Archive for the ‘Λούκος Γιώργος’ Category

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Τριπλασίασε το κοινό στην Αθήνα και στην Επίδαυρο. Εχει φανατικούς φίλους και φανατικούς εχθρούς. Οι επιλογές του δεν αφήνουν κανέναν αδιάφορο. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ δίνει εξηγήσεις λίγο μετά την ανακοίνωση του προγράμματος για το καλοκαίρι του 2010

Την επομένη της ανακοίνωσης του προγράμματος του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ο Γιώργος Λούκος με υποδέχεται στο γραφείο του χαλαρός και χαρούμενος: οι εφημερίδες είναι απλωμένες και τα σχόλια του Τύπου για τις εκδηλώσεις του προσεχούς θέρους θετικά. Επιπλέον είναι ικανοποιημένος από τα καλά και ζεστά λόγια του υπουργού Πολιτισμού Παύλου Γερουλάνου προς το πρόσωπό του. Μοναδική του στενοχώρια, η ακύρωση παραστάσεων λόγω οικονομικής στενότητας (ο προϋπολογισμός μειώθηκε από 5,3 σε 4,3 εκατ. ευρώ), όπως συνέβη με τη «Μάνα Κουράγιο» της Ντέμπορα Γουόρνερ, με τη Φιόνα Σο στον ρόλο του τίτλου.

Με εξαίρεση τους θερινούς μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων κινείται μεταξύ των χώρων του Φεστιβάλ, ο Γιώργος Λούκος περνά τον περισσότερο χρόνο του εκτός Ελλάδας ακολουθώντας τις παραστάσεις της Οπερας της Λυών, την οποία διευθύνει. Ζει άλλωστε εκτός περισσότερα από 40 χρόνια, χωρίς να έχει χάσει τα ελληνικά του στοιχεία.

– Κύριε Λούκο,πώς φτιάχνετε το Φεστιβάλ; Φαντάζομαι ότι σας ασκούνται πολλές πιέσεις…

«Το ότι πιέζουν στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό αυτής της χώρας. Δεν γίνεται το ίδιο στο εξωτερικό, γιατί μιλάω με πολλούς διευθυντές έξω και ξέρω ότι κανείς δεν πιέζεται έτσι. Κανείς δεν σε παίρνει τηλέφωνο να σου πει ότι αν δεν με βάλεις θα κάνω αυτό ή το άλλο… Παίρνω επιστολές υβριστικές, απειλητικές, ορισμένες δε φορές από ανθρώπους που δεν το πιστεύεις».

– Εχετε πολλές προτάσεις κάθε χρόνο;

«Είναι τεράστιος ο αριθμός, γιατί στην Ελλάδα είμαστε όλοι καλλιτέχνες. Να σας φέρω ένα παράδειγμα. Το Φεστιβάλ της Αβινιόν δέχεται περίπου 60 γραπτές προτάσεις κάθε χρόνο ενώ εμείς 700, ελληνικές οι περισσότερες, από ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε καν… Θυμάμαι ότι την πρώτη χρονιά με κατηγόρησαν γιατί δεν έβαλα στην Επίδαυρο ούτε τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου ούτε το Αμφι-θέατρο. Με τον Σπύρο Ευαγγελάτο ανταλλάξαμε και δημοσίως επιστολές. Αλλάζουν όμως τα πράγματα. Γνωριστήκαμε με τον Ευαγγελάτο και έτσι το κλίμα άλλαξε μεταξύ μας. Τελικά τα κριτήρια επιλογής είναι πάρα πολύ πολύπλοκα».

– Ενδίδετε τελικά…

«Η δύναμή μου είναι ότι δεν μένω εδώ. Οταν μένεις εδώ και τους γνωρίσεις όλους, άνθρωπος είσαι κι εσύ, είναι πιο δύσκολο να πεις όχι. Είναι όλοι τους συμπαθητικοί και ας μην εκτιμάς εξίσου τη δουλειά. Οταν όμως τους γνωρίσεις, επηρεάζεσαι. Το ότι μένω έξω μού δίνει μια δύναμη. Εκεί βλέπω πολλές παραστάσεις, είμαι συνέχεια στο θέατρο, κάνω τις επιλογές μου…».

– Στην Πειραιώς το κοινό αποτελείται στο μεγαλύτερο ίσως ποσοστό του από ηθοποιούς, σκηνοθέτες… Θα είχε την ίδια ανταπόκριση σε μεγαλύτερους χώρους ή μήπως παραμένει τελικά μια υπόθεση μεταξύ μας;

«Ναι, είναι μεταξύ μας. Μην ξεχνάμε όμως ότι ζούμε σε μια χώρα που έχει περισσότερα θέατρα από το Παρίσι και το Βερολίνο μαζί ή και το Λονδίνο. Από τη στιγμή που υπάρχουν όλα αυτά τα θέατρα σημαίνει ότι υπάρχει και κοινό. Στην Πειραιώς είναι συνεχώς κάθε βράδυ όλα sold out. Πράγματι έρχονται πάρα πολύ καλλιτέχνες και νέοι μαθητές, μελλοντικοί του θεάτρου. Ισως να είναι και πιο προσιτό το θέατρο στην ελληνική κουλτούρα που δεν έχουμε κλασική παιδεία. Και η Βενεζουέλα όμως δεν είχε και είδαμε τι έκανε με την Ορχήστρα της».

