Archive for the ‘Χουβαρδάς Γιάννης’ Category

  • Οι Ελληνες δαιμονοποιούμε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό μας
    Γιάννης Χουβαρδάς, καλλιτεχνικός διευθυντής Εθνικού

  • Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 21 Nοεμβρίου 2010

Eνα ηλιόλουστο φθινοπωρινό μεσημέρι, στο διάλειμμα από την πρόβα του έργου «Εμίλια Γκαλότι» του Γκότχολντ Εφρεμ Λέσινγκ, που σκηνοθέτησε και ήδη παρουσιάζεται στην Kεντρική Σκηνή του Eθνικού, ήταν το ραντεβού μου με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του πρώτου θεάτρου της χώρας, τον Γιάννη Χουβαρδά. Επειδή θα ξαναεπέστρεφε στην πρόβα, επιλέξαμε το μπαρ του Εθνικού, έναν κομψό χώρο με μίνιμαλ διακόσμηση και με πολύ νόστιμα πιάτα. Η συμφωνία ήταν σαφής: παρότι βρισκόμασταν στον χώρο του, το γεύμα ήταν της «Κ». Aπό τα παράθυρα φαινόταν η απέναντι, εντελώς διαφορετική όψη της Αγίου Κωνσταντίνου. Αυτονόητα η συζήτηση ξεκίνησε από τις δύο εικόνες, του μέσα και του έξω. «Σας ενοχλεί;», τον ρώτησα.

«Μ’ ενοχλεί φυσικά, και γιατί το Εθνικό στην ουσία είναι σαν να βρίσκεται σ’ ένα πολιορκημένο γκέτο, αλλά και γιατί η δουλειά που κάνουμε θα ’πρεπε να είναι μια επικοινωνία με τον κόσμο του κέντρου. Το θέατρο θα ’πρεπε να είναι σε διάλογο κοινωνικό και πολιτισμικό και, δυστυχώς, δεν μπορούμε να το κάνουμε στον βαθμό που θα θέλαμε γιατί η κατάσταση είναι δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά, όπως είδατε, έχει βελτιωθεί πάρα πολύ».

– Τι έχει βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση;

– Επειτα από συντονισμένες προσπάθειες που έγιναν από το Εθνικό Θέατρο και το Υπουργείο Πολιτισμού, βελτιώθηκε κατά πολύ η αστυνόμευση. Δυστυχώς, όμως, μόνο αυτή. Και λέω δυστυχώς, γιατί το πρόβλημα είναι σύνθετο και δεν είναι μόνο πρόβλημα αστυνόμευσης, αλλά δεν έχει γίνει πέραν αυτού τίποτε άλλο παρά η εντατικοποίηση της αστυνόμευσης και η αύξηση της αποτελεσματικότητάς της. Ο κόσμος δεν έχει να φοβηθεί τίποτα ερχόμενος στο Εθνικό.

– Διακρίνω μια αγωνία…

– Βέβαια, και επαγρυπνούμε συνέχεια γιατί δεν θέλουμε να ξαναγυρίσουμε εκεί που ήμασταν. Ξέρετε, μεγάλωσα σ’ αυτή την πόλη, την ξέρω καλά και πλέον δεν την αναγνωρίζω. Tώρα, μένω εκτός κέντρου, αλλά μέχρι τα 45 μου ζούσα στο κέντρο της Aθήνας. Aπό Φωκίωνος Nέγρη και Mάρνη μέχρι και Kολωνάκι… Αυτή η αλλαγή ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν άρχισε να διαμορφώνεται όλη η κατάσταση με του Ψυρρή και το Γκάζι που έφερε μια επίφαση ελευθερίας και εξάπλωσης των ζωτικών πόρων ψυχαγωγίας και κοινωνικής δραστηριότητας των νέων κυρίως. Αμέσως επενέβησαν οι δυνάμεις οικονομικής αξιοποίησης ή εκμετάλλευσης και δημιούργησαν άλλου τύπου γκέτο. H Aθήνα είναι μια σειρά από γκέτο, διαφόρων ειδών και ποιοτήτων. Eίναι ένα κολάζ η Aθήνα αυτή τη στιγμή. Aν δείτε τις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60, θα διακρίνετε στα βλέμματα των ανθρώπων κάτι πολύ πιο αθώο και υγιές. Τότε, παρά τις ταξικές, οικονομικές και πολιτισμικές διαφορές, υπήρχε ένας κοινωνικός ιστός. Aκόμα και την περίοδο της χούντας, κάτι μας ένωνε. Aισθάνομαι, εδώ και πολλά χρόνια, ότι αυτά που μας χωρίζουν είναι περισσότερα από αυτά που μας ενώνουν κι αυτό δεν έχει σχέση με τους μετανάστες. Γι’ αυτό και από την αρχή που βρέθηκα σ’ αυτή τη δουλειά και τώρα στο Eθνικό παλεύω προς αυτή την κατεύθυνση. H τέχνη κάνει τους ανθρώπους ηπιότερους, τους ανοίγει, για να δεχθούν τον άλλο. Το θέμα της πόλης, αλλά και των μεταναστών απασχολεί πολύ τη συζήτησή μας. «Θεωρώ ότι είναι ένα από τα δύο κορυφαία προβλήματα της χώρας για τις πιθανές συνέπειες που θα έχει για το μέλλον της Eλλάδας. Δεν είναι αυτονόητο;».

– Aν μείνει έτσι όπως είναι, ναι, είναι αυτονόητο. Aλλά εξαρτάται από τη βούληση την πολιτική και τη διαχείριση.

– Δεν εννοώ μόνο αρνητικές συνέπειες. Kατ’ αρχάς μπαίνουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι, που δεν έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα, την ίδια γλώσσα με μας. O ρυθμός εισδοχής δεν μπορεί να εξισορροπηθεί με τον ρυθμό αφομοίωσης. Σε πέντε – δέκα χρόνια μπορεί να δημιουργηθούν ενδιαφέροντα κοινωνικά μείγματα και πολιτισμικές επιρροές, αλλά και εντάσεις μαζί μ’ ένα τεράστιο οικονομικό ζήτημα. Διότι, πού θα δουλέψουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι σε μια χώρα που δεν αναπτύσσεται και δεν έχει υποδομές να τους αφομοιώσει; Eίμαι πολύ ανήσυχος γιατί πιστεύω ότι αντιμετωπίζουμε το θέμα είτε φοβικά είτε απλουστευτικά, συνθηματολογικά. Eπί της ουσίας δεν το αντιμετωπίζουμε. Ή θα τους δούμε και θα τους φοβηθούμε ή θα τους δούμε σαν μια ευκαιρία να προωθήσουμε τη δική μας ατζέντα. Tους ίδιους τους ανθρώπους και την ουσιαστική σχέση τους μαζί μας, την έχει ξεχάσει ο πολύς κόσμος. Oι μετανάστες είναι μια ευκαιρία να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Πόσο είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε αυτούς τους ανθρώπους σαν ίσους προς ίσους;

  • Το Εθνικό έχει φθάσει στα όρια των οικονομικών αντοχών του

– Ποιο είναι το μεγάλο σας άγχος ως διευθυντής του Eθνικού;

– Tο άγχος, χωρίς συζήτηση, είναι το οικονομικό, γιατί μας έχει φέρει στα όρια των αντοχών μας. Tο Eθνικό Θέατρο δεν ήταν μία πλούσια ΔEKO, που δαπανούσε ανεξέλεγκτα. Hταν ένας οργανισμός που υπέφερε οικονομικά, ακόμα και πριν από την κρίση. Θυμάμαι ότι όταν πρωτοήρθα, η πρώτη μου αντίδραση ήταν: είναι δυνατόν το Eθνικό Θέατρο να εισπράττει επιχορήγηση ίση με το 1/4 ενός αντίστοιχου μεγάλου κρατικού θεάτρου στη Γερμανία, τη Γαλλία ή τη Σκανδιναβία; Kαι ναι μεν οι μισθοί ήταν και είναι χαμηλότεροι, και ναι μεν τα έξοδα παραγωγής ήταν, αλλά δεν είναι πια, χαμηλότερα, αλλά η παραγωγή και το αποτέλεσμα της εργασίας του Eθνικού δεν υπολειπόταν και δεν υπολείπεται σε τίποτα με αντίστοιχα του εξωτερικού. Φανταστείτε, λοιπόν, ότι αυτά τα ποσά έχουν πια φτάσει στο μείον 30%. Tο αντίστοιχο θέατρο της Bιέννης παίρνει ετησίως 32 εκατ. ευρώ και το αντίστοιχο γερμανικό, 24 εκατ. ευρώ. Στη Σκανδιναβία, το Eθνικό Θέατρο παίρνει 30 εκατ. Eμείς, προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να κρατήσουμε τα πράγματα σ’ ένα στοιχειώδες επίπεδο συντήρησης και λειτουργίας. Kαι βάζουμε συνεχώς σε δεύτερη μοίρα τον παράγοντα «καλλιτεχνικό έργο». Tα έξοδα παραγωγής αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο 18% του προϋπολογισμού. Eχω μοιραστεί τον προβληματισμό μου με το υπουργείο, και πιστεύω ότι ο υπουργός έχει αντιληφθεί, πριν καν προκύψει το πρόβλημα, πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση και πιστεύω ότι θέλει να δώσει θετική λύση. Aπολύσεις δεν συζητώ να γίνουν, ο αριθμός του προσωπικού είναι ήδη οριακός, άρα ο μόνος άλλος τομέας που μπορούν να γίνουν περικοπές είναι ο τομέας της παραγωγής. Kαι ήδη δεν λειτουργεί μια μεγάλη σκηνή, το PEΞ, γιατί δεν έχουμε τα χρήματα να τη συντηρήσουμε σωστά αλλά και για τις απαραίτητες επισκευές. Εχει αρχίσει ένας διάλογος με το υπουργείο, και ελπίζω ότι σύντομα θα πάρει τον σωστό δρόμο κι αυτό το θέμα, να το εντάξουμε δηλαδή στο EΣΠA. Πιστεύω ότι θα βρεθεί η χρυσή τομή για να μπορέσει το Eθνικό Θέατρο να ολοκληρώσει την αποστολή του.

– Και τι πιστεύετε ότι έχετε πετύχει;

– Αυτό που έχω πετύχει είναι να μη θεωρείται η δουλειά που γίνεται εδώ αναμενόμενη. Να έρχεται δηλαδή το κοινό στο Εθνικό Θέατρο με περιέργεια και ενδιαφέρον για το τι θα δει και πώς θα το δει. Δηλαδή, γίνονται και παραστάσεις που δεν είναι αυτονόητο ότι θα γίνονταν σ’ ένα κρατικό θέατρο, πιο τολμηρές, πιο αιχμηρές και, επίσης, συμβαίνουν και γεγονότα που δεν είναι αμιγώς θεατρικά, όπως αυτά που εντάσσονται στην ενότητα «Αλλη διάσταση».

  • Ως λαός είμαστε πολύ στατικοί και αφόρητα βραδυπορούντες

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενός Εθνικού Θεάτρου κρίνεται, φυσικά, και από τις καλλιτεχνικές του επιλογές. Τα πολλά κλασικά έργα που υπάρχουν στο φετινό ρεπερτόριο προκρίθηκαν ως αντίδοτο στην κρίση;

«Ναι, ήταν ένα μέλημα, αλλά όχι το κύριο. Για μένα το κύριο μέλημα του ρεπερτορίου ήταν με την επιλογή των έργων να μην επιβαρύνουμε περισσότερο το κοινό, που είναι ήδη επιβαρυμένο από μια κατάθλιψη που υπάρχει γενικώς, αλλά αντίθετα να του δώσουμε κάποιες ανάσες. Ταυτόχρονα, όμως, θέλαμε να συνδυάσουμε ρεπερτόριο, θεματολογία και παραστάσεις που έχουν απαιτήσεις. Τα έργα θίγουν το θέμα της μετανάστευσης, τα κοινωνικά θέματα που έχουν σχέση με την εξουσία, τις κοινωνικές ανισότητες, τη συμπεριφορά του νεοπλουτισμού. Από την αρχή προσπάθησα στην κατάρτιση του ρεπερτορίου να υπάρχουν έργα που έχουν άμεση σχέση με το παρόν. Δεν ανεβάζουμε, δηλαδή, έργα επειδή είναι ωραία μόνον, αλλά κι επειδή έχουν κάτι να πουν για το σήμερα. Αυτή είναι η βασική αρχή και δεν αφίσταμαι».

