είχα δει ποτέ θέατρο για παιδιά. Πάντα λέω πως, αν είχα δει, ίσως και να μην είχα κάνει…». Γελάει πάλι. «Απλώς σκέφτηκα πως θα ΄ταν ωραίο μέσα στη δικτατορία και τη μελαγχολία να κάνω κάτι για τα παιδιά. Και είχα την περιέργεια να δω πώς θα είναι. Θυμάμαι που τρώγαμε ψάρι στη Ραφήνα όταν το πρωτοείπα στον Σταμάτη τον Φασουλή. Μάζεψα έναν καταπληκτικό θίασο, πήγε καλά, συνέχισα, αλλά τα πρώτα χρόνια δεν είχα αντιληφθεί ώς πού μπορεί να φτάσει το πράγμα – τι δυνατότητες και τι απαιτήσεις έχει. Τώρα είναι πολύ μεγαλύτερο το άγχος αλλά και ο ενθουσιασμός. Και η επιθυμία του ψαξίματος, που είναι ανανεωτική».

  • Δεν έχετε κουραστεί;

«Ναι, σίγουρα. Αλλά ό,τι σε ενδιαφέρει και σε παθιάζει σε κουράζει κιόλας. Είναι, όμως, τόσο μεγάλες οι χαρές…».

Μου μιλάει- με αμείωτο πάντα ενθουσιασμό- για το Εργαστήρι και την επιτυχία του- «μας έχει αιφνιδιάσει κι εμάς, έχουμε αυτή τη στιγμή 170 παιδιά στα τακτικά τμήματα, τα οκτάμηνα»-, τους δασκάλους του, τις καινούργιες ιδέες που υλοποιούν, τον καινούργιο τους χώρο που διαμόρφωσε ο αρχιτέκτονας- σκηνογράφος Αντώνης Δαγκλίδης στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, τη δανειστική βιβλιοθήκη που δημιούργησαν με τη στήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος…

Το «καλό πνεύμα» του σπιτιού, ο Κύριος Κωστής Σκαλιόρας, σύντροφός της στη ζωή εδώ και χρόνια, κάνει ένα διακριτικό πέρασμα, ενώ η Τιτίνα, μια όμορφη γκρίζα γατούλα, τρίβεται στα πόδια μου.

  • Έχετε σκεφτεί πως η ενασχόληση με το θέατρο για παιδιά ήταν εις βάρος της ηθοποιού Καλογεροπούλου;

«Δεν προλαβαίνω να το σκεφτώ. Αλλά τελευταία, έτσι κι αλλιώς, θέλω να δουλεύω σαν ηθοποιός μόνο αν κάτι με κεντρίζει πάρα πολύ. Και δεν θέλω να είμαι στο θέατρο κάθε βράδυ για πολύ καιρό. Με τον Λευτέρη Βογιατζή το χάρηκα πάρα πολύ που δούλεψα στο “Βella Venezia” του Γιώργου Διαλεγμένου. Αλλά τα δύο χρόνια που ήμουνα κλεισμένη εκεί με κούρασαν».

ΙΝFΟ«Grimm και Grimm» στο θέατρο «Πόρτα» (Μεσογείων 59, Αμπελόκηποι, τηλ. 210-7711.333). Σάββατο στις 15.00, Κυριακή 11.00 και 15.00. Εισιτήρια: 16 ευρώ. Εργαστήρι θεάτρου «Πόρτα», πληροφορίες: τηλ. 210-3249.829.

«Στα 37 χρόνια οι χαρές είναι περισσότερες»

Το «τρέιλερ» των 37 χρόνων που η Ξένια Καλογεροπούλου ασχολείται με το θέατρο για παιδιά έχει χαρές αλλά θα έχει και πίκρες. «Όλα αυτά που αξίζουν στη ζωή έχουν μεγάλες χαρές αλλά και μεγάλες πίκρες… Ο έρωτας, ας πούμε. Αλλά, αν τα βάλω στη ζυγαριά, οι χαρές είναι περισσότερες.

Και ειδικά ότι έτυχε να βρεθώ με ανθρώπους που μπορούσα να μοιραστώ μαζί τους αυτό που αγαπούσα», λέει η Ξένια Καλογεροπούλου. Αναφέρει τον Σταμάτη Φασουλή, τον Θωμά Μοσχόπουλο- «η “Πόρτα” είναι το σπίτι του. Λατρεύει κι αυτός το παιδικό θέατρο και με σπρώχνει στα δύσκολα, πράγμα που μου κάνει καλό στην ηλικία που είμαι. Αν δεν είχα τον Θωμά, δεν ξέρω αν θα είχα την όρεξη να συνεχίσω»-, τη Γιάννα Καμπουρίδου- το δεξί της χέρι-, τη συνεργάτριά της και ψυχή του Εργαστηρίου Πέγκυ Στεφανίδου, τη χορογράφο Μάρθα Κλουκίνα, τη Λίλο Μπάουρ…

  • Νιώθετε πιο στα νερά σας αν το έργο είναι δικό σας;

«Αν είναι του Μάικ Κένι (έχουν ανεβάσει στη «Μικρή Πόρτα» τρία έργα του και τον νιώθει πολύ δικό της άνθρωπο), αισθάνομαι σα να το ΄χω γράψει η ίδια».

Παλιότερα άρθρα »

Blog στο WordPress.com.