Archive for the ‘Δημητριάδης Δημήτρης’ Category

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΧΑΪΔΩ ΣΚΑΝΔΥΛΑ, Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κοινός τόπος ανάμεσα στα δύο έργα του βραβευμένου συγγραφέα Δημήτρη Δημητριάδη που αυτές τις μέρες παρουσιάζονται σε δύο θεατρικούς χώρους της Θεσσαλονίκης (το «In senso» στο «Ορα» και οι «Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών» στο στούντιο «Vis Motrix») είναι ο έρωτας πέρα από τα όρια, άμετρος και απροκάλυπτος. Το ακριβώς αντίθετο κάθε κοινοτοπίας ο ίδιος, παραμένει παραβατικός και σήμερα, όπως και πριν από 34 χρόνια που έγραφε το εμβληματικό «Πεθαίνω σαν χώρα». Η συζήτηση μαζί του ξεκίνησε από τον έρωτα, πέρασε στην τέχνη, για να καταλήξει στην πάλη του νέου με το παλιό, μέσα από την οποία υπάρχει ελπίδα να αναδυθεί ένα καλύτερο αύριο. (περισσότερα…)

Advertisements

Πριν από λίγους μήνες, το φημισμένο «Οdeon» στο Παρίσι διοργάνωσε ένα μεγάλο αφιέρωμα σε μία από τις πιο ιδιαίτερες φωνές των ελληνικών γραμμάτων, τον Δημήτρη Δημητριάδη. Σε αυτή την πόλη ανέβηκε το πρώτο του θεατρικό έργο «Η τιμή της ανταρσίας» από τον Πατρίς Σερό το 1968 στο Τheatre d΄ Αubervilliers. Από τότε μέχρι το εμβληματικό «Πεθαίνω σαν χώρα» και τον σημερινό «Τόκο»- σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή που συμπεριλήφθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών- έχουν μεσολαβήσει πάμπολλα έργα του και μεταφράσεις, όλα δουλεμένα στην πόλη του, τη Θεσσαλονίκη.

  • Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;

Οταν επιστρέφω με το αεροπλάνο, να μην ξαναβρώ στη θέση του το μέρος που είχα εγκαταλείψει φεύγοντας.

  • Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Η αδιάψευστη βεβαιότητα ότι θα ξαναβρώ τον κόσμο ακριβώς όπως ήταν και την προηγουμένη.

  • Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Την περιμένω.

  • Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;

Είμαι αχαρακτήριστος.

  • Το βασικό ελάττωμά σας;

Οτι τα έχω όλα.

  • Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Στα πιο σοβαρά.

  • Η τελευταία φορά που κλάψατε;

Κλαίω συνεχώς μπροστά σ΄ έναν τάφο που δεν υπάρχει πια.

  • Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

Μ΄ εκείνη που θα έκανε πραγματικότητα όλα όσα περιμένω από μία αληθινή ιστορική προσωπικότητα- δυστυχώς οι μόνες ιστορικές προσωπικότητες είναι πλέον οι ασήμαντες, αυτές που έχουν μετατρέψει την Ιστορία σ΄ ένα καθημερινό Τίποτα, όπως και άλλες που προσπαθούν να επιβάλουν το καθημερινό Τίποτα ως Ιστορία, όλα για μία εκ των προτέρων καταδικασμένη υστεροφημία. Ο πόλεμος, κηρυγμένος ήδη και μέχρις εσχάτων, είναι ανάμεσα στους μειονεκτικούς και στους αφανείς. Η έκβαση; Μόνον ο ίδιος ο πόλεμος τη γνωρίζει.

  • Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;

Αυτοί που ήσαν και ανέκαθεν, μόνον οι επινοημένοι, δηλαδή οι δραματικοί.

  • Το αγαπημένο σας ταξίδι;

Στο άπειρο- χωρίς επιστροφή.

  • Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Ολοι εκείνοι που έχουν καταστήσει τη Λογοτεχνία μία δύσκολη υπόθεση, δηλαδή απολύτως ευχάριστη αλλά και άκρως δυσεύρετη.

  • Ποια αρετή προτιμάτε σ΄ έναν άντρα;

Την επίφοβη παραδοξότητα.

  • Σε μια γυναίκα;

Πένθος και μελαγχολία.

Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Δεν είναι ένας, είναι όμως όλοι εκείνοι που με κάνουν ν΄ αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν οι μουσικοί αυτοί και συγχρόνως όλοι οι υπόλοιποι.

  • Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

Μία τέτοια ερώτηση θα μπορούσε να είναι ένας λόγος να μην απαντήσω σε καμία από τις ερωτήσεις σας.

  • Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

Ολα εκείνα που με έκαναν να θέλω πάντα να κάνω κάτι ισάξιο.

  • Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Η ζωγραφική (δεν εννοώ όλη τη ζωγραφική) με κάνει να μη χάνω την ελπίδα μου ότι η ελλειμματι κότητα του κόσμου μπορεί να αναπληρωθεί με κάτι, τη ζωγραφική (και όχι όλη), το οποίο αποδεικνύει ότι αυτός ο κόσμος είναι ατελής, προπαντός ότι του λείπει το θεμελιώδες: η τέχνη.

  • Το αγαπημένο σας χρώμα;

Αυτό χωρίς το οποίο δεν υπάρχει φως.

  • Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Αν κατονόμαζα έστω και μία, θα έθετα υπό δοκιμασία μία από τις βασικές και απαράβατες αρχές μου.