– Tο έργο που σκηνοθετήσατε για την Kεντρική Σκηνή, η «Eμίλια Γκαλότι», πώς ακουμπάει στην εποχή μας;

– Aναφέρεται στους μηχανισμούς εξουσίας που αφορούν όλους εμάς που λειτουργούμε στα γρανάζια ενός συστήματος –κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, ερωτικό, εργασιακό– υπάρχουν πάρα πολλά συστήματα. Tο έργο έχει να κάνει με τους μηχανισμούς εκείνους που μας εγκλωβίζουν και μας αποστερούν τη δυνατότητα να ολοκληρωθούμε ως οντότητες. Eχει δηλαδή, εκτός από το άμεσα πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο, κι ένα υπαρξιακό-μεταφυσικό επίπεδο. Eίναι έργο του Διαφωτισμού και συνδέεται με τον τρόπο που έβλεπαν εκείνη την εποχή τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο, αλλά και με κάτι που εγώ διακρίνω όλο και περισσότερο να «σκάει μύτη»: μοιάζει, σαν όλα αυτά τα συστήματα και τους μηχανισμούς να τους κινούν κάποια νήματα που κρατάει ένα χέρι που δεν το βλέπουμε. Mιλάω για την ανάγκη που έχουμε όλοι μας να βρίσκουμε μια συγκεκριμένη πηγή του κακού, είτε αυτό λέγεται τρόικα είτε λέγεται ιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση, Aγκελα Mέρκελ, κ.ά. Xωρίς να αντιλέγω στο ότι όλα αυτά που συζητάμε είναι γρανάζια, παρενέργειες ή εκφάνσεις του «κακού», πιστεύω ότι δεν είναι το ίδιο το «κακό». Kαι το ίδιο το «κακό» βρίσκεται μέσα μας. Aυτό λέει το έργο.

– Θέλετε να πείτε ότι το «κακό» δεν είναι πάντα τόσο προφανές…

– Nα το πω λίγο αλλιώς, εξηγώντας λίγο περισσότερο το κίνητρο που διαμόρφωσε την παράσταση όπως είναι. Tο κακό στις μέρες μας έχει πολλές μορφές. Aυτές που ήδη ανέφερα, αλλά και άλλα πιο άγρια, όπως η εγκληματικότητα η τρομοκρατία, οι βόμβες του ταχυδρομείου. Yπάρχει μια διάχυτη ανασφάλεια, ακόμα και οι εκλογές γίνονται ένα ζήτημα καλού ή κακού. Tο θέμα του κακού, που μας απειλεί, μας κατατρώει, μας εξοντώνει, απασχολεί τους πάντες. Aυτό λοιπόν το κακό, πιθανόν να έχει τέτοια διαβολική δεξιοτεχνία ώστε να φανερώνει κάποια κακά άλλα, δευτέρας κατηγορίας, χωρίς να φανερώνεται το ίδιο. Kαι λέω ότι αυτό είναι μέσα μας.

– Εχουμε δαιμονοποιήσει πράγματα ως κοινωνία, που πλέον λειτουργούν ανασταλτικά;

– Nαι, πολύ σωστά.

– Nα τα ονομάσουμε;

– Tα ξέρουμε όλοι πολύ καλά. Mοιάζει να δαιμονοποιούμε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό μας. Δεν θέλω να είμαι αρνητικός με τον σύγχρονο άνθρωπο και τον σύγχρονο Eλληνα. Πιστεύω ότι όντως έχουμε υποφέρει πολλά, αλλά τη γνώση την έχουμε, την ικανότητα την έχουμε, όμως δεν έχουμε τη δύναμη και τη θέληση να δούμε το κακό μέσα μας. Yπάρχει δηλαδή μια εθελοτυφλία, που κυριαρχεί, γιατί φοβόμαστε πάρα πολύ τι θα ανακαλύψουμε αν συμβεί αυτό. Eίναι πολύ πιο εύκολο να πεις ότι ο άλλος είναι το πρόβλημα κι όχι εγώ.

– Aυτό δεν κυριαρχεί στο θυμικό της κοινωνίας αυτόν τον καιρό;

– Nαι, μόνο που αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Nομίζω όμως ότι σε άλλες εποχές οι «εχθροί», οι «κακοί», όπως π.χ. οι Πέρσες, γίνονταν κίνητρα για να πάμε μπροστά. Bέβαια, δεν ζήσαμε τότε, και δεν ξέρουμε πώς η ιστορία το έχει περάσει στα κατάστιχά της και το έχει ηρωοποιήσει, γιατί οι ιστορίες των πολέμων και των μαχών είναι λίγο ακραίες καταστάσεις, αλλά καλό είναι να παραδειγματιζόμαστε από αυτές. Nα νιώθουμε ότι –και θα πω κάτι που ακούγεται κλισέ– ότι η κρίση ή το κακό είναι ευκαιρίες για αλλαγή, για να πάμε μπροστά. Nα μη βλέπουμε από ’κει ένα γεγονός, αλλά από ’δω. N’ αλλάξουμε την οπτική μας γωνία. H κρίση δεν πρέπει να μας κάνει στατικούς. Πρέπει να μας δίνει αφορμή για κίνηση.

– Mέχρι τώρα τι βλέπετε;

– Eίμαστε πολύ στατικοί και αφόρητα βραδυπορούντες.

Προς το τέλος της συνάντησης, τον ρωτάω αν η σχέση του με το θέατρο έχει οικογενειακές επιρροές. «Προέρχομαι από εμπορική οικογένεια. Oι γονείς μου ήταν από τη Mικρά Aσία. Στην εφηβεία έψαξα διεξόδους έξω από το σπίτι. Mου πήγαινε περισσότερο ένας κόσμος που θα μπορούσα να ζήσω άλλες πραγματικότητες, να φαντασιωθώ όλων των ειδών τους κινδύνους χωρίς να κινδυνεύω πραγματικά, να ζήσω διαφορετικές ζωές. Eπειδή είχα μια επαναστατική φλέβα, ήθελα να μην ακολουθήσω τον δρόμο της οικογένειας και να ξεκινήσω από το μηδέν».

  • Oι σταθμοί του

1975
Aποφοιτά από την RADA (Bασιλική Aκαδημία Δραματικής Tέχνης) του Λονδίνου και δύο χρόνια αργότερα κάνει την πρώτη του επαγγελματική σκηνοθεσία στο KΘBE.

1981
Σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο εξωτερικό, στο Nορβηγικό Θέατρο του Oσλο.

1984
Πρώτη σκηνοθεσία στην Eπίδαυρο, όπου προκαλεί βίαιες θετικές και αρνητικές αντιδράσεις.

1991
Iδρύει το Θέατρο του Nότου που στεγάζεται στο Aμόρε.

2007
Aναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση του Eθνικού Θεάτρου. H θητεία του ανανεώθηκε το 2010 για άλλα τρία χρόνια.

2008
Tο Θέατρο του Nότου αναστέλλει τη λειτουργία του, ύστερα από 17 χρόνια συνεχούς δραστηριότητας.

  • Η συνάντηση

Eνας κίτρινος κύβος από πλεξιγκλάς φιλοξενεί στις πλευρές του τον τιμοκατάλογο του εστιατορίου του Eθνικού. Παραγγείλαμε και οι δύο ένα από τα πιάτα ημέρας: σολομό με βραστά λαχανικά – νόστιμο πιάτο. O Γιάννης Xουβαρδάς ήπιε νερό, αφού μετά είχε πρόβα, εγώ λευκό κρασί. Στο τέλος, παραγγείλαμε από έναν καπουτσίνο. Oλα στοίχισαν μόλις 28 ευρώ!

ΠΡΟΣΩΠΟ

  • Στην πρώτη συνέντευξή του μετά την ανανέωση της θητείας του, ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου μιλάει για το μέλλον της πρώτης σκηνής της χώρας μέσα στην πραγματικότητα των περικοπών αλλά και των συνθηκών τρόμου που επικρατούν στην περιοχή της Αγίου Κωνσταντίνου

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Τo γραφείο του στο Εθνικό Θέατρο, επί της Αγίου Κωνσταντίνου, παραμένει λιτό, σχεδόν άδειο- στους γαλάζιους τοίχους προστέθηκαν δύο σχέδια του Κτιρίου Τσίλλερ. Ο Γιάννης Χουβαρδάς στη δεύτερη θητεία του στο τιμόνι της πρώτης σκηνής της χώρας δείχνει πιο ήρεμος. Τώρα πια ξέρει: Οι μύθοι κατέρρευσαν και τα («μεγάλα») προβλήματα απορροφούν όλον του τον χρόνο. Μου μιλάει για τις «καθημερινές φωτιές» που καλείται να σβήσει, για τις «στιγμές-θρίλερ» αλλά και για τις επιλογές του, σε πρόσωπα και συνεργάτες, τονίζοντας: «Εγώ είμαι οι επιλογές μου. Δεν μπορώ να τις αρνηθώ επειδή κάποιοι ενοχλούνται».

Επιπλέον είναι οργισμένος- και έχει απόλυτο δίκιο. Το οικοδομικό τετράγωνο του Εθνικού Θεάτρου, κυρίως η είσοδος από Μενάνδρου, έχει μετατραπεί σε επίκεντρο διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών. Από το σούρουπο και μετά η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη. Η αδιαφορία του κράτους είναι πραγματικά προκλητική. Προτού λάβει «δραστικά μέτρα», αναμένει τις αντιδράσεις της Πολιτείας και κάνει πρόβες στον «Ορέστη» του Ευριπίδη, παράσταση με την οποία θα κατέβει στην Επίδαυρο στις 30-31 Ιουλίου. Και είναι αξιοσημείωτη η εμμονή του στον τραγικό ποιητή, με 12-13 έργα ήδη στο ενεργητικό του (εντός και εκτός Ελλάδος, και όχι μόνο στην Επίδαυρο). Χωρίς να παρεμβαίνει στο κείμενο, το «ερμηνεύει», του δίνει διαστάσεις, αλλά τονίζει: «Δεν προγραμματίζω την ανατροπή».

– Κύριε Χουβαρδά,η επιλογή του «Ορέστη» παραπέμπει στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

«Πράγματι, μας θυμίζει πάρα πολλά. Εγώ όμως δεν θέλω να κάνω φθηνούς παραλληλισμούς. Μιλάει από μόνη της η κατάσταση. Μόνον ένας από μηχανής θεός μπορεί να μας σώσει, αλλά δεν υπάρχει».

– Αρα δεν υπάρχει ούτε λύση;

«Ως γνωστόν, ο ποιητής δεν είναι για να δίνει λύσεις, αλλά για να περιγράφει τα αδιέξοδα. Τις λύσεις πρέπει να τις δίνουν εκείνοι που τους ψηφίζει ο κόσμος. Ακόμα ακόμα και οι πνευματικοί ηγέτες δεν έχουν σαν καθήκον να προσφέρουν πρακτικές λύσεις, αλλά να περιγράφουν τα αδιέξοδα, ανοίγοντας ίσως κάποιους πνευματικούς δρόμους φωτός».

– Δεν βλέπετε να αλλάζει κάτι;

«Ολα αυτά τα πρόσωπα, πρωτίστως όμως ο Ορέστης, η Ηλέκτρα και ο Πυλάδης, είναι εγκλωβισμένα στην Ιστορία. Είναι καταδικασμένα να επαναλαμβάνουν τις ίδιες πράξεις, σαν μια ιστορική λούπα… Μπορεί να ακούγεται μηχανιστικό, αλλά η πραγματικότητα το επιβεβαιώνει. Δεν βλέπω να αλλάζουν τα πράγματα, οι άνθρωποι, τα μυαλά. Η εμπειρία, όσο και να μας ταλαιπωρεί, δεν μας συνεφέρνει. Είμαι από τους πεσιμιστές εγώ- ανέκαθεν ήμουν. Αλλωστε στον “Ορέστη” δεν υπάρχει τέλος, και αυτό είναι εφιαλτικό. Υπάρχει αρχή, μέση και πάλι αρχή. Ο τρόμος δεν είναι μόνον αρνητικός, μπορεί να φέρει και κάτι. Αυτή είναι μια ελπίδα».

– Τώρα που σκηνοθετείτε στο Εθνικό αυτολογοκρίνεστε;

«Πάντα γίνεται αυτολογοκρισία. Απλώς στο Εθνικό είμαι πιο προσεκτικός, κυρίως γιατί είμαι και ο καλλιτεχνικός του διευθυντής. Οφείλω να το προστατεύω από τυχόν ακραίες αυθαιρεσίες και ως έναν βαθμό νομίζω ότι το έχω πετύχει. Είμαι υπέρ της αρχής της απόλυτης ελευθερίας και της μη παρέμβασης στο έργο των καλλιτεχνών. Βλέπω κάποιες πρόβες και λέω τη γνώμη μου. Ως εκεί. Στο εξωτερικό υπάρχουν διευθυντές που παρεμβαίνουν έως ότου απαγορεύσουν το ανέβασμά της. Εγώ πιστεύω ότι οι παραστάσεις πρέπει να κρίνονται από το κοινό και οι σκηνοθέτες να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των πράξεών τους. Το Εθνικό Θέατρο δεν είναι κατηχητικό ίδρυμα».

