Archive for the ‘Καραθάνος Νίκος’ Category

D8A44C246F7B93645CE0408495F7606D«Είναι ωραίο να ζεις σε μια εποχή που αλλάζει ο αέρας» μας λέει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Νίκος Καραθάνος, που ετοιμάζεται να βρεθεί στην Επίδαυρο ερμηνεύοντας τον Οδυσσέα στον Κύκλωπα του Ευριπίδη, αλλά και να παρουσιάσει στις 17/8 τη μεγάλη επιτυχία της περσινής σεζόν, την Γκόλφω του Σπ. Περεσιάδη. Καλλιτέχνης σε διαρκή αναζήτηση, δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι σήμερα η τέχνη είναι μάλλον συντηρητική, «δεν παίρνει χαμπάρι τη ζωή» και τις δυσκολίες της…

Συνέντευξη στον Σπύρο Kακουριώτη,
Η ΑΥΓΗ, 28.07.2013

* Ο Κύκλωπας είναι ένα σατυρικό δράμα, είδος ελάχιστα γνωστό, που σπάνια παίζεται. Τι είναι λοιπόν αυτό το είδος; Πόσο συγγενεύει με την κωμωδία;

Κι εγώ είχα αυτήν την απορία… Μιλώντας μόνο με την εμπειρία του ηθοποιού, θα έλεγα ότι το σατυρικό δράμα είναι ένα μικρής διάρκειας αστείο πάνω σε ένα θέμα, ένα αστείο όπου όλα επιτρέπονται. Και η τραγωδία και η κωμωδία ενυπάρχουν σε αυτό το είδος, που έχει τη μεγάλη μαγεία του σαρκασμού… Μου θυμίζει, όσο κι αν σας φανεί παράξενο, τις βιντεοταινίες της δεκαετίας του 1980, που ενώ είναι άθλιες, έχουν μια περίεργη τρέλα, ειδικά από κάποιους εξαιρετικούς ηθοποιούς, πέραν των ορίων και πέραν του ρίσκου… Πρόκειται για ένα είδος ελάχιστα γνωστό, που δεν το έχω σπουδάσει κι έτσι δεν έχω προειλημμένες αποφάσεις ότι παίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι κι αυτό το κάνει πολύ πιο ενδιαφέρον. (περισσότερα…)

Advertisements
  • ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Στη σκηνή φέτος συνάντησε έναν παιδικό του ήρωα – τον Συρανό ντε Μπερζεράκ, τον αθεράπευτα ερωτευμένο ιππότη με τη μεγάλη μύτη. Οταν διάβασε για πρώτη φορά το έργο του Εντμόντ Ροστάν, ξέσπασε σε κλάματα. Βουρκωμένοι βγαίνουν και οι περισσότεροι θεατές από την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, από την παράσταση στην οποία ο ίδιος πρωταγωνιστεί -δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία- και σκηνοθετεί.

Κι εσείς κλαίτε στο τέλος της παράστασης…

Μια ψυχή φεύγει, δεν γίνεται αλλιώς. Δεν καταλαβαίνω γιατί θεωρούμε σπουδαίο το να δακρύσουμε σε μια παράσταση. Εχω ακούσει θεατές να λένε: «Μου είπαν να έρθω γιατί κλαίνε!». Λες και έχουν ανάγκη από κάτι που να μην περνάει μόνο από το μυαλό, αλλά και από την καρδιά τους.

Από το 1948 είχε να ανεβεί στο Εθνικό ο «Συρανό». Δεν ήταν και τόσο δημοφιλής;

Oχι, γιατί είναι έργο παλιό, με στίχο, πολυπληθές, λαϊκό. Τα λαϊκά έργα απαιτούν μια αθωότητα, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εγκεφαλικά παιχνίδια. Δεν σου επιτρέπουν να κάνεις εξυπνάδες. Δεν αποτελούν καλό πεδίο επίδειξης της μοντερνιάς μας – που επί χρόνια ήταν το ζητούμενο και προσωπικά με κούρασε.

Πώς το αποφασίσατε, λοιπόν;

Γιατί όχι; Επειδή το είχε ανεβάσει ο Ροντήρης και ίσως κάποιοι θα έλεγαν «πώς τολμάς;». Πώς δεν τολμάς, έπρεπε να είναι το θέμα. Στην Ελλάδα σκεφτόμαστε πολύ το παρελθόν. Κουβαλάμε το βάρος παλαιών πραγμάτων. Εγώ πιστεύω πως οι νεκροί πρέπει να βρίσκονται σε μια γωνιά του μυαλού μας. Να τους θυμόμαστε και να τους αγαπάμε. Να μη γίνονται άλλοθι για να μην προχωράμε.