  • Το αγαπημένο σας ποτό;

Αυτό που ποτίζει όλα τα φυτά.

  • Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Που δεν ολοκλήρωσα, όσες φορές χρειάστηκε, τη σκέψη μου προκειμένου να δώσω στον άλλον να καταλάβει κάτι που για μένα ήταν πρωταρχικής σημασίας αυτό το ανολοκλήρωτο όμως είναι, ως γνωστόν, ένας εντελέστατος μηχανισμός απ΄ τον οποίο επωφελείται η επινόηση, κυρίως η καλλιτεχνική.

  • Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;

Την ανεπάρκεια των αισθημάτων και την ακόμη ανεπαρκέστερη έκφρασή τους, καθώς και τη συνακόλουθη απελπιστική αθλιότηταόλα αυτά κυρίαρχα, σε βαθμό απολυταρχίας, φαινόμενα στις ανθρώπινες συναλλαγές οι οποίες, έτσι, καταντούν ακατανίκητα κίνητρα για ριζικό αναχωρητισμό, ή για ό,τι άλλο εξίσου ακραίο.

  • Οταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Το γράψιμο είναι η αγαπημένη, και η μόνη μου, ασχολία.

  • Ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Οτι θα γίνει εκείνο που φοβάμαι.

  • Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Προσπαθώ σε καμία, αλλά μάταια, δεν μού το επιτρέπουν οι άλλοι που κι αυτοί ίσως προσπαθούν αλλά μάταια.

  • Ποιο είναι το μότο σας;

Θα αυτοπεριοριζόμουν καταστροφικά αν είχα. Αν όμως χρειάζεται ένα, γενικής όμως χρήσεως, θα παρέθετα την εξής φράση από μία επιστολή τού Γκέμπελς στον αρχιμουσικό Βίλχελμ Φούρτβενγκλερ, τον Απρίλιο τού 1933: «Θα χρειαστεί η μουσική να διαφυλάξει την αρχική της μορφή, και κανένας νεωτερισμός δεν πρέπει να είναι αποδεκτός, διότι κάθε νεωτερισμός εγκυμονεί κινδύνους για το Κράτος… Κάθε φορά που αλλάζουν οι εκφραστικοί τρόποι τής μουσικής, οι θεμελιώδεις νόμοι τού Κράτους επίσης αλλάζουν».

  • Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Αυτό δεν το επιθυμούμε, το μοιραζόμαστε.

  • Εάν συναντούσατε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Ο,τι κι αν μού έλεγε, δεν θα τον καταλάβαινα, δεν μιλούμε την ίδια γλώσσα.

  • Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Πολλαπλών τόκων.

  • ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010
  • Ο «ΤΟΚΟΣ» ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΒΟΓΙΑΤΖΗ
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Μια γέννα. Κι ο παράδοξος εορτασμός της, καλοκαίρι του 2010, στα στενά όρια μιας αυλής. Μόνο που το μωρό, ενώ γείτονες, φίλοι και συγγενείς το γιορτάζουν, η μάνα του το έχει σκοτώσει με τα ίδια τα χεράκια της.

Η  παιδοκτόνος Τέσσα-Λουκία Μιχαλοπούλου στη σκηνή, που τρώει σπασμωδικά το  κεράκι των γενεθλίων της. Την πλαισιώνουν οι ήρωες του «Τόκου»: Γ.  Νταλιάνης, Δ. Ημελλος, Ρένη Πιττακή, Γ. Γάλλος, Αλεξία Καλτσίκη και  Αγγελική Παπαθεμελή

Η παιδοκτόνος Τέσσα-Λουκία Μιχαλοπούλου στη σκηνή, που τρώει σπασμωδικά το κεράκι των γενεθλίων της. Την πλαισιώνουν οι ήρωες του «Τόκου»: Γ. Νταλιάνης, Δ. Ημελλος, Ρένη Πιττακή, Γ. Γάλλος, Αλεξία Καλτσίκη και Αγγελική Παπαθεμελή

Στην τραγική σύγχρονη αυλή των… θαυμάτων, που ενεπνεύθη στον συγκλονιστικό άπαιχτο «Τόκο» του ο Δημήτρης Δημητριάδης και τον ανεβάζει από σήμερα στην «Πειραιώς 260» ο Λευτέρης Βογιατζής, συμβαίνουν ή αποκαλύπτονται κι άλλα αποτρόπαια. Τον αιματοβαμμένο, συχνά χυδαίο ρεαλισμό, ο διακεκριμένος πανευρωπαϊκά Ελληνας δραματουργός τον απογειώνει όμως, σε επίπεδα υπερβατικά. Κορυφαίο παράδειγμα το φινάλε.

Δεν κρύβει ο Δημητριάδης ότι ο «Τόκος», που ανεβαίνει στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών με θίασο εκλεκτό -Ρένη Πιττακή, Δημήτρης Ημελλος, Γιώργος Γάλλος, Παντελής Δεντάκης, Αλεξία Καλτσίκη, Αγγελική Παπαθεμελή, Λουκία Μιχαλοπούλου, Γιάννης Νταλιάνης- είναι μια ζοφερή αλληγορία για τη σημερινή κρίση.