– Οταν αναλάβατε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, μου είχατε πει «ας με κρίνουν μετά την πρώτη τριετία». Μόλις ξεκινήσατε τη δεύτερη θητεία σας…

«Εγώ τον εαυτό μου τον κρίνω κάθε μέρα, όχι όμως δημοσίως, αλλά εντός των τειχών, στα όργανα που είμαι υπόλογος και βάσει συγκεκριμένων στοιχείων. Εμ μέσως φαίνεται αυτό μέσα από τις πράξεις μου. Θεωρώ ότι είναι ο ασφαλέστερος δρόμος».

– Το πέρασμα όμως από την πρώτη στη δεύτερη τριετία ήταν περιπετειώδες. Νιώσατε ότι η Πολιτεία σάς αμφισβήτησε;

«Βεβαίως, αλλά αυτό δεν μου είναι καινούργιο. Το περίεργο είναι ότι αυτή η αμφισβήτηση βγήκε τη στιγμή εκείνη. Θα ήμουν πανευτυχής αν γινόταν πριν… Ηταν όμως στο ευαίσθητο κενό και προφανώς λειτούργησε, για ευνόητους λόγους. Υπήρχαν ενδιαφερόμενοι, άνθρωποι, θεσμοί, που έκριναν ότι μπορούσαν να με χτυπήσουν πιο εύκολα. Γι΄ αυτό και με ενόχλησε. Προσωπικά πιστεύω στην αμφισβήτηση, χωρίς αυτήν δεν γίνεται τίποτα».

– Το υπουργείο Πολιτισμού την επέτρεψε όμως…

«Δεν ένιωσα αμφισβήτηση από τον υπουργό Πολιτισμού, τον Παύλο Γερουλάνο, όπως δεν ένιωσα και από κανέναν από τους τρεις υπουργούς της Νέας Δημοκρατίας που πέρασαν πριν. Αισθάνθηκα μια διαφορετική οπτική στα πράγματα που έφερε ο νέος υπουργός, η οποία οφείλεται αφενός στην προσωπική του προοπτική και αφετέρου στην καινούργια, πολύ σκληρή πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί. Αν σκεφθεί κανείς ότι όταν πρωτομπήκα στο Εθνικό θεωρούσα εντελώς ανεπαρκή την επιχορήγηση, μπορεί να φανταστεί κανείς σε τι δύσκολη θέση βρίσκεται τώρα το θέατρο. Αποφάσισα να παραμείνω γιατί θέλω να εί μαι σίγουρος ότι ό,τι άρχισε δεν θα κατεδαφιστεί αμέσως και ότι θα μπορέσει το Εθνικό να σταθεί στα πόδια του – γιατί είναι εύκολο να κοπούν…».

– Σκεφθήκατε ότι μέσα από αυτή την αναμονή σάς έσπρωχναν να φύγετε από μόνος σας;

«Αν είχα μανία καταδίωξης, θα το σκεφτόμουν».

– Σας εξέθεσαν όμως. Τελικά χρειάστηκε να βάλετε πολύ νερό στο κρασί σας…

«Πρώτα πρώτα δεν πιστεύω ότι έχω να κάνω με ανθρώπους που δεν έχουν συνείδηση της πραγματικότητας και των ευθυνών τους. Θα υποτιμούσα πολύ τους ανθρώπους του υπουργείου και τους γύρω μου ότι ακολουθούν μια τέτοια πρακτική. Επειτα έχουν μεταβληθεί τόσο πολύ οι συνθήκες. Εχουμε να κάνουμε με μια τεράστια αλλαγή στη ζωή και στην οικονομία της Ελλάδας. Κρίνω ότι αυτό που δίνει τώρα ο υπουργός είναι τιμή προς το Εθνικό. Εκείνος έθεσε το πλαφόν κι εγώ το πάτωμα… Δεν είναι ούτε απειλή ούτε εκβιασμός… Πέρα από αυτό δεν μπορώ να λειτουργήσω».

– Κύριε Χουβαρδά, δίνετε συχνά την αίσθηση μιας απειλής, ότι «θα φύγω… αν δεν».

«Οχι, δεν είναι έτσι. Εχω βάλει μια κόκκινη γραμμή, πέρα από την οποία εγώ δεν θα είμαι χρήσιμος… Παραμένω γιατί πιστεύω ότι σε αυτή τη φάση, επειδή ξέρω τα πράγματα, μπορώ να κρατώ ισορροπίες και να μην καταρρεύσει το σύστημα… Αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχω τα ελάχιστα για να συντηρήσω το Εθνικό Θέατρο κι αυτό με τη σειρά του να κάνει στοιχειωδώς μια δημιουργική δουλειά. Αν πάμε πιο κάτω, δεν χρειάζεται ένας τύπος Χουβαρδάς, αλλά ένας τεχνοκράτης, χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς καλλιτεχνικές ανησυχίες και ευαισθησίες… Εγώ δεν απειλώ ότι θα φύγω. Ισα ίσα έχω κάνει τεράστιες προσωπικές παραχωρήσεις».

– Εχετε μετανιώσει;

«Για πολλά έχω μετανιώσει – αλλιώς τα περίμενα κι αλλιώς ήθελα να είναι. Για κάποια άλλα, μάλλον πιο σημαντικά, δεν έχω μετανιώσει. Δεν το περίμενα, αλλά έχω εμπλακεί συναισθηματικά με τον χώρο, με τους ανθρώπους, με την ιστορία που λέγεται Εθνικό Θέατρο, με αυτά τα τρία χρόνια, με το Τσίλλερ όπως το έζησα… Είναι κυρίως συναισθηματικοί οι λόγοι για τους οποίους μένω. Αν τα έβλεπα τα πράγματα ορθολογικά, θα έπρεπε να είχα φύγει».

– Αν ισχύει αυτό, γιατί δεν αφήνετε να διαφανούν τα συναισθήματά σας;

«Πώς δηλαδή; Πρέπει να κρατώ και μια ισορροπία για τον εαυτό μου. Αν αφεθώ τελείως, θα βγω άχρηστος. Μπήκα σε έναν οργανισμό χωρίς ευκαιρίες να πάνε καλύτερα τα πράγματα. Αν δεν τον αγαπούσα, γιατί να έμενα; Νομίζεις ότι κάνω προσωπική καριέρα στο Εθνικό; Ζούμε, σε καθημερινή βάση, στιγμές-θρίλερ. Σβήνουμε συνεχώς φωτιές…».

  • ΠΟΤΕ & ΠΟΥ
  • «Ορέστης» του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο,σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.
  • Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,Παρασκευή 30 και Σάββατο 31 Ιουλίου.
  • Ωρα έναρξης: 21.00
  • Τιμές εισιτηρίων: 50,45,25, 15 ευρώ.
  • Πληροφορίες στο τηλ. 210 3272.000


  • Ο «Ορέστης» σε απόλυτο αδιέξοδο

«Στην παράστασή μας υπάρχει ένας διαχωρισμός ανάμεσα στα μυθικά πρόσωπα και στον Χορό…Στις περισσότερες αναλύσεις,ο Χορός στον “Ορέστη” θεωρείται εμβόλιμος ή σαν να μην έχει ταιριάξει στο έργο.Εκανα όμως μιαν αντιστροφή,κυρίως ύστερα από μια σειρά τυχαία περιστατικά που συνέβησαν σε μια επίσκεψή μου στην Επίδαυρο μαζί με τον σκηνογράφο.Αποφάσισα να δω το έργο μέσα από τη ματιά του Χορού και να γίνει ο Χορός το πιο σημαντικό στοιχείο.

»Βρέθηκα στην Επίδαυρο μαζί με μαθητές ξένων σχολείων και μπαίνοντας στον χώρο είχαν ταυτόχρονα μιαν αθωότητα, έναν σεβασμό και μια διάθεση ασυνείδητης βεβήλωσης… Ετσι μου γεννήθηκε η ιδέα να δω την ιστορία του Ορέστη μέσα από αυτούς τους νέους- τηρουμένων των αναλογιών, που βρίσκονται σε απόλυτο αδιέξοδο, από λάθη και εγκλήματα που έχουν συντελεστεί από τις προηγούμενες γενιές. Αν δεν υπήρχαν οι φύλακες, αυτοί οι ξένοι μαθητές θα μπορούσαν να μείνουν και σε μια παράσταση. Αυτό λοιπόν συμβαίνει στον “Ορέστη”, όπου ταυτοχρόνως υπάρχουν και κάποια άλλα πρόσωπα, ενσωματωμένα στον χώρο. Η παράσταση ξεκινάει όταν έρθουν σε επαφή με έναν άλλον κόσμο, μιαν άλλη εποχή, κάπως μεταφυσικά. Γίνονται κομμάτι του όλου, συμμετέχουν και στο τέλος επιλέγουν κιόλας προς τα πού θα πάει η ιστορία… Κι όταν τελειώσει αυτή η μεταφυσική εμπειρία, δεν είναι τα ίδια με αυτά που μπήκαν…».

  • Θα μπορούσες να πεις: «Τι τυχερός άνθρωπος». Είναι διευθυντής του Εθνικού. Εχει πια στη διάθεσή του το κτίριο του Τσίλερ, που σε εμπνέει για δουλειά και μόνο που το βλέπεις πανέμορφο, κομψό και απαστράπτον.

Σκηνοθετεί στην κεντρική, ιστορική σκηνή του τον δεύτερο Τσέχοφ της ζωης του (μετά τις «Τρεις αδελφές» του 1994) έχοντας στη διάθεσή του έναν εξαιρετικό θίασο (Χατζόπουλο, Σκουλά, Καραζήση, Λυμπεροπούλου, Βακούση, Πουλοπούλου) και διάθεση για ανατροπές. Κι, όμως, ο Γιάννης Χουβαρδάς λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα του «Θείου Βάνια» (18 Δεκεμβρίου), που θα είναι τα πραγματικά θεατρικά εγκαίνια του Τσίλερ, μετά το «Πουθενά» του Παπαϊωάννου, δεν φαίνεται και τόσο ανέμελος. Εχει και το δήθεν αδρά επιχορηγούμενο Εθνικό οικονομικά προβλήματα, που δεν τον αφήνουν να σχεδιάσει με σιγουριά τη συνέχεια του σημαντικού, ανανεωτικού έργου, που ανέλαβε το 2007. Αλλά ας ξεκινήσουμε από τον Τσέχοφ, που δεν ήταν, τόσα χρόνια στο θέατρο, στις προτεραιότητές του. Το παραδέχεται. «Δεν είναι σχέση ζωής, αλλά είναι ένας συγγραφέας που πάντα με απασχολούσε».

  • Θυμάστε κάποια παράσταση που σας άρεσε ιδιαίτερα;

«Τον «Ίβάνοφ» του Πέτερ Τσάντεκ, που είχε ανέβει μέσα σε έναν τελείως άδειο χώρο. Ηταν, μάλιστα, η πρώτη φορά που είδα μετωπικό παίξιμο -αργότερα έγινε και λίγο μόδα. Ολος ο θίασος παρατεταγμένος σε καρέκλες μπροστά στη σκηνή. Καλές παραστάσεις ήταν και του Λιουμπίμοφ με τη Δανδουλάκη («Βυσσινόκηπος» και «Γλάρος») και ο «Γλάρος» του Μαστοράκη στο «Κεφαλληνίας»».

  • Γιατί διαλέξατε τον «Θείο Βάνια» για να επιστρέψετε στον Τσέχοφ;

«Είναι ένα έργο που με ενδιέφερε από καιρό γιατί έχει τρομαχτικές αναλογίες με την εποχή μας. Πέρα από το οικολογικό μήνυμα, υπάρχει η αίσθηση στο έργο του «ή τώρα ή ποτέ». Σε όλα τα επίπεδα. Και, βέβαια, το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι ζουν στο έργο την τελευταία τους ευκαιρία και τη χάνουν».

  • Να εξηγήσετε λίγο τις αναλογίες με το σήμερα; Τότε, τέλος 19ου αιώνα, η Ρωσία περίμενε μια αλλαγή, μια επανάσταση. Σήμερα τι περιμένουμε;

«Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι περιμένουν μια επανάσταση, ούτε στην εποχή του Βάνια ούτε σήμερα. Η αντιστοιχία του σήμερα με το τότε είναι ότι ζούμε για πρώτη φορά, από τη γενιά τη δικιά μου και μετά, μια τόσο βαθιά και πολύπλευρη κρίση. Το μόνο που βλέπω γύρω μου είναι μια διάχυτη αίσθηση απογοήτευσης και μηδενισμού -όπως ακριβώς και στον «Θείο Βάνια»- με κάποιες νησίδες αυτοκαταστροφικότητας ή και καταστροφικότητας, που επίσης υπάρχουν στο έργο, αλλά και μια οικονομική αγωνία, που στον Τσέχοφ υπάρχει ελάχιστα. Μια άλλου είδους αγωνία, καθαρά υπαρξιακή, υπάρχει. Αυτοί οι άνθρωποι ασφυκτιούν και μαραίνονται, σαν φυτά που κανείς δεν μπορεί να φροντίσει απ’ έξω αλλά ούτε και τα ίδια μπορούν να ανατροφοδοτηθούν και, επομένως, κάποια στιγμή θα σβήσουν. Για να επιτείνω το αίσθημα του αδιεξόδου, έχω εγκλωβίσει τα πρόσωπα μέσα σε ένα χώρο από τον οποίο δεν μπορούν να βγουν. Υπάρχει πόρτα, αλλά κανείς δεν φεύγει. Είναι σαν να υπάρχει ένας δεύτερος κόσμος, αλλά κανένας δεν τον παίρνει υπόψη του».