Ο δικός σας Συρανό ποιος είναι;

Ενας άνθρωπος που επιλέγει να κάνει τη ζωή του όπως θέλει, όποιες κι αν είναι οι συνέπειες. Κι όλοι έχουμε στο στομάχι μας ένα ανθρωπάκι που δεν είναι αρτιμελές, που έχει διάφορες «αναπηρίες», αλλά, εντούτοις, πασχίζει να ζήσει με τον δικό του τρόπο. Και ο έξω εαυτός μας του ρίχνει μπουνιές και τον καταπιέζει.

Πώς είναι να κάνεις θέατρο σε καιρό κρίσης;

Οχι κι άσχημα! (Γέλια) Αλλωστε, εμείς οι ηθοποιοί του Εθνικού ήμασταν ήδη σε Μνημόνιο πολύ πριν από το ΔΝΤ. Είναι εξαιρετικά χαμηλοί οι μισθοί μας. Οταν ο πιο ακριβοπληρωμένος -και μεγαλύτερος σε ηλικία- παίρνει 1.200 ευρώ, δεν πρέπει να κοκκινίζουμε; Αλλά στην παράσταση αυτό δεν με επηρέασε. Φαντασία χρειάζεται και επινοητικότητα.

O μεγαλύτερος εχθρός ενός ηθοποιού;

Το καλάμι. Το κακομαθημένο μας «εγώ». Οι παλιότεροι το κουλάντριζαν καλύτερα. Η Βουγιουκλάκη έπειτα από κάθε παράσταση έλεγε: «Μη μου πεις αν ήμουν καλή. Πες μου αν μ’ αγαπάς»…

Υπάρχουν πολλά καλάμια στο χώρο σας;

Α, ναι. Ολοι οι άνθρωποι έχουμε μια ακαταμάχητη ροπή προς την κολακεία. Θέλουμε να αρέσουμε. Για έναν ηθοποιό, όμως, είναι καταστροφικό το να αφεθεί. Γιατί επαναπαύεται. Μη μας κακομαθαίνετε, λοιπόν. Mη ρουφάτε το ζουμί μας!

Εσείς πώς χαλιναγωγείτε το «εγώ» σας;

Εκπαιδεύοντας τον εαυτό μου να αναγνωρίζει τα λάθη του. Δεν ήταν εύκολο· έχω πονέσει για να το πετύχω. Παίρνω χαρά από μια επτυχία, αλλά δεν την κρεμάω στο λαιμό μου για να την περιφέρω εδώ κι εκεί. Εχω βρει τα ζύγια μου.

Τι σας ενοχλεί γύρω σας;

Η έλλειψη ανθρώπων που να χαίρεσαι να τους συναντάς, να μιλάς μαζί τους, να τους σφίγγεις το χέρι. Τι φταίει; Πως όλοι θεωρούμε τον εαυτό μας εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Mια ατάκα του Συρανό που αγαπάτε πολύ;

«Κάτω από ρόδινο ουρανό θα ‘θελα να πεθάνω, με μια πληγή κατάκαρδα να την απολαμβάνω». Το πώς θέλουμε να πεθάνουμε στην πραγματικότητα δείχνει το πώς θέλουμε να ζήσουμε. Τι φάρο έχουμε βάλει στη ζωή μας.

Εσείς πώς θέλετε να ζήσετε;

Ορθιος, γιορτάζοντας. Απολαμβάνοντας τους φίλους, τα ταξίδια, το άγνωστο. Ρίχνοντας την μπάλα στο γήπεδο, μπας και παιχτεί κάτι. Οχι σκεπτόμενος το καλύτερο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα…

Ποια συμβουλή των γονιών σας δεν ακούσατε ποτέ;

Οταν ήμουν μικρός, μου έλεγαν συχνά: «Να τα έχεις καλά με τον τάδε, είναι χρήσιμος». Η ζωή μού έμαθε πως όσα παιδιά ήταν ανυπάκουα είναι ευτυχισμένα τώρα.

Info: Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή, έως 17/4. Παίζουν: Χρ. Λούλης, Λένα Κιτσοπούλου, Α. Παπαδημητρίου κ.ά.

Πηγή: Περιοδικό «K»

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Ο Νίκος Καραθάνος σκηνοθετεί στην Κεντρική Σκηνή τού Εθνικού Θεάτρου το αριστούργημα του Εντμόν Ροστάν «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» κρατώντας ο ίδιος τον ομώνυμο σπουδαίο ρόλο. Η λέξη που επαναλαμβάνει διαρκώς και με έμφαση είναι μια μετοχή: «ρισκάροντας».