– Χρόνο με τον χρόνο βάζετε νερό στο κρασί σας;

«Οχι, δεν βάζω καθόλου. Εφέτος πήρα μερικές αποφάσεις λόγω οικονομικών που μπορεί να μην είχα πάρει. Κάλεσα ας πούμε ομάδες όπως το Θέατρο Τέχνης που δεν είχαν συμμετάσχει καθόλου στο Φεστιβάλ όλα τα χρόνια που είμαι εδώ. Και όπως και να το κάνουμε, το Θέατρο Τέχνης είναι το Θέατρο Τέχνης. Οσο για την Επίδαυρο, τη χαρακτήρισαν “της πλήξης”… ΟΚ. Δεν ξέρω πάντως αν θα είναι της πλήξης για όλον τον κόσμο που θα πάει, γιατί θα πάει πολύς κόσμος, οπότε…».

– Σας ενδιαφέρει ο πολύς κόσμος;

«Βέβαια και με ενδιαφέρει, αλλά δεν ξέρω αν αυτή είναι η σωστή πολιτική για την Επίδαυρο. Πέρυσι ήρθαν πολλά κοριτσάκια για τον Ιθαν Χοκ στο “Χειμωνιάτικο παραμύθι” που δεν ήξεραν ούτε το έργο ούτε την Επίδαυρο – έψαχναν για ένα παλιό θέατρο. Μπορεί όμως να ξανάρθουν να δουν έναν Σοφοκλή ή έναν Μπέκετ. Κάτι είναι κι αυτό.

Αν ο σκοπός του Φεστιβάλ είναι να αυξήσει το κοινό του, αυτό το έχει πετύχει. Το 2004 το κοινό ήταν 70.000-80.000 θεατές και τώρα είναι 240.000, τριπλασιάστηκε… Η καλύτερη χρονιά μας ήταν πρόπερσι με έσοδα 5,8 εκατ. ευρώ επιπλέον του τακτικού προϋπολογισμού. Και μιλάω για τα έσοδα από το σύνολο των εισιτηρίων όλων των χώρων αλλά και των χορηγιών, που εκείνη τη χρονιά ήταν κατ΄ εξαίρεση υψηλές».

– Για να επανέλθω, όμως, η Επίδαυρος ούτε ανανεώθηκε ούτε στίγμα διαθέτει…

«Εφέτος είναι πιο λεπτό το θέμα διότι το οικονομικό πρόβλημα είναι τεράστιο. Οπότε απέφυγα οτιδήποτε θα ήταν οικονομικά επικίνδυνο. Πολλοί λένε ότι η Επίδαυρος είναι ένα λαϊκό φεστιβάλ, ένα φεστιβάλ και για τον κόσμο που μένει τριγύρω, ο οποίος θέλει να πάει να δει Αριστοφάνη και να γελάσει, να δει τους ηθοποιούς της τηλεόρασης… Αν έλεγα ότι αυτή είναι η γνώμη η δική μου, θα έλεγα ψέματα. Δεν είναι. Πριν από τρία χρόνια, όταν φέραμε την Ντέμπορα Γουόρνερ στην Επίδαυρο, κάποιοι είπαν όχι στον Μπέκετ, λες και ήταν φασίστας… Πολλές φορές οι ξένοι μάς στοιχίζουν λιγότερο γιατί έχουν καλές επιχορηγήσεις και πληρώνουν οι ίδιοι την παραγωγή, οπότε μας κοστίζει μόνο η μετάκληση».

– Εσείς τι θα επιλέγατε;

«Για μένα η Επίδαυρος θα έπρεπε να είναι πολύ πιο ριζική και ίσως δεν τολμάω ακόμη. Ισως πιστεύω ότι πρέπει να βγάζει μερικά λεφτά διότι υπάρχει το άλλο πρόβλημα: η Επίδαυρος χάνει λεφτά, με τους αρχαιοφύλακες, τους τεχνικούς, τα εκτός έδρας, που στον μεγάλο θίασο, με τον χορό, είναι πολλά και μας βάζουν μέσα κάθε χρόνο. Για να μην μπαίνει μέσα η Επίδαυρος πρέπει να βάζουμε παραστάσεις για να γεμίσουμε και γεμίζουν αυτές που έχουν σταρ της τηλεόρασης και του σινεμά, χωρίς να σημαίνει ότι δεν είναι και καλοί ηθοποιοί. Ούτε στο Ηρώδειο έχουμε βρει τον χαρακτήρα του, αλλά εκεί είναι διαφορετικά, γιατί μπαίνουν πολλά και διαφορετικά θεάματα».

