Archive for the ‘Παπαβασιλείου Βασίλης’ Category

  • Ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου με αφορμή την τελευταία ταινία των Ταβιάνι μιλάει για τη δημιουργικότητα, που δεν έχει ηλικία
  • Της Μαριας Κατσουνακη, Η Καθημερινή, 21/10/2012

Τυπικά, η αφορμή για τη συνάντηση με τον σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου ήταν η ταινία των Ταβιάνι «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει», που προβάλλεται για τέταρτη εβδομάδα. Οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, 83 και 81 ετών, παρακολουθούν την προετοιμασία και την πρεμιέρα μιας παράστασης με το έργο του Σαίξπηρ, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Ρεμπίμπια, στα περίχωρα της Ρώμης. Πρωταγωνιστές ισοβίτες, οι περισσότεροι, κρατούμενοι, πρόσωπα κατοικημένα από ζωές σκληρές και ματαιωμένες. Η παρουσία τους πυκνώνει το έργο σε σκέψεις, προεκτάσεις, αισθήματα. Μια ταινία 76 λεπτών, κινηματογραφημένη με ρεαλισμό, βαθύ, επεξεργασμένο βλέμμα, αισθητικά, πολιτικά, κοινωνικά. (περισσότερα…)

Μυρτώ Λοβέρδου

  • Στην πρώτη τους συνάντηση μετά το 1988

ΤΟ ΒΗΜΑ:  29/04/2012

«Θέλαμε να βαφτίσουμε την ομάδα με ένα όνομα σκέτο, πρωτοποριακό, λιτό, γυμνό, με ένα τίποτα» λένε σήμερα με μια φωνή ο Λευτέρης Βογιατζής (αριστερά) και ο Βασίλης Παπαβασιλείου αναφερόμενοι στη Σκηνή τους

«Με το που μπήκε το 2012 σκέφθηκα αμέσως ότι εφέτος είναι τα 30 χρόνια της Σκηνής».Την ιδέα του Βασίλη Παπαβασιλείου μοιράστηκε «Το Βήμα» με τον Λευτέρη Βογιατζή.Ετσι, ένα απόγευμα Κυριακής, συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια, στο σπίτι της Ειρήνης Λεβίδη. Με την άνεση και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει σχέσεις ζωής οι δυο τους ξεδίπλωσαν το παρελθόν τους σε μια «ιστορική» συνάντηση. Γιατί από τότε που ιδρύθηκε η Σκηνή – το τελευταίο ίσως θεατρικό σχήμα που καθόρισε το σύγχρονο ελληνικό θεατρικό γίγνεσθαι -, τον Μάρτιο του 1982, δεν έχουν μιλήσει ποτέ γι’ αυτά. (περισσότερα…)

O Βασίλης Παπαβασιλείου σε μια φωτογραφία της Εύης Φυλακτού

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου ξετυλίγει επί σκηνής την ιστορία του τυχοδιωκτισμού από το 1835 μέχρι το 2021, χρησιμοποιώντας ως οδηγό το έργο του Μιλτιάδη Χουρμούζη «Ο τυχοδιώκτης». Το θεατρικό αυτό ταξίδι από το παρελθόν στο μέλλον, έχει αιχμηρές αναφορές στο παρόν. Η παράσταση «Ο Τυχοδιώκτης…βασισμένος στον Χουρμούζη» θα παρουσιαστεί στις 11, 12, 13, 14 και 15 Ιουλίου, στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Ο Βασίλης Παπαβασιλείου εξηγεί στο naftemporiki.gr γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρει μια κωμωδία που γράφτηκε το 1835.

  • Ποια είναι η ιδιαιτερότητα του έργου «Ο τυχοδιώκτης» του Χουρμούζη;

Πρόκειται για ένα ιστορικό κείμενο και η σημασία του είναι κυρίως πολιτική και δευτερευόντως θεατρική. Δεν γράφτηκε για να παιχτεί αλλά για να εκφράσει τον θυμό ενός βαθύτατα πληγωμένου αγωνιστή που είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του ’21. Ο Μιλτιάδης Χουρμούζης βρέθηκε αντιμέτωπος με τις εξελίξεις που πήραν τη μορφή της Βαυαροκρατίας γύρω στο 1830 και έζησε τα δεινά που- κατά τη γνώμη του- επισώρευσε στην ελληνική κοινωνία αυτό το καθεστώς. Εξέφρασε την αγανάκτησή του με τα έργα του «Ο τυχοδιώκτης», «ο Υπάλληλος», « Ο Λεπρέντης» και ως συγγραφέας αποτελεί σημείο αναφοράς για την ιστορία της πρώτης περιόδου του νεοελληνικού κράτους. Ο ίδιος αναμείχθηκε με την πολιτική, διατέλεσε βουλευτής Λαμίας και αργότερα εγκατέλειψε την Ελλάδα για να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του, την Κωνσταντινούπολη.

  • Ποιο ήταν το κριτήριό σας για την επιλογή του συγκεκριμένου έργου;

Ένα είναι το κριτήριο: το ενδιαφέρον που έχει κανείς για τα κείμενα και για τη σημασία τους στην σημερινή πραγματικότητα. Ωστόσο πιστεύω ότι τα έργα που νομίζουμε ότι τα διαλέγουμε, στην πραγματικότητα μας διαλέγουν αυτά. Είκοσι μέρες πριν ξεκινήσουμε τις πρόβες για την παράσταση μάθαμε από τα πλέον υπεύθυνα χείλη ότι η χώρα μας έχασε την εθνική της κυριαρχία. Σκεφτήκαμε μήπως δεν ήταν σωστό να συνεχίσουμε. Τι νόημα έχει ο Χουρμούζης μετά από τόσα χρόνια, ο οποίος μιλούσε για την πρώτη Βαυαροκρατία, όταν ξαφνικά έρχεται μια δεύτερη; Μας απασχολούσε όμως το τι θα γίνει με αυτόν τον ιδιαίτερο συγγραφέα. Θα έχει και η δική του φωνή την τύχη των μετέωρων φωνών, όπως του Παπαδιαμάντη ή του Σολωμού; Μην ξεχνάμε ότι ο Παπαδιαμάντης είχε πει το περίφημο «η Ελλάς απέκτησε την ανεξαρτησία της ίνα αποδείξει ότι είναι ανίκανος να αυτοκυβερνηθεί». Ο Σολωμός με τη σειρά του υποστήριζε ότι είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης του ’21 η διαφθορά ήταν τόσο βαθιά ώστε στην ουσία είχε ανατρέψει και ακυρώσει το νόημα του ξεσηκωμού των Ελλήνων.

  • Με ποιο τρόπο η συγκυρία του Δ.Ν.Τ. επηρέασε την οπτική σας για το κείμενο του Χουρμούζη;

Είπαμε ότι από τη στιγμή που είμαστε κυριαρχούμενοι, όπως όλοι οι Έλληνες , κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν μπορείς όμως να αντέξεις να μπεις στο παιχνίδι του θεάτρου από τη θέση του κυριαρχούμενου, γι’ αυτό κάναμε μια δραματουργική επιλογή: τοποθετήσαμε την παράσταση το 2021, όταν δηλαδή θα συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση. Άλλωστε θέλει κανείς να ζει στο παρόν στην σημερινή Ελλάδα; Νομίζω ότι ανταποκρινόμαστε σε ένα λανθάνον αίτημα όλων των Ελλήνων για μια φυγή προς το μέλλον. Στην παράσταση δεν συμπληρώνονται απλώς 200 χρόνια από την επανάσταση του ’21 αλλά και δέκα χρόνια από την ολοκλήρωση του εγχειρήματος της οικονομικής επιδιόρθωσης της Ελλάδος που ξεκίνησε πρόσφατα με την παρουσία της περίφημης «τρόικας». Θα έλεγα μάλιστα ότι οι υπεύθυνοι του Δ.Ν.Τ είναι το ανάλογο μιας παλαιότερης τρόικας, δηλ. της αντιβασιλείας του Όθωνα πριν 180 χρόνια.