Είκοσι ένας... νοματαίοι στον «Σιρανό» κάνουν «όλα αυτά που δεν μπορούμε. Τα πάντα! Χορεύουμε, τραγουδάμε... Είμαστε ο εαυτός μας»,  λέει ο Ν. Καραθάνος

Είκοσι ένας… νοματαίοι στον «Σιρανό» κάνουν «όλα αυτά που δεν μπορούμε. Τα πάντα! Χορεύουμε, τραγουδάμε… Είμαστε ο εαυτός μας», λέει ο Ν. Καραθάνος «Εχω προβληματιστεί πολύ αν πρέπει η πολιτική σου θέση και αντίδραση να διοχετεύεται μες στις παραστάσεις», λέει. «Με το καλλιτεχνικό έργο σου αντιδράς σε ένα καταστημένο; Δεν το πιστεύω καθόλου. Ανεβάσαμε το «Σιρανό» εκθέτοντας εγώ και οι συνάδελφοί μου τον εαυτό μας δημόσια. Θέλοντας πρώτα απ’ όλα να δείξουμε ποιοι είμαστε εμείς. Δηλαδή, παίζουμε ένα κλασικό κείμενο όντας ο ίδιος ο εαυτός μας».

– Οταν λέτε ότι είστε ο εαυτός σας, πώς το εννοείτε;

«Να είσαι το τρυφερό σου βάθος και όχι το κακομαθημένο σου Εγώ, όπως λέει ο Ράμφος. Μια μικρή προσπάθεια γίνεται για να χτυπήσεις τον εγωισμό μέσα σου. Αυτό είναι από μόνο του κάτι πολιτικό. Ξεκινώ, δηλαδή, κάνοντας πρώτα κάτι για μένα, που μπορεί μετά να αφορά και τους άλλους. Οπότε θα δείτε τον Νίκο, εμένα, που κάνει τον Σιρανό, τη Λένα (Κιτσοπούλου) που κάνει τη Ρωξάνη, τον Αγγελο (Παπαδημητρίου) που κάνει τον Ντε Γκις. Είμαστε εμείς που διατρέχουμε μια ιστορία».

– Μια πασίγνωστη ιστορία αγάπης και ποίησης, που σήμερα όμως, με όσα συμβαίνουν γύρω μας, αναρωτιέμαι αν όντως μάς αφορά.

«Μας αφορά; Τι είναι αυτά τα γούστα; Με αφορά! Ηρεμήστε, παιδιά! Αφήστε τα έργα αυτά να είναι αυτά που είναι και κοιτάξτε εμάς. Κάτι που διασώζεται στο χρόνο και φτάνει χέρι με χέρι σε εμάς, σίγουρα κάτι έχει».

– Τι έχει ο «Σιρανό», λοιπόν;

«Είναι ένα σπουδαίο έργο. Ενα επικό έργο. Είναι η ιστορία μιας ολόκληρης ζωής σε 15σύλλαβο. Ενα ποίημα γεμάτο δράση, έρωτα, θάνατο, τα πάντα. Ο,τι έχει και η ζωή μας. Γι’ αυτό αντέχει και αρέσει».

– Εχει και πολιτική.

«Αλίμονο! Εχει ένα μονόλογο ο Σιρανό, έναν φοβερό καταπέλτη για το πώς θέλει να ζήσει. Τα κλοτσάει όλα. Και λέει «να ανέβω μόνος», «να μη χρωστώ τίποτα σε κανένα». Το έργο εμπεριέχει την έννοια της αρετής του άνδρα και της γυναίκας, το πώς θέλουν να ζήσουν. Κάτι που έχουν τα παλιά έργα, εκεί οι ήρωες διάλεγαν. Ολη η ιστορία, όλος ο αγώνας ήτανε «πώς θέλω να ζήσω». Σήμερα είμαστε μικρότεροι απ’ αυτό. Δεν διαλέγουμε πλέον πώς θέλουμε να ζήσουμε. Μεγάλωσα με ιστορίες ανθρώπων που ήταν ένα βιβλίο, ένα έργο ολόκληρο. Μη ρωτάτε, επομένως, αν μας αφορά το έργο ή όχι σήμερα».

– Πώς συστήνετε τον ήρωα με το μεγάλο… ελάττωμα, ένα δεινό στιχοπλόκο και γενναίο ιππότη;

«Ως έναν υπέροχο άνθρωπο με μεγάλη καρδιά. Αν μπορούσε, θα την είχε έξω από το σώμα την καρδιά. Στην περίπτωσή του λες: «τι χαρακτήρας!». Βλέποντάς τον ολόγυμνο, πώς σκέφτεται, πώς μιλά, πώς χρησιμοποιεί το πνεύμα και την καρδιά του. Σπάνιο πράγμα. Και στέκεσαι «προσοχή» μπροστά στο καθαρό αυτό πνεύμα. Κάπου έχει θαφτεί στην καθημερινή ζωή μας αυτός ο άνθρωπος. Κάνουμε κι εμείς ό,τι κάνουμε, μπας και βλαστήσει κανένας!».