– Ενώ ο χώρος της Πειραιώς δεν αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα;

«Είναι πολύ πιο εύκολο: η Πειραιώς έχει τη σύγχρονη αισθητική για το σύγχρονο ρεπερτόριο και το σύγχρονο θέατρο, με σύγχρονους σκηνοθέτες».

– Υπάρχει κίνδυνος να χάσετε τον χώρο της Πειραιώς;

«Οχι, δεν νομίζω. Εχει κηρυχθεί νεότερο μνημείο, οπότε το υπουργείο Πολιτισμού έχει το πάνω χέρι. Ενδιαφέρονται όμως πάρα πολλοί, όπως ο Εφραίμογλου με το Μείζονος Ελληνισμού, η Σχολή Καλών Τεχνών. Είχαμε πάει με τον Δημήτρη τον Δασκαλόπουλο, ο οποίος ενδιαφέρεται να κάνει εκεί σε ένα μέρος εκθέσεις, και αυτό θα ήταν πολύ θετικό. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να μπει ο ιδιώτης μέσα και να βοηθήσει, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Η τιμή για τον χώρο δεν είναι τόσο μεγάλη αλλά η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Εκτός αν υλοποιηθεί μια καλή ιδέα που είχε ο υπουργός: να γίνει ένα long lease. Χρωστάμε όμως τόσο πολλά σε τόσο πολλούς, ως κράτος, οπότε δεν ξέρω αν μπορεί το υπουργείο να αναλάβει κι άλλα…».

– Δεν είναι λίγο παράδοξο, αν και είστε ο διευθυντής του Φεστιβάλ, να είστε μέλος και σε διοικητικά συμβούλια άλλων πολιτιστικών οργανισμών;

«Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών μπήκα πριν από τέσσερα χρόνια, όταν μου το ζήτησε ο Χρήστος Λαμπράκης, και στο Ωνάσειο πιο πρόσφατα μετά από παρότρυνση του Αντώνη Παπαδημητρίου. Λέω τη γνώμη μου, ενώ στο Ωνάσειο συμμετέχω και στον θεσμό των υποτροφιών. Τώρα με την ανέγερση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών δίνω κάποιες συμβουλές για το θέατρο που θα γίνει εκεί. Μου ζήτησαν και να δουλέψω αλλά αρνήθηκα. Είμαι στο Φεστιβάλ και θα ήταν δεοντολογικά απαράδεκτο. Την παρουσία μου όμως εκεί δεν τη βλέπω ανταγωνιστικά. Στο κάτω κάτω, αν κάποιος μπορεί να τους φέρει και τον χειμώνα, γιατί όχι; Θα μπορούσαμε και να συνεργαστούμε μαζί τους, αν και δεν το έχουμε ακόμη σκεφθεί».

– Σας ενοχλεί κάτι στην Ελλάδα;

«Είναι μια χώρα γεμάτη αντιθέσεις. Ανάμεσα όμως σε όλα αυτά συμβαίνουν και τόσο πολλά θετικά, όπως η περιέργεια και το ενδιαφέρον των νέων. Το κοινό της Πειραιώς είναι καταπληκτικό, δεν υπάρχει τέτοιο κοινό στην Οπερα της Λυών. Βέβαια για μένα Ελλάδα σημαίνει το γραφείο και η Πειραιώς, το Φεστιβάλ. Ζω από το ένα θέατρο στο άλλο αλλά είναι κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Και ομολογώ ότι τη βλέπω ως Ελληνας την Ελλάδα. Κυρίως τώρα που όταν διαβάσεις ξένες εφημερίδες σε πιάνει κατάθλιψη. Ελπίζω να βγούμε από την κρίση και να έχουμε μάθει κάτι».

– Διαβάζετε;

«Κατ΄ αρχάς είμαι φανατικός των εφημερίδων. Καθώς βρίσκομαι πάντα μέσα σε ένα αεροπλάνο ή ένα τρένο, ή κοιμάμαι ή διαβάζω. Διαβάζω και βιβλία, πολλά. Βλέπω λιγότερες ταινίες από ό,τι παλιά ενώ βλέπω περισσότερο βίντεο».

– Βλέπετε τον υπουργό,τον κ.Παύλο Γερουλάνο,να θέλει να ασχοληθεί με τον πολιτισμό;

«Ναι, μολονότι πιστεύω ότι υπάρχουν ορισμένα μαθηματικά στοιχεία που εμποδίζουν την κατάσταση. Στη Γαλλία ο πολιτισμός απορροφά το 1% του προϋπολογισμού του κράτους. Εδώ είναι 0,3%. Σε μια χώρα όπως η δική μας, όπου η αρχαιολογία και οι ανασκαφές απορροφούν πολλά χρήματα, για τους υπολοίπους δεν μένει τίποτε… Φαντάζομαι ότι όλα τα θέατρα της Ελλάδας παίρνουν πολύ λιγότερα από ό,τι τα τέσσερα θέατρα του Βερολίνου. Θα έπρεπε να έχουμε και εμείς έναν προϋπολογισμό της τάξεως του 1% και από εκεί να δοθούν όσα είναι να δοθούν στους αρχαιολόγους γιατί προφανώς κάνουν πολύ σημαντικά πράγματα αλλά δεν είναι το μόνο που διαθέτει η χώρα μας. Πρέπει να δοθούν περισσότερα χρήματα στη δημιουργική δύναμη των νέων καλλιτεχνών».