  • Ποια θα είναι η δραστηριότητα των «κυρίαρχων» όπως τους αποκαλείτε, στη σκηνή του θεάτρου;

Υποτίθεται ότι θα έχει ολοκληρωθεί η αποστολή τους και ότι θα κάνουν μια τιμητική τελετή-αναδρομή στους γενάρχες τους. Ο τυχοδιώκτης είναι ο πρόδρομος της σημερινής τρόικας και το επάγγελμά του είναι σωτήρας της Ελλάδος. Η νεότερη Ελλάδα, όπως γνωρίζετε, ανακυκλώνει σταθερά την ανάγκη της για σωτηρία. Μέσα σε αυτή τη θεατρική συνθήκη δημιουργούνται οι προϋποθέσεις και για άλλους ρόλους εκτός του κειμένου του Χουρμούζη. Έναν τέτοιο ρόλο υποδύομαι κι εγώ. Είναι το ανάποδο από αυτό που έκανε ο Αισχύλος με τους Πέρσες. Εκείνος έκανε την αναπαράσταση από την πλευρά των ηττημένων, ενώ εγώ από την πλευρά των κυρίαρχων-φυσικά δεν τίθεται θέμα σύγκρισης μεταξύ εμού και του Αισχύλου, κάτι τέτοιο θα ήταν βλασφημία. Ως κυριαρχούμενος παραλύεις, λες πού κουράγιο να κάνω θέατρο. Κάνεις λοιπόν ένα άλμα που σου το επιτρέπει η ίδια σου η δουλειά και όλα αλλάζουν.

  • Είστε σκηνοθέτης και ηθοποιός, ωστόσο τώρα γνωρίζουμε μια νέα ιδιότητά σας, αυτή του συγγραφέα. Ποια είναι η συμβολή σας στο κείμενο της παράστασης;

Το κείμενο της παράστασης θα είναι Χουρμούζης και ολίγον η αφεντιά μου. Ο Πέτρος Μάρκαρης ήταν βασικός συνεργάτης όσον αφορά στη δραματουργική προσέγγιση του κειμένου και από αυτή την άποψη, η συμβολή του υπήρξε καθοριστική. Ουσιαστικά δημιουργούμε μια θεατρική συνθήκη, ένα φίλτρο μέσα από το οποίο διαθλάται το κείμενο του Χουρμούζη. Εκεί ακριβώς έγκειται και η δική μου συμβολή και ευθύνη.

  • Ο Χουρμούζης φαίνεται να έχει την τιμητική του, καθώς κι άλλο ένα έργο του «Ο υπάλληλος» έχει παρουσιαστεί στο θέατρο πρόσφατα.

Τον «Υπάλληλο» τον έγραψε ένα χρόνο μετά τον «Τυχοδιώκτη» για λόγους δικαιοσύνης. Βλέπετε, η σάτιρα είναι μεροληπτική. Γενικότερα, η εκφραστικότητα του ανθρώπου παίρνει μπρος μέσα από μια δημιουργική μεροληψία. Όταν θέλουμε να είμαστε κάπως αντικειμενικοί δεν κάνουμε παραστάσεις αλλά γράφουμε δοκίμια ή δίνουμε διαλέξεις. Ο Χουρμούζης έγραψε τον «Υπάλληλο» για να αντισταθμίσει την κριτική που άσκησε στους ξένους. Είπε, αφού τα ψάλαμε στους ξένους ας μιλήσουμε τώρα και για τα δικά μας κατορθώματα. Προσπαθούσε μες στον θυμό του να είναι αντικειμενικός και αυτό είναι πολύ συγκινητικό.

  • Υπάρχουν κοινά σημεία της σύγχρονης Αθήνας με την Αθήνα του 1835;

Τα κοινά σημεία που λέτε έχουν να κάνουν ουσιαστικά με την αποτυχία των Βαυαρών στην Ελλάδα. Ο ελληνικός Φαρισαϊσμός όπως ξέρετε έχει μια ιστορία βαθιά. Όλοι όσοι έχουν δει στα χαρτιά τα εκπληκτικά σχέδια των Βαυαρών για τις λεωφόρους της Αθήνας μπορεί να σκεφτούν ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να είχαν πετύχει. Η σημερινή Αθήνα, με την Αθήνα του 1835 έχει ενδιαφέρουσες αντιστοιχίες: τότε η Αθήνα ήταν ένα τουρκοχώρι που του επιβλήθηκε ο ρόλος της πρωτεύουσας. Τώρα είναι ένα αποικιστικό μόρφωμα στο οποίο αποτυπώθηκε η ανάγκη των Ελλήνων μετά τον εμφύλιο να μαζευτούν όλοι εδώ και να βάλουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους, εις βάρος του δημόσιου χώρου και της αναπνοής. Η δική μας Αθήνα βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της Αθήνας του Περικλή. Ο Περικλής, δια στόματος Θουκυδίδη, υποστήριζε ότι η Αθήνα ήταν ζηλευτή από όλους γιατί οι Αθηναίοι δέχτηκαν να είναι λιγότερο ισχυροί ο καθένας ξεχωριστά προκειμένου να είναι πιο ισχυρή η πόλη, το σύνολο. Εμείς έχουμε το φαντασιακό ότι ο καθένας μας θα καταφέρει ατομικά να αντέξει τις συνθήκες ζωής που οι ίδιοι φτιάξαμε συνενοχικά.

  • Ποιες είναι οι σκέψεις σας για την κρίση που μονοπωλεί το ενδιαφέρον όλων μας;

Η κρίση ίσως αποτελεί έκπληξη και οδυνηρή υπόθεση για όσους πίστεψαν τον κυρίαρχο τυχοδιωκτισμό που δεν συνδέεται μόνο με την με την Ελλάδα αλλά με τη δομή της παγκόσμιας οικονομίας. Η θεσμοθέτηση της αλητείας του κεφαλαίου που λέγεται παγκοσμιοποίηση έστειλε την οικονομία στους αιθέρες, να κινείται με όρους ηλεκτρονικού χρόνου. Με την κίνηση ενός πλήκτρου στο Τόκιο τινάζεται στον αέρα μια εθνική οικονομία της Βολιβίας ή της Ελλάδας. Αυτή δεν είναι η πεμπτουσία του τυχοδιωκτισμού; Όλοι μας όμως εμπλεκόμαστε σε αυτό το παιχνίδι. Μήπως η πιστωτική κάρτα ή το στεγαστικό δάνειο δεν αποτελούν τον εκδημοκρατισμό του τυχοδιωκτισμού; Η κρίση αφορά κυρίως αυτούς που πίστεψαν το τυχοδιωκτικό παιχνίδι χωρίς να έχουν τα φόντα των ισχυρών του παιχνιδιού. Το πρόβλημα είναι συνολικό και βλέπουμε τώρα κάποιες κινήσεις από τους Μέρκελ-Σαρκοζί κατά των τυχοδιωκτικών κινήσεων, των ασφαλίστρων κινδύνου κ.τ.λ. Μέσα σε αυτή τη γενικότερη διευθέτηση ίσως κάποιο μέλλον υπάρχει και για την Ελλάδα.

  • Πληροφορίες: «Ο τυχοδιώκτης… βασισμένος στον Χουρμούζη», 11, 12, 13, 14, 14 Ιουλίου, Πειραιώς 260, ώρα έναρξης: 21:00. Παίζουν οι Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιώργος Γιαννακάκος, Θανάσης Δήμου, Ηλίας Ζερβός, Δημήτρης Παπανικολάου, Χρόνης Παυλίδης, Βασίλης Χαλακατεβάκης. Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου, δραματουργική συνεργασία: Πέτρος Μάρκαρης, μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός, φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ, χορογραφία: Δημήτρης Σωτηρίου, καλλιτεχνικός συνεργάτης Σωτήρης Χαβιάρας, βοηθός σκηνοθέτη: Νικολέτα Φιλόσογλου. Τιμές εισιτηρίων: 25 ευρώ, 20 ευρώ (μειωμένο), 15 ευρώ (φοιτητικό).