  • Εσείς, ως καλλιτέχνης, νιώθετε επίσης ότι η κοινωνία μας μαραίνεται και σβήνει;

«Πολύ έντονα. Βέβαια, πλησιάζω τα εξήντα, μπορεί να οφείλεται και σ’ αυτό. Αλλά και στους νέους ανθρώπους δεν βλέπω αυτή την ενέργεια την οραματιστική που έβλεπα στη δεκαετία του ’60, του ’70, του ’80 ακόμα. Βλέπω μια διάθεση αποδόμησης, μια διάθεση να ξύσουμε και να κατεδαφίσουμε γύρω γύρω τα θεμέλια -δηλαδή, δεν τα γκρεμίζουμε τελείως- κι ό,τι ήθελε προκύψει. Δεν βλέπω το «παλεύουμε γι’ αυτό» ή «οραματιζόμαστε εκείνο». Αλλά το θεωρώ πολύ φυσιολογικό, γιατί ο κόσμος που κληρονόμησαν βασίστηκε εντελώς πάνω σε υλιστικά αγαθά. Σε τίποτα άλλο».

Μαρία Σκουλά (η ωραία Ελένα) και Νίκος Χατζόπουλος (ο ερωτευμένος Βάνιας) σε μια σκηνή της παράστασης

Μαρία Σκουλά (η ωραία Ελένα) και Νίκος Χατζόπουλος (ο ερωτευμένος Βάνιας) σε μια σκηνή της παράστασης

  • Αυτό το «θα δουλεύουμε» και «θα αναπαυτούμε», που λέει στο τέλος του έργου η Σόνια στον θείο Βάνια, δεν είναι κάτι, δεν δείχνει, ίσως, ένα δρόμο;

«Είναι παρηγοριά στον άρρωστο. Ο Βάνιας και η Σόνια μένουν στο κτήμα για να θαφτούνε. Είναι ένα έργο πάρα πολύ στενάχωρο και το θέμα είναι πώς το διαχειρίζεται κανείς για να μη γίνει επί τούτου στενάχωρο».

  • Εσείς, άλλωστε, με το πολύ συναίσθημα δεν έχετε καλές σχέσεις ως σκηνοθέτης. Πώς θα το δείξετε, λοιπόν, αυτό το «στενάχωρο» συναίσθημα;

«Τα τελευταία χρόνια έχει λίγο αμβλυνθεί η αντίστασή μου στο συναίσθημα -και στη ζωή και στη δουλειά. Κι εδώ πρόκειται για ένα έργο, που αν του αντισταθείς πολύ δεν θα κάνεις καλό ούτε στην παράσταση ούτε στον εαυτό σου. Εχω αφήσει σε μεγάλο βαθμό ελεύθερους τους ηθοποιούς -που τους διάλεξα επιμελώς- όχι τόσο για να ανακαλύψουμε μαζί τον πυρήνα του έργου, που είναι σχετικά εύκολο, αλλά για να τον αναδείξουμε και να τον διαχειριστούμε έτσι ώστε να μη βγει ένα καταθλιπτικό, αδιέξοδο πράγμα, που δεν σε τραβάει να το δεις. Ομολογώ ότι είναι δύσκολο. Αλλά δεν θέλω να συμπεράνετε ότι η παράσταση είναι εντελώς απαισιόδοξη. Εχει και χιούμορ και κάποιες ενέσεις από μουσικές».

  • Δεν τραγουδάνε φαντάζομαι οι ήρωες;

«Ναι. Ολοι. Στην αρχή η παράστασή μου πήγαινε προς ένα ιδιότυπο μιούζικαλ, αλλά δεν βγήκε τελικά. Ετσι η χρήση των τραγουδιών είναι περιορισμένη. Αυτούς τους ανθρώπους που ζουν όλοι μαζί σε ένα χώρο, υπάρχουν κάποια πράγματα που τους ενώνουν. Ενα από αυτά είναι και η μουσική. Συμβαίνει, λοιπόν, σε δυο τρεις περιπτώσεις να τραγουδήσουν γαλλικά τραγούδια… Καλύτερα, όμως, να μην τα αποκαλύψω». *

info:Μετάφραση Χρύσας Προκοπάκη, Σκηνικά-κοστούμια Herbert Murauer, φωτισμοί Λευτέρη Παυλόπουλου.

Διανομή: Μάνος Βακούσης (Σερεμπριακόφ), Μαρία Σκουλά (Ελένα), Αλκηστις Πουλοπούλου (Σόνια), Μάγια Λυμπεροπούλου (Μαρία Βασίλιεβνα), Νίκος Χατζόπουλος (Βάνιας), Ακύλας Καραζήσης (Αστροφ), Μάνος Σταλάκης (Τελιέγκιν), Γιάννης Βογιατζής (Μαρίνα), Γιάννης Τσεμπερλίδης (Εργάτης)

Ο θείος Γιαννάκης και η γκρίνια του

Ολα τα πρόσωπα του έργου είναι σαν «πουλιά με κομμένες φτερούγες». Ετσι τα χαρακτηρίζει ο Γιάννης Χουβαρδάς. Ας περιοριστούμε στα δύο κεντρικά, τον Θείο Βάνια, που τον υποδύεται ο Νίκος Χατζόπουλος, και τη Σόνια, για την οποία ο σκηνοθέτης έκανε και μια επιλογή-έκπληξη. Την πολύ ταλαντούχα νέα ηθοποιό Αλκηστι Πουλοπούλου, που έγινε πρόσφατα σύζυγός του. «Εχει σημασία να πούμε ότι στα ρωσικά ο θείος Βάνιας είναι όχι ο θείος Γιάννης (Ιβάν), αλλά ο θείος Γιαννάκης. Είναι ο θείος μας -εγώ ξέρω τέτοιο θείο- που έχει μείνει για πάντα παιδί. Δεν έκανε τίποτα στη ζωή του, δεν ήταν αρκετά ικανός. Και αντί να παραδεχτεί πόσο λειψός είναι, προβάλλει την ανικανότητά του πάνω στον Σερεμπριακόφ», λέει ο Γιάννης Χουβαρδάς.

  • Ναι, αλλά είναι ο μόνος από την οικογένεια που βλέπει καθαρά, ξεσπάει, αντιδρά.

«Ναι, αλλά είναι μια …γκρίνια, μια φωνή ένρινη, όχι ανοιχτή. Δεν είναι μια φωνή διαμαρτυρίας που έχει να προτείνει κάτι και μετά να τα παρατήσει όλα και να φύγει».

  • Δεν τον συμπαθείτε τον Βάνια.

«Τον συμπαθώ, αλλά δεν θέλω να τον συμπαθήσω παρά πάνω απ’ όσο συμπαθεί ο ίδιος τον εαυτό του. Κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δεν συμπαθεί τον εαυτό του -ίσως μόνο η Σόνια. Αν τον συμπαθούσαν, θα φρόντιζαν να τον δουν κατάματα στον καθρέφτη και να πουν: «Αν δεν το παραδεχτείς τώρα, θα σου μείνει κουσούρι σε όλη σου τη ζωή»».

  • Και η Σόνια σας, που την παίζει ένα τόσο όμορφο κορίτσι;

«Για μένα η Σόνια δεν είναι άσχημη, ασήμαντη, αλλά μια πολύ φυσιολογική κοπέλα, που θα μπορούσες να την πεις και όμορφη. Από δική της αυθυποβολή βλέπει τον εαυτό της άσχημο, γιατί δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο άνδρας με τον οποίο είναι ερωτευμένη (ο Αστροφ) δεν την θέλει επειδή έχει προβλήματα, δεν θέλει να δεσμευτεί και, γεμάτος συμπλέγματα, πιστεύει ότι δεν την αξίζει».

  • Διαλέξατε για έναν τόσο δύσκολο ρόλο μια άπειρη ηθοποιό, που επιπλέον είναι και σύζυγός σας. Τι είδατε επάνω της που σας έκανε να ρισκάρετε τα σχόλια;

«Τη διάλεξα γιατί την πιστεύω γενικά ως ηθοποιό και θεωρώ ότι μπορεί να δώσει μια άλλη διάσταση στη Σόνια. Είναι ένας κόντρα ρόλος γι’ αυτή, που θα την αναγκάσει να αναμετρηθεί με δυνάμεις που δεν της είναι εύκολες. Είναι όμορφη και παίζει μια κοπέλα, που θεωρεί τον εαυτό της άσχημο, άρα πρέπει στην ερμηνεία της να υπάρχει και ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό. Η Σόνια, επιπλέον, πολλά αισθάνεται και βιώνει αλλά λίγα λέει, άλλη μια χρήσιμη εκπαιδευτική διαδικασία για έναν ηθοποιό».

Ναι, έχουμε έλλειμμα, αλλά φταίει η πολιτεία

  • Οποιος ξεπερνάει τον προϋπολογισμό του θα τιμωρείται, είπε σε συνέντευξή του στην «Κ.Ε.» ο Παύλος Γερουλάνος. Εσείς έχετε έλλειμμα;

«Εχουμε, είναι γνωστό εδώ κι ένα χρόνο, το έχω στείλει εμπεριστατωμένα στις εκάστοτε ηγεσίες του ΥΠΠΟ και είναι απολύτως αιτιολογημένο. Πρώτα πρώτα έγιναν περικοπές 10% στην τακτική επιχορήγηση, δηλαδή γύρω στις 830.000 ευρώ αλλά και μια άλλη, περίεργη, που ακόμα δεν την έχω καταλάβει. Σύνολο: Πάνω από 900.000. Δεύτερον: κόπηκαν τα κονδύλια από τον ειδικό λογαριασμό, κατά μέσο όρο 1,5 εκατ. ευρώ, και ποτέ δεν ενσωματώθηκαν, παρά τις διαβεβαιώσεις, στην τακτική επιχορήγηση. Πόσο μας κάνουν όλ’ αυτά; Γύρω στα 2,4 εκατ. ευρώ. Βάλτε και τα υπέρογκα έξοδα του «Τσίλερ», γύρω στα 700.000 το χρόνο (ΔΕΚΟ, καθαρισμός, φύλαξη, ασφάλιση) που κανένας δεν φρόντισε να συνυπολογίσει στον τακτικό προϋπολογισμό. Επρεπε, λοιπόν, στη νέα χρονιά να είχαμε όχι απλώς αύξηση, αλλά σοβαρή αύξηση. Επιπλέον η προηγούμενη ηγεσία είχε υπογράψει λίγο πριν φύγει ένα κονδύλι 1,2 εκατ. που, δυστυχώς, κυκλοφορεί μεταξύ διαφόρων υπουργείων. Εάν το εισπράξουμε πιστεύω ότι, και με τα καλά έσοδα από το «Πουθενά» και το «Τρίτο Στεφάνι», θα το κλείσουμε το έλλειμμα».

  • Αυτό ήταν; Θα είναι όλα καλά κι άγια στο Εθνικό;

«Κάθε άλλο. Αυτό που πάντα ζητάω είναι να καθίσουμε με την ηγεσία του ΥΠΠΟ και να δούμε ακριβώς τι Εθνικό θέλουμε. Εάν θέλουμε ένα Εθνικό αναπτυξιακό, ο προϋπολογισμός που έχει αυτή τη στιγμή δεν φτάνει. Αν, όμως, πούμε ότι δεν μπορούμε να το έχουμε στη φάση αυτή, να δούμε ποια είναι τα εντελώς ανελαστικά έξοδά του και αν η πολιτεία μπορεί να το συντηρήσει. Αυτή η ιστορία, που συμβαίνει εδώ και κάμποσο διάστημα, να είναι το Εθνικό μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, να ζητάει συνέχεια και να μην παίρνει, δεν μπορεί να συνεχιστεί. Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Το έχω δηλώσει επανειλημμένα. Αν ήξερα ακριβώς τι Εθνικό μπορούμε να έχουμε, θα αποφάσιζα υπεύθυνα «ναι, μπορώ εγώ να το κάνω αυτό» ή «όχι, δεν μπορώ, βάλτε κάποιον άλλο»».