– Η παράστασή σας πού οδηγεί το έργο;

«Είμαστε 21 νοματαίοι στη σκηνή, έχοντας πάρει πολλά ρίσκα. Οι μισοί ηθοποιοί παίζουν μουσική και φτιάχνουν μια ορχήστρα. Δεν ήξεραν μουσική αλλά έμαθαν. Κάνουμε όλα αυτά που δεν μπορούμε. Χορεύουμε, τραγουδάμε. Κάνουμε τα πάντα. Πολύ απλά και ονειρικά και εντελώς δικά μας είναι όλα».

– Αισθάνεστε να προχωράτε στο θέμα της σκηνοθεσίας, με τον Ροστάν;

«Οχι. Αυτά είναι για αργότερα. Τώρα προχωράω στο θέμα συνεργασία. Είναι μεγάλο στοίχημα το να συνεννοηθείς με τόσους ανθρώπους. Ενα μεγάλο στοίχημα είναι και η ίδια η παράσταση. Εμπεριέχει μια τρομερή περιέργεια: πώς θα «ακουμπάει» στο κοινό ώστε να είναι κάτι ζωντανό. Δεν κάνουμε κάτι ούτε τόσο αυστηρά αισθητικό ούτε ελεγμένο επαγγελματικά, για να έχουμε εξασφαλισμένη επιτυχία. Ρισκάρουμε».

– Πώς βιώνετε την κρίση;

«Οπως όλοι. Σαν ένας απλός άνθρωπος. Και όπως κάθε συμπολίτης μου, την έχω αισθανθεί και στην τσέπη. Και από το στάδιο της οργής κατέληξα στο φόβο».

– Τι φοβάστε;

«Το ότι απλώς φοβάμαι και δεν ρίχνω κλοτσιά. Σαν κάποιος να μας έβαλε τις φωνές και καθόμαστε και τον ακούμε στη γωνίτσα φοβισμένοι. Ζηλεύεις τους Ιρλανδούς, που φωνάζουν «έξω». Ζηλεύεις τους νέους στην Αγγλία που θέλουν να τα αλλάξουν όλα. Να δώσουμε ξύλο! Υγεία είναι! Οπως και οι γονείς μας, που όταν ήμασταν μικροί τσακώνονταν κι έπεφτε και ξύλο. Κι όμως, αγαπιούνταν και θέλανε να ζούνε μαζί».

– Πιστεύετε ότι θα βγούμε σύντομα απ’ την κρίση;

«Οχι. Το τούνελ είμαστε εμείς. Είμαστε μια μικρή χώρα, όπου αυτοί που έκλεψαν είναι ανάμεσά μας. Είναι συγγενείς μας, που κάθονται και ζουν πάνω στα κλεμμένα. Ισως οι νεότεροι αλλάξουν τα πράγματα με έναν τρόπο που δεν φανταζόμαστε. Δεν πιστεύω στα προγράμματα και τα μνημόνια. Ζωή είναι. Με τρόικες και μνημόνια δεν υπάρχει περίπτωση να πας μπροστά ως χώρα». *

info: Μετάφραση Λουίζας Μητσάκου, μουσική Κορνήλιου Σελαμσή, σκηνικά- κοστούμια Ελλης Παπαγεωργακοπούλου. Παίζουν: Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Χρήστος Λούλης, Κοσμάς Φοντούκης, Αγγελος Παπαδημητρίου, Τζίνα Θλιβέρη, Γιάννης Κότσιφας, Αγορίτσα Οικονόμου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη κ.ά.

  • Ο 43χρονος ηθοποιός σκηνοθετεί και υποδύεται τον ρομαντικό ήρωα του Εντμόν Ροστάν στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Και λέει ότι υγεία είναι να τα σπας όλα, μήπως και γεννηθεί κάτι άλλο