– Είχατε αγωνία αν θα παραμένατε στη θέση σας με την αλλαγή της κυβέρνησης;

«Είμαι διευθυντής στην Οπερα της Λυών εδώ και 26 χρόνια. Αν κάνεις τη δουλειά σου καλά ή αν θεωρείται ότι την κάνεις καλά, γιατί να σε αλλάξουν; Εδώ ήξερα ότι παίζουν ρόλο οι πολιτικές αλλαγές και μου το υπενθύμιζαν διαρκώς. Δεν το σκεφτόμουν. Αν ήθελαν να βάλουν κάποιον άλλον, ΟΚ, δεν είχα άγχος».

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ

– Κύριε Λούκο, έχει αλλάξει η εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό;

«Παλιά μιλούσαν για την Ελλάδα όταν γινόταν κανένας σεισμός, όταν καιγόταν η Ηλεία, άντε για τους Ολυμπιακούς και για τα καλοκαίρια της. Ξαφνικά είμαστε πρωτοσέλιδο. Η μεγαλύτερη διαφορά που παρατηρώ αυτόν τον τελευταίο καιρό είναι το πόσο διαφορετικά βλέπουν τους αντιπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης οι ξένοι. Φαίνεται στις ξένες τηλεοράσεις. Βλέπουν τον έλληνα πρωθυπουργό, τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών πολύ θετικά, τους χαμογελούν… Εχουν κι αυτόν τον διεθνή αέρα…».

– Ποια είναι η αίσθηση των ξένων καλλιτεχνών για την Ελλάδα, μια ανάμνηση ή μια πραγματικότητα;

«Η Ελλάδα είναι εκτός πολιτιστικού δικτύου. Γι΄ αυτό όταν είδα τη συνεργασία-συμμαχία ανάμεσα στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη, με τον Κέβιν Σπέισι και τον Σαμ Μέντες, θέλησα να μπω κι εγώ μέσα ώστε αργότερα να βάλουμε και εμείς το δικό μας μερτικό, έναν δικό μας σκηνοθέτη. Για μένα μία από τις επιτυχίες του Φεστιβάλ είναι ο Μαρμαρινός στο Παρίσι με το “Πεθαίνω σα χώρα”. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι μόνο greek salad, feta cheese, σουβλάκι και μπουζουκάκι. Είναι και ένα σωρό άλλα πράγματα και έχουμε καλλιτέχνες που μπορούν να τα υποστηρίξουν».

– Εχει πιθανότητες η Ελλάδα να μπει στον πολιτιστικό χάρτη του κόσμου;

«Ναι, άμα συνεχίσουμε. Στα νέα παιδιά υπάρχουν ταλέντα, τα οποία όμως δεν προωθούμε. Γιατί λειτουργεί ένα σύστημα με τους παλαιότερους οι οποίοι και παραμένουν μέσα στα πράγματα. Εξω βοηθάνε πολύ πιο πολύ τους νέους. Χωρίς να θέλω να περιαυτολογώ, στο Φεστιβάλ έχουμε γκρουπ με νέους χορευτές ή ηθοποιούς, κάτι που δεν συνέβαινε παλαιότερα. Παλαιότερα ούτε μπορούσαν να το φανταστούν αυτό».

  • Ο καλύτερος τρόπος για να αποχαιρετήσουμε το 2009 είναι μια αισιόδοξη πολιτιστική είδηση για το 2010. Αισιόδοξος είναι και ο Γιώργος Λούκος ως προς την άρση της χρόνιας εκκρεμότητας της παραχώρησης στο Ελληνικό Φεστιβάλ από το υπουργείο Πολιτισμού της «Πειραιώς 260».

Στην πρόσφατη συνάντησή του με τον υπουργό Πολιτισμού Παύλο Γερουλάνο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι το θέμα θα διευθετηθεί άμεσα και ότι «πριν από το καλοκαίρι» το Φεστιβάλ θα χει στη διάθεσή του το παραχωρητήριο του χώρου.