«Το έργο δημιουργεί κάτι το αναπόδραστο. Μας φέρνει «ενώπιος ενωπίω», δείχνοντάς μας καταστάσεις που αποφεύγουμε να δούμε και να κουβεντιάσουμε», υποστηρίζει. «Σήμερα βιώνουμε τέτοιο βαθμό ηθικής παρακμής, που χρειαζόμαστε μια νέα γέννα. Ενα νέο τόκο. Το θέμα, όμως, είναι ότι δεν υπάρχει νέα μήτρα. Χρειαζόμαστε το νέο τόκο με τη δεύτερη έννοια του. Χρειάζεται να ξαναγεννηθούμε, χρειάζεται να πληρώσουμε κι όσα χρωστάμε. Η κρίση που ζούμε οφείλεται στο ότι ποτέ δεν πληρώσαμε τον τόκο που μας αναλογούσε. Την προοπτική ενός αγέννητου κόσμου, πιστεύω, μόνο το θέατρο -φύσει και θέσει- μπορεί να μας υποσχεθεί».

  • Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το έργο;

«Πριν από 10 χρόνια, περιμένοντας μια γνωμάτευση γιατρού για τη μητέρα μου. Ημουν σε άσχημη κατάσταση και ήθελα κάπως να απασχολήσω το μυαλό μου. Τότε σκέφτηκα: «Τι θα συνέβαινε σε μια ομήγυρη ανθρώπων που έχουν συγκεντρωθεί για να γιορτάσουν τη γέννηση ενός μωρού, το οποίο έχει πνίξει η ίδια η μάνα του;». Ηταν ένα είδος εναύσματος. Στο μεταξύ πέρασαν τα χρόνια. Και το 2006 συνέβη κάτι παράδοξο. Είχαν συσσωρευτεί πολλά έργα σε φακέλους, ντοσιέ και σημειωματάρια, τα οποία, Σεπτέμβριο του 2006, με τρόπο ανεξήγητο επανεμφανίστηκαν. Σε διάστημα ενός 3μήνου συνέγραψα 17 απ’ αυτά!»

  • Αυτόματα;

«Σε μια κατάσταση πολύ ψυχρή. Λειτούργησα σαν ρομπότ. Επαιρνα το ένα μετά το άλλο τα ντοσιέ, καθόμουν μπροστά στον υπολογιστή και τα τελείωνα σε 4 μέρες! Ο «Τόκος» γράφτηκε έτσι. Σαν φυσικό φαινόμενο. Η τέχνη, όπως είχε πει ο Ντα Βίντσι, είναι νοητικό γεγονός. Σημασία, βεβαίως, έχουν οι ανάγκες και ιδιομορφίες κάθε έργου. Ο «Τόκος» είχε τις δικές του. Το ότι οι ήρωες μιλάνε με τη γλώσσα που μιλάνε ήταν αίτημα του ίδιου του έργου προκειμένου να γειωθεί. Δεν επέβαλα εγώ κάποια κατάσταση απ’ έξω. Τα πρόσωπα προήλθαν απ’ τον αρχικό πυρήνα. Και από εκεί και πέρα το πράγμα διακλαδίστηκε προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ετσι διαμορφώθηκε ένα σύνολο από πρόσωπα και θέματα».

  • Ποιο θεωρείτε, όμως, «πυρήνα»;

«Το ζήτημα των φύλων και της γονιμότητας. Ακούμε πάρα πολύ συχνά στο έργο, χωρίς να δίνεται ιδιαίτερη σημασία, τη λέξη ανδρόγυνο. Είναι μια λέξη κεντρικής σημασίας. Διότι στην ύπαρξη των φύλων οφείλεται η θνητότητά μας. Στα αγγλικά ή τα γαλλικά η λέξη sex υποδηλώνει την τομή. Στην προσπάθειά μας να υπερβούμε αυτή τη ρήξη, απ’ τη συνάντηση δύο θνητών γεννιέται επίσης κάτι θνητό, προορισμένο να υποστεί κι αυτό την τομή. Το ζήτημα της θνητότητας, κυρίαρχο και στον «Τόκο», είναι ένα θέμα που πάντα με απασχολεί. Η ύπαρξη των φύλων δεν είναι μια κατάσταση που μπορώ να δεχτώ, όπως το τραπέζι που υπάρχει δίπλα μου. Το φύλο είναι το πεπρωμένο μας. Οι συνέπειές του είναι ολοκληρωτικές. Από εκεί εξαρτώνται όλα. Δεν το εννοώ μόνο από απόψεως σεξουαλικότητας, αλλά ανθρώπινης σύστασης».

  • Το θέμα της αναπαραγωγής το αμφισβητείτε;

«Δεν το θέτω ως ζήτημα προς αμφισβήτηση, αλλά προς επίγνωση. Τα πρόσωπα του «Τόκου» εισδύουν διαρκώς το ένα μέσα στο άλλο, δημιουργώντας την έννοια του ανδρόγυνου σε πολλές παραλλαγές. Ενα είδος ανδρόγυνου αποτελούν και ο Μέρλος με τον Πετρή. Πιο κοντά, από άλλους δρόμους, την έννοια του νέου ανδρόγυνου σχηματίζουν η Τέσσα και ο Μέρλος. Αυτή η συγχώνευση των προσώπων, που ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι ονομάζει sfumato, την καταλάβε απ’ την πρώτη στιγμή ο Βογιατζής. Στον «Τόκο» το ένα πρόσωπο δεν είναι υπεράνω του άλλου. Ολοι εξαρτώνται από όλους. Εξ ου και είναι τραγική η υπόστασή τους. Ο Πετρής εκπροσωπεί την απόλυτη και πλήρως αποδεκτή γονιμότητα, και μάλιστα την εκμεταλλευόμενη. Ο Μέρλος είναι η άλλη πλευρά, καθώς προβληματίζεται πάνω σε αυτό και τις συνέπειές του».