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Προτιμούσε να ερμηνεύσει μόνο τον ρόλο παρά και να σκηνοθετήσει το έργο, αλλά όταν ξαναδιάβασε τον «Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντμόντ Ροστάν ο Νίκος Καραθάνος έβαλε τα κλάματα… Ετσι κι έγινε: «Το θέμα είναι να “ανοίξεις”, να νιώσεις ότι κάτι συμβαίνει εδώ. Βέβαια δεν ήξερα πού πήγαινα με το μέγεθος του έργου, τους στίχους, τον δεκαπεντασύλλαβο, με την ποίηση. Για μένα πάντα η σκηνοθεσία έχει να κάνει πολύ με την πραγματικότητα. Οπως και στις “Οκτώ γυναίκες”, δεν θα τις έκανα αν δεν ήταν αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι. Ωραίες ιδέες υπάρχουν, και;» αναρωτιέται… «Κι ο γάμος είναι μια ωραία ιδέα, και;» προσθέτει. «Οι ωραίες ιδέες είναι για να τις σκορπάς, όχι για να τις κρατάς. Ολη η ιστορία στη σκηνοθεσία είναι το δόσιμο. Οπως όταν ανακαλύπτεις ένα παιχνίδι και θες να το μοιρασθείς με τους άλλους».

Στην προκειμένη περίπτωση ο Νίκος Καραθάνος ξεκίνησε την περιπέτειά του με το έργο, τον στίχο, την ποίηση, το έμμετρο: Αλήθεια, από πού πιάστηκε για να στήσει την παράσταση; «Από τη μύτη του Συρανό» λέει γελώντας. Και συνεχίζει: «Δεν ήθελα καλούς επαγγελματίες, ήθελα ανθρώπους, προσωπικότητες, κάτι να ΄χουν, κάτι να μας συνδέει. Γι΄ αυτό πήρα τη Λένα, τον Χρήστο, τον Κοσμά, τον Αγγελο… Φυσικά είναι χαρά Θεού ότι είναι και επαγγελματίες…». Προτείνει ωστόσο να πάμε στην παράσταση, όπως και σε κάθε παράσταση, χωρίς να έχουμε τίποτε στο μυαλό μας «να τ΄ αφήσεις άδειο να σ΄ επισκεφθεί το έργο. Δυστυχώς για όλα τα πράγματα σήμερα έχουμε κάτι στο μυαλό μας, κι αυτό δεν μας βοηθάει να πάμε μπροστά». Ψάχνοντας για τον Συρανό, ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής διάβασε και έμαθε ότι πρόκειται για την ιστορία ενός πραγματικού ανθρώπου, ενός ποιητή του 1700, που έχει γράψει το «Ταξίδι στη Σελήνη». «Ηταν έτσι ως άνθρωπος, ως χαρακτήρας και πέθανε 35 χρόνων. Ενας περήφανος και ελεύθερος άνθρωπος, από αυτές τις ηρωικές, ονειροπόλες μορφές, τις απέραντες που έχουν μέσα τα νιάτα μας. Ενας Δον Κιχώτης, που σκέφτεται και μιλάει για τα πάντα, με μια τρέλα στο μυαλό, στη γλώσσα, στην καρδιά, σε όλα. Ενα άνοιγμα ουρανού κόντρα στον Θεό, συναντώντας τον Θεό τον ίδιο» λέει, εμφανώς επηρεασμένος από την ποίηση του ίδιου του έργου.

Αλήθεια, τι συμβολίζει σήμερα ο ήρωας; «Σήμερα Συρανό είναι μια μάρκα κρασιών, παγωτά, είδη μακιγιάζ, τηλεκάρτες από την Ιαπωνία, είναι ένα όνομα φραντσάιζ… Οταν όμως πρωτοπαρουσιάστηκε πήραν όλα φωτιά… ο Συρανό είναι ένας άνθρωπος με πρόβλημα και μια τεράστια ψυχή- όπως είναι γύρω μας όλοι οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες. Μια τεράστια καρδιά χωρίς πόδια ή χωρίς μυαλό. Κλαίμε χαζά μπροστά σε έναν άνθρωπο με μια αναπηρία, με ένα πρόβλημα, κοροϊδεύουμε… Λίγο παραπάνω να σταθείς μπροστά του, τρομάζεις. Από εκεί είναι η πόρτα της ζωής, απ΄ αυτή την αδυναμία. Αυτό ψάχνω και σε μένα και στους άλλους. Ολα τα άλλα, τα ωραία, τα κόλπα, όλοι τα ξέρουμε. Μπαίνουμε από την πόρτα της αναπηρίας για να εκτεθούμε κιόλας… Και βάζω στον Συρανό μεγάλη μύτη αλλά και ολόκληρο τον εαυτό μου, όλον τον Νίκο… Μέσα απ΄ αυτόν βλέπω και όλη την παράσταση. Λέει μια φράση ο Συρανό μέσα στο έργο,“Δεν μπορώ ό,τι αισθάνομαι πάντοτε να το πνίγω”. Ε, λοιπόν, σ΄ αυτή την παράσταση δεν πνίγω τίποτε….». Αφήνει τα λόγια του Ροστάν, «τα ωραιότερα ερωτικά λόγια που έχω ακούσει ποτέ», να ακουσθούν, να κυλήσουν… Αφήνει το μελό, το σαχλό, το παιδικό…