«Η «Πειραιώς 260″ χρειάζεται ένα παραχωρητήριο από την Εθνική Τράπεζα για να μπορέσει να λειτουργήσει σαν θέατρο. Δεν το έχουμε ακόμη στα χέρια μας. Μετά τη συνάντηση με τον υπουργό Πολιτισμού, όμως, έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι το θέμα θα διευθετηθεί άμεσα», ήταν τα ακριβή λόγια του προέδρου του Φεστιβάλ. Κατά τα άλλα…

  • Γενικά από τη συνάντησή σας με τον υπουργό είστε ικανοποιημένος;

«Είμαι ικανοποιημένος, είμαι αισιόδοξος και γενικώς βρίσκω ότι είναι πολύ θετικός».

  • Σας είπαν όμως και για μείωση στον προϋπολογισμό: από τα περσινά 5,3 εκατ. ευρώ, στα 4,8 εκατ. ευρώ…

«Η συγκυρία είναι τέτοια που νομίζω πως μείωση στον προϋπολογισμό τους είχαν όλοι. Κάποιοι μάλιστα, όπως το Μέγαρο Μουσικής, είχαν ακόμη μεγαλύτερη».

  • Αυτό πόσο σάς περιόρισε στον προγραμματικό σχεδιασμό; Ή το είχατε προβλέψει;

«Δεν το είχα προβλέψει. Ηξερα όμως ότι θα υπάρξουν οικονομικά προβλήματα και είχα δείξει εξαρχής προσοχή. Στην πορεία χρειάστηκε να κόψω ορισμένα πράγματα παραπάνω».

  • Σε ποιο στάδιο επεξεργασίας του προγράμματος είστε;

«Το ‘χω σχεδόν ήδη τελειώσει. Αν πάνε τα πράγματα καλά, θα το ανακοινώσουμε τέλος Φεβρουαρίου ή αρχές Μαρτίου».

  • Πέρυσι δεν είχατε αποκλείσει το ενδεχόμενο, αν υπάρχει οικονομική στενότητα, να περιορίσετε τη διάρκεια του φεστιβάλ στον ένα μήνα…

«Πέρυσι η διάρκεια περιορίστηκε στον ενάμιση μήνα, υπήρχαν όμως βραδιές που παίζονταν ταυτόχρονα 3-4 παραστάσεις. Συνεπώς τώρα μπορεί να διατηρήσουμε τη διάρκεια και να μειώσουμε τον αριθμό παραστάσεων».

  • Η οικονομική κρίση σάς δυσκόλεψε και πέρυσι: υπήρξαν περιπτώσεις που δεν φέρατε κάτι που θέλατε.

«Ναι. Θέλαμε π.χ. να φέρουμε κάτι από την Ιαπωνία, αλλά έπρεπε να συνεργαστούμε 3-4 θεσμοί μαζί για να μην πληρώσουμε μόνοι μας τα έξοδα μεταφοράς κ.λπ. Αυτό, όμως, συμβαίνει συχνά. Η τωρινή συγκυρία είναι τελείως διαφορετική. Η οικονομική κρίση είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι πριν και άρα είναι και τα πράγματα πολύ δυσκολότερα».

  • Υπάρχει κι ένα πρόβλημα με το κτίριο -ιδιοκτησίας Καμμένου- των γραφείων του Φεστιβάλ.

«Μας έχουν κάνει έξωση και πρέπει να φύγουμε. Γι’ αυτό και το παραχωρητήριο της Πειραιώς θα ήταν εξαιρετικά σημαντικό, ώστε να μπορέσουμε να εγκαταστήσουμε εκεί και τα γραφεία μας. Θα ήταν ιδανικό να το κάνουμε τουλάχιστον για πέντε χρόνια ή και παραπάνω -όπως πρότεινε ο υπουργός».

  • Με το εδώ και χρόνια εκκρεμές χρέος των 1.870.000 ευρώ του ΥΠΠΟ στο Φεστιβάλ για την ανακατασκευή της «Πειραιώς 260», τι θα γίνει;

«Δεν ξέρω. Τότε όμως ήταν άλλοι οι υπουργοί και άλλες οι εποχές».

  • Ως προς τη συνεργασία σας με το Μέγαρο Μουσικής, ο θάνατος του Χρήστου Λαμπράκη σημαίνει κάποια αλλαγή;

«Η προσφορά του Λαμπράκη στον πολιτιστικό κόσμο της Ελλάδας είναι μεγίστη. Δεν νομίζω όμως ότι η συνεργασία μας με το Μέγαρο θα αλλάξει. Αλλωστε δεν βασίζεται σε οικονομικά θέματα, αλλά στο γεγονός ότι το Μέγαρο φιλοξενεί κάποιες παραστάσεις μας. Οπως ξέρετε, είμαι κι εγώ στο διοικητικό συμβούλιο του Μεγάρου, γνωρίζω, δηλαδή, τα υπόλοιπα μέλη. Υστερα είμαστε και οι δύο φορείς επιχορηγούμενοι από το Δημόσιο, συνεπώς ανήκουμε και οι δύο εν μέρει στο Δημόσιο -χωρίς να έχουμε ακριβώς την ίδια νομοθεσία. Συνεπώς, γιατί να αλλάξει κάτι;».