  • Ο φόνος κι ο θάνατος, μόνιμες επωδοί στο έργο σας, αποκτούν και στον «Τόκο» μεταφυσικό χαρακτήρα.

«Το μεταφυσικό ή υπερβατικό που ενυπάρχει στον «Τόκο», το εννοώ με τον τρόπο που το εννοεί ο Πολ Ρικέρ λέγοντας «το υπερβατικό αποτελεί στοιχείο του παρόντος». Η ζωή μας είναι γεμάτη από πέραν. Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος είναι μια πόρτα για να καταλάβουμε την ίδια τη ζωή. Εγώ βιώνω καθημερινώς έναν θάνατο εν ζωή και μια ζωή εν θανάτω. Οτιδήποτε μπορώ να ολοκληρώσω σε μορφή έργου έχει προέλευση αυτό το καθημερινό και συνεχές βίωμα».

* Εως και την Πέμπτη. *

Ο Δημητριάδης δεν είναι αντίθετος στις γέννες

  • Ο Λευτέρης Βογιατζής θέλει να εισπράξει ο θεατής το χάος της ζωής του

«Πάντα με απασχολούσε η σκέψη να κάνω ένα έργο του Δημητριάδη», αποκαλύπτει ο Λευτέρης Βογιατζής. «Πρόσφατα, διαβάζοντας αρκετά έργα του, τουλάχιστον τέσσερα μ’ άρεσαν πολύ. Τον «Κυκλισμό του Τετραγώνου», που ανέβηκε στο «Odeon» του Παρισιού, σκοπεύω να τον δουλέψω στο μέλλον».

  • Γιατί σας επιβλήθηκε ο «Τόκος»;

«Αναφέρεται σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν έχει ξαναπασχολήσει τον Δημητριάδη. Αυτό, ομολογώ, λειτούργησε εντός μου, παρ’ όλο που δεν ήταν τελειωμένο. Ο Δημητριάδης έλαβε υπόψη του τις συζητήσεις μας και το ξαναέγραψε προβαίνοντας σε γενναίες αλλαγές. Η αυλή στην παράστασή μας έγινε κτήμα στην άκρη ενός προαστίου (σκηνικό Χλόη Ομπολένσκι). Στο μόνο που επέμεινα ήταν να μην κάνει πιο σαφές το έργο».

  • Οταν λέτε «νέο περιβάλλον» στο έργο του, τι εννοείτε; Τη γλώσσα, τους λαϊκούς χαρακτήρες του;

«Εννοώ το λαϊκό, μικροαστικό περιβάλλον, που, πάντως, στο χειρισμό του υπερβαίνει την καθαρή ρεαλιστικότητα. Εχει μια εμφανή παγκοσμιότητα το ύφος του Δημητριάδη. Υπάρχει μια υπερβολή στους μονολόγους του, μια εκρηκτική ποιητικότητα, η οποία σε προκαλεί να την τιθασεύσεις».

  • Στους διαλόγους τα πάντα αιωρούνται και σχεδόν όλα μπορούν να εννοηθούν. Σιγά σιγά ξετυλίγεται μέσα από υπαινιγμούς το κουβάρι της ταυτότητας των ηρώων. Αυτό σας δυσκόλεψε στην πράξη;

«Τρομερά. Το έργο, ενώ είναι στα όρια του ρεαλισμού, σε φέρνει ενώπιον πολύ μεγάλων αισθητικών ζητημάτων. Τι είναι ρεαλισμός; Μήπως αυτός ο ρεαλισμός είναι η μήτρα των πάντων; Οχι ο ρεαλισμός ως μίμηση κάποιου πράγματος, που ονομάζουμε ζωή. Γιατί η ζωή δεν συλλαμβάνεται. Γλιστράει. Με τον Δημητριάδη είχαμε από την αρχή μια άγρια «επιβολή». Οι ήρωές του -εγκληματίες, μη εγκληματίες, μαστροποί, πόρνες, κρατικοί υπάλληλοι- όλοι καταλήγουν να είναι ένα πράγμα. Μπορεί κανείς να εκτιμήσει ότι ο Δημητριάδης είναι εναντίον της γέννας, εναντίον της δημιουργίας, ενώ είναι το αντίθετο. Ο Δημητριάδης, με τον «Τόκο» του είναι εναντίον αυτού του τρόπου γέννας, εναντίον αυτού του κόσμου. Σαν να λέει ότι η ζωή που μας υποδέχεται είναι χειρότερη απ’ το θάνατο».

  • Τι θέλετε να εισπράξει ο θεατής από την παράστασή σας;

«Το χάος της ζωής του».

