Archive for the ‘Δημητρακοπούλου Πηγή’ Category

Με τα μυθιστορήματα «Η αίθουσα του θρόνου» του Τάσου Αθανασιάδη και το «10» του Μ.Ι. Καραγάτση έδωσε δύο εξαιρετικά δείγματα σκηνοθετικής γραφής για τα ομώνυμα σίριαλ στην τηλεόραση (το πρώτο παλαιότερα, το δεύτερο σχετικά πρόσφατα).

Η Πηγή Δημητρακοπούλου κάνει αυτό τον καιρό και το πρώτο της σκηνοθετικό βήμα στο θέατρο, με το έργο του Ντούσαν Κοβάσεβιτς «Ο επαγγελματίας», που παίζεται στο «Αγγέλων Βήμα». Βήμα επιδέξιο, που αναδίδει ατμοσφαιρικά την ανεξέλεγκτη δύναμη της εξουσίας, τον ζόφο της συνεχούς παρακολούθησης ενός ανθρώπου επί 18 χρόνια από έναν αστυνομικό, στα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στην παράσταση πρωταγωνιστούν ο Γιάννης Τσορτέκης και ο Γιώργος Μπινιάρης, ενώ σ’ ένα μικρό ρόλο εμφανίζεται η Δέσποινα Σιδηροπούλου.

  • Σας αφορά περισσότερο η τηλεόραση επαγγελματικά; Και ιδιαίτερα η διασκευή λογοτεχνικών βιβλίων; Γιατί;

«Μάλλον μου ταιριάζει καλύτερα. Τη γνωρίζω περισσότερο, ξέρω τους κανόνες και την τεχνική της και αυτό με εξασφαλίζει ως προς το αποτέλεσμα. Η διασκευή βιβλίων -πέρα από την αγάπη μου για τη λογοτεχνία- είναι και μια γερή βάση. Ξεκινάω με δεδομένη ατμόσφαιρα πριν καν γραφτεί το σενάριο. Κι αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα».

  • Τι θέση δίνετε στο θέατρο και στον κινηματογράφο; Τι ερεθίσματα και κίνητρα για ν’ ασχοληθείτε μαζί τους;

«Τα ερεθίσματα και τα κίνητρα για μένα είναι τα ίδια και στην τηλεόραση και παντού: το κείμενο και οι συνθήκες. Οταν ο Κοραής Δαμάτης μού πρότεινε να σκηνοθετήσω στο «Αγγέλων Βήμα», οι συνθήκες ήταν καλές: γνώριζα τον χώρο, είχα εκτιμήσει τη δουλειά που γίνεται εκεί, την επιλογή των έργων και τον τρόπο που ανέβαιναν. Επειτα συμπαθούσα αυτό το θέατρο, γιατί επιβιώνει χωρίς καμία επιχορήγηση (σ’ εμένα, που είμαι άσχετη με τα θεατρικά, φαινόταν άδικο αυτό), αλλά με πολύ μεράκι και δουλειά. Αν μου πρότειναν να σκηνοθετήσω σε κάποιο μεγάλο θέατρο, δεν νομίζω να δεχόμουν. Δεν με δέσμευσε με όρους και, επιπλέον, μου έδωσε τη δυνατότητα να διαλέξω ένα κείμενο που να μου αρέσει. Ετσι θυμήθηκα τον «Επαγγελματία», που όταν τον είχα δει πριν από πολλά χρόνια με είχε συγκλονίσει. Δεν θυμόμουν καν το όνομα του συγγραφέα, παρά μόνο ότι είναι Σέρβος και ότι είχε γράψει σενάρια για τον Εμίρ Κουστουρίτσα. Και άρχισα να ψάχνω».

  • Το έργο του Κοβάσεβιτς αναφέρεται στην ανεξέλεγκτη εξουσία και τη διαρκή αόρατη παρακολούθηση σ’ ένα καθεστώς τού πρώην ανατολικού μπλοκ. Μπορεί να ισχύει και στα δυτικά κράτη, έχετε πει. Με ποιο τρόπο;