  • ΜΑΝΙΑ ΣΤΑΪΚΟΥ
  • NAFTEMPORIKI.GR Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010
  • ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σιωπηρά διορθώσαμε το όνομα του Χουρμούζη. Δεν είναι «Μιχαήλ» αλλά «Μιλτιάδης». Υπάρχει σχετική μελέτη με τίτλο «Ο Μιλτιάδης Χουρμούζης στην πόλη της Λαμίας», που την έχει επιμεληθεί ο φιλόλογος – ιστορικός Δημήτρης Θ. Νάτσιος ο οποίος προσεκτικά «ανιχνεύει» – με χρονολόγιο και αναλυτικά – την εικοσάχρονη παρουσία του συγγραφέα στη Λαμία. Ο τόμος συμπληρώνεται με κείμενα του Πάνου Σκουρολιάκου, του Κώστα Γεωργουσόπουλου, αναδημοσιεύσεις κειμένων του Τάσου Λιγνάδη και του Δημήτρη Σπάθη, ντοκουμέντα, βιβλιογραφία, παραστασιογραφία της Εύας Γεωργουσοπούλου, καθώς και ολόκληρο το κείμενο του «Λεπρέντη» από την έκδοση του 1835.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Ιουνίου 2010
  • Σε εποχές τρόικας και ΔΝΤ έλαχε στον Βασίλη Παπαβασιλείου να σκηνοθετεί για το Φεστιβάλ Αθηνών τον «Τυχοδιώκτη» του Χουρμούζη. Μεταφέρει, λοιπόν, στο 2020 το βαυαρικό παράσιτο που ήθελε να μας σώσει πριν από περίπου δύο αιώνες. Αν και πιστεύει πως κακώς φορτώνουμε στους ξένους τα οικεία κακά

«Τυχοδιώκτης είναι και ο λαός, αφού μπαίνει στο παιχνίδι των  δανείων και των πιστωτικών», λέει ο Β. Παπαβασιλείου

«Τυχοδιώκτης είναι και ο λαός, αφού μπαίνει στο παιχνίδι των δανείων και των πιστωτικών», λέει ο Β. Παπαβασιλείου

Καύσωνας. Και ο Βασίλης Παπαβασιλείου κλεισμένος στο δροσερό χαρτοβασίλειό του, το «πνιγμένο» από βουνά βιβλίων διαμέρισμά του στο Παγκράτι, έχει την όρεξη να μιλήσει για «το τέλος της Μεταπολίτευσης που ζούμε», το 35χρονο κοινωνικό ελληνικό «συμβόλαιο» του ιδιωτικού πλούτου και της «δημόσιας πενίας» που καταβαράθρωσε κάθε έννοια κοινωνικού κράτους, αλλά και τον Χουρμούζη, τον «αγωνιστή που κατέληξε από απόγνωση και θυμό κωμωδοποιός». Με «όχημα» άλλωστε τη θεατρική του σάτιρα «Ο Τυχοδιώκτης» (1835), που σκηνοθετεί για το Φεστιβάλ Αθηνών «εκτοξεύοντάς» την στο 2020, τότε που η τρόικα εικάζεται πως θα μας έχει αφήσει πια στην ησυχία μας, ο κατ’ εξοχήν διανοούμενος Ελληνας θεατράνθρωπος τη σημερινή δύσκολη συγκυρία σχολιάζει. Το αποτέλεσμα του φιλόδοξου εγχειρήματος θα το δούμε, με επικεφαλής του ανδρικού θιάσου τον ίδιο, στην «Πειραιώς 260» από τις 11 έως τις 15 Ιουλίου.

«Είμαι αισιόδοξος -όπως έλεγε ο Γκράμσι- ως βούληση και απαισιόδοξος ως σκέψη», συνοψίζει στο πέρας της κουβέντας μας. «Ζούμε σε μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα εποχή, που μας παρέχει πολύ υλικό για σκέψη. Και θα ήθελα να πω ότι το «ελληνικό» είναι ισχυρότερο από το ελληνικό κράτος και από τη γεωγραφική επικράτεια που λέγεται Ελλάδα. Αν εντοπίσουμε έναν ορισμό του «ελληνικού», σύμφωνα με τον οποίο το «είμαι Ελλην» είναι συνώνυμο του «τίποτα το μη ελληνικό δεν μου είναι ξένο», τότε μπορεί να υπάρξει ένα άλλο μέλλον γι’ αυτόν τον τόπο και κυρίως για τους ανθρώπους του. Γιατί Ελληνες υπήρξαν πολύ πριν από το ελληνικό κράτος. Σε μεγάλο βαθμό, παρά το κράτος. Και θα υπάρχουν σίγουρα και μετά το ελληνικό κράτος».

  • Μετά την τρόικα ο Ελληνας θα έχει πάρει το μάθημά του, κύριε Παπαβασιλείου; Θα έχει αλλάξει; Υπάρχει ελπίδα;

«Μπαίνετε σε χωράφια τα οποία έχουν να κάνουν με τη δουλειά που κάνουμε στον Χουρμούζη. Δεν μπορώ να κάνω τον προφήτη. Αλλά από τη δουλειά μου έχω ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Μπορώ να παίξω τον προφήτη. Πάνω σε αυτό το ερώτημα στηρίχθηκε η παράσταση που στήνω με τον «Τυχοδιώκτη». Είκοσι μέρες πριν από την έναρξη των προβών μαθαίνουμε από τα πιο υπεύθυνα χείλη ότι η Ελλάδα έχασε την εθνική της κυριαρχία. Εκείνη την ώρα σκέφτεται κάποιος: «Πρέπει να καταθέσω την εντολή και να μην ανεβάσω το έργο»».

  • Γιατί δεν θα έπρεπε να το ανεβάσετε;

«Ο Χουρμούζης έχασε. Στον «Τυχοδιώκτη» του, ±σατιρικό πορτρέτο ενός βαυαρικού παράσιτου, που έρχεται στην Ελλάδα το 1830, εκτονώνει τον θυμό του για την πρώτη Βαυαροκρατία και τα δεινά που επισώρευσε στον τόπο. Το θέατρο μας φέρνει στο εδώ και τώρα. Στη σημερινή συγκυρία ζούμε επίσης ένα είδος ήττας. Την ήττα μιας ιδεολογίας, που δαιμονοποίησε τον ξένο ως αιτία του ελληνικού κακού. Ο ξένος έγινε ένας εύκολος στόχος για όλα τα δεινά που προξενήσαμε εμείς οι ίδιοι σε αυτόν τον τόπο. Ετσι, ενώ η Μεταπολίτευση ήταν το πιο καθαρό δημοκρατικό πείραμα που έγινε σε αυτόν τον τόπο τους δύο τελευταίους αιώνες, σήμερα εμφανιζόμαστε να έχουμε χάσει από τον ίδιο τον εαυτό μας. Να έχουμε στερηθεί τα άλλοθι. Δεν έχεις Γλίξμπουργκ πάνω από το κεφάλι σου! Δεν έχεις τυπικά τους Αμερικανούς, έστω με τη μορφή του Πιουριφόι, που πάει να δει τον Ελληνα πρωθυπουργό και βάζει τα πόδια του πάνω στο τραπέζι του. Είσαι μόνος. Και αποδεικνύεται ότι δεν είσαι ικανός. Γιατί ο μεγάλος φενακισμός πάνω στον οποίο συνενοχικά η ελληνική κοινωνία συνεβλήθη με το πολιτικό, έχει να κάνει με το ότι ιδιωτικώς θα προκόβουμε και συλλογικώς θα καταρρέουμε. Θυμίζει η χώρα, δηλαδή, αυτόν ο οποίος έχει αποκτήσει το τελευταίο μοντέλο της Μερσεντές -το οποίο μπορεί να αγοράσει- και κινείται στον δρόμο Κορίνθου- Πατρών. Γιατί τον δρόμο δεν μπορεί να τον αγοράσει. Η εικόνα μιας υπερσύγχρονης Μερσεντές στο γνωστό άθλιο κομμάτι Κορίνθου-Πατρών είναι για μένα η εικόνα της σημερινής Ελλάδας. Αυτή τη στιγμή, λοιπόν, νομίζω πως ζούμε ένα τέλος. Κάποιοι λένε το τέλος της Μεταπολίτευσης. Οντως το ζούμε. Ομως αυτό το τέλος μπορεί να είναι και λυτρωτικό. Μπορεί να μας απαλλάξει από ιδεοληψίες και εύκολα ιδεολογήματα».