Ισως γιατί ο Νίκος Καραθάνος λυπάται λίγο που ζει σ΄ αυτή την εποχή, «που δεν έχει γίνει ενδιαφέρουσα ακόμη… Δύσκολα συνδέεται ο Συρανό με την εποχή μας- αυτοί οι άνθρωποι ήταν κάποτε θρησκεία. Κάθε χωριό και κάθε πλατεία είχε έναν Συρανό, εμείς σήμερα όχι. Δεν έχουμε πίστη. Είναι υπό καταστολή. Συντηρούμαστε, δεν πιστεύουμε σε κάτι. Δεν ξέρω…τριγυρνώ στην περιοχή, στο Εθνικό… Κάπου αλλού κάτι άλλο συμβαίνει, όχι εδώ… Εδώ μόνος του ο καθένας κάτι κάνει. Μαζί όμως; Τι να πω… Σήμερα πάντως ο Συρανό θα ήταν σπίτι του..» λέει. Κόντρα στο «μόνος», όλοι μαζί, στην παράσταση του Εθνικού, φτιάχνουν μια ορχήστρα: «Ο καθένας μας μαθαίνει ως εκεί που μπορεί. Χρησιμοποιούμε τη μουσική και τα όργανα για να μιλήσουμε. Κάνουμε ό,τι δεν μπορούμε. Σ΄ αυτούς άλλωστε αφιερώνεται η παράσταση, σ΄ αυτούς που δεν μπορούν. Αυτός είναι και ο Συρανό, αυτός που δεν μπορεί. Κάνουμε λοιπόν ό,τι δεν μπορούμε…» καταλήγει.

Ο 43χρονος ηθοποιός Νίκος Καραθάνος έδωσε το σκηνοθετικό στίγμα του με τις «Οκτώ γυναίκες», όταν ανέβασε το έργο με ανδρικό θίασο και κέρδισε τις εντυπώσεις. Από τους καλλιτέχνες της νεότερης θεατρικής γενιάς, συνδυάζει το ταλέντο με μια παιδεία και μια φαντασία, με μια τρέλα στην καρδιά και στην ψυχή… «Δεν έχεις νιώσει ότι, εδώ και χρόνια, την Ελλάδα που ζήσαμε στα νιάτα μας, την Ελλάδα που αγαπήσαμε και ερωτευθήκαμε, την κάναμε μνημόσυνο; Ολο τη μνημονεύουμε, όλο τη θυμόμαστε, της κάνουμε κόλλυβα…» ρωτάει, αναρωτιέται και συμπληρώνει: «Ζούμε σε μια χώρα που δεν ξέρει τι να κάνει τους ανθρώπους της. Αν καιγόταν το κτίριο της Βουλής, τι αλλαγή, τι ευτυχία… Μόνο το κτίριο,όχι οι άνθρωποι, γιατί τους ηρωοποιείς. Από το σχολείο μαθαίναμε ότι ως έθνος υπάρχουμε γιατί βάζουμε φωτιά… Ολοι οι ήρωές μου βάζανε φωτιές και σκοτώνονταν μετά. Πάντα προχωρούσε αυτή η χώρα χωρίς να ξέρει, χρεωμένη μεν, αλλά καίγοντάς τα όλα… αυτό ήταν υγεία. Υγεία είναι να τα σπας, όλα, μπας και γεννηθεί κάτι άλλο, κάτι καινούργιο…» – ή να ξαναγεννηθεί ένας Συρανό ντε Μπερζεράκ.

«Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντμόν Ροστάν. Παίζουν: Νίκος Καραθάνος, Χρήστος Λούλης, Λένα Κιτσοπούλου, Κοσμάς Φοντούκης, Αγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Κότσιφας κ.ά. Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή, τηλ. 210 5288.170-1.

  • Πρεμιέρα: Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου, 21.00.
  • Παραστάσεις, σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο, ως τις 17.4.2011.
  • Εισιτήρια: 26,21,15,13 ευρώ.

Ακόμα και ο Θωμάς Μοσχόπουλος, γνώστης της ερμηνευτικής γκάμας του Νίκου Καραθάνου, δεν υποπτεύθηκε εξαρχής τον σπινθηροβόλο Μαλβόλιο που θα «έχτιζε» σε μεγάλα κέφια. Ισορροπώντας στο μεταίχμιο της γελοιότητας με μαεστρία, ο Καραθάνος κατόρθωσε να είναι, ως ματαιόδοξος αυλικός της Ολίβια, ένας «αφρός» μελαγχολικής αποκοτιάς.