«Μα και στη Δύση η εξουσία δεν είναι ανεξέλεγκτη; Πόσοι Ελληνες πολιτικοί έχουν καταδικαστεί για κλοπή ή έστω για κατάχρηση εξουσίας από το 1960 μέχρι σήμερα; Και πόσοι θα έπρεπε να είναι στη φυλακή; Οσο για τη «διαρκή αόρατη παρακολούθηση», ζούμε στην εποχή του «Μεγάλου Αδελφού» και των δορυφορικών μεταδόσεων. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια να απασχολεί κάποιον φουκαρά, σαν τον Λούκα του Κοβάσεβιτς, για να τρέχει πίσω μας και να μεταμφιέζεται. Από οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη μπορούν να ελέγξουν τι εφημερίδα διαβάζουμε στο μπαλκόνι μας ή τι ώρα βγήκαμε για ψώνια. Απλά, στις σημερινές «απολυταρχικές δημοκρατίες» δεν είναι πια τόσο «αόρατη» η παρακολούθηση, γιατί την έχουμε αποδεχτεί. Από το σπίτι μου μέχρι το περίπτερο -δυο τετράγωνα απόσταση- με καταγράφουν 4 κάμερες. Ορατές. Και με την ανοχή (άρα και τη συνενοχή) μου».

  • Απεχθάνεστε την εξουσία γενικότερα; Εχετε εμπιστοσύνη στους πολιτικούς;

«Αν μιλήσουμε σοβαρά για την εξουσία, θα πρέπει να ξαναγράψουμε την ιστορία της ανθρωπότητας. Ας πούμε καλύτερα, αν κι αυτό είναι κοινή διαπίστωση, ότι η εξουσία αλλοτριώνει τους αντιπροσώπους της. Τους ζαλίζει, τους κάνει αλαζόνες, άπληστους, τους αναισθητοποιεί. Και εννοώ την πάσης φύσεως εξουσία, και όχι μόνον την πολιτική. Αυτή είναι άλλωστε και η παγίδα στην οποία έχει πέσει ο Τέγια στον «Επαγγελματία», και από αυτήν τον «σώζει», με τον τρόπο του, ο Λούκα. Οσο για τους πολιτικούς, δεν μπορώ να μη θυμώνω που μας θεωρούν ηλίθιους και μας το δείχνουν. Αλλά αυτοί φταίνε ή εμείς που τους ψηφίζουμε;»

  • Στην παράσταση υπάρχει στην αρχή προβολή βίντεο στο βάθος. Μέσα από οθόνες μιλούν αποσπασματικά διάφοροι. Ο απώτερος σκοπός σας ποιος ήταν;

«Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου μάς επηρέασαν πολύ στη διάρκεια των προβών. Λόγω κέντρου, τα ζήσαμε από κοντά. Το βίντεο της έναρξης είναι μια ελεύθερη αναφορά σ’ αυτά και δημιουργεί ένα αναγνωρίσιμο «παρελθόν» για το έργο».

  • Εχετε την πολυτέλεια να επιλέγετε τις δουλειές που κάνετε, και μάλιστα με κάποια απόσταση. Είστε οικονομικά ανεξάρτητη;

«Οχι, δεν έχω άλλα εισοδήματα. Αλλά δεν έχω πέσει και στην παγίδα του καταναλωτισμού. Οι πραγματικές μας ανάγκες είναι πολύ λίγες. Ολα τα υπόλοιπα είναι μεν δελεαστικά, αλλά μας υποχρεώνουν να δουλεύουμε ασταμάτητα. Γιατί να συντηρώ ένα διαμέρισμα 100 τετραγωνικών και να μην έχω χρόνο να το απολαύσω, αφού τα 50 μού είναι αρκετά;»

  • Κάτι που ονειρεύεστε να κάνετε στο μέλλον;

«Δεν κάνω σχέδια. Ποτέ δεν έκανα. Αφήνω τον ορίζοντα ανοιχτό σε ό,τι έρθει». *

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 21/03/2009
Με την καλλιτεχνικά άρτια δουλειά της στην «Αίθουσα του θρόνου» και στο «Δέκα», θεωρείται η πλέον επιτυχημένη σκηνοθέτρια στην τηλεόραση. Η Πηγή Δημητρακοπούλου είναι πηγή ταλέντου, αλλά και ιδιορρυθμίας. Απεχθάνεται τις συνεντεύξεις, αλλά δέχτηκε να μας μιλήσει με αφορμή το ντεμπούτο της στο θέατρο με το έργο του Ντούσαν Κοβάτσεβιτς «Ο επαγγελματίας» σε μετάφραση Γκάκα Ρόσιτς. Βήμα της έδωσε το «Αγγέλων Βήμα» και ο καλλιτεχνικός του διευθυντής, Κοραής Δαμάτης, ο οποίος σκηνοθετεί επίσης την κωμωδία της Ιρλανδής Τζέραλντιν Αρον «Το υπέροχό μου διαζύγιο», σε μετάφραση Μαργαρίτας Δαλαμάγκα.