  • Βάσει όλων αυτών των αναφορών στο σήμερα, πώς χειριστήκατε το κείμενο του Χουρμούζη, που αποτελεί την αφορμή για μια παράσταση, απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, αιχμής;

«Υπάρχουν κάποια προνόμια στην υπόθεση του θεάτρου. Ενα από αυτά έχει να κάνει με την περίφημη μίμηση. Είμαι κυριαρχούμενος, μπορώ όμως να υποδυθώ τον κυρίαρχο. Οπότε μεταφερόμαστε δέκα χρόνια μετά, στο 2020, δηλαδή 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και 10 χρόνια μετά την παρουσία μας εδώ. Εχουμε ολοκληρώσει το έργο μας και αποχαιρετούμε την Ελλάδα με μια τελετή, στην οποία αποτίουμε φόρο τιμής στον γενάρχη μας, στον πρώτο διδάξαντα τη σωτηρία αυτού του τόπου, τον «Τυχοδιώκτη» του Χουρμούζη. Αυτή η διπλή μετατόπιση από θέση κυριαρχούμενου σε θέση κηδεμόνα και από το 2010 στο 2020 συνδέεται με το ότι πανταχόθεν συναντάς μια άρνηση να ζει κανείς στο παρόν. Είναι σαν όλοι στην Ελλάδα να έχουμε συνομολογήσει «ή πολύ πίσω πρέπει να πάμε ή δέκα χρόνια μετά». Εκεί επάνω στηρίζεται η παράσταση, ένα θέαμα σε έξι εικόνες με αφορμή τον Χουρμούζη. Η συνθήκη αυτή επιφυλάσσει και ρόλους που δεν υπάρχουν στο έργο του. Εναν εξ αυτών, ρυθμιστικό, υποδύομαι εγώ, έχοντας και την ευθύνη της γλώσσας του τελικού κειμένου».

  • Υστερα από 10 χρόνια, όταν οι «κηδεμόνες» αποχωρούν πια, ποια κατάσταση επικρατεί στην Ελλάδα; Τι παρακολουθούμε στην παράστασή σας;

«Η παράσταση, όπως κάθε παράσταση που σέβεται τον εαυτό της, θα πρέπει να ξετυλίγει μπροστά στα μάτια των θεατών ένα παιγνιώδες αίνιγμα. Το θέατρο δεν μπορεί να πάει παραπέρα, πέρα από το να αιχμαλωτίσει τη στιγμή που οι συγκεκριμένοι παράγοντες – κηδεμόνες λένε: «Εμείς τελειώσαμε τη δουλειά μας στην Ελλάδα και φεύγουμε». Αποχωρώντας αφήνουν πίσω τους, σύμφωνα με την παράστασή μας, το προϊόν της πρώτης επένδυσης που έγινε στην Ελλάδα το διάστημα αυτής τής υπό την κηδεμονία τους 10ετίας. Το προϊόν είναι ένα όχημα, ένα τροχήλατο βιοκέλυφος το οποίο λειτουργεί κατά τη διάρκεια της παράστασης. Θεωρώ ότι θα είναι ιδεώδες για τον Ευρωπαίο συνταξιούχο του μέλλοντος, ο οποίος θα παίρνει σύνταξη στα 88 και στα 90 του. Ενας γερανός θα τον παίρνει από τη θέση που βρίσκεται ενώ εργάζεται και θα τον μεταφέρει σ’ αυτό το όχημα. Δηλαδή, οι ξένοι κυρίαρχοι μας αποχαιρετούν με την πρώτη εφεύρεση που έγινε επί των ημερών της παρουσίας τους στην Ελλάδα!».

  • Ο Τυχοδιώκτης, με σημερινούς όρους, ποιος είναι; Υπάρχει αναγωγή;

«Δεν μου φέρνει στον νου συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά την ίδια την ουσία του κόσμου. Τυχοδιώκτης είναι… ο περίφημος λαός, αφού μπαίνει στο παιχνίδι των στεγαστικών δανείων και των πιστωτικών καρτών, μπαίνει δηλαδή σε ένα παιχνίδι το οποίο έχει στον πυρήνα του μια εντελώς τυχοδιωκτική λογική. Το να δανείζομαι ή το να καταναλώνω με χρήματα που δεν έχω, είναι κάτι που με κάνει συμμέτοχο του τυχοδιωκτισμού του κόσμου. Στην παρούσα φάση του καπιταλιστικού συστήματος ζούμε την αποθέωση του τυχοδιωκτισμού. Με άλλα λόγια, διάγουμε την εποχή της νομιμοποίησης του τυχοδιωκτισμού. Τον χώρο της ουτοπίας δεν μπορώ να τον ελέγξω. Αλλά υπάρχουν αναλύσεις που μιλούν για μετάβαση του καπιταλισμού στο σοσιαλιστικότερο».

  • Η Αριστερά ωστόσο μοιάζει να παρακολουθεί κυριολεκτικά ανήμπορη τις τελευταίες εξελίξεις, επιτυγχάνοντας τουλάχιστον στην Ελλάδα το ακατόρθωτο: τη διάσπαση της… διάσπασης!

«Το σημερινό ερώτημα για την Αριστερά είναι υπαρξιακό, φιλοσοφικό και πολιτικό και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους εθνικού κράτους, δηλαδή «τι κάνει η ελληνική ή η βρετανική Αριστερά;». Το στοίχημα της Αριστεράς είναι όσο ποτέ άλλοτε υπερεθνικό. Σχετίζεται με το ζητούμενο μιας νέας μέτρησης της αξίας της ζωής. Ζούμε μια φάση όπου κυοφορείται ένας επαναπροσδιορισμός αυτού που συνηθίσαμε να λέμε Αριστερά και αριστερός».

  • Λέτε ότι ζούμε το τέλος της Μεταπολίτευσης. Χωρίς να κάνετε τον μάντη, τι βλέπετε να έρχεται μετά;

«Κανένα τέλος δεν είναι οριστικό. Γιατί πάνω απ’ όλα είναι η ζωή. Κάτω από τη ζωή είναι ο κόσμος, ο καπιταλισμός, ο σοσιαλισμός, η κρίση. Το ρεύμα της ανθρώπινης επιθυμίας θα είναι πάντα εδώ. Δεν είμαστε ευτυχείς εξαιτίας ή λόγω κάποιων συνθηκών και αιτίων. Δεν είναι καρτεσιανή υπόθεση η συνθήκη της ευτυχίας. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι καλά με τον εαυτό του, μπορεί να απολαμβάνει τα ηλιοβασιλέματα, μπορεί να συνομιλεί με το φεγγάρι ή με το αντικείμενο του έρωτά του. Μπορεί να απολαμβάνει κι έναν εμποδισμένο έρωτα. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα, υπό συνθήκες απόλυτης καταστροφής, να είναι ευτυχής. Το δώρο του παιγνίου είναι ό,τι κάνει τον άνθρωπο αν έχει πέσει κάτω 7 να σηκώνεται 8 φορές. Το θέατρο μετέχει αυτής της πλευράς της ανθρώπινης κατάστασης. Μόνο να παίζει μπορεί. Αλλά παίζοντας μπορεί να συνομιλεί με τα σπουδαία. Γιατί η στιγμή του θεάτρου είναι πάντα αλήθεια και ψέμα μαζί. Αυτό που έλεγε ο Κοκτό, «ένα ψέμα που λέει την αλήθεια»».**

info: Ο «Τυχοδιώκτης» του Χουρμούζη ανεβαίνει από το «Θέατρο Εποχή», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου στον χώρο Η’ της «Πειραιώς 260». Παραστάσεις: από τις 11 ώς τις 15 Ιουλίου. Δραματουργική συνεργασία: Πέτρος Μάρκαρης. Σκηνικά – κοστούμια: Μαρί-Νοέλ Σεμέ. Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός. Παίζουν: Γιώργος Γιαννακάκος, Θανάσης Δήμου, Ηλίας Ζερβός, Βασίλης Παπαβασιλείου, Δημήτρης Παπανικολάου, Χρόνης Παυλίδης και Βασίλης Χαλακατεβάκης. Εισιτήρια προς 25, 20 (μειωμένο) και 15 ― (φοιτητικό).

Το ελληνικό κράτος κατελύθη εκ των έσω πριν από το ΔΝΤ

  • Πάντως, βλέπουμε ότι το προβλήμα δεν είναι μόνο ελληνικό. Ολόκληρη η Ευρώπη αναγγέλλει περικοπές και λιτότητα.

«Εχετε δίκιο. Πριν από 2 βδομάδες διάβασα στην «Γκάρντιαν» ένα ρεπορτάζ για την Ιρλανδία, που κάλυπτε την αντίστοιχη περιπέτεια που περνάνε οι Ιρλανδοί κάνοντας αυτοβούλως περικοπές, μολονότι δεν έχουν δεχτεί την εγκατάσταση κάποιας τρόικας. Προσγειώθηκαν ανωμάλως μετά τη στεγαστική «φούσκα». Το λεξιλόγιο θύμιζε εντυπωσιακά ρεπορτάζ σε ελληνικές εφημερίδες. Η ελληνική περίπτωση δεν μπορεί να απομονωθεί από το ευρύτερο γίγνεσθαι, το οποίο στιγματίστηκε πριν από 30 χρόνια από μια κίνηση η οποία διαφοροποίησε τα πεδία της πολιτικής και της οικονομίας. Η οικονομία εκτοξεύτηκε στους ουρανούς και έκτοτε «παίζει» μόνη της.