«Δεν είναι τιμητικό πλέον να είσαι Ελληνας. Ξαφνικά στη χώρα αυτή αισθάνεσαι φυγάς, πρόσφυγας του εαυτού σου», διαπιστώνει εκτός σκηνής ο Μαλβόλιο - Νίκος Καραθάνος

«Δεν είναι τιμητικό πλέον να είσαι Ελληνας. Ξαφνικά στη χώρα αυτή αισθάνεσαι φυγάς, πρόσφυγας του εαυτού σου», διαπιστώνει εκτός σκηνής ο Μαλβόλιο – Νίκος Καραθάνος

Στην κοινή παράσταση της «Δωδέκατης Νύχτας» του Σέξπιρ με το «Τι είδε ο Μπάτλερ;» του Τζο Ορτον, μια ευφυή διαλεκτική σύνθεση του Μοσχόπουλου στο θέατρο «Αλίκη», ο ηθοποιός, φορώντας τις κίτρινες καλτσοδέτες του θαλαμηπόλου, φλερτάρει επικίνδυνα με όλα τα θεατρικά όρια. Ιδεώδης «προθέρμανση» για τον εξίσου οριακό Φρύγα, που θα υποδυθεί το καλοκαίρι στον «Ορέστη» του Ευριπίδη. Παράσταση του Εθνικού Θεάτρου που θα σκηνοθετήσει ο Γιάννης Χουβαρδάς.

Ο Μαλβόλιο μέσα στην «τρέλα» του, παραδόξως είναι ένας κωμικοτραγικά φιλόδοξος χαρακτήρας.

«Είναι μια τραγική φιγούρα. Ζει στη φαντασίωσή του. Θέλει να γίνει κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι. Είναι, όμως, το κορόιδο. Εμπεριέχει οτιδήποτε ξέρουμε σήμερα για τη φάρσα, την κωμωδία, τον βωβό κινηματογράφο».

Πώς «ισορροπήσατε»;

«Δεν παίζεται ως αρχέτυπο -παρ’ ότι είναι. Ο Μαλβόλιο είναι πολύ απλά εγώ, ο Θωμάς και μαζί τα υπόλοιπα παιδιά της δουλειάς. Στη «Δωδέκατη Νύχτα» όλοι επιθυμούν εκείνο που αδυνατούν να αποκτήσουν. Βλέπουμε στην παράσταση τον κανονικό ώς το κόκαλο άνθρωπο, που θέλει να ζήσει, να φλερτάρει, να γράψει ποιήματα, να κυνηγήσει, να κλάψει, να μεταμφιεστεί, να αλλάξει φύλο, να πέσει από ένα γκρεμό, να πεθάνει. Ολα όσα σε κάνουν να καταλαβαίνεις ότι είσαι ζωντανός. Κι όλα όσα σε κάνουν να ντρέπεσαι. Γιατί στα όρια «λάμπει» η ζωή. Ολα τα σπουδαία έργα μόνο γι’ αυτά τα όρια μιλάνε. Οτιδήποτε κανονικό είναι αφάνταστα πληκτικό».

Είστε κι εσείς απ’ τους ηθοποιούς που δεν φοβούνται να προκαλούν τον εαυτό τους και τα όριά τους.

«Μα τι άλλο είναι το θέατρο από το να διακινδυνεύεις; Εγώ πάντα φλέρταρα με τα όρια, κάνοντας πράγματα που δεν ήταν της ώρας μου. Τους δύο Οιδίποδες τους έπαιξα στα τριάντα μου. Λίγο αργότερα έκανα τον «Ερρίκο τον Δ'» του Πιραντέλο. Δεν κοιτάζω πίσω. Αλλά υπάρχουν πράγματα που με κάνουν και χαίρομαι αφάνταστα. Οπως οι «Οκτώ γυναίκες»».

Παρ’ ότι δεν διεκδικείτε τον τίτλο του «επιστήμονα σκηνοθέτη», αποτολμήσατε να σκηνοθετήσετε. Γιατί;

«Από περιέργεια. Με τη σκηνοθεσία άνοιξε μια πόρτα και έδειξα λίγο από αυτό που είμαι πράγματι εγώ. Ως ηθοποιός είσαι εκτελεστής. Βεβαίως, έχω συναντηθεί με σκηνοθέτες οι οποίοι με υπεραγάπησαν -η σχέση ηθοποιού και σκηνοθέτη πρέπει να είναι ερωτική. Οταν σου μιλά ο Παπαβασιλείου για τον ελληνικό λόγο, τρελαίνεσαι. Οταν ο Μαυρίκιος μιλάει για εικόνες, απογειώνεσαι. Υπάρχουν πράγματα που είναι σαν το τίμιο ξύλο. Και συμβαίνουν μόνον όταν οι άλλοι είναι ελεύθεροι, ζωντανοί, ανήσυχοι και όχι τακτοποιημένοι. Πώς αλλιώς να το πω; Είμαστε συντηρητικοί. Κι αυτό θέλει αντίδοτο: ρισκάροντας».

