Archive for the ‘Βογιατζής Λευτέρης’ Category

Μυρτώ Λοβέρδου

  • Στην πρώτη τους συνάντηση μετά το 1988

ΤΟ ΒΗΜΑ:  29/04/2012

«Θέλαμε να βαφτίσουμε την ομάδα με ένα όνομα σκέτο, πρωτοποριακό, λιτό, γυμνό, με ένα τίποτα» λένε σήμερα με μια φωνή ο Λευτέρης Βογιατζής (αριστερά) και ο Βασίλης Παπαβασιλείου αναφερόμενοι στη Σκηνή τους

«Με το που μπήκε το 2012 σκέφθηκα αμέσως ότι εφέτος είναι τα 30 χρόνια της Σκηνής».Την ιδέα του Βασίλη Παπαβασιλείου μοιράστηκε «Το Βήμα» με τον Λευτέρη Βογιατζή.Ετσι, ένα απόγευμα Κυριακής, συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια, στο σπίτι της Ειρήνης Λεβίδη. Με την άνεση και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει σχέσεις ζωής οι δυο τους ξεδίπλωσαν το παρελθόν τους σε μια «ιστορική» συνάντηση. Γιατί από τότε που ιδρύθηκε η Σκηνή – το τελευταίο ίσως θεατρικό σχήμα που καθόρισε το σύγχρονο ελληνικό θεατρικό γίγνεσθαι -, τον Μάρτιο του 1982, δεν έχουν μιλήσει ποτέ γι’ αυτά. (περισσότερα…)

Advertisements
  • Ο «ΤΟΚΟΣ» ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΒΟΓΙΑΤΖΗ
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Μια γέννα. Κι ο παράδοξος εορτασμός της, καλοκαίρι του 2010, στα στενά όρια μιας αυλής. Μόνο που το μωρό, ενώ γείτονες, φίλοι και συγγενείς το γιορτάζουν, η μάνα του το έχει σκοτώσει με τα ίδια τα χεράκια της.

Η  παιδοκτόνος Τέσσα-Λουκία Μιχαλοπούλου στη σκηνή, που τρώει σπασμωδικά το  κεράκι των γενεθλίων της. Την πλαισιώνουν οι ήρωες του «Τόκου»: Γ.  Νταλιάνης, Δ. Ημελλος, Ρένη Πιττακή, Γ. Γάλλος, Αλεξία Καλτσίκη και  Αγγελική Παπαθεμελή

Η παιδοκτόνος Τέσσα-Λουκία Μιχαλοπούλου στη σκηνή, που τρώει σπασμωδικά το κεράκι των γενεθλίων της. Την πλαισιώνουν οι ήρωες του «Τόκου»: Γ. Νταλιάνης, Δ. Ημελλος, Ρένη Πιττακή, Γ. Γάλλος, Αλεξία Καλτσίκη και Αγγελική Παπαθεμελή

Στην τραγική σύγχρονη αυλή των… θαυμάτων, που ενεπνεύθη στον συγκλονιστικό άπαιχτο «Τόκο» του ο Δημήτρης Δημητριάδης και τον ανεβάζει από σήμερα στην «Πειραιώς 260» ο Λευτέρης Βογιατζής, συμβαίνουν ή αποκαλύπτονται κι άλλα αποτρόπαια. Τον αιματοβαμμένο, συχνά χυδαίο ρεαλισμό, ο διακεκριμένος πανευρωπαϊκά Ελληνας δραματουργός τον απογειώνει όμως, σε επίπεδα υπερβατικά. Κορυφαίο παράδειγμα το φινάλε.

Δεν κρύβει ο Δημητριάδης ότι ο «Τόκος», που ανεβαίνει στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών με θίασο εκλεκτό -Ρένη Πιττακή, Δημήτρης Ημελλος, Γιώργος Γάλλος, Παντελής Δεντάκης, Αλεξία Καλτσίκη, Αγγελική Παπαθεμελή, Λουκία Μιχαλοπούλου, Γιάννης Νταλιάνης- είναι μια ζοφερή αλληγορία για τη σημερινή κρίση.

«Το έργο δημιουργεί κάτι το αναπόδραστο. Μας φέρνει «ενώπιος ενωπίω», δείχνοντάς μας καταστάσεις που αποφεύγουμε να δούμε και να κουβεντιάσουμε», υποστηρίζει. «Σήμερα βιώνουμε τέτοιο βαθμό ηθικής παρακμής, που χρειαζόμαστε μια νέα γέννα. Ενα νέο τόκο. Το θέμα, όμως, είναι ότι δεν υπάρχει νέα μήτρα. Χρειαζόμαστε το νέο τόκο με τη δεύτερη έννοια του. Χρειάζεται να ξαναγεννηθούμε, χρειάζεται να πληρώσουμε κι όσα χρωστάμε. Η κρίση που ζούμε οφείλεται στο ότι ποτέ δεν πληρώσαμε τον τόκο που μας αναλογούσε. Την προοπτική ενός αγέννητου κόσμου, πιστεύω, μόνο το θέατρο -φύσει και θέσει- μπορεί να μας υποσχεθεί».

  • Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το έργο;

«Πριν από 10 χρόνια, περιμένοντας μια γνωμάτευση γιατρού για τη μητέρα μου. Ημουν σε άσχημη κατάσταση και ήθελα κάπως να απασχολήσω το μυαλό μου. Τότε σκέφτηκα: «Τι θα συνέβαινε σε μια ομήγυρη ανθρώπων που έχουν συγκεντρωθεί για να γιορτάσουν τη γέννηση ενός μωρού, το οποίο έχει πνίξει η ίδια η μάνα του;». Ηταν ένα είδος εναύσματος. Στο μεταξύ πέρασαν τα χρόνια. Και το 2006 συνέβη κάτι παράδοξο. Είχαν συσσωρευτεί πολλά έργα σε φακέλους, ντοσιέ και σημειωματάρια, τα οποία, Σεπτέμβριο του 2006, με τρόπο ανεξήγητο επανεμφανίστηκαν. Σε διάστημα ενός 3μήνου συνέγραψα 17 απ’ αυτά!»

  • Αυτόματα;

«Σε μια κατάσταση πολύ ψυχρή. Λειτούργησα σαν ρομπότ. Επαιρνα το ένα μετά το άλλο τα ντοσιέ, καθόμουν μπροστά στον υπολογιστή και τα τελείωνα σε 4 μέρες! Ο «Τόκος» γράφτηκε έτσι. Σαν φυσικό φαινόμενο. Η τέχνη, όπως είχε πει ο Ντα Βίντσι, είναι νοητικό γεγονός. Σημασία, βεβαίως, έχουν οι ανάγκες και ιδιομορφίες κάθε έργου. Ο «Τόκος» είχε τις δικές του. Το ότι οι ήρωες μιλάνε με τη γλώσσα που μιλάνε ήταν αίτημα του ίδιου του έργου προκειμένου να γειωθεί. Δεν επέβαλα εγώ κάποια κατάσταση απ’ έξω. Τα πρόσωπα προήλθαν απ’ τον αρχικό πυρήνα. Και από