Στην Ελλάδα, στη μεταπολιτευτική μετάβαση από το πολιτικό «γήπεδο» στο οικονομικό συνέβη ένα άτυπο φαντασιακό συμβόλαιο. Συμφωνήσαμε πως θα φτιάξουμε στην Ελλάδα ένα χώρο ιδιωτικού πλούτου και δημόσιας φτώχειας. Η προσπάθεια αυτή πέρασε από φάσεις ώσπου να καταλύσουμε τη δημόσια σφαίρα, να ανατινάξουμε τα συστήματα υγείας, δημόσιας εκπαίδευσης, να διαβρώσουμε ή να προσδέσουμε στο άρμα της διαφθοράς όλους τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, εφορίες, πολεοδομίες κ.λπ., και εις έκαστος να τα καταφέρνει λαδώνοντας, φακελώνοντας και φακελωνόμενος. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Μόνος του κάποιος θα καθαρίσει τα της υγείας του. Μόνος του θα καθαρίσει τα της εκπαίδευσης των παιδιών του. Αρα ένα τέτοιο κράτος, αυτοαναιρούμενο, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Πριν από την εγκατάσταση επομένως της τρόικας είχαμε την εκ των έσω κατάλυση του ελληνικού κράτους. Το πελατειακό πολιτικό μας σύστημα έφτιαξε αυτό το συνενοχικό συμβόλαιο, το υπερασπίστηκε και σήμερα αυτό πληρώνει».

  • Ησασταν ίσως ο μοναδικός άνθρωπος από τον χώρο του θεάτρου που εργάστηκε ανιδιοτελώς και επί της ουσίας για το θεωρητικό πλαίσιο της περίφημης Ακαδημίας Θεάτρου, που παρέμεινε απλώς μια εξαγγελία, αλλά και για ένα πλάνο πολιτιστικής πολιτικής για το Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού, που καταργήθηκε από τον νέο υπουργό. Μοιάζει να εργαστήκατε για το τίποτα!

«Επρεπε να δώσω το «παρών». Το έδωσα εργαζόμενος και για την Ακαδημία και για το ΕΚΕΘΕΧ. Υπάρχουν πορίσματα και υπομνήματα και για τα δύο. Θέλω να ελπίζω ότι από αυτό το «οικόπεδο» αύριο μπορεί να προκύψει μια άλλη χώρα. Αυτό που πολύ απλά καταγράφεται και σ’ αυτή την περίπτωση είναι ότι όλο αυτό το διάστημα λειτουργούσαν δύο Ελλάδες. Δεν μένουμε με τους εντολείς μου στην ίδια. Η δική μου αναφορά όταν είπα «ναι» και στις δύο περιπτώσεις -και της Ακαδημίας και του ΕΚΕΘΕΧ- ήταν μια άλλη Ελλάδα. Και παραμένει. Η επίσημη πάντως Ελλάδα είναι αυτή που έφερε τη χώρα εδώ που έφτασε».

  • Παρουσιάζει στο Φεστιβάλ Αθηνών τον «Τυχοδιώκτη» του Χουρμούζη και μιλάει για τον τυχοδιωκτισμό στην πολιτική και στην καθημερινή ζωή, θεωρώντας ότι η πεμπτουσία του τυχοδιώκτη είναι η εικόνα του κερδοσκόπου

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Το διαμέρισμα στο Παγκράτι είναι ίδιο εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια που επισκέπτομαι τον Βασίλη Παπαβασιλείου με αφορμή κάθε καινούργια του παράσταση. Μόνο που στις στοιβαγμένες εφημερίδες δεκαετιών έχουν προστεθεί και οι πιο πρόσφατες. «Τις διαβάζετε;» τον ρωτώ. «Αρκεί που ξέρω ότι είναι εδώ» μου απαντά. «Αν θελήσω κάτι, μπορώ να το βρω…».

Ενας από τους πλέον καλλιεργημένους σκηνοθέτες που έχουμε, ένας γοητευτικός ηθοποιός και ένας διανοούμενος του θεάτρου, ο Βασίλης Παπαβασιλείου διαθέτει επιπλέον το χάρισμα του λόγου και μια σπάνια ευστροφία στη σκέψη. Κάθε συζήτηση μαζί του είναι κι ένα μάθημα. «Η ζωή είναι ένα κύμα που γράφει στη ράχη του, παρ΄ όλα αυτά ζούμε» θα μου πει κάποια στιγμή.

Τώρα σειρά έχει ο «Τυχοδιώκτης» του Χουρμούζη (γραμμένος το 1835), τον οποίο ερμηνεύει στην παραγωγή που θα δούμε τον Ιούλιο στο Φεστιβάλ Αθηνών.

– Τέλος εποχής, κύριε Παπαβασιλείου;

«Στη δημόσια ζωή του τόπου, σχετικά με το τι τελείωσε ακριβώς ποικίλλουν οι απόψεις. Για άλλους τελείωσε η Μεταπολίτευση, η μετεμφυλιακή περίοδος, ο 20ός αιώνας… Προσωπικά πιστεύω ότι τελείωσε το πρώτο μέρος του βιβλίου που ακούει στον τίτλο “Νεοελληνικό κράτος”».

– Το καινούργιο μπορεί να είναι καλό ή καλύτερο;

«Τι θα πει καλό ή καλύτερο; Διάβαζα στον “Guardian” ένα ρεπορτάζ για την Ιρλανδία και είχα την αίσθηση ότι όλα είχαν να κάνουν με την Ελλάδα. Η αντίληψη της οικονομίας ως φούσκας, η αποχαλίνωση της κερδοσκοπίας, το να ζει κανείς πάνω από τις δυνατότητές του… Σαν να μιλάει για την Ελλάδα. Τι σημαίνει; Σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή εισπράττουμε αυτά που συνέβησαν τη δεκαετία του ΄80: Αυτή η κατάσταση δεν έδωσε τη δυνατότητα στον πάσα έναν να ζει χρεωμένος;».

– Και τώρα τι βλέπετε;

«Τώρα ήρθε η άλλη όψη του νομίσματος. Το ζήσαμε με όρους life-style. Παράλληλα ζήσαμε και την πλήρη καταστροφή του κράτους… Μετά το ΄81, μας είπαν ότι το κράτος δεν υπάρχει αλλά θα υπάρχουμε εμείς. Η Ελλάδα έγινε η χώρα του ιδιωτικού πλούτου και της δημόσιας φτώχειας. Αλλά αν και μπορείς να αγοράσεις το τελευταίο μοντέλο μιας Μercedes, δεν μπορείς να αγοράσεις την Εθνική οδό Κορίνθου – Πατρών. Αυτή είναι η εξίσωση από την ανάποδη που μας οδήγησε εδώ. Με μια έννοια, η Ελλάδα ζει πρωτοποριακά: Διότι ο ουραγός στις διαδικασίες συγκρότησης γίνεται πρωτοπόρος στις διαδικασίες διάλυσης. Αυτό είναι το ελληνικό παράδειγμα».

– Για όλα αυτά πιστεύετε ότι φταίνε μόνο οι πολιτικοί;

«Η ελληνική κοινωνία είναι μια δομικώς συνενοχική κοινωνία. Για μένα, θεμέ λιος λίθος της συνενοχής είναι η αντιπαροχή. Προκειμένου να εξασφαλίσω τον ιδιωτικό, καταπατώ και απαλλοτριώνω τον δημόσιο χώρο. Η πολιτική προχωρεί δημιουργώντας εξαρτήσεις. Η συνενοχή έχει και υπόβαθρο βίας- η δουλειά γίνεται με φακελάκι… Αυτή η βία εξερράγη τον Δεκέμβρη του 2008».