  • Ο συγγραφέας του μυθικού πλέον «Πεθαίνω σα χώρα» αποθεώνεται στη Γαλλία την ίδια στιγμή που το έργο του αποσιωπάται στην Ελλάδα. Η περίπτωσή του επιβεβαιώνει το «ουδείς προφήτης στον τόπο του»

  • Ο Δημήτρης Δημητριάδης τιμάται ως συγγραφέας της χρονιάς 2009 – 2010 από το θέατρο Oντεόν του Παρισιού
  • Της Βανεσσας Θεοδωροπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 17 Iανoυαρίου 2010

«Αυτός ο άνθρωπος άναψε ένα βράδυ όλα τα φώτα του μυαλού του και έφτιαξε μιαν έκρηξη, που θα μπορούσε να είναι και δική μας, αν είχαμε περισσότερη τόλμη – δίχως εντόσθια στο κεφάλι και εγκεφαλικά κύτταρα στην κοιλιά». Μ’ αυτά τα λόγια προλόγιζε ο Δημήτρης Μαρωνίτης το 1980 την δεύτερη επανέκδοση του «Πεθαίνω σα χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη από τις εκδόσεις Αγρα (περ. Ausblicke, Απρίλιος, 1978, εκδ. Λέσχη, 1979). Το κείμενο, χειμαρρώδες, σύντομο αλλά εκρηκτικό, «ζωτικά» βέβηλο, κάνει θόρυβο. Ο τριαντατετράχρονος τότε μεταφραστής του Μορίς Μπλανσό και του Ζορζ Μπατάιγ είχε ακτινογραφήσει τις πιο μύχιες πτυχές μιας φανταστικής συλλογικής συνείδησης σε παράκρουση, μιας πατρίδας σε αποσύνθεση, που ηχούσε, παραδόξως, εκκωφαντικά οικεία στη μεταχουντική Ελλάδα. Ο ενθουσιασμός όμως θα δώσει τη θέση του σιγά σιγά στην αμηχανία, έπειτα στην «εχθρότητα» και εν τέλει στην περιθωριοποίηση ενός συγγραφέα που αρνείται να ενταχθεί σε οποιονδήποτε φιλολογικό κανόνα.

Μετά την «καταστροφική», όπως την αποκαλεί ο ίδιος, υποδοχή των τριών «υποδειγματικών» παραστάσεων του Θεάτρου του Νότου (1995 – 2000), το όνομα του Δημήτρη Δημητριάδη θα απασχολήσει και πάλι την ελληνική θεατρική επικαιρότητα μόλις πριν από δυόμισι χρόνια χάρη στο Φεστιβάλ Αθηνών και την παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού («Πεθαίνω σα χώρα»). Αυτή η παράσταση επελέγη από τον Ολιβιέ Πυ, διευθυντή του θεάτρου Οντεόν του Παρισιού, για να εγκαινιάσει αρχές Νοέμβρη ένα σημαντικό αφιέρωμα στο έργο του Ελληνα συγγραφέα μαζί με δύο ακόμα παραστάσεις: τη Ζάλη των ζώων πριν από τη σφαγή (2000) σε σκηνοθεσία Caterina Gozzi (27/01 – 20/2/2010) κι ενός ανέκδοτου στην Ελλάδα θεατρικού έργου του Δημητριάδη, με τίτλο Ο κυκλισμός του τετραγώνου (γαλλ. μτφρ. Κλωντίν Γκαλεά, Δήμητρα Κονδυλάκη) από τον Giorgio Barberio Corsetti τον Μάη 2010. Συναντήσαμε τον Δημήτρη Δημητριάδη στο Παρίσι λίγες μέρες μετά την επιτυχημένη πρεμιέρα του «Πεθαίνω σα χώρα».

Για μένα το γράψιμο είναι ζωτική ανάγκη

– Το πρώτο σας ολοκληρωμένο θεατρικό έργο ανεβαίνει στο Παρίσι λίγο μετά τον Μάη του ’68, από έναν από τους σημαντικότερους σήμερα θεατρικούς σκηνοθέτες της Γαλλίας, τον Πατρίς Σερό. Φέτος, το Οντεόν σας επιλέγει ως τον τιμώμενο συγγραφέα της σεζόν 2009 – 2010 και ανεβάζει τρία έργα σας. Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με τη Γαλλία;

– Εφυγα από τη Θεσσαλονίκη για σπουδές το 1963 με προορισμό τις Βρυξέλλες, χάρη σε μια υποτροφία. Εμεινα εκεί πέντε χρόνια και στη συνέχεια εγκαταστάθηκα για τρία χρόνια στο Παρίσι. Η Τιμή της ανταρσίας στην μαύρη αγορά γεννήθηκε ως εργασία της σχολής. Επρεπε να γράψουμε ένα έργο με αποσπάσματα από τον Σαίξπηρ. Στο έργο μου, τα αποσπάσματα τα κάνει πρόβα μια ομάδα φοιτητών η οποία επιχορηγείται από το καθεστώς που είναι μια βασιλεία. Εστειλα το κείμενο στον Σερό, ο οποίος τότε ήταν ανερχόμενος σκηνοθέτης. Οταν αποφάσισε να το ανεβάσει συνέπεσαν τα γεγονότα του Μαΐου. Πολλά ντοκουμέντα από τις διαδηλώσεις μπήκαν στην παράσταση η οποία και συνδέθηκε με τα γεγονότα…

– Επιστρέφοντας στην Ελλάδα γράφετε το «Πεθαίνω σα χώρα»…

– Οχι αμέσως, αρκετά μετά. Επιστρέφω το 1971 και μέχρι το 1978 δεν έγραψα απολύτως τίποτα, μετέφραζα, έκανα το στρατιωτικό μου. Τελειώνοντας το στρατιωτικό μου, ήμουν στο μηδέν. Βίωσα μια κατάσταση ερήμωσης, αισθανόμουν εντελώς μόνος μου, δεν είχα κανένα σημείο αναφοράς, κανέναν συνομιλητή στο περιβάλλον μου. Για πολλά χρόνια συνέχισα μόνος και το μόνο πράγμα που είχα ως διέξοδο ήταν η μετάφραση κειμένων των Μπλανσό, Μπατάιγ, Ζενέ. Είχε τεράστια σημασία για μένα διότι ήταν μια συνέχεια αυτού που ήμουν στο Παρίσι, αλλά σε μοναχικό επίπεδο. Εκτοτε έχουν αλλάξει πολλά πράγματα διότι συνάντησα και γνώρισα πάρα πολλούς ανθρώπους που ενδιαφέρονται στην Ελλάδα για ζητήματα που με απασχολούσαν κι εμένα τότε. Παραμένουν μία μειονότητα, μία μικρή ομάδα. Αλλά υπάρχουν, ενώ τότε δεν υπήρχαν, αυτή η παρουσία ήταν απούσα.