Σκηνή από την παράσταση «Ο επαγγελματίας» και κάτω η Πηγή Δημητρακοπούλου και ο Κοραής Δαμάτης.

Κι ενώ κάθε Δευτέρα και Τρίτη μια γυναίκα που μόλις χώρισε προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, τις υπόλοιπες μέρες το πολιτικό έργο του Κοβάτσεβιτς θα μας θυμίζει τις «Ζωές των άλλων», με ήρωες τον αντιεξουσιαστή (Γιάννης Τσορτέκης) και τον ασφαλίτη (Γιώργος Μπινιάρης): Ενας κρατικός υπάλληλος κατασκοπεύει τη ζωή κάποιου. Γίνεται η σκιά του και στο τέλος συλλέκτης των στιγμών της ζωής του.

**«Το άλλο έργο αφορά τη σύγχρονη γυναίκα, αλλά και τον άντρα», λέει ο Κ. Δαμάτης αναφερόμενος στο «Υπέροχό μου διαζύγιο». «Εκείνος τρομάζει βλέποντας τα χρόνια να περνούν και με τη λαχτάρα του βαμπίρ αρπάζεται απ’ τα κορίτσια προσπαθώνας να αφαιμάξει νιότη. Εκείνη μένει μόνη, γεμάτη ερωτήματα. Αυτό κάνει ο γάμος: τοποθετεί έναν σιγαστήρα και «ησυχάζεις» επαναπαυμένος».

Η Αντζελα είναι μια 48χρονη που ο άντρας της την εγκαταλείπει για μια νεαρή Μεξικάνα. Ξαφνικά βρίσκεται χαμένη στο πουθενά της μεσήλικης ζωής της. Σύντομα την εγκαταλείπει και η κόρη της. Η ηρωίδα προσπαθεί να ξαναδεί το παρελθόν, να ανορθώσει τη χαμηλή της αυτοεκτίμηση. Τον πρώτο καιρό ζητάει τηλεφωνική βοήθεια από τον Σύλλογο Φίλων με Αυτοκτονικές Τάσεις ή τρέχει σε ραντεβού για μοναχικές καρδιές… Η μοναξιά και το αδιέξοδό της προκύπτουν μέσα από κωμικές καταστάσεις, διάχυτο αυτοσαρκασμό, αλλεπάλληλες γκάφες.

Η Σμαράγδα Σμυρναίου υποδύεται μόνο με τη φωνή της, άλλους 25 ρόλους (την κόρη, τον Μαξ, τη μητέρα της, δυο γιατρούς, δυο πωλητές σεξ σοπ, μια νοσοκόμα, τον ψυχίατρο, δυο υποψήφιους εραστές). Στο πέρασμα των τριών χρόνων που παρακολουθεί το έργο αλλάζει ρούχα επί σκηνής, η οποία μοιάζει υπό μετακόμιση.

Ο Κ. Δαμάτης διευθύνει καλλιτεχνικά το «Αγγέλων Βήμα» δυόμισι χρόνια. Ενα ξεχασμένο αρχοντικό που αγόρασε η Μαργαρίτα Δαλαμάγκα και το μετέτρεψε σ’ έναν καλόγουστο πολυχώρο. Γι’ αυτό βρέθηκε εδώ η Π. Δημητρακοπούλου. Αλλά πώς έφτασε από την τηλεόραση στο θέατρο;

**«Ηταν ιδέα του Κοραή. Διάλεξα το έργο κι αποφάσισα να το κάνω. Το θέατρο είναι δυσκολότερο. Στην τηλεόραση κλέβεις τη στιγμή του άλλου και τη χρησιμοποιείς. Εδώ πρέπει να αξιοποιήσεις το σύνολο της ψυχολογίας του ηθοποιού».

– Το έργο θυμίζει το κινηματογραφικό «Οι ζωές των άλλων».

«Είναι ένα πολιτικό έργο παντός καιρού. Το σύστημα, η εξουσία, πάντα παρακολουθεί ανθρώπους. Αλλάζει μόνον ο τρόπος. Από το σπίτι ώς τη δουλειά σε παρακολουθούν χίλιες κάμερες. Οι ήρωες είναι δυο άνθρωποι σε αντίθετα στρατόπεδα κι όμως τόσο κοντά. Ο εχθρός τους είναι άλλος. Κι αυτό ξεκαθαρίζει όταν το σύστημα αλλάζει: ο ένας πετιέται στα άχρηστα και ο άλλος ενσωματώνεται παίρνοντας θέση κλειδί. Δυο άνθρωποι που, ενώ μετείχαν της εξουσίας, κανένας τους δεν την είχε πραγματικά».