  • Στο καινούργιο πρόγραμμα μας επιφυλάσσετε εκπλήξεις σημαντικών ονομάτων και θιάσων; Ή λόγω κρίσης περιοριστήκατε;

«Ετερον εκάτερον. Δεν βάζω νερό στο κρασί μου. Εφαρμόζω τη μέθοδο: Λιγότερο κρασί αλλά, πάντα, χωρίς νερό». *

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009
  • Για τέταρτη χρονιά στο τιμόνι του Ελληνικού Φεστιβάλ ο πρόεδρός του ούτε επαναπαύεται στις δάφνες του ούτε είναι διατεθειμένος να γίνει «εικόνα» των φανατικών και μεταμοντέρνων. Κι αν κάποιες από τις φετινές επιλογές του παραξένεψαν, ο ίδιος λέει: «Οψόμεθα»
  • Μια ψηλόλιγνη κοπέλα περιμένει στην είσοδο των γραφείων. Η αρμόδια υπάλληλος την ενημερώνει και της δίνει να δοκιμάσει (σε Medium και Large) δύο από τα πράσινα, κοντομάνικα τισέρτ, με τα διακριτικά «Ελληνικό Φεστιβάλ» που οφείλουν να φορούν οι ταξιθέτες. Φυσικά. Το Ελληνικό Φεστιβάλ, διανύοντας την 4η χρονιά του με την προεδρία του Γιώργου Λούκου, βρίσκεται προ των -θερινών- πυλών. Αλλά η προετοιμασία των νέων ταξιθετών είναι από τα απλούστερα, μάλλον, διεκπεραιωτικά θέματα…

«Δεν έχω σκεφτεί να φύγω. Αν όμως το κάνω, θα το κάνω χωρίς δηλώσεις» λέει ο Γιώργος Λούκος

«Δεν έχω σκεφτεί να φύγω. Αν όμως το κάνω, θα το κάνω χωρίς δηλώσεις» λέει ο Γιώργος Λούκος

Για τα πολυπλοκότερα ρωτάμε τον Γιώργο Λούκο που όχι μόνο έχει αρχίσει να συνηθίζει τον «Μπέκετ» της νεοελληνικής ζωής, αλλά με ορισμένες όψεις του ομολογεί ότι διασκεδάζει. Με άλλες μπορεί και να συγκινηθεί. Δεν θυμώνει ποτέ; Παραμένει ψύχραιμος και προφανώς, όταν χρειάζεται εξασκεί το χιούμορ του. Οπως π.χ. όταν, αυτός που κινείται διαρκώς μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας, ομολογεί ότι τον ακριβότερο καφέ τον έχει πιει στην Αθήνα. Αν τα 5,5 ευρώ για ένα εσπρεσάκι δεν τον θυμώνουν, τότε…

  • Με το σίριαλ του Λυκαβηττού δεν έχετε θυμώσει;

«Οχι ακόμα! Αυτές τις μέρες θα κάνουμε μια σύσκεψη. Περιμένω να… θυμώσω μετά».

  • Ο «Μπέκετ» της νεολληνικής ζωής δεν σας έχει κουράσει;

«Το γεγονός ότι πηγαινοέρχομαι είναι μια μεγάλη δύναμη. Οταν μια κατάσταση με κουράζει, φεύγω και ξεκουράζομαι -χωρίς να σημαίνει ότι έξω δεν δουλεύω πολύ. Αλλά με διασκεδάζει κιόλας ο Μπέκετ της ελληνικής ζωής. Κάποιες όψεις του είναι πολύ ευχάριστες εκπλήξεις. Πχ. τα αντανακλαστικά του ελληνικού κοινού: υιοθέτησε πράγματα που μέχρι τότε δεν έβλεπε ποτέ, με μια εκπληκτική ταχύτητα. Το γαλλικό κοινό θα ήθελε πολύ περισσότερο χρόνο. Υστερα, ο Τύπος έχει έναν ειλικρινή ενθουσιασμό. Στο εξωτερικό ορισμένοι είναι πολύ συγκρατημένοι, «δυσκοίλιοι», φοβούνται μήπως φανούν υπέρ το δέον ενθουσιώδεις».

  • Αντιστοίχως, όμως, σας έχουν προσάψει ότι ως Ελληνας του εξωτερικού ενθουσιάζεστε κι εσείς εύκολα π.χ. με το ελληνικό τραγούδι…

«Αυτό που θα ‘πρεπε να σκεφτούν ορισμένοι συνάδελφοί σας (γιατί διάβασα κάτι ανυπόστατα σχόλια ότι «δεν θα πρέπει το δημόσιο χρήμα να δίνεται στις δισκογραφικές εταιρείες») είναι ότι το ελληνικό τραγούδι όχι μόνο δεν στοιχίζει, αλλά φέρνει λεφτά στο φεστιβάλ, εν αντιθέσει με την κλασική μουσική, για την οποία χάνουμε λεφτά. Πρόπερσι π.χ. οι δύο συναυλίες της Χαρούλας Αλεξίου ήταν sold out και γι’ αυτό προσθέσαμε και μια τρίτη. Η ίδια πήρε ελάχιστα χρήματα γι’ αυτήν, το φεστιβάλ όμως έβγαλε αρκετά για να μπορέσει να πληρώσει μια κλασική ορχήστρα που άφησε κατά 60% άδειο το Ηρώδειο».