– Παρ’ όλα αυτά δεν σταματήσατε να γράφετε.

– Για μένα η λογοτεχνία, το γράψιμο είναι μια ζωτική ανάγκη. Θα ήταν σαν να σταματούσα να τρώω ή να κοιμάμαι. Ο,τι έγραψα μέχρι στιγμής το έκανα χωρίς καμία εξωτερική υποστήριξη. Σιγά σιγά αρχές της δεκαετίας του ’80, και μέσα κι από τη συνεργασία μου με τις εκδόσεις Αγρα άρχισε μια σταδιακή συναναστροφή με άλλους. Αλλά ποτέ, μέχρι και σήμερα, δεν έχω ενταχθεί σε καμία κοινότητα, σε καμία ομάδα, σε κανένα σύνολο που να με αναγνωρίζει. Από τη μια δεν χρειαζόμουν ιδιαίτερα την αναγνώριση κι από την άλλη το αισθανόμουνα σαν έλλειψη. Δεν έχω μπει στον «κανόνα», είμαι εντελώς «ακανόνιστος», ούτε το θέλω ούτε η δουλειά μου το απαιτεί.

– Πιστεύετε ότι η Γαλλία είναι πιο ανοιχτή να δεχθεί το έργο σας;

– Το έργο «Η ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή», πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα. Κι όμως, η παράσταση που έγινε στο θέατρο Αμόρε από τον Χουβαρδά το 2000 ήταν μια καταστροφή. Γράφτηκαν τα χειρότερα, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν τόσο οι θεατές ώστε η παράσταση να παίζεται μπροστά σε πάρα πολύ λίγους θεατές και κάποιες φορές χωρίς καθόλου κοινό. Η υποδοχή του ίδιου έργου εδώ είναι ακριβώς αντίθετη, μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους.

– Στο έργο σας καταπιάνεστε με κεντρικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας όπως ο Οδυσσέας ή ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ποια είναι η σχέση σας με την ελληνική παράδοση;

– Επιστρέφω σε μια παράδοση η οποία είναι αλλά και θεωρείται τελειωμένη, κλειστή, για να την «τρυπήσω», ανακατατάσσοντας τα συστατικά της. Η παράδοση είναι για μένα υλικό για ανακατασκευή και δημιουργία, όταν για άλλους λειτουργεί σαν άλλοθι, σαν «πανοπλία», μια βιτρίνα πίσω από την οποία κρύβονται για να αποκτήσουν αξία. Η προσέγγισή μου ενοχλεί διότι μπορεί να θεωρηθεί από αυτούς τους ίδιους ανθελληνική, αντεθνική. Η Αρχή της ζωής υβρίστηκε διότι θίγει έναν άγιο της ελληνικής ιστορίας. Τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Το ζήτημα της παράδοσης είναι ένα ζήτημα που με έχει απασχολήσει πάρα πολύ. Οι μύθοι έχει νόημα να χρησιμοποιούνται για να μιλήσουμε για το παρόν μας, κάθε συγγραφέας έχει το δικαίωμα να πάρει τον μύθο του Οιδίποδα και να κάνει ό,τι θέλει, να πει αυτό που θέλει ο ίδιος. Κάποιοι όμως θεωρούν ότι ο Οιδίπους έχει τελειώσει, ό,τι είχε να πει το είπε. Πρόκειται για δύο θέσεις εντελώς αντίθετες, δύο αγεφύρωτες όχθες.

Eρωτήματα

– Πέρα από τους ήρωες, στο έργο σας θέτετε ζητήματα όπως η μοίρα, η γραφή της ιστορίας ή το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης.

– Μια από τις αποστολές του θεάτρου είναι εφόσον έχει μπροστά του μια σύναξη ανθρώπων, μια ομήγυρη, να του θέτει αυτά τα ζητήματα, τα οποία δεν τίθενται από κανένα άλλο μέσο. Από τη στιγμή που τοποθετεί επί σκηνής ζωντανούς ανθρώπους, θέτει αυτόματα τα βασικά ζητήματα της ζωής. Το υπαρξιακό στοιχείο, η κατάσταση του «ζώντος» απασχολεί βέβαια και τη φιλοσοφική σκέψη, το θέατρο όμως έχει την ιδιαιτερότητα ότι δεν θέτει μόνο ζητήματα και ερωτήματα, παράγει και σκέψη το ίδιο. Οι τραγωδίες θεωρούνται στοχαστικά κείμενα, περιέχουν και σκέψη, σκέψεις φιλοσοφικές.

– Οπως και η έννοιες του ιερού και του βέβηλου, της υπέρβασης, που μοιάζουν να σας απασχολούν εξίσου.