– Οπότε; «

Πιστεύω ότι θα έρθει μια άλλη πολιτική γενεά- όχι αύριο- στην οποία θα συμμετάσχουν επανεισαγόμενοι Ελληνες, που τώρα είναι νέοι. Σε συνδυασμό με κάποιες ιθαγενείς νησίδες, θα δημιουργήσουν ένα άλλο κλίμα. Η Ελλάδα θα αναζητήσει μια δεύτερη ευκαιρία. Οι δικές μας αποσκευές θα είναι η συνείδηση μιας βαθιάς αποτυχίας. Δεν μπορούμε να επιτυγχάνουμε ατομικά και να αποτυγχάνει το περιβάλλον. Δεν μπορεί να είσαι χώρα γιατρών άνευ ιατρικής, δικαστών άνευ δικαιοσύνης, δασκάλων χωρίς εκπαίδευση. Θεμελιώσαμε, φαντασιακά, έναν τρόπο ζωής όπου οι εξαιρέσεις θα αναλάμβαναν να άρουν τον σταυρό για λογαριασμό των άλλων… Η αποτυχία έχει τον χαρακτήρα της αποτυχίας του μέσου όρου. Πολιτισμό δεν φτιάχνουν οι εξαιρέσεις… Το έλεγε ο Γκάτσος. Πολιτισμό φτιάχνει ο μέσος όρος».

– Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η τέχνη τι μπορεί να προσφέρει;

«Τι είναι τέχνη, κατ΄ αρχάς; Ακόμα και ο Ρεμπό έγινε επιχειρηματίας… Εχει διαχυθεί η έννοια του καλλιτεχνικού… Πιστεύω ότι σήμερα από μια άποψη ζούμε την ακραία απόληξη του φαινομένου του εκδημοκρατισμού. Ο άνθρωπος είναι απέναντι στην πραγματική απελευθέρωση του εαυτού του. Είναι μόνος του, ζει την ταραχή, τις αντιφάσεις και τα κενά, κι εκεί μέσα μπορεί ο ίδιος να αυτοθεωρείται καλλιτέχνης με τον τρόπο που ζει και κινείται. Το καλλιτεχνικό δεν εστιάζεται στα έργα σήμερα, αλλά στον τρόπο ζωής- όπως το life-style που είναι μια ξεπεσμένη μορφή του, στις μέρες μας».

– Πού είναι οι διανοούμενοι, γιατί δεν παίρνουν τον λόγο;

«Ελέγχονται όλοι σήμερα- και οι διανοούμενοι για αυτά που έχουν πει, κυρίως όταν ο κόσμος ήταν διπολικός. Προτιμώ τον άνθρωπο που σκέφτεται παρά τον διανοούμενο. Βρίσκεται όμως κι αυτός μπροστά σε μια αβεβαιότητα, έναν κλονισμό των συμβόλων. Σήμερα μας ανήκει μόνον ο αναβρασμός της απορίας. Οποιος βγαίνει στον δημόσιο χώρο και λέει “έχω την τελική λύση”, είναι αυτομάτως ύποπτος».

– Τυχοδιωκτισμός υπάρχει σήμερα στην πολιτική;

«Τυχοδιωκτισμός υπάρχει παντού, στην πολιτική αλλά και στην καθημερινότητα. Η πεμπτουσία του τυχοδιωκτισμού είναι η εικόνα του κερδοσκόπου που αποσταθεροποιεί εθνικές οικονομίες. Ουδείς αθώος σήμερα».

– Ποιος είναι σήμερα τυχοδιώκτης;

«Το προφίλ του είναι πολύ αντιηρωικό. Αυτός που δεν κόβει αποδείξεις, ας πούμε… Μόνο που κι αυτός αυτοεξαιρείται από τον κύκλο του κακού γιατί κάποιος άλλος κλέβει περισσότερο. Ο τυχοδιωκτισμός έχει και μια πλευρά που κάνει τον άνθρωπο επινοητικό, δημιουργικό. Η παθολογική αρνητική εκδοχή χρωματίζει όλη την περίοδο των σχέσεων οικονομίας και πολιτικής τα τελευταία 30- 40 χρόνια».

– Ο δικός σας «Τυχοδιώκτης»…

«Κατά τον Χουρμούζη, είναι ένα παράσιτο βαυαρικό που έρχεται στην Ελλάδα το 1830. Είναι γραμμένο για να παιχθεί και να εκτονώσει μια οργή κι έναν πληγωμένο θυμό ενός αγωνιστή που πολέμησε και ήρθε αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα όπου όλοι έρχονται εδώ για να διορισθούν- την ώρα που δίπλα υπάρχουν τα θύματα. Ο τυχοδιώκτης σ΄ αυτή την περίπτωση αξιοποιεί την ευκαιρία του νέου ελληνικού κράτους. Οταν έμαθα ότι χάσαμε την εθνική μας κυριαρχία, η πρώτη σκέψη ήταν να μην κάνω την παράσταση. Σαν να είχε χάσει ο Χουρμούζης, μια που είχαν διώξει τον τυχοδιώκτη, τη βδέλλα… Να όμως που τώρα ήρθε η βδέλλα. Από ποιον έχασε η Ελλάδα; Από τον εαυτό της. Ενιωσα σαν τον προπονητή που έχει χάσει 5-0 εντός έδρας και πρέπει να βγει να μιλήσει για αυτό».

– Αλήθεια, κύριε Παπαβασιλείου, ως αντιπρόεδρος του ΕΚΕΘΕΧ (Εθνικό Κέντρο Θεάτρου Χορού), πώς είδατε την κατάργησή του;

«Το ΕΚΕΘΕΧ είναι πολιτικό θέμα. Νομίζω ότι πρέπει κι εγώ- και κάποιοι άλλοι- να απολογηθώ στον εαυτό μου και στον ελληνικό λαό που δεν αντιλήφθηκα επί τρία χρόνια αυτό που αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες αντιλήφθηκαν μέσα σε έξι μήνες: Οτι ήμουν εκεί για να εκταμιεύω ένα συσσίτιο. Θα πρέπει να απολογηθώ. Θα πρέπει να πω την αλήθεια κατά την κρίση μου. Αλλά δεν είναι η ώρα».

  • «Ο Τυχοδιώκτης…βασισμένος στον Χουρμούζη», από το Θέατρο Εποχή 20.06
  • Πειραιώς 260, Χώρος Η΄
  • Παραστάσεις: 11-15 Ιουλίου
  • Ωρα έναρξης: 21.00
  • Εισιτήρια: 25 ευρώ,20 ευρώ (μειωμένο), 15 ευρώ (φοιτητικό)
  • Η προπώληση αρχίζει αύριο (21/6)

  • Συνέντευξη με τον Βασίλη Παπαβασιλείου* Η ΑΥΓΗ: 27/12/2009

Στον μίτο των λογοτεχνικών μεταγραφών του μύθου της Ελένης, η Ελένη του Γιάννη Ρίτσου εικονογραφεί τον εμπλουτισμό του μύθου μέσω της συνέχισής του. Εξιστορεί μιαν άλλη “αιχμαλωσία” του μυθικού προσώπου, ανάλογη με εκείνη που είχε γνωρίσει και στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, όπου παρουσιάζεται γερασμένη να θρηνεί τη χαμένη ομορφιά της.

Ο Ρίτσος την παρουσιάζει γερασμένη, επίσης. Όπως και στην Ιλιάδα, η Ελένη του είναι εκείνη που έχει γνωρίσει πολλές περιπέτειες, εκείνη που εμφανίζεται σε εικόνες που εύκολα ανακαλούνται στη μνήμη. Ο λόγος του/της αναμoχλεύει πολλές και διαφορετικές αναμνήσεις και επιτρέπει να ακουστούν όλες οι συμφορές της. Ενορχηστρώνει γύρω από το όνομά της λέξεις και ιδέες που της προσδίδουν αναγνωρισιμότητα αλλά και το αντίστροφο. Ήδη από τον πρώτο στίχο, δηλώνει: Ναι, ναι – εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω να ξεχάσω τα λόγια -παραπέμποντας στο: τούνομα γένοιτ’αν πολλαχού, το σώμα δ’ου (το όνομα μπορεί να είναι παντού. Όχι όμως, και το σώμα, Ευριπίδης, Ελένη).

Στην ερμηνεία του Βασίλη Παπαβασιλείου, η αντίθεση ανάμεσα σε σώμα και όνομα (ένας ώριμος άνδρας υποδύεται το σύμβολο της γυναικείας ομορφιάς), προβάλλει ένα σκηνικό αποτέλεσμα που παίζει με το παράδοξο αυτής της χαμένης πια, μισητής(;) ομορφιάς. Το σώμα το ίδιο εμπλέκεται στο λόγο, σε αυτά που λέγονται, ορίζει την κατεύθυνση της ιστορίας προς τη μνήμη και οδηγεί στη δημιουργία συνάψεων σχετικών με τις τρέχουσες πολιτιστικές προσλαμβάνουσες.