  • Υπάρχει όμως και η άποψη ότι το φεστιβάλ, για να εκπαιδεύσει μουσικά το κοινό, οφείλει να στηρίζει ό,τι δεν μπορεί ή δεν θέλει να στηρίξει ένας ιδιωτικός φορέας.

«Αυτό, εν μέρει, το κάνουμε. Αλλά ας μας πουν οι διαφωνούντες, κατά τη γνώμη τους, σε τι ποσοστό θα οφείλαμε να το εφαρμόζουμε; Πέρυσι π.χ. στο αφιέρωμα στον Μπάρτοκ, δεν είχαμε κόσμο, παρότι είχαμε κάνει μια σχετική προβολή. Πόσα λεφτά παραπάνω έπρεπε να ξοδέψουμε στη διαφήμιση για να πείσουμε τους Ελληνες να ακούσουν Μπάρτοκ αν δεν θέλουν; Δεν έχουμε σκοπό να αλλάξουμε την ψυχολογία του Ελληνα. Ούτε μπορούμε να τον υποχρεώσουμε βιαίως ν’ αγαπήσει το μπαρόκ και να εγκαταλείψει το ελληνικό τραγούδι. Του προτείνουμε, όμως, ορισμένα πράγματα που ελπίζω πως θα τον αλλάξουν λίγο λίγο. Κι άλλωστε τέτοια μουσική διαμάχη δεν υπάρχει αλλού -ούτε έχει λόγο να υπάρχει. Στην Ισπανία κανείς δεν λέει «να μην ακούμε φλαμένκο, αλλά μόνον κλασική μουσική»».

  • Επιστρέφω σε όσα μας θυμώνουν. Π.χ. το θέμα της Πειραιώς: δεν σας την παραχωρούν επιτέλους…

«Μας είπαν ότι φέτος θα αγοράσει τον χώρο το υπουργείο Πολιτισμού για το φεστιβάλ. Βέβαια μας το ‘χουν πει κι άλλοτε. Ελπίζω, τουλάχιστον, αυτή τη φορά, να το κάνουν. Δεν ξέρω πόσοι από τον πολιτικό κόσμο έχουν συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει με την Πειραιώς, γιατί οι περισσότεροι πολιτικοί δεν έρχονται. Δεν έχουν άμεση σχέση οι περισσότεροι από τον πολιτικό κόσμο με τον πολιτισμό.

  • Στους καινούργιους χώρους είναι και ο «Παρνασσός». Πώς τον σκεφτήκατε;

«Κάπου είχα διαβάσει ότι είναι κρίμα να μην αξιοποιείται. Πήγαμε και τον επισκεφτήκαμε την εποχή που γίνονταν εργασίες συντήρησης. Ως… «Ελληνας του εξωτερικού» συγκινήθηκα μάλιστα απ’ όλες αυτές τις παλιές φωτογραφίες των πολιτικών και των διανοουμένων της εποχής. Θέλησα να δω πώς λειτουργεί αυτός ο χώρος στο κέντρο της Αθήνας».

  • Ενα από τα γερά φεστιβαλικά χαρτιά φέτος είναι το πρόγραμμα της Επιδαύρου…

«Γηράσκω αεί διδασκόμενος. Αν υπάρχει μια ευχαρίστηση σ’ όλες τις δουλειές, είναι ότι σταδιακά μαθαίνουμε να τις κάνουμε κάπως καλύτερα -αλλά ποτέ τέλεια. Φέτος λοιπόν οι δημοσιογράφοι λένε ότι είναι γερό χαρτί η Επίδαυρος…».

  • Εσείς γιατί πιστεύετε ότι επισημάνθηκε αυτό;

«Ισως επειδή έρχονται τρεις ξένοι θίασοι και ονόματα όπως οι Ζαν Μορό, Ελεν Μίρεν, Ιθαν Χοκ. Δεν σημαίνει, όμως, υποχρεωτικά ότι ως πρόταση θα είναι η καλύτερη. Φέτος π.χ. η «Φαίδρα» δεν έχει ανέβει ακόμα στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας. Μπορεί να είναι εχέγγυο ότι ο Νίκολας Χάιτνερ είναι καλός σκηνοθέτης κι ότι πρωταγωνιστεί η Ελεν Μίρεν, αλλά δεν ξέρουμε σίγουρα αν θα λειτουργήσει στην Επίδαυρο. Κι επίσης δεν ξέρουμε αν θα λειτουργήσει η μεταφορά του Σέξπιρ, που είδα στη Νέα Υόρκη και μου άρεσε. Ενδιαφέρουσες θεωρώ πάντως φέτος και όλες τις ελληνικές προτάσεις».