Συμπτωματικά βρεθήκατε σε παραστάσεις που «λιθοβολήθηκαν». Με τον Βασίλιεφ, τον Γκότσεφ…

«Και τον Λάνγχοφ παλαιότερα…».

Το θέατρο πρέπει να είναι ένα πεδίο συγκρούσεων;

«Αυτή είναι η κινητήριος δύναμή του».

Βλέπετε όμως να τέμνεται με την κοινωνία;

«Μια βραδιά στις «Οκτώ γυναίκες» είχε έρθει μια κυρία μόνη, απ’ το Αιγάλεω, τρεις ώρες πριν ξεκινήσει η παράσταση. Με συγκίνησε. Θα αισθανόμουν γελοίος αν έπαιζα εκείνη την ημέρα άσχημα. Πάντα πάνω στη σκηνή αναρωτιέμαι «γιατί μ’ έβαλε αυτή τη στιγμή η ζωή εδώ μαζί τους;». Δεν πρέπει να μπαίνεις πίσω από μια μάσκα. Είναι το εύκολο. Πρέπει να σπας κάθε βραδιά τη συνήθεια. Δεν ξέρω ποια ισχύ έχουν πράγματι τα θέατρα στις κοινωνίες μας, αλλά ας κοιτάξουμε τις μονάδες. Ας κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο. Οταν αλλάζει κάτι μέσα σου, είναι υπεραρκετό».

Αισθάνομαι ότι ζούμε σε μια εποχή που λίγο πολύ έχουν χαθεί τα κριτήρια στο ελληνικό θέατρο. Ολοι μπορούν και κάνουν τα πάντα. Ετσι είναι;

«Ναι. Δεν μπορείς να είσαι βολεμένος, ανελεύθερος και πετυχημένος και να βγαίνεις να λες ένα μονόλογο για την ψυχή του ανθρώπου, την ώρα που έχεις απολέσει τη δική σου. Η γενιά μου λίγο άρχισε να κάθεται σε θρόνους απ’ όπου κοιτάζει ο ένας τον άλλο. Ηδη πεθάναμε και αρχίζουμε σε λίγο να μυρίζουμε. Μη μου λέτε γιατί τρώμε γιούχα! Το γιούχα σε ξυπνάει, σε προσδιορίζει, σε σηκώνει απ’ την καρέκλα σου!».

Σας επηρεάζει καθόλου η κατάσταση του κράτους, η εθνική μας πτώχευση;

«Αλίμονο! Δεν μ’ αρέσει αυτή η κατάσταση, δεν έχει καρδιά, δεν έχει έρωτα. Κάτι άσχημο συμβαίνει σ’ αυτό το «κορμί». Δεν είναι τιμητικό πια να είσαι Ελληνας».

Κάποτε ήταν;

«Από τους στίχους του Ελύτη έως τις μουσικές του Χατζιδάκι, όλος ο αιώνας που περάσαμε ήταν παράσημα στο κορμί μας. Σήμερα είναι σα να είσαι άπατρις ξαφνικά. Ενας φυγάς, πρόσφυγας του εαυτού σου». *

**INFO: «Δωδέκατη Νύχτα»: Ν. Καραθάνος, Χρ. Λούλης, Αργ. Ξάφης, Ιωάννα Παππά, Μαρίσα Τριανταφυλλίδου κ.ά. «Τι είδε ο μπάτλερ»: Λυδία Φωτοπούλου, Κ. Μπερικόπουλος, Ομ. Πουλάκης, Αννα Καλαϊτζίδου κ.ά.

Τρίτη, 9.15 μ.μ.: «Τι είδε ο μπάτλερ». Τετάρτη, 8 μ.μ.: «Δωδέκατη Νύχτα». Πέμπτη, 9.15 μ.μ.: «Δωδέκατη Νύχτα». Παρασκευή, 9.15 μ.μ.: «Τι είδε ο μπάτλερ». Σάββατο, 6.30 μ.μ.: «Τι είδε ο μπάτλερ», 9.15 μ.μ.: «Δωδέκατη Νύχτα». Κυριακή, 7 μ.μ.: και τα δύο έργα μαζί.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010