«Στο θέατρο του Ρίτσου, … το ανθρώπινο πάθος, είτε τη “γυναικεία” ψυχή αφορά είτε την “ανδρική”, φωτίζεται στοργικά και συνάμα ανελέητα ως έρμαιο μιας υπέρτερης διαπλοκής δυνάμεων, που φέρουν τα ωραία ονόματα Πόθος, Δόξα, Ομορφιά, και συνθέτουν το δίχτυ της Μοίρας μας», λέει ο Παπαβασιλείου.

Ο Claude Lévi-Strauss, που πέθανε πρόσφατα στα 100 του, πρότεινε τη διάκριση των κοινωνιών σε κοινωνίες “θερμές” και κοινωνίες “ψυχρές” ανάλογα με τη σχέση που έχουν με τους μύθους: οι πρώτες τους δέχονται, οι άλλες τους αρνούνται. Η διάκριση αυτή θα μπορούσε να έχει εφαρμογή και στη θεατρική μνήμη: μνήμη θερμή, μνήμη ψυχρή. Τόσο ο Ρίτσος όσο και ο Παπαβασιλείου υποστηρίζουν με το έργο τους γενικά αλλά και εν προκειμένω, την πρώτη κατηγορία, τείνουν να φέρουν κοντά το μακρινό. Να το ενσωματώσουν στο παρόν. Η μνήμη τους είναι “θερμή” γιατί σε κάθε περίπτωση αναφέρεται σε ένα άμεσο γεγονός. Ό,τι φαντάζει απόμακρο επιδιώκει να επαναεπενδυθεί μέσω του σώματος στο παρόν σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την ιστορικότητα και τη δυναμική της ανάστασής του. Το αποτέλεσμα: Μια θεατρική πράξη που τρεφόμενη με υλικά μνήμης αρχαϊκής, προσβλέπει στην εγγύτητα και επανέρχεται διαρκώς ζωντανή ανοίγοντας δρόμους επικοινωνίας με τον σύγχρονο θεατή.

Για την ερμηνεία του στον “γυναικείο” μονόλογο η Ελένη από την Τέταρτη διάσταση του Γιάννη Ρίτσου, ο Βασίλης Παπαβασιλείου τιμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών το 2001 με το Βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας “Κάρολος Κουν”.

Με εκείνη την παράσταση επέστρεψε το 2002 στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, από τη σχολή του οποίου αποφοίτησε το 1975, και ξαναπάτησε τη σκηνή του Ορφέα Σερρών, στην οποία, μαθητής λυκείου ακόμη, είχε παίξει στο Κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου.

Το ίδιο έργο επέλεξε να ανεβάσει και πάλι φέτος για να τιμήσει την εκατονταετηρίδα από τη γέννηση του ποιητή αναπτύσσοντας όμως, πιο συστηματικά την προηγούμενη σκηνική εκδοχή του και «με την ελπίδα ότι συμβάλλει έτσι στην αναψηλάφηση του θεατρικού τουλάχιστον Ρίτσου, που παραμένει μια υπόθεση ερεθιστικά ανοιχτή. Όπως το ίδιο ισχύει βεβαίως για το σύνολο του έργου του».

ΣΙΣΣΥ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

* Ποια είναι η σχέση σας με τον Ρίτσο;

Η σχέση μου με τον Ρίτσο ήταν σχέση αναγνωστικού θαυμασμού ώς τη στιγμή που ο Θάνος Μικρούτσικος, ως επικεφαλής του Ελληνικού Φεστιβάλ, πριν από δέκα χρόνια, μου πρότεινε να παρουσιάσω στο χώρο της Πνύκας, υπό μορφή αναλογίου, μια σκηνική προσωπογραφία του ποιητή με τον τίτλο «Ο κύριος Γιάννης Ρίτσος». Ήταν το καλοκαίρι του 1999. Συνεργάτης μου επί σκηνής, αλλά και στη φάση της ανθολόγησης των κειμένων, ήταν ο Νίκος Σακαλίδης. Με δική του προτροπή, οφείλω να πω, όταν φτάσαμε στο κεφάλαιο «Ο θεατρικός Ρίτσος», αποφάσισα να συμπεριλάβω στο σώμα της παράστασης ένα δεκάλεπτο απόσπασμα από την Ελένη. Έτσι ξεκίνησαν όλα…

Δύο χρόνια αργότερα η Ελένη, πλήρης πια και …μόνη της, έβλεπε το φως της σκηνής, χάρη στην αρωγή της ΕΡΤ, του Πανεπιστημίου Αθηνών και των ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου και Λάρισας. Ο Νίκος ήταν και πάλι εκεί…

* Και ο Ρίτσος δραματουργός;

Δεν ξέρω αν είμαι έτοιμος να αποδεχτώ τον όρο-χαρακτηρισμό «δραματουργός» για τον Γιάννη Ρίτσο (και αναφέρομαι κατεξοχήν, βέβαια, στα κείμενα της Τέταρτης διάστασης). Σκέφτομαι ότι η ονομασία γένους για το δράμα, στην αρχαία του εκδοχή, ήταν, πολύ απλά, «ποίησις». Προτιμώ να βλέπω, λοιπόν, τους αρχαιόθεμους αυτούς μονολόγους ως σκηνικές ποιητικές σπουδές. Τονίζω, μάλιστα, το «σκηνικές», γιατί ο όρος αυτός μας παραπέμπει στο «δεύτερο σώμα» του ποιητή: Ο Ρίτσος, ως γνωστόν, είχε βιώσει την εμπειρία του σανιδιού ως χορευτής και ηθοποιός. Ήταν επίσης κάποιος που ήξερε μουσική, έπαιζε πιάνο και ζωγράφιζε. Κάτω από την εργατική φόρμα του γραφιά (στην οποία αναφέρεται ο ίδιος) έπαλλε αυτό το «δεύτερο σώμα» – κι αυτός ο παλμός διατρέχει το σύνολο σχεδόν του έργου του. Πιο σωστά: αυτός ο τόνος της συναισθησίας ρυθμίζει ανά πάσα στιγμή την εκφορά του ποιητικού του λόγου.

Το σταθερό αυτό χαρακτηριστικό της ποίησης του Ρίτσου καθίσταται ανάγλυφο στην Τέταρτη διάσταση. Εκεί, πάγιοι κώδικες και εκφραστικοί τρόποι αιτούνται ευθέως τη σωματοποίησή τους, ζητούν να αναχθούν από το επίπεδο της γραπτής λέξης σ’ αυτό της ζωντανής αναπνοής, προκειμένου να επιστραφούν, προς συμμερισμό, ως πλέγμα ήχων και εικόνων, στη μικρογραφία της ανθρώπινης κοινότητας που είναι η θεατρική σύναξη.

Δεν θα επιμείνω στο θέμα των ποιητικών μοτίβων. Ενδεικτικά μόνο θα υπογραμμίσω τη διάζευξη (και την αντιμεταχώρηση) των μεγεθών: τη νίκη του «ελάχιστου» επί του «μέγιστου», την υπερίσχυση του «ανώνυμου» εις βάρος των Ονομάτων. Κι αυτό δεν αντιστοιχεί σε μια φαντασιακή «εκδίκηση του ηττημένου», αλλά, μάλλον, στο στωικό πρόταγμα που διαπερνά τη στάση του Ρίτσου και που, σύμφωνα με τα λόγια του Γκαίτε, είναι: «Ευτυχία είναι η παρούσα στιγμή»!

* Τι είναι αυτό που σας ώθησε να επαναλάβετε την παράσταση μετά από τόσα χρόνια;

Η επανάληψη της Ελένης φέτος το καλοκαίρι αντιστοιχούσε σε μια τρίτη φάση του προσωπικού μου πειράματος με τον Ρίτσο. Ο ανοιχτός χώρος ήταν ένας κίνδυνος και μια πρόκληση. Σε αντίθεση με τον κλειστό, όπου εξ ορισμού πριμοδοτούνται τα πρόσωπα, η ψυχολογική ή ψυχολογίζουσα παράμετρος των σχέσεών τους, κτλ., στο ύπαιθρο το βάρος πέφτει αλλού. Θα τολμούσα να πω: στην αναμέτρηση της γλώσσας και των μορφών με τα άστρα και με άλλα στοιχεία της φύσεως και του κοινωνικοπολιτισμικού περιβάλλοντος… Επεξεργαστήκαμε, λοιπόν, μια «δεύτερη εκδοχή», που, πιθανόν, να προετοιμάζει μια «συνθετικότερη» τρίτη… Ποιος ξέρει; Όταν ξεκινούσε η Ελένη, οι συμβατικές μας υποχρεώσεις προέβλεπαν τριάντα παραστάσεις. Φτάσαμε αισίως τις 140 και …η ζωή συνεχίζεται.