– Ποιος απ’ τους δύο είναι «ο ήρωάς σας», όπως λέμε, στον κινηματογράφο;

«Και οι δύο, γιατί αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Υπάρχει ένα σύστημα πάνω απ’ όλους, που μας χρησιμοποιεί αναλόγως με τις ανάγκες του και σε όλους τους τομείς. Και στην τέχνη το βλέπεις. Σήμερα πουλάς, αύριο σ’ έχουν αντικαταστήσει».

  • Ματαιότητα η επιτυχία

– Θεωρείστε η πιο πετυχημένη σκηνοθέτρια στην τηλεόραση κι όμως δεν δουλεύετε συχνά.

«Είναι θέμα χαρακτήρα. Αν αφεθείς στην επιτυχία, φθείρεσαι. Αν κρατήσεις αποστάσεις, μπορεί και να σωθείς…»

– Δεν έπεσαν πάνω σας με προτάσεις;

«Επεσαν, αλλά αρνήθηκα. Παίρνοντας ανάσες δουλεύεις καλύτερα. Κι έπειτα η επιτυχία είναι πολύ σχετική έννοια. Ο Καραγάτσης στο «Δέκα» λέει κάτι πολύ εύστοχο: «Αν κάποιος βάλει εκατό στόχους και πραγματοποιήσει τους πενήντα, θεωρείται αποτυχημένος. Αυτός που θα βάλει δέκα και πραγματοποιήσει τους εννέα θεωρείται πετυχημένος». Γι’ αυτό πιστεύω ότι η επιτυχία είναι μια ιστορία ματαιότητας και δεν με ενδιαφέρει καθόλου».

– Βλέπετε τηλεόραση;

«Παρακολουθώ ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ, κυρίως στο BBC. Αλλά δεν αρνούμαι το μέσον. Αν σε βάλουν μπροστά σ’ ένα λευκό πρόγραμμα και σου πουν γέμισέ το, μπορείς να φανταστείς πολλά ωραία πράγματα».

– Ο κινηματογράφος;

«Δεν μ’ ενδιαφέρει τόσο. Δεν βάζω στόχους. Και το θέατρο τυχαία έγινε. Πιστεύω ότι στο σινεμά πρέπει να έχεις να πεις κάτι πολύ σοβαρό, δυνατό. Αν όχι, καλύτερα να περιμένεις».

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ- φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 22/02/2009

Συνέντευξη: Πηγή Δημητροπούλου

  • «Θα τα καταφέρει ή μήπως είναι ένα κοριτσάκι που απλώς ασχολείται;». Το νεαρό της ηλικίας τής Πηγής Δημητροπούλου δεν ήταν στα συν της όταν την πρωτοείδε πριν από τρία χρόνια ο Πέτρος Σεβαστίκογλου ως υποψήφια για το ρόλο της «νέας» στην ταινία του «Τρεις στιγμές» (βγαίνει την Πέμπτη στις αίθουσες), μια ιστορία για τη διαδρομή, αλλά και για το απόλυτο του έρωτα.

Η Πηγή Δημητροπούλου στην ταινία του Σεβαστίκογλου παίζει τον πρώτο μεγάλο ρόλο της. «Είχα δει την πρώτη του ταινία και τον εμπιστεύθηκα απόλυτα», λέει

Συνηγορούσαν, όμως, υπέρ της μια σειρά από συμπτώσεις. «Εχω ίδια μέρα γενέθλια με τον Πέτρο. Επίσης, επειδή δεν πίνω αλκοόλ, πίνω χυμό βατόμουρο. Τα βατόμουρα παίζουν στην ταινία σε αρκετές σκηνές», λέει γελώντας η 25χρονη Δημητροπούλου.

Τελικά αυτήν επέλεξε ο σκηνοθέτης για να ενσαρκώσει τον έρωτα στην πρώτη εκδοχή του, ως ζευγάρι με τον Χρίστο Νικολάου. Το μεσαίο ζευγάρι -«το οποίο κρύβει οργή που υπερισχύει του έρωτα που έχει ζήσει»- αποτελούν οι Δήμητρα Λαρετζάκη – Αντώνης Καρυστινός. Αυτό της ηλικίας των 60 -«που νιώθει πίκρα και δυσαρέσκεια, αλλά είναι ένα ηφαίστειο που βράζει»- παίζουν οι Ρούλα Πατεράκη – Γιώργος Διαλεγμένος. Στην πραγματικότητα στην ταινία παρακολουθούμε το ίδιο ζευγάρι μέσα στο χρόνο.