  • Υπαινιχθήκατε πιέσεις που άσκησαν οι ντόπιοι για να παραμείνει ο αριθμός των παραστάσεων στις 8. Τέτοιου είδους πιέσεις έχετε δεχτεί κι από άλλους;

«Την πρώτη χρονιά είχαμε κάνει στην Επίδαυρο 6 Σαββατοκύριακα αντί για 8. Αποτέλεσμα; Πρόσθεσαν άλλα δύο ως παραχωρήσεις κι ο Τύπος όλο αυτό το χτύπησε. Κι όντως είχα δεχτεί τότε πιέσεις κι από τη Νομαρχία που ήθελε περισσότερες παραστάσεις για τουριστικούς λόγους. Γενικά όμως δέχομαι πολύ λιγότερες πιέσεις από άλλους -ίσως γιατί έρχομαι από το εξωτερικό. Δεν είναι, όμως, αυτό το πρόβλημα της Επιδαύρου».

  • Ποιο είναι;

«Οι συνεργασίες. Το φεστιβάλ οφείλει να δείχνει πρωτογενείς ελληνικές παραγωγές, για τις οποίες κάποιος πρέπει να πληρώσει. Αλλά για να έχεις συμπαραγωγούς, πρέπει να υπάρχουν θεσμοί με λεφτά και διάθεση. Αν 3-4 ΔΗΠΕΘΕ αποφάσιζαν να βάλουν από 50.000 ευρώ το καθένα, θα έβαζα κι εγώ άλλα 200.000 και με 400.000 θα κάναμε μια παράσταση. Αλλά αυτό είναι αδύνατο, γιατί τα 4 ΔΗΠΕΘΕ έχουν 4 διευθυντές που θέλουν όλοι να κάνουν τη σκηνοθεσία».

  • Εξαρχής καταστήσατε σαφές ότι οι άλλοτε «αυτονόητοι» του φεστιβάλ θα χάσουν το αυτονόητο, όχι όμως και την πρόσβαση εφόσον σας κάνουν μια πρόταση ενδιαφέρουσα…

«Για ποιους το λέτε αυτό;».

  • Για τα ΔΗΠΕΘΕ, τη Λαϊκή Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης κ.ά.

«Εισέπραξα ήδη κάποιες επιφυλάξεις. Υπήρξαν π.χ. άνθρωποι που μου μίλησαν για το ΔΗΠΕΘΕ της Κοζάνης. Δεν ντρέπομαι να πω ότι δεν ξέρω τη σκηνοθετική δουλειά του Γιάννη Καραχισαρίδη. Ηταν όμως επί 5 χρόνια διευθυντής αυτού του θεσμού. Και όταν μου κάνει μια πρόταση, το θεωρώ χειρονομία αβρότητας, να μην τον αποκλείσω. Εχει αυτή τη θέση και θέλει να κάνει κάτι με δύο ηθοποιούς πολύ γνωστούς και δημοφιλείς, τον Κιμούλη και τον Πιατά, σ’ ένα χώρο που τους χρειάζεσαι για να γεμίσεις, μ’ ένα έργο που δεν είναι τυχαίος· τον «Δον Κιχώτη». Εάν όντως είναι συμβατικός ως σκηνοθέτης, όπως κρίνουν μερικοί, εγώ έχω να πω ότι κι οι συμβατικοί έχουν ίσα δικαιώματα με τους μεταμοντέρνους και στην επιτυχία και στην αποτυχία. Διάβασα επίσης ένα αρνητικό σχόλιο επειδή ο Μπέζος και παίζει και σκηνοθετεί, ενώ δεν είναι σκηνοθέτης. Για όλα αυτά, οψόμεθα».

  • Τα οικονομικά του φεστιβάλ πώς είναι;

«Δεν είναι καλά, γιατί τα χρήματα που δώσαμε για τα έργα στην Πειραιώς, δεν μας επεστράφησαν ποτέ. Οταν πρωτόρθα, είχα την τύχη να υπάρξει υπέρ του φεστιβάλ μια αύξηση του τακτικού προϋπολογισμού -επειδή ακριβώς κάνουμε πολλές πρωτογενείς παραστάσεις. Τελικά ,ίσως, θα πρέπει να κάνουμε λιγότερες. Αλλά κι εκείνοι πρέπει να μας δώσουν ορισμένα χρήματα ώστε να μπορέσουμε να πληρώσουμε κάποια χρέη κι ας κάνουμε κι ένα μικρότερο φεστιβάλ. Ηδη φέτος είδατε πως είναι συντομότερο κατά 15 μέρες. Του χρόνου, αν τα οικονομικά μας συνεχίσουν να είναι έτσι, μπορεί να διαρκεί μόνο ένα μήνα». *