* Η Ελένη είναι ένας μύθος. Υπάρχουν μύθοι σήμερα -στη ζωή και στο θέατρο;

Αν μύθος είναι ο τρόπος να οικειοποιούμαστε το ανοίκειο και το εξωγενές ή, αντίστροφα, να κρατάμε σε απόσταση το οικείο, τότε, μολονότι ετοιμοπαράδοτος μύθος (ή μύθοι) δεν φαίνεται να υπάρχουν, τα ΥΛΙΚΑ του μύθου (ή των μύθων) είναι πάντα εδώ και κατεργάζονται τις ζωές μας (αλλά και το θέατρο που κάνουμε) εν αγνοία μας. Αλλιώς, ποιος θα άντεχε τη ζωή και το θέατρο;

* Έχετε δει μύθους να καταρρέουν;

Γενικώς, ο μύθος μόνον τότε ΦΑΙΝΕΤΑΙ: όταν καταρρέει. Γι’ αυτό αναφέρθηκα πριν στα υλικά-θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για ΛΕΙΨΑΝΑ.

  • Δύσκολα βρίσκεις Ελληνα θεατράνθρωπο με τη ρητορική και διαλεκτική δεινότητα του Βασίλη Παπαβασιλείου. Ακόμη πιο δύσκολα μπορείς να βρεις συγκλονιστικότερο ερμηνευτή της «Ελένης» από την «Τέταρτη διάσταση» του Γιάννη Ρίτσου.

«Ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής», υποστηρίζει ο Β. Παπαβασιλείου

«Ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής», υποστηρίζει ο Β. Παπαβασιλείου Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την πρώτη παράσταση, ο Βασίλης Παπαβασιλείου ξανασυναντάει το ποιητικό κείμενο επί σκηνής, με τη διπλή ιδιότητα ερμηνευτή-σκηνοθέτη. Η πανελλαδική περιοδεία του ξεκινάει αύριο στο Θέατρο Βράχων (Φεστιβάλ Υμηττού).

  • Η «Τέταρτη διάσταση» θεατρικά τείνει να γίνει της μόδας φέτος, που διανύουμε το έτος Ρίτσου.

«Φαίνεται ότι με αυτό το κομμάτι του έργου του έχουμε «ανοιχτούς» λογαριασμούς. Και θα συνεχίσουμε να έχουμε. Η «Τέταρτη διάσταση» έχει το ιδιάζον στοιχείο της παρουσίας του θεάτρου – μην ξεχνάμε ότι ο Ρίτσος ήξερε το σανίδι βιωματικά. Το είχε πατήσει ως ηθοποιός και ως χορευτής».

  • Γιατί επανέρχεστε στην «Ελένη»; Υπήρχε κάποια «εκκρεμότητα»;

«Πιστεύω ότι ο Ρίτσος είναι ο ποιητής της μεγάλης αναπνοής, με την οποία δεν ξεμπερδεύεις εύκολα. Είναι μια ανάσα που αγκαλιάζει την ολότητα του κόσμου. Στην «Ελένη» βλέπεις στην ίδια αγκαλιά τα μεγάλα ονόματα και τα εφήμερα πράγματα. Και από τη σύγκριση αυτή, το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι αν υπάρχει νικητής αυτός είναι τα εφήμερα. Επειτα υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Στον κλειστό χώρο η γλώσσα κατά κάποιο τρόπο πριμοδοτεί το πρόσωπο. Στον ανοικτό, όπου τώρα δοκιμάζεται η «Ελένη», καλείται το πρόσωπο να λειτουργήσει υπέρ της υπόθεσης που λέγεται γλώσσα, υπέρ της κίνησης και του κυματισμού της».

  • Το κείμενο σήμερα απευθύνεται εύκολα στον θεατή;

«Ναι. Γιατί υπάρχει η ομοιοπαθητική δύναμη της γλώσσας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος σώζεται από τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό το επιτελεί κατεξοχήν η μεγάλη ποίηση, σαν την «Ελένη». Μπορεί να απευθυνθεί λοιπόν ακόμη και σε εποχές που η γλώσσα χρησιμοποιείται ως εργαλείο επικοινωνίας, εξυπηρετώντας σκοπούς πρακτικής σκοπιμότητας -βλέπε debate πολιτικών αρχηγών. Το στοίχημα που σήμερα δίνουμε πάνω στη δυνατότητα της γλώσσας είναι να παραγάγει, πέρα από μηνύματα, ενεργήματα συγκίνησης».

  • Στο debate οι πολιτικοί αρχηγοί πώς χειρίστηκαν την ελληνική γλώσσα; Σας ικανοποποίησαν;

«Είναι πολύ καλύτεροι απ’ ό,τι φάνηκαν. Φρόντισαν οι ίδιοι να οργανώσουν ένα τεχνητό περιβάλλον, ένα απεχθές «θερμοκήπιο», μέσα στο οποίο αδίκησαν συλλήβδην τους εαυτούς τους. Ξέρετε ποιο είναι κατά τη γνώμη μου το κλειδί; Ο φόβος του λάθους. Ακούστηκε μετά ότι όλος αυτός ο περιορισμός έγινε εν ονόματι της αποφυγής των λαθών. Δεν δέχομαι ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι έτσι, νεκροί. Είναι τερατώδες!».

  • Δεν ήταν τερατώδες που είστε πολίτης μιας χώρας, η οποία τα τελευταία χρόνια κλυδωνιζόταν ασταμάτητα από σκάνδαλα;

«Το χειρότερο απ’ όλα στην υπόθεση των σκανδάλων, πέρα από το αντικειμενικό υλικό στοιχείο της κλοπής χρημάτων και της εθνικής «λεηλασίας», είναι η πτώχευση της ζωής των πολιτών. Οταν δημιουργείται μια ατμόσφαιρα, που θέλει τα σκάνδαλα να υπάρχουν και να μένουν εσαεί ατιμώρητα, τότε αφυπνίζεται στον καθένα μας ένας μικρός εισαγγελέας, που είναι έτοιμος να εκφέρει κρίση προτού κατανοήσει. Το πραγματικά εξωφρενικό, όμως, είναι το στοιχείο που κάνει τον πολιτικό να παραπέμπει σε ό,τι αφορά τη διάπραξη αδικημάτων στον υφιστάμενό του. Είναι σαν να λένε οι πολιτικοί μας: «Είμαστε βασιλιάδες χωρίς βασίλειο». Οτι το βασίλειο της Δανιμαρκίας είναι σάπιο, αλλά αυτό αφορά μόνο τα εκτελεστικά όργανα της διοίκησης».

  • Υπάρχει πολύ μεγάλη γκρίνια για το Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού. Ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του, είστε ικανοποιημένος με το έργο του;

«Αν αυτά τα δύο χρόνια λάβω υπόψη μου την αντικειμενική ελληνική πραγματικότητα, όπου αλλάζει ένας υπουργός και έρχονται τα πάνω κάτω, ένας γενικός γραμματέας πέφτει απ’ το μπαλκόνι και παγώνει η ζωή ενός υπουργείου για πέντε μήνες, είμαι ικανοποιημένος. Αυτό με το οποίο επιφορτίζεται από τον νόμο είναι η χάραξη μιας εθνικής πολιτικής για το θέατρο και τον χορό. Ελπίζω μέχρι το φθινόπωρο να έχει δώσει μια πλατφόρμα στη δημοσιότητα. Θα πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε ορισμένα πράγματα σαν φυσικά φαινόμενα. Δεν είναι δυνατό να αποδέχεται κανείς ότι ο Θεός «βρέχει» κάθε χρόνο 700 ηθοποιούς, 800 καθηγητές υποκριτικής και 450 θέατρα! Θα διατυπωθούν απόψεις πάνω σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγή στο μέλλον του θεάτρου και του χορού. Είναι εξίσου σημαντικό με το αν κάποιος πήρε 45 ή 42 χιλιάδες ευρώ επιχορήγηση». *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009