«Το απόλυτο του έρωτα είναι διαχρονικό. Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τον αιώνα τον άπαντα, το απόλυτο ζητάμε. Ισως η πεζή πραγματικότητα μας κάνει καμιά φορά να το ξεχνάμε. Πιστεύω όμως ότι πάντα υπάρχουν ρομαντικοί. Εγώ είμαι μία από αυτούς», λέει.

Η Πηγή Δημητροπούλου υποδύεται τη «ρομαντική, αλλά και γήινη, παθιασμένη, αλλά και πεισματάρα νέα. Διεκδικεί αυτά που θέλει και όταν δεν της δίνονται, νευριάζει. Ζητάει από τον νέο να εκδηλωθεί περισσότερο και όταν αυτός δεν το τολμάει, αυτή γίνεται πιο προκλητική».

Ο φόβος της ήταν μήπως της ζητηθεί να οδηγήσει στα γυρίσματα. Για κακή της τύχη, η ηρωίδα της οδηγεί νταλίκα! Μεγαλύτερο άγχος της, όμως, ήταν οι τολμηρές σκηνές της ταινίας. «Είχα δει την πρώτη ταινία του Πέτρου και γνώριζα την αισθητική του. Το συζητήσαμε πάρα πολύ και τον εμπιστεύομαι απόλυτα. Το αποτέλεσμα δεν προσβάλλει κανέναν. Είχα καταλάβει ότι ήταν αναγκαίο. Δεν ήταν γυμνό για το γυμνό, όπως συμβαίνει σε πολλές ελληνικές ταινίες», λέει.

Ο ρόλος της «νέας» είναι ο πρώτος της μεγάλος. Εχει κάνει περάσματα από μικρού μήκους ταινίες, αλλά και από τις «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη και το «Ροζ» του Αλέξανδρου Βούλγαρη. Πριν από τρία χρόνια έπαιξε στον «Ερρίκο Δ’» του Δημήτρη Μαυρίκιου στο Εθνικό, που ήταν «ό,τι καλύτερο για το ξεκίνημά μου», όπως ομολογεί.

Οι πρώτες θεατρικές αναμνήσεις της είναι από νηπιακή ήδη ηλικία. Ανάμεσα στις πιο έντονες και μια επεισοδιακή. Την είχαν πάει οι φιλόλογοι γονείς της στο «Οιδίπους Τύραννος» του Ρόμπερτ Στούρουα στην Επίδαυρο, όπου είχε ανάψει τσιγάρο η Αννα Μακράκη. «Ακόμα θυμάμαι τον χαμό που είχε γίνει», λέει.

Οταν ήρθε η ώρα να δώσει Πανελλήνιες -δεν μπορούσε να το αποφύγει, γιατί ήταν πολύ καλή μαθήτρια- δήλωσε Νομική. Αλλά ήθελε οπωσδήποτε να περάσει στην Αθήνα, ώστε να μπορέσει να παρακολουθήσει παράλληλα και μια θεατρική σχολή. Οπερ και εγένετο. Παρακολουθούσε θεατρικά σεμινάρια και πλέον είναι στο τρίτο έτος δραματικής σχολής. Της μένουν πέντε μαθήματα για το πτυχίο της Νομικής.

Μελετηρή από μικρή, μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. «Εμαθα ισπανικά για να διαβάσω Λόρκα στο πρωτότυπο», λέει. Πρόσφατα μετέφρασε το έργο του «Φασουλήδες με ρόπαλο» για το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης. «Φοβόμουν πάρα πολύ. Ισως αν είχα μπροστά μου ένα χρόνο να το σκεφτώ, να μην το είχα κάνει. Με ενθάρρυνε ο Ερρίκος Μπελιές. Είχε διαβάσει ποιήματα και κείμενα που έγραφα ερασιτεχνικά. Με συμβούλεψε, όταν θα μεταφράζω, να σκέφτομαι πώς πρέπει να λέει το κείμενο ένας ηθοποιός πάνω στη σκηνή», διηγείται.

Αυτόν τον καιρό παίζει στην «Κατσαρίδα», που σκηνοθετεί ο Κώστας Γάκης για το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης και συμμετέχει στην ταινία «Πεθαίνω για σένα», του Νίκου Καραπαναγιώτη. Τα όνειρά της; «Συνήθως τα κάνω στο μαξιλάρι μου», απαντά. *

  • Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 28/01/2009