  • Φέτος το ρεπερτόριο στην Κεντρική Σκηνή, μαζί και ο Τσέχοφ σας, είναι κλασικό μεν αλλά με νέες και τολμηρές σκηνοθετικές επιλογές. Δηλαδή Μολιέρος, αλλά με Χειλάκη. Ιψεν αλλά με Νορβηγό σκηνοθέτη. Είναι ένας τρόπος να κρατηθούν ισορροπίες;

«Ηθελα οι παραστάσεις της πρώτης χρονιάς στο «Τσίλερ», εκτός από το «Πουθενά», να είναι με γνωστά έργα του κλασικού ρεπερτορίου για να τιμήσουμε τη θεατρική πλευρά της σκηνής. Πιστεύω, όμως, ότι και οι τρεις παραστάσεις κάνουν μια πολύ καλή «ακροβασία» -με την καλή έννοια. Πατάνε με το ένα πόδι στο κλασικό θέατρο και με το άλλο στο ανανεωτικό, χωρίς πιστεύω να προκαλέσουν».

  • Η κεντρική σκηνή αντέχει θεατρικά τα πάντα; Η εμπειρία σας από το εξωτερικό τι δείχνει; Δεν ανεβάζετε τις μοντέρνες σας όπερες σε… βιομηχανικούς χώρους.

«Είναι πια μέσα στη θεατρική γλώσσα αυτές οι παλιές ιταλικές σκηνές να αφομοιώνονται, να αξιοποιούνται αλλά και ταυτόχρονα να βρίσκονται σ’ ένα ζωηρό διάλογο με το σύγχρονο θέατρο».

  • Για το υπόλοιπο κτήριο τι σχεδιάζετε;

«Θα ήθελα πολύ να είχα τις δυνατότητες και το χρόνο να το αξιοποιήσω αυτό το υπέροχο κτήριο. Να ξαναζωντανέψει, να αποκτήσει τη δική του νέα ιστορία και παράδοση. Γιατί -κακά τα ψέματα- η συνέχεια με την παλιά παράδοση του Εθνικού έχει κοπεί. Οχι μόνο λόγω των χρόνων, που έμεινε κλειστό, αλλά και λόγω της ζωής. Η ίδια η τέχνη του θεάτρου άλλαξε. Το μεγάλο μου, όμως, πρόβλημα είναι το Ρεξ, που καταρρέει. Μηχανολογικά είναι σε άθλια κατάσταση. Κάνω έκκληση να ενταχθεί στο ΕΣΠΑ ή στις δημόσιες επενδύσεις, ώστε να ανακαινισθεί. Κι ας χρειαστεί να κλείσει για λίγο».

  • Της ΒΕΝΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

  • «Δυστυχώς, μπαίνουμε σε μια φάση που μοιάζει με τούνελ στο οποίο δεν φαίνεται η άκρη. Ελπίζω να μη χρειαστεί να σπάσω το «κέλυφος» και να φύγω από το Εθνικό Θέατρο».

  • Ο Γιάννης Χουβαρδάς, διανύοντας με ορθολογισμό και οξυδέρκεια τη δεύτερη χρονιά του στο «τιμόνι» του Εθνικού Θεάτρου, μάς κατακεραυνώνει. Ενώ έχει εκπονήσει το ρεπερτόριο για τη χρονιά 2009-10, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να τα βροντήξει και να φύγει πριν λήξει η θητεία του, την άνοιξη του ’10. Η ολιγωρία της πολιτείας, με τη μορφή της ασυνέπειας, μετά το ελεύθερο επιχορηγούμενο θέατρο ήλθε να πλήξει και την πρώτη Κρατική Σκηνή, που διά στόματος του ρεαλιστή καλλιτεχνικού διευθυντή της εκπέμπει προς κάθε κατεύθυνση SOS.

Εύχομαι, κύριε Χουβαρδά, να είναι η τελευταία φορά που σας βρίσκω σε αυτό το γραφείο. Η επόμενη συνάντησή μας να γίνει στο κτήριο Τσίλερ.

  • «Ας ευχηθούμε να συμβεί, υπό καλές συνθήκες. Αλλιώς, δεν πειράζει, μπορεί να συναντιόμαστε και εκτός Εθνικού. Το κτήριο βρίσκεται στην τελική ευθεία. Σύμφωνα με τις τελευταίες συνεννοήσεις, θα παραδοθεί μέσα στο Μάιο».

Ηλέκτρα Νικολούζου, Στεφανία Γουλιώτη και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε ένα απαιτητικό φωνητικό τρίο στον «Εφιάλτη της ευτυχίας»

Ηλέκτρα Νικολούζου, Στεφανία Γουλιώτη και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε ένα απαιτητικό φωνητικό τρίο στον «Εφιάλτη της ευτυχίας»

Τη χρονιά 2008-09, τη δεύτερη υπό τη δική σας καλλιτεχνική διεύθυνση, το ΕΘνικό φάνηκε να βρίσκει τον βηματισμό του, μετά το κάπως «μουδιασμένο» 2007-08.

  • «Τα περί «μικρού μουδιάσματος» είναι μια εκτίμηση δημοσιογραφικών κύκλων που το κοινό δεν συμμερίστηκε. Τα νούμερα τού δεύτερου μισού της σεζόν ήταν τόσο καλά, που συγκρίνονται με την περίοδο του Νίκου Κούρκουλου».

Φέτος;

  • «Πήγαμε ακόμα καλύτερα. Είναι φυσικό να βρίσκει κανείς καλύτερα τα «πατήματά» του ύστερα από ένα διάστημα προσαρμογής».

Πέρα από τα νούμερα, η φετινή περίοδος δίνει ένα σαφέστερο στίγμα των στοχοθεσιών της καλλιτεχνικής διεύθυνσης;

  • «Δίνει ένα σαφέστατο στίγμα. Δεν ξέρω αν θα είναι ακόμα σαφέστερο του χρόνου. Περισσότερο θα ήθελα να δει κανείς τα 3 πρώτα χρόνια μαζί, το απόσταγμα της τριετίας, παρά τον κάθε χρόνο χωριστά».

Η κρίση σάς άγγιξε φέτος; Είδατε κάμψη στην προσέλευση;

  • «Δεν είχαμε καμία επίπτωση. Αν μάλιστα δεν είχε μεσολαβήσει ο Δεκέμβρης με τις ταραχές, που έπληξαν τα θέατρα του κέντρου, θα ήμασταν 20-25% επάνω στα εισιτήρια. Η πολύ σημαντική επίπτωση της κρίσης δεν ήταν στην προσέλευση, αλλά στη χρηματοδότηση».

Εννοείτε στις χορηγίες σας;

  • «Στις χορηγίες, που έγιναν πολύ επιφυλακτικές. Είχαμε και την ατυχία τής κατά ένα χρόνο καθυστέρησης στην παράδοση του Τσίλερ. Ετσι, χορηγίες που έγιναν ειδικά για το Τσίλερ δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν. Παρ’ όλα αυτά, το πρόβλημα το εντοπίζω αλλού: στη ροή της κρατικής επιχορήγησης. Εκεί τα πράγματα δεν είναι καθόλου ευοίωνα».

Η Πολιτεία παραδοσιακά είναι συνεπής απέναντι στο Εθνικό Θέατρο.

  • «Κάνετε λάθος! Δεν έχουμε φυσικά το πρόβλημα του ελεύθερου επιχορηγούμενου θεάτρου, γιατί τότε το Εθνικό θα είχε κλείσει! Φέτος είχαμε αυξημένα έξοδα, τα οποία ξεκίνησαν αφότου το Τσίλερ άρχισε τμηματικά να παραδίδεται. Βεβαίως τα έξοδα του κτηρίου θα κορυφωθούν την επόμενη σεζόν. Πρόκειται για ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο, που πρέπει να λειτουργήσει και να φυλαχθεί. Αυτό δεν είχε προβλεφθεί από την πρώτη σύμβαση. Δεν είχε, για παράδειγμα, συμπεριληφθεί στην εργολαβία η επίπλωση των γραφείων και των χώρων υποδοχής του κοινού. Δεν είχαν προβλεφθεί τα λειτουργικά έξοδα του Τσίλερ και το πρόσθετο προσωπικό».

Για τη λειτουργία της Νέας Σκηνής του Τσίλερ από πού αντλήσατε χρήματα;

  • «Ημασταν αναγκασμένοι να τα πάρουμε από την τακτική επιχορήγησή μας…».

Η οποία αυξήθηκε κατά τι από πέρσι.

  • «Κατά 2,5%, ενώ μόνο οι αυξήσεις στους μισθούς και στο κόστος παραγωγής ανέβηκε πάνω από 6%. Σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι η ροή της χρηματοδότησης έχει αρχίσει να πέφτει. Μάς έκοψαν 20% από τη δεύτερη δόση, που μόλις εισπράξαμε».

Με ποιο αιτιολογικό;

  • «Ετσι… Μας την κόψανε. Αιωρείται στον αέρα ότι θα πάρουμε τα χρήματα αργότερα. Αορίστως… Ενώ το ΥΠΠΟ μάς επιφορτίζει με δικές του υποχρεώσεις».

Δηλαδή;

  • «Υπάρχει ένα πολιτιστικό επίδομα που λαμβάνουν οι υπάλληλοι του ΥΠΠΟ και των φορέων που υπάγονται σ’ αυτό, το οποίο το χορηγούσε το υπουργείο. Χωρίς να πάρει έξτρα χρηματοδότηση, είναι στο εξής υποχρεωμένο το Εθνικό να το δίνει. Μιλάμε για 500-800 χιλιάδες το χρόνο. Το αναφέρω αυτό γιατί πάντα το Εθνικό έπαιρνε ανεπίσημα απ’ το ΥΠΠΟ πέρα από την τακτική επιχορήγηση και κάποια χρήματα από τον ειδικό λογαριασμό. Καταργήθηκε όμως. Μας είχαν διαβεβαιώσει ότι τα χρήματά του θα ενσωματώνονταν στην τακτική επιχορήγηση. Δεν συνέβη ποτέ».

Οπότε, το Εθνικό έχει έλλειμμα;

  • «Το Εθνικό έχει ένα τρέχον έλλειμμα, που ακόμα δεν φαίνεται γιατί… τρώμε από τις σάρκες μας. Θα έχει, όμως, ένα έλλειμμα της τάξης των 3 εκατομμυρίων».

Το οποίο θα φανεί την επόμενη σεζόν.

  • «Ακριβώς. Εάν τα πράγματα δεν διορθωθούν πολύ γρήγορα και άρδην, εγώ δεν πρόκειται να συνεχίσω».

Τι εννοείτε;

  • «Αν δεν μπορέσει το Εθνικό να λειτουργήσει οικονομικά όπως πρέπει, αν δεν έχει οικονομικά εχέγγυα για να το πράξει, πολύ απλά δεν πρόκειται να παραμείνω».

Δεν θα το παλέψετε, συρρικνώνοντας, για παράδειγμα, τον αριθμό των παραγωγών του;

  • «Εχω συρρικνώσει ό,τι μπορούσε να συρρικνωθεί. Δεν συρρικνώνεται πλέον τίποτα άλλο. Αν είναι να δούμε ένα Εθνικό Θέατρο «ανάπηρο», εγώ δεν πρόκειται να συμπράξω. Υπάρχουν καλύτεροι από μένα για να κάνουν αυτή τη δουλειά».

Λέτε ότι έχετε συρρικνώσει το Εθνικό. Κι ωστόσο, με τόσο πολλές παραγωγές δίνει την εικόνα ενός γίγαντα.

  • «Αυτό είναι ένα παραμύθι που πρέπει να τελειώσει κάποια στιγμή. Το πρόβλημα του Εθνικού, και κάθε Εθνικού, δεν είναι όμως οι παραγωγές. Κατ’ αρχάς, του χρόνου οι παραγωγές μας θα είναι 14, που σημαίνει ότι μειώνονται κατά τρεις. Και αν μετρήσουμε τις παραγωγές της πρώτης χρονιάς, κατά πέντε. Κι εγώ συμφωνώ ότι ο αριθμός των παραγωγών μας ήταν υπερβολικός. Πρέπει όμως να καταλάβει κανείς ότι κληρονόμησα μια πραγματικότητα, έναν οργανισμό, που έχει συνηθίσει σε έναν συγκεκριμένο αριθμό παραγωγών. Τώρα αρχίζω και τον περιορίζω. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι παραγωγές αυτές καθ’ εαυτές δεν στοιχίζουν παραπάνω από 80 με 100 χιλιάδες ευρώ. Εξάλλου, το «πρόβλημα» των πολλών παραγωγών σε πολύ μεγάλο βαθμό υπαγορεύεται από τον ιδρυτικό νόμο του Εθνικού».

Τι λέει ο νόμος;

  • «Να έχει το Εθνικό ανά πάσα στιγμή 100 ηθοποιούς. Για να μην κάθονται πρέπει να απασχολούνται και για να απασχολούνται πρέπει να υπάρχουν παραγωγές».