– Η ίδια η σχέση μου με το βέβηλο είναι μια μορφή θρησκευτικότητας. Πρόκειται όμως για μια αποφατική θεολογία, για μια θεολογία που ξεκινάει με αρνητικούς όρους: δεν υπάρχει, δεν είναι, δεν γίνεται… Δεν πιστεύω ότι θεολογώ. Ανθρωπολογώ. Αν υπάρχει κάτι θεϊκό, αν υπάρχει Θεός, είναι σχετικός με την ανθρώπινη φύση κι όχι ένας έξωθεν Δημιουργός, ένα δόγμα ή ένα σύστημα. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργός του Θεού και όχι το αντίθετο. Η πίστη στο αντίθετο έχει λειτουργήσει αντιανθρώπινα, έχει πολύ σοβαρές συνέπειες διότι μας έχει καθυστερήσει στην ανθρώπινη γνώση. Θέτουμε περισσότερα ζητήματα θεογνωσίας παρά ανθρωπογνωσίας.

  • Πανευτυχής για το μεγάλο αφιέρωμα στο θεατρικό του έργο, που ετοιμάζει το παρισινό «Οντεόν» για το 2010, δηλώνει: «Το ελληνικό θέατρο δεν είναι ακόμα ευρωπαϊκό». Ιδιαίτερα δημοφιλές στο γαλλικό κοινό (το 2003 ανέβηκε από τον Γιάννη Κόκκο στο Theatre du Rond-Point με τον Ερίκ Ραφ και τον Νίκο Κουρή), το «Πεθαίνω σαν χώρα» παρουσιάζεται ώς τις 7 Απριλίου στο MC93 στο Μπομπινί σε σκηνοθεσία της ελληνικής καταγωγής Αν Δημητριάδη.

«Η θεατρική γλώσσα πρέπει να επανακτήσει τη χαμένη ποιητική της διάσταση», πιστεύει ο Δ. Δημητριάδης

  • Η Αν Δημητριάδη επέλεξε μια μονολογική εκδοχή με την εξαιρετική Αν Αλβαρό (φωτογραφία) και ένα χώρο γυμνό, κάνοντας μικρές σκηνικές παρεμβάσεις: στους τοίχους διαβάζουμε στα ελληνικά ονόματα σκοτωμένων, ένα ραδιόφωνο μεταδίδει διαγγέλματα του δικτάτορα Παπαδόπουλου, τέσσερις ηλικιωμένοι κύριοι με μαύρα κοστούμια εμφανίζονται κάποιες στιγμές, σαν σκιές, στο βάθος της σκηνής. «Το κείμενο είναι πολύ προσωπικό και μιλά φυσικά για την Ελλάδα», σημειώνει στο πρόγραμμα της παράστασης. «Ωστόσο θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η παγκόσμια διάσταση είναι αυτή που με ενδιαφέρει περισσότερο και ο λόγος του Δημήτρη Δημητριάδη υπερβαίνει σαφώς τα σύνορα της χώρας του».
  • Ενα μεγάλο αφιέρωμα στον Δημήτρη Δημητριάδη ετοιμάζει για την επόμενη χρονιά ο Ολιβιέ Πι, διευθυντής του «Οντεόν», στο Παρίσι, με δύο νέες παραγωγές. Η πρώτη, αρχές του 2010, θα είναι η «Ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή», σε σκηνοθεσία της Κατερίνα Γκότζι, ενώ η δεύτερη, την ερχόμενη άνοιξη, θα είναι ο «Κυβισμός του τετραγώνου», σε σκηνοθεσία του Τζιόρτζιο Μπαρμπέριο Κορσέτι, που επιλέχθηκε από ένα σύνολο έξι ανέκδοτων κειμένων τα οποία μεταφράζονται αυτό τον καιρό («Η αρχή της ζωής», «Insenso», «Χρύσιππος», «Στροχάιμ» και «Φαέθων»). Το φιλόδοξο εγχείρημα έχει αναλάβει μια ελληνο-γαλλική ομάδα μεταφραστών και συγγραφέων, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον Μισέλ Βόλκοβιτς, τη Μαρία Ευσταθιάδη και τη Δήμητρα Κονδυλάκη.
  • Το αφιέρωμα θα συμπληρώσουν παράλληλες αναγνώσεις, συναντήσεις με το κοινό, ενώ προοίμιο θα αποτελέσει το «Πεθαίνω σαν χώρα» στη σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού (Δεκέμβριος, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Φθινοπώρου). Συναντήσαμε τον Δημήτρη Δημητριάδη σε ένα από τα ταξίδια του στο Παρίσι για μια πρώτη κουβέντα σχετικά με το αφιέρωμα του «Οντεόν».

Τι σημαίνει για σας αυτό το αφιέρωμα;

  • «Είναι μια πραγματική γέννηση, δεν θα την έλεγα καν ανα-γέννηση. Είναι η πρώτη φορά που η θεατρική μου δουλειά βρίσκει ένα χώρο και μια υποστήριξη. Θα παρουσιαστεί με τις καλύτερες προϋποθέσεις σε ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης. Είναι η πραγματοποίηση ενός… δεν θα έλεγα ονείρου, δεν ονειρεύομαι τέτοια πράγματα, αλλά μιας βαθιάς επιθυμίας που έχει κάθε συγγραφέας να γίνουν δεκτά τα έργα του, να υποστηριχθούν και, κυρίως, να αγαπηθούν».