Η εκατοντάδα, πάντως, των ηθοποιών σας, τα δύο τελευταία χρόνια τείνει να γίνει σταθερή. Οπως και η συνεργασία του Εθνικού με συγκεκριμένα πρόσωπα: από τον Κωνσταντίνο Ρήγο έως τον Ακύλλα Καραζήση. Στοχεύετε στη δημιουργία ενός σταθερού πυρήνα;

  • «Οι συνεργασίες με τους σκηνοθέτες παραπάνω από μια φορά, γίνονται κατά κανόνα σε κύκλους 2 ετών. Δηλαδή, του χρόνου ο Ρήγος δεν θα ξαναδουλέψει στο Εθνικό ούτε ο Ακύλλας θα παρουσιάσει έργο του».

Δεν αντιλαμβάνομαι τη λογική της διετίας.

  • «Η επανάληψη της συνεργασίας κάνει καλό. Δημιουργεί μια κοινή γλώσσα και δίνει την ευκαιρία στον καλλιτέχνη να ξεδιπλώσει τις αρετές του. Υπάρχει επίσης η εμφανής διάθεση τού μη αποκλεισμού. Από εκεί και πέρα, δεν κάνουμε 500 παραγωγές! Πράγματι, ατύπως υπάρχει ένας αριθμός ηθοποιών οι οποίοι χρησιμοποιούνται από το Εθνικό. Κατά τεκμήριο είναι πάρα πολύ καλοί ηθοποιοί. Μιλάμε όμως για 2 χρόνια κι όχι για δέκα. Επιπλέον, όλοι ξέρουν πάρα πολύ καλά ότι η επιλογή των ηθοποιών γίνεται από τους σκηνοθέτες. Ούτε τους επιβάλλω ούτε τους επιλέγω εγώ. Και να διαφωνώ, πράγμα που έχει συμβεί, δέχομαι την επιλογή του σκηνοθέτη. Οπου μπορούμε κάνουμε και ανοιχτές ακροάσεις. Ο Φασουλής που θα σκηνοθετήσει το «Τρίτο Στεφάνι» και ο Κακλέας, που θα δουλέψει του χρόνου στο Παιδικό Στέκι, κάνουν ακρόαση ανοικτή. Οπως έκανε και ο Μοσχόπουλος για την καλοκαιρινή «Αλκηστη». Γενικώς, όπου μπορούμε είμαστε «ανοικτοί»…».

Τηρουμένων των αναλογιών, την Πειραματική Σκηνή του Λιβαθινού, σκοπεύετε να την αντικαταστήσετε του χρόνου με τη δημιουργία Νεανικής Σκηνής;

  • «Πρόκειται απλώς για ένα χώρο στον οποίο θα συμβούν διάφορα πράγματα. Δεν είναι όμως ούτε Νεανική ούτε Πειραματική ούτε άλλου τύπου σκηνή. Επομένως, δεν κατήργησα καμία σκηνή για να δημιουργήσω κάποια άλλη».

Η «παραφιλολογία» περί άτυπης συμφωνίας του Εθνικού με την Ελληνική Θεαμάτων πώς προέκυψε;

  • «Στην αρχή έκαναν λόγο για άτυπη συμφωνία «Αμόρε» και Εθνικού. Τώρα έγινε μεταξύ Εθνικού και ΕΛΘΕΑ. Του χρόνου θα λένε ότι είναι μεταξύ εμπορικού θεάτρου και Εθνικού. Στα παλιά μου τα παπούτσια τι λέει, τι σκέφτεται και τι γράφει ο καθένας. Αλλά επειδή τα περί συνεργασίας Εθνικού-ΕΛΘΕΑ ειπώθηκαν από επίσημα χείλη, θέλω να δηλώσω ότι είναι μια εντελώς ατυχής προσωπική εκτίμηση. Οσοι έχουν δουλέψει με την ΕΛΘΕΑ έχουν κάποια συγκεκριμένη σφραγίδα; Το ότι ένας άνθρωπος πάει από ένα χώρο σε έναν άλλο επικυρώνει κάποια άτυπη συμφωνία; Εγώ, ο Χουβαρδάς, έχω ανάγκη να μου υποδείξει κάποιος άλλος ποιοι είναι trendy για να τους καλέσω και στο Εθνικό;».

Προ καιρού έγινε στο Εθνικό η πρώτη στάση εργασίας ύστερα από πολλά χρόνια -πριν κι από τη θητεία του Ν. Κούρκουλου. Στο ΚΘΒΕ ανάλογα «φαινόμενα» είναι καθημερινό καθεστώς. Μάλιστα, έφτασε το Δ.Σ. του να θέλει να εκπαραθυρώσει τον καλλιτεχνικό διευθυντή Νικήτα Τσακίρογλου. Ανησυχείτε εσείς καθόλου;

  • «Η ουσιώδης διαφορά μας με το ΚΘΒΕ είναι ότι βρισκόμαστε σε απόλυτη σύμπνοια με το Δ.Σ. Η στάση εργασίας, την οποία δεν θέλω να σχολιάσω, όπως δεν θέλω να σχολιάσω και την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο Κρατικό, έγινε με αιχμή του δόρατος το πολιτιστικό επίδομα. Οπως όμως ήδη προανέφερα, δεν ήταν ευθύνη του Εθνικού να το καταβάλει». *
  • Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου μιλάει για την πρώτη διετία, για τα προβλήματα, τα σχέδια και τον «Εφιάλτη της ευτυχίας»

https://i1.wp.com/www.opam.gr/files/780922_b.jpg

Ο Γιάννης Χουβαρδάς έχει έτοιμο το ρεπερτόριο της προσεχούς θεατρικής σεζόν, κλείνοντας έτσι τον πρώτο, τριετή, κύκλο καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού Θεάτρου. Του χρόνου τέτοια εποχή θα ανανεώνεται ή όχι η σύμβασή του. Ο σκηνοθέτης που ανέλαβε το τιμόνι της πρώτης σκηνής της χώρας μετά τον θάνατο του Νίκου Κούρκουλου βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος, όπως ομολογεί, με τα μεγάλα προβλήματα του Εθνικού, ενώ παράλληλα οραματίζεται ένα θέατρο ευρωπαϊκών προδιαγραφών με εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Πιστεύει ότι με τη θεατρική περίοδο 2009-2010 θα ξεδιπλώσει ένα πρώτο όραμά του, ενώ μοιάζει να προειδοποιεί τους κρατούντες ότι δεν πρέπει να θεωρούν τίποτε δεδομένο. Άλλωστε επιμένει ότι ούτε έβαλε ούτε θα βάλει νερό στο κρασί του.

  • Κύριε Χουβαρδά, δύο χρόνια μετά, ποιο παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα του Εθνικού;

«Το οικονομικό, το οποίο αυτή τη στιγμή είναι οξύτατο. Εν γένει τα λεφτά που έπαιρνε επισήμως το Εθνικό δεν έφθαναν ποτέ. Συμπληρώνονταν όμως από τον ειδικό λογαριασμό, ο οποίος καταργήθηκε, με αποτέλεσμα το Εθνικό να χάσει αυτομάτως και ετησίως γύρω στο ενάμισι εκατομμύριο, παρά τη ρητή υπόσχεση ότι αυτό θα ενσωματωνόταν στον προϋπολογισμό. Το δεύτερο μεγάλο μείον είναι ότι με την παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ αυτομάτως υπάρχουν αυξημένα έξοδα που έχουν σχέση με προσωπικό και λειτουργικά του κτιρίου- και αυτά δεν δίδονται από πουθενά».

  • Η καθυστέρηση στην παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ;

«Αυτό είναι το τρίτο πρόβλημα: η κατά έναν χρόνο καθυστέρηση του κτιρίου μάς ανάγκασε να νοικιάσουμε χώρους της Πειραιώς 260 για να καλύψουμε ανάγκες. Ακόμη, στα προβλήματα θα προσέθετα ένα τέταρτο, που αφορά το ειδικό επίδομα που έπαιρνε το προσωπικό αορίστου χρόνου απευθείας από το ΥΠΠΟ και το οποίο με νόμο μεταφέρθηκε στους φορείς, δηλαδή στο Εθνικό Θέατρο, χωρίς, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, να έχουμε πιστωθεί τα αντίστοιχα χρήματα. Και, πέμπτον, η δεύτερη δόση της χρονιάς, την οποία δεν έχουμε πάρει ακόμη, περικόπηκε από 2.075.000 ευρώ σε 1.660.000 ευρώ, κατά 415.000 ευρώ δηλαδή».

  • Γιατί συνέβη αυτό;

«Υποθέτω γιατί υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας. Αντ΄ αυτού μας είπαν “κάντε αίτηση για να τα πάρετε αργότερα”. Ακόμη κι αν συμβεί αυτό, υπάρχουν τα τέσσερα προηγούμενα προβλήματα που οδηγούν στο τεράστιο πρόβλημα της ρευστότητας».

  • Ποιο είναι το ποσό της επιχορήγησης;

«Εφέτος είναι 8.300.000 ευρώ ενώ πέρυσι ήταν 8.000.000 ευρώ. Δεν έγινε ούτε καν η αύξηση των μισθών».

  • Ποιες απαντήσεις σας δίνουν για το οικονομικό αυτό ζήτημα;

«Θα μου επιτρέψετε ακόμη να μην πω τίποτε γι΄ αυτό».

  • Προσπαθείτε να τα βρείτε;

«Ναι, προσπαθούμε. Αλλά το οικονομικό πρόβλημα του Εθνικού Θεάτρου είναι πάρα πολύ σοβαρό. Και αυτό το ξέρουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι».

  • Αρα δεν είναι απλώς θέμα οικονομικής κρίσης;

«Οχι. Η κρίση το έχει επιτείνει. Από εμένα έχει διαγνωσθεί και κοινοποιηθεί προς τους αρμόδιους παράγοντες εδώ και ενάμιση χρόνο. Επιδεινώνεται κάθε μήνα που περνάει και δεν έχει γίνει τίποτε μέχρι στιγμής».

  • Είναι σαν να υπονοείτε ότι αυτό είναι μια στάση απέναντι στο θέατρο και στον πολιτισμό;

«Δεν μπορώ να πω κάτι επ΄ αυτού παραπάνω. Καθήκον μου είναι να το κάνω με επίσημο και αρμόδιο τρόπο. Καθήκον μου είναι να το διατυμπανίσω, να φωνάξω σε όλους τους τόνους ότι υπάρχει πρόβλημα πριν να είναι αργά».

  • Τι χρονικό περιθώριο έχετε δώσει στον εαυτό σας;

«Το μόνο σίγουρο που μπορώ να πω είναι ότι δεν ισχύει το “εγώ είμαι εδώ ό,τι κι αν γίνει”. Τίποτε άλλο».

  • Και αυτό το έχετε κάνει σαφές στους αρμοδίους;

«Βεβαίως, βεβαίως».

  • Η σύμβασή σας λήγει σε έναν χρόνο,τον Απρίλιο του 2010,οπότε τότε θα μελετήσετε ξανά τα πράγματα;

«Αν τα πράγματα είναι φυσιολογικά. Αν επιστρέψουμε σε μια φυσιολογική χρηματοδότηση θα το ξαναδώ, όπως και εκείνοι, ασφαλώς. Δεν μπορώ να πω τίποτε άλλο. Με την ευκαιρία θα ήθελα να προσθέσω ότι με τα θεσμικά προβλήματα του Εθνικού δεν έχει κανείς ασχοληθεί».

  • Δηλαδή;

«Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής έχει τριετή θητεία κτλ. Εγώ ανέλαβα μέσα σε μια δύσκολη συγκυρία και σπρώχθηκα αμέσως στα βαθιά νερά. Εναν-δύο μήνες πριν από τη λήξη της θητείας μου, αν εγώ δεν θέλω να παραμείνω ή αν το υπουργείο θέλει να με αλλάξει, θα κληθεί κάποιος άλλος εκείνη τη στιγμή να το αναλάβει. Πιθανότατα έχοντας κάνει εγώ προγραμματισμό να τον φορτωθεί και χωρίς να έχει καμία περίοδο ενημέρωσης ή χάριτος θα πέσει και εκείνος στα βαθιά νερά, ενώ εγώ δεν θα μπορώ να κοιτάξω επαγγελματικά τον εαυτό μου. Τρελά πράγματα. Επειδή η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που αποφασίζουν για αυτά δεν έχει ζήσει άλλον διευθυντή εκτός από τον Κούρκουλο και άλλη αλλαγή σκυτάλης πλην του Κούρκουλου στον Κούρκουλο, δεν έχουν καταλάβει ότι έτσι δεν γίνονται τα πράγματα…».

  • Σαν να είστε ισόβιοι…

«Σαν τον Αρχιεπίσκοπο… Δεν γίνεται από πρόθεση. Απλώς κανένας δεν έχει δώσει σημασία».