Πώς σας ανακάλυψε ο Ολιβιέ Πι;

  • «Ενας συνεργάτης τού πρότεινε να διαβάσει τη «Ζάλη» όταν ήταν ακόμα διευθυντής στο θέατρο της Ορλεάνης. Οπως μου είπε αργότερα, βρέθηκε μπροστά σε ένα κείμενο που τον άγγιξε βαθιά. Δεν το ξέχασε και μόλις έγινε διευθυντής του «Οντεόν» και είχε την ιδέα των αφιερωμάτων σε Ευρωπαίους συγγραφείς, αποφάσισε να με εντάξει σ’ αυτά».

Πόσο σημαντική είναι για εσάς η πρόσβαση σε ένα ευρωπαϊκό κοινό τη στιγμή που στην Ελλάδα η πρόσληψη του έργου σας παραμένει προβληματική;

  • «Δεν κάνω διαχωρισμούς στο κοινό. Στην Ελλάδα η πρόσληψη είναι προβληματική, όχι από την πλευρά του κοινού, αλλά από την πλευρά των ανθρώπων του θεάτρου. Ο Γιάννης Χουβαρδάς είχε το θάρρος και ανέβασε τρία έργα μου. Ωστόσο, στην «Αρχή της ζωής» η υποδοχή ήταν καταστροφική. Γράφτηκαν κείμενα που διέσυραν σκηνοθέτη και συγγραφέα. Οι σκηνοθέτες αντιμετωπίζουν το έργο μου με μια επιφύλαξη, που φτάνει μέχρι τη φοβία. Ισως γιατί η γραφή μου αποτελεί κάτι άλλο από αυτό που επικρατεί και γίνεται αρεστό στο ελληνικό θέατρο. Τόσο το καλύτερο για μένα. Δεν θέλω να ενταχθώ στον ελληνικό κανόνα έτσι όπως έχει διαμορφωθεί».

Ποιος είναι ο ελληνικός «κανόνας»;

  • «Το θέατρο στην Ελλάδα κινείται σε έναν ιδιωτικό χώρο ιδιωτικών προβλημάτων. Δεν υπάρχει αναζήτηση στη φόρμα, ούτε στη θεματολογία. Το ελληνικό θέατρο δεν είναι ακόμα ευρωπαϊκό. Είναι εσωστρεφές και σχεδόν αγγίζει τα όρια του επαρχιωτισμού. Τη ρήξη την προκαλεί τώρα το Φεστιβάλ Αθηνών και ο Γιώργος Λούκος. Δεν ξέρω, όμως, αν θα περάσει στη νοοτροπία των ανθρώπων του θεάτρου. Η ανάγνωση που έγινε πριν από λίγο καιρό στο «Οντεόν» του έργου του Γιάννη Μαυριτσάκη «Τυφλό σημείο» ήταν, όπως καταλαβαίνετε, ένα γεγονός. Πόσω μάλλον από τη στιγμή που φέρει μια άλλη γραφή, η οποία δεν έχει να κάνει με την καταγραφή της καθημερινότητας και με μια γλώσσα τηλεοπτική, άμεσα αναγνωρίσιμη. Είναι, νομίζω, η στιγμή να γίνουν δεκτά και να υποστηριχθούν τέτοια έργα. Οσον αφορά το δικό μου έργο, στην Ελλάδα δεν ξέρουν τι γράφω και τι έχω γράψει. Αλλοι με γνωρίζουν ως ποιητή, άλλοι ως μεταφραστή, κάποιοι ως πεζογράφο. Συχνότερα με ρωτούν τι μεταφράζεις παρά τι γράφεις. Δεν έχουν ακόμα μια συνολική εικόνα μου, δεν ξέρουν ποιος είμαι. Υπάρχει ένα κενό επικοινωνίας, με αποτέλεσμα το έργο μου να παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του άγνωστο και ασχολίαστο».

Το αφιέρωμα στο «Οντεόν» θα μας επιτρέψει, επομένως, να έρθουμε σε επαφή με την ποικιλία της θεατρικής σας γραφής…

  • «Ο Ολιβιέ Πι πιστεύει ότι θα ανακαλύψουν ένα συγγραφέα. Οταν πριν από δύο χρόνια τού έφερα μια λίστα με είκοσι πέντε έργα μου, είπε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια νέα… ήπειρο. Δεν είναι το ίδιο όπως με τον Χάουαρντ Μπάρκερ, ο οποίος έχει ήδη μια διαδρομή – εγώ όχι. Ο Πι κάνει συχνά λόγο για επιστροφή στη δραματική ποίηση. Συμφωνώ απόλυτα. Δεν πρόκειται για μια επιστροφή στο θέατρο λόγου, αλλά για μια επαναφορά της θεατρικής γλώσσας στην ποιητική της μορφή, την ανάκτηση με άλλα λόγια μιας χαμένης της διάστασης. Μετά τον Μάη του ’68 βιώσαμε μια υποστολή της γλώσσας στο θέατρο. Στις παραστάσεις του Μπομπ Ουίλσον ήρθαμε σε επαφή με ένα θέατρο της σιωπής, που έφτασε ωστόσο στο σημείο να προκαλέσει μια έλλειψη στη θεατρική πράξη. Με την επαναφορά της ποίησης ερχόμαστε στη ρίζα του θεάτρου. Μέσα από την ποιητική μορφή αυτό που αναζητείται βέβαια είναι μια νέα δραματική τέχνη. Γιατί το θέατρο, ας μην το ξεχνάμε, είναι η τέχνη τού σήμερα. Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να μιλήσουμε γι’ αυτό που συμβαίνει τώρα». *