  • Αρα δεν μπορείτε να σχεδιάσετε το μέλλον του Εθνικού;

«Για τη σεζόν 2009-2010 είμαστε στο στάδιο των υπογραφών. Αρα, ακόμη και αν οι συνθήκες ήταν απόλυτα κανονικές, για να μπορέσω να πλησιάσω έστω στο μικρό δαχτυλάκι των ευρωπαϊκών θεάτρων, θα έπρεπε μέσα σε δύο μήνες να αρχίσω να σκέπτομαι την περίοδο 2010-2011. Πώς να το κάνω όμως αφού δεν ξέρω αν θα είμαι εδώ… Και πώς επιτέλους θα γίνουμε θέατρο ευρωπαϊκών προδιαγραφών; Πώς να πλησιάσω κάποιους ξένους σκηνοθέτες οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν για μετά από τρία-τέσσερα χρόνια… Γιατί στο εξωτερικό τα συμβόλαια είναι πενταετή, με ρήτρα να συζητηθεί η ανανέωση του καλλιτεχνικού διευθυντή δύο ή και τρία χρόνια προτού λήξει η θητεία…».

  • Εσείς δεν έχετε τέτοιες δυνατότητες;

«Οχι, γιατί δεν υπάρχει καν συμβόλαιο. Η θέση είναι διορισμός. Είσαι μετακλητός κρατικός υπάλληλος. Γιατί υπάρχει αυτή η ανόητη προκατάληψη ότι πρόκειται για πολιτικό διορισμό με τη γραφειοκρατική έννοια. Δεν είναι κομματικό, είναι πολιτικό. Κάποτε πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτή είναι θέση όχι όπως του ειδικού γραμματέα ή του συμβούλου του υπουργείου… Είναι ένας καλλιτέχνης και πρέπει να έχει σύμβαση και υποχρεώσεις…».

  • Μέσα σε αυτή τη διετία μετανιώσατε για το βήμα που κάνατε;

«Ούτε σ΄ αυτό μπορώ να σας απαντήσω».

  • Τι δεν περιμένατε αναλαμβάνοντας το Εθνικό;

«Αυτό που δεν περίμενα ήταν η τρομακτική καθυστέρηση στην παράδοση του Κτιρίου Τσίλλερ. Επρεπε να πάρω πολύ γρήγορα την απόφαση- ή τώρα ή ποτέ. Μιλούσαμε για μια απλή ανακαίνιση ενώ επρόκειτο για μια πλήρη ανακατασκευή εκ βάθρων, συν ένα καινούργιο κτίριο στην πίσω πλευρά. Τα δεδομένα άλλαξαν. Δεν φταίει κανείς γι΄ αυτό, φταίει ότι δεν ήμουν ενημερωμένος. Δεν θέλω να ρίξω ευθύνες σε κανέναν. Εν τινι μέτρω ήταν αντικειμενικοί οι λόγοι που οδήγησαν σ΄ αυτή την καθυστέρηση. Μπαίνοντας εδώ πάντως δεν ήθελα να κάνω τον επιβλέποντα σε ένα εργοτάξιο. Γιατί αυτό με απασχόλησε το 50% του χρόνου μου, ενώ ένα 30% είναι τα οργανωτικά και τα οικονομικά και ένα 20%- και το λέω πολύ γενναιόδωρα ασχολούμαι με τα καλλιτεχνικά, από τον οραματισμό ως τον ρόλο».

  • Η καθυστέρηση παράδοσης κόστισε και καλλιτεχνικά;

«Αναμφισβήτητα. Το ότι καταφέραμε και παίξαμε αυτά τα έργα στην Πειραιώς ήταν ένας τεράστιος άθλος, τον οποίο πρωτίστως θέλω να πιστώσω στο τεχνικό και γενικότερα στο προσωπικό του Εθνικού και δευτερευόντως στους ηθοποιούς. Μας κόστισε και οικονομικά και καλλιτεχνικά και σε χρόνο. “Ο κλήρος του μεσημεριού”, που ήταν μια εκπληκτική παράσταση, είχε συλληφθεί ακριβώς για την Κεντρική Σκηνή του Τσίλλερ».

  • Με αφορμή τον «Κλήρο» και τους καλοκαιρινούς «Πέρσες» συζητήθηκε αρνητικά η μετάκληση σκηνοθετών από το εξωτερικό με έτοιμες παραστάσεις που «φορέθηκαν» σε έλληνες ηθοποιούς.

«Κατ΄ αρχάς να ξεκαθαρίσω ότι τους “Πέρσες” ο Γκότσεφ τους ξαναστήνει από την αρχή- στη Γερμανία η παράσταση ήταν με τέσσερις ηθοποιούς, εδώ μιλάμε για 18μελή θίασο. Μόνο το σκηνικό εργαλείο έχει κοινή αφετηρία με την παράσταση της Γερμανίας. Ως προς τον “Κλήρο”, που παίχθηκε πριν από τρία χρόνια με πολύ μεγάλη επιτυχία, είχε ως ερέθισμα τη συνεργασία με τον Γιόσι Βίλερ. Λόγω περιορισμένου χρόνου ο ίδιος το πρότεινε γιατί το είχε ανεβάσει και μπορούσε να το συνδυάσει στο πρόγραμμά του μαζί με τη συνεργάτιδά του. Αλλά φτιάχθηκε από την αρχή. Δεν ήταν κόπια γιατί σκηνοθέτες όπως ο Βίλερ εξαρτούν την πνοή της παράστασης από τους ηθοποιούς τους. Ηταν μεγάλη επιτυχία που τον φέραμε.

Φυσικά και είμαι υπέρ της εξαρχής δημιουργίας μιας παράστασης, αλλά όταν πρόκειται για πολύ σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου κατανοώ ότι μπορεί να προτιμούν σε μια ξένη χώρα να κάνουν κάτι με το οποίο έχουν μια εξοικείωση. Αρκεί να μην το κάνουν πρόχειρα και εντελώς τυπικά, μόνο και μόνο για να πάρουν κάποια χρήματα ή για να προσθέσουν κάτι στο βιογραφικό τους. Οι δύο περιπτώσεις που αναφέρατε είναι ακριβώς το αντίθετο».

  • Είναι συμπτωματικό που και τις δύο σεζόν η δεύτερη περίοδος πάει καλύτερα από την πρώτη; Κάνατε λάθος επιλογές;

«Πιστεύω ότι είναι σύμπτωση. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν λάθος επιλογές. Επιμένω σ΄ αυτό. Οι επιλογές είναι επιλογές- δεν κρίνει το αποτέλεσμα τη σωστή ή τη λάθος επιλογή».

  • Σας απασχολεί το γιατί δεν άρεσε μια παράσταση;

«Φυσικά και με απασχολεί».

  • Σε σχέση με την πρώτη χρονιά πώς πάει εφέτος το Εθνικό;

«Η εφετινή χρονιά πιστεύω ότι θα είναι 15%-20% πάνω από πέρυσι».

  • Η προσεχής σεζόν μοιάζει να αναθεωρεί το απόλυτα πειραματικό που είχατε στο μυαλό σας αναλαμβάνοντας;

«Κοιτάξτε, ξεδιπλώνεται ένα όραμα, ένα ρεπερτόριο, σε μια πάροδο τριών ετών. Φυσικά λάθη γίνονται και αποτυχίες υπάρχουν. Αν με ρωτούσατε αν θα έκανα κάτι διαφορετικά, θα μπορούσα να πω “ναι” αλλά δεν θα μετάνιωνα που τότε έκανα τις συγκεκριμένες επιλογές γιατί έτσι πίστευα τότε. Μέσα στα τρία χρόνια έτσι ήθελα και θέλω να ξεδιπλωθεί το ρεπερτόριο».

  • Δεν επηρεαστήκατε από την ως τώρα πορεία του Εθνικού για να πάτε παρακάτω στον προγραμματισμό σας;

«Φυσικά κι αυτό συνέβη. Ερχόμενος εδώ είχα κάποιες ιδέες που ήθελα να κυριαρχήσουν για να δώσω την ταυτότητα. Οπότε δεν έκανα εξαρχής μια πολιτική ισορροπιών- κάπως πολιτικάντικη, να βάζεις λίγο απ΄ όλα. Πιστεύω ότι πρέπει πρώτα να δώσεις μια ταυτότητα και, δεν πειράζει, ας τρομάξει κάπως ο κόσμος στην αρχή. Μετά, σιγά σιγά, ακόμη και οι τρομαγμένοι είδαν ότι δεν ήταν και τόσο απόλυτα τα πράγματα. Και υπάρχει ο τρίτος παράγοντας- λίγο μπανάλ- ότι ανέλαβα από τη μία ημέρα στην άλλη και έπρεπε να κλείσω ρεπερτόριο. Δεν ήταν όλοι διαθέσιμοι. Και έτσι φθάνουμε σε ένα σημείο όπου άνθρωποι όπως ο Σταμάτης Φασουλής ή ο Γιάννης Μπέζος, με τους οποίους θα συνεργασθεί το Εθνικό του χρόνου, που μπορεί να είχαν και εκείνοι μια επιφυλακτική στάση στην αρχή, ήρθαν οι ίδιοι να κάνουν τις προτάσεις τους. Και αυτό έπαιξε τον ρόλο του. Από ένα σημείο και έπειτα υπήρξε ευκολότερη επικοινωνία με όλες τις καλές δυνάμεις του ελληνικού θεάτρου».

  • Χρειάστηκε να βάλετε νερό στο κρασί σας;

«Δεν έχω βάλει νερό στο κρασί μου ούτε πρόκειται. Δεν έχω λόγο. Δεν υπήρχε ποτέ αποκλεισμός. Συγκυρίες υπάρχουν. Πολλά θες και δεν μπορείς και άλλα μπορείς και δεν τα θες».

  • Μέσα στην οικονομική συγκυρία που περιγράψατε κάνετε όμως προσλήψεις. Θέλετε δικούς σας ανθρώπους μέσα στον μηχανισμό;

«Μεγαλεπήβολο ακούγεται. Δεν έχω τέτοια μεγαλεπήβολα σχέδια για το Εθνικό εγώ. Ισα-ίσα που προσπάθησα να αξιοποιήσω τους ανθρώπους που ήταν και είναι μέσα στο Εθνικό. Οι πρόσθετες προσλήψεις που έγιναν αφορούν την αναδιοργάνωση του γραφείου σκηνής, το οποίο είχε απαξιωθεί και αποδυναμωθεί και είναι ένας πολύ νευραλγικός τομέας- είναι η καρδιά μιας παράστασης. Επίσης αφορά τη στελέχωση του γραφείου παραγωγής- ένας σύγχρονος τρόπος παρακολούθησης μιας παράστασης από τη σύλληψή της ως την παράδοσή της στο κοινό».

  • Συνολικά για πόσες προσλήψεις μιλάμε;

«Γύρω στα 15 άτομα- και ίσως λέω πολλά. Επιπροσθέτως υπάρχουν άλλα δέκα άτομα που έχουν σχέση με το Κτίριο Τσίλλερ και θα προσληφθούν άλλα δέκα- είναι μεγάλες και ειδικές οι ανάγκες του Τσίλλερ. Είμαστε μια ιδιωτική επιχείρηση- δεν μπορεί να φύγει κανείς, μόνο προστίθενται και μάλιστα με το σταγονόμετρο. Το Εθνικό απέκτησε και δραματολόγο παράστασης πια».

  • Σας αντιπροσωπεύει σήμερα το Εθνικό, έτσι όπως συνέβαινε παλαιότερα με το Αμόρε;

«Καλλιτεχνικά νομίζω ναι».

  • Θα ξαναγυρνούσατε σε ένα μικρό θέατρο;

«Αυτό τώρα δεν μπορώ να το σκεφθώ καν».

  • Αν τα οικονομικά λυθούν, θα θέλατε να παραμείνετε στη διεύθυνση του Εθνικού;

«Είναι αρκετές προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύσουν ταυτόχρονα για να μου δημιουργηθεί η αίσθηση ότι υπάρχει ανάγκη να συνεχίσω εγώ και όχι κάποιος άλλος».

  • Ανάγκη για το οικοδόμημα ή δική σας ανάγκη;

«Και τα δύο». «Ο εφιάλτης της ευτυχίας»

  • Με το έργο της Αυστρο-μεξικάνας Ζυστίν ντελ Κόρτε ο Γιάννης Χουβαρδάς υπογράφει, ως σκηνοθέτης,τη δεύτερη, μετά τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», δουλειά του στο Εθνικό. Πρόκειται για ένα τολμηρό σχόλιο στις ανθρώπινες σχέσεις και τις όψεις της σύγχρονης καθημερινότητας, σε μια σπονδυλωτή παράσταση που διαθέτει χορό και τραγούδι. Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Στεφανία Γουλιώτη, Κόρα Καρβούνη, Ελένη Κοκκίδου, Ολγα Δαμάνη, Λουκία Μιχαλοπούλου, Εφη Παπαθεοδώρου, Ευθύμης Παπαδημητρίου, Προμηθέας Αλειφερόπουλος κ.ά.
  • Οπως λέει ο ίδιος: «Ο τίτλος είναι περισσότερο ειρωνικός,δεν θέλει να μας τρομάξει- ανάλογα βέβαια με το χιούμορ που διαθέτει κανείς. Διότι την ευτυχία πρέπει να τη βλέπει κανείς και με μια ελαφρότητα- αν τη δεις πολύ βαριά, καταλήγει εφιάλτης: ότι πρέπει να είσαι ευτυχισμένος. Πρόκειται για καταθέσεις και εξομολογήσεις, κυρίως γυναικών. Αφηγούνται στιγμές της ζωής τους που έχουν έμμεση ή άμεση σχέση με την ευτυχία. Παιδική ηλικία,οικογένεια,ερωτικά,σεξουαλικά, κοινωνικά, θάνατος, ό,τι αφορά τη ζωή μας, τελικά ό,τι δημιουργεί την εικόνα μιας σύγχρονης πραγματικότητας. Μας ταξιδεύει στα θέματα που μας απασχολούν και ως ψυχανάλυση. Στον ρόλο του ψυχαναλυτή είναι το κοινό.
  • Το επέλεξα γιατί εμπεριέχει κρύφια πράγματα,τολμηρές ψυχολογικά εξομολογήσεις,φέτες ζωής και γιατί ως φόρμα δεν την έχω συνηθίσει και με ενδιέφερε να δω πώς θα την κάνω θέατρο. Είναι μια ευτυχισμένη στιγμή από πλευράς συνένωσης καλλιτεχνικών δυνάμεων, γενεών. Ενας θαυμάσιος θίασος. Επίσης ήταν πολύ δημιουργικό να μπλεχθούν όλοι αυτοί οι διαφορετικοί ηθοποιοί για να υπηρετήσουν ένα έργο που και οι ίδιοι στην αρχή δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς είναι».
Πρεμιέρα την Τετάρτη στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ, στις 21.00.
  • ΤΗΣ ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, TA NEA: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Χουβαρδάς, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού, στο δεύτερο έτος της θητείας του μιλάει για το παρόν και το μέλλον του Θεάτρου, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και το όραμά του.
Βγήκε πολύ νέος ως σκηνοθέτης και τάραξε τα νερά ρίχνοντας μια σύγχρονη ματιά σε κείμενα κλασικά, ματιά που, όταν άγγιξε το αρχαίο δράμα, ξεσήκωσε αντιδράσεις. Ίδρυσε το «Θέατρο του Νότου» και κόμισε μια νέα αντίληψη στα ελληνικά θεατρικά πράγματα προτείνοντας στο «Αμόρε» ένα μοντέλο επιχορηγούμενου θεάτρου που έγραψε ιστορία. Έγινε σχεδόν ομόφωνα δεκτός ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου το 2007.
Σήμερα ο Γιάννης Χουβαρδάς, «στο μέσον του δρόμου»- η δεύτερη χρονιά του-, παλεύει ακόμα για την ολοκλήρωση της αποκατάστασης του Κτιρίου Τσίλερ- η Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» εγκαινιάστηκε αλλά η παράδοση της Κεντρικής εκκρεμεί-, παλεύει για μία σύγχρονη όψη και για σύγχρονους τρόπους λειτουργίας στο Εθνικό- ήδη υπάρχει καινούργια ιστοσελίδα, καινούργιο λογότυπο, καινούργια μορφή στα προγράμματα, νέοι τρόποι διάθεσης των εισιτηρίων, ολοκληρώνεται η ψηφιοποίηση του αρχείου-, παλεύει για να κουμαντάρει τον δυσκίνητο γραφειοκρατικό οργανισμό- η από πολλά χρόνια αιτούμενη συλλογική σύμβαση που υπέγραψε με το προσωπικό είναι το μεγάλο ατού στις σχέσεις του με τους εργαζόμενους του Θεάτρου-, παλεύει με το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Εθνικό, παλεύει για την καλλιτεχνική φυσιογνωμία του- εκεί ακούστηκαν και οι πρώτες, αρκετές διαφωνίες. Αλλά δεν το βάζει κάτω. Απόλυτα ορθολογιστής, ψύχραιμος, ξέρει πάντα, ανά πάσα στιγμή, πού βρίσκεται και τι πράττει.

«Είχα πει από την αρχή, έτσι κι αλλιώς, πως τον τρίτο χρόνο ουσιαστικά διαμορφώνεται η ταυτότητα μιας νέας καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Πόσω μάλλον όταν φέτος τα πράγματα είναι τόσο ρευστά όχι μόνο λόγω των καθυστερήσεων όσο και λόγω μιας θεατρικής περιόδου που έχει δεχτεί από τις ταραχές ένα καίριο πλήγμα. Παρ΄ όλα αυτά, αισθάνομαι πως η δεύτερη σεζόν έχει ήδη δώσει κάποιους καρπούς και πως καλλιτεχνικά είμαστε σε πολύ πιο σωστό δρόμο από πέρσι.

Όχι, δεν είμαι της φιλοσοφίας «δώστε μου ένα χρόνο ακόμα, και δώστε μου ένα χρόνο ακόμα»… Είμαι της φιλοσοφίας ότι απλώς χρειάζομαι ένα χρονικό διάστημα που να είναι τόσο όσο να αρχίσει να φαίνεται η δουλειά. Ό,τι γίνεται στο Εθνικό Θέατρο, μέχρι να προκύψει κάτι σοβαρό και συγκροτημένο, είναι ένα work in progress, μία δουλειά εν εξελίξει».

Πώς αντιμετωπίζετε το οικονομικό θέμα;

Δεν μπορώ να κρύψω πως δεν είμαι ευχαριστημένος. Η επιχορήγηση για το 2009 ήταν 8 εκατ. ευρώ, για φέτος είναι 8,3 εκατ. Η αύξηση δεν καλύπτει ούτε τη μισθολογική αύξηση που πρέπει να δοθεί στο προσωπικό και τους ηθοποιούς. Αν συνυπολογίσει κανείς πως το Εθνικό έχει να διαχειριστεί ένα τεράστιο καινούργιο κτίριο συν τη στέρηση εσόδων που θα παρουσιαστεί με μαθηματική ακρίβεια λόγω των ταραχών, ο προϋπολογισμός θα βρεθεί σίγουρα στο κόκκινο. Οπότε δύο δρόμοι ανοίγονται: Ή να οραματιστούμε ένα Εθνικό Θέατρο με σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα ή να συνεχίσουμε με το όραμα ενός Εθνικού Θεάτρου σύγχρονου, δυναμικού και ευέλικτου. Για τον δεύτερο αυτό δρόμο το Εθνικό χρειάζεται μία επιπλέον ενίσχυση. Αν πάμε στον πρώτο δρόμο, δεν είμαι σίγουρος πως είμαι ο κατάλληλος διευθυντής…
Δώσατε στο Εθνικό Θέατρο μία μοντέρνα κατεύθυνση. Δεν λείπουν οι αντιρρήσεις. Από κοινό και ειδήμονες. Για την επόμενη σεζόν καλέσατε τον Σταμάτη Φασουλή να κάνει το «Τρίτο στεφάνι». Αυτό σημαίνει μετατόπιση σε πιο συντηρητικές λύσεις;

Καθόλου. Η παράσταση απλώς θα απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό το οποίο επιδιώκουμε να έχουμε στη «Σκηνή Κοτοπούλη» του «Rex». Με τον Σταμάτη ξέρεις πολύ περισσότερο από άλλους τι μπορείς να περιμένεις. Και με τι κέφι, αγάπη και φινέτσα θα προσεγγίσει ένα νεοελληνικό αριστούργημα. Από ΄κεί και πέρα το αποτέλεσμα κρίνεται. Ήμασταν σε επαφή εδώ και αρκετό καιρό – δεν πρόκειται για καμία μετατόπιση.

Φήμες έχουν κυκλοφορήσει για αντικατάστασή σας με αφορμή την καθυστέρηση της ολοκλήρωσης των εργασιών στο θέατρο. Πώς το σχολιάζετε;

Το αφήνω ασχολίαστο. Δεν με αγγίζει και δεν με αφορά. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, περαστικός είμαι από ΄δώ μέσα. Σε σχέση με την αφορμή που αναφέρετε νομίζω πως μόνο κακόβουλος μπορεί να είναι όποιος υποκρίνεται πως δεν ξέρει ότι η μόνη που δεν έχει ευθύνη για την καθυστέρηση είναι η καλλιτεχνική διεύθυνση. Διότι καμία συμμετοχή δεν έχει στο ζήτημα. Το αντίθετο. Αν δεν υπήρχε η δική μας συνεχής και επιθετική προσπάθεια να πιέσουμε προς όλες τις κατευθύνσεις, μπορεί να είχαμε και ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις.

«Πρέπει να αφήσουμε το κοινό να αντιδρά ελεύθερα, να μην το επηρεάζουν διάφοροι καλοθελητές»

«Άλλο ιστορία, άλλο θέατρο»

Ρωτώ τον Γιάννη Χουβαρδά τη γνώμη του για τις καλοκαιρινές αντιδράσεις στις πιο μοντέρνες προσεγγίσεις στο αρχαίο δράμα στην Επίδαυρο.

«Η Επίδαυρος θεωρώ- πρώτο και βασικό – ότι είναι ένα καταπληκτικό θέατρο. Και όχι μόνο ένα μνημείο. Και με τίποτα ένα μουσείο. Είναι ένα θέατρο με δικούς του κανόνες και με ιδιαιτερότητες. Από ΄κεί θα πρέπει να ξεκινάει κι εκεί να τελειώνει η συζήτηση. Ούτε από την παράδοση ούτε από τον σεβασμό για τον συγγραφέα- που είναι κάτι πολύ σχετικό, διότι έχω δει παραστάσεις οι οποίες δηλώνουν σεβασμό στον συγγραφέα αλλά στην πραγματικότητα αυτές είναι που ασεβούν και ασελγούν πάνω του.

Είμαστε σε μία εποχή που δεν έχει κανένα νόημα η αναπαραγωγή παλαιών προτύπων που έγραψαν ιστορία. Άλλο ιστορία, άλλο θέατρο. Δεν μπορείς με το ζόρι να υποχρεώσεις τον δημιουργό να σεβαστεί την παράδοση όπως εσύ πιστεύεις πως πρέπει να τη σεβαστεί. Ούτε να τη μεταφυτεύσει στη δική του παράσταση.

Από ΄κεί και πέρα το κοινό αντιδρά. Θετικά, αρνητικά, λιγότερο ή περισσότερο ακραία. Αλλά πρέπει να το αφήσουμε να μιλάει ελεύθερα. Να μην το επηρεάζουν διάφοροι καλοθελητές ή μπροστάρηδες στον Τύπο. Κανένας δημιουργός δεν πιστεύω πως έχει προσέλθει στην Επίδαυρο αβασάνιστα. Είτε λέγεται Βασίλιεφ είτε λέγεται Ευαγγελάτος είτε λέγεται Λιγνάδης.

Οι παραστάσεις θέλουν τον χρόνο τους: να κατασταλάξουν μέσα μας ως σταθμοί σε μία πορεία. Από τη ζύμωση κάτι θετικό θα προκύψει. Ακόμα και αν μετατρέπουν την Επίδαυρο σε αρένα. Ούτε το θέατρο θα πάθει τίποτα, ούτε οι αρχαίοι κλασικοί. Και τα έργα θα παραμείνουν αλώβητα. Και η επόμενη παράσταση θα έρθει να αναδείξει μία άλλη πτυχή».

Παρεμβάσεις με «στόχο»

Ήταν παρών στη διακοπή από παρέμβαση διαμαρτυρίας της επίσημης του «Ρομπέρτο Τσούκο» ο Γιάννης Χουβαρδάς.

Ποια είναι η γνώμη σας γι΄ αυτό που συνέβη, όπως και για την απόφαση των ηθοποιών να μη συνεχίσουν;

Με τις διαμαρτυρίες αυτές, επειδή εκτός από θυμό είχαν σκέψη και στόχο, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει και με την απόφαση των ηθοποιών, αν και η προσωπική μου άποψη ήταν ότι έπρεπε να συνεχίσουν την παράσταση γιατί ο πολιτικός στίβος τους είναι η σκηνή- ιδίως με ένα ιδιαίτερα πολιτικό έργο όπως ο «Τσούκο». Από ΄κεί και πέρα, αν αυτές οι παρεμβάσεις συνεχίζονταν, θα δημιουργούσαν έναν αδικαιολόγητο εκνευρισμό στον κόσμο, θα έχαναν τον αυθόρμητο, αιχμηρό χαρακτήρα τους και θα έπαιρναν διαστάσεις αντιπαραστάσεων- κάτι που πιστεύω ότι δεν ήταν στις προθέσεις των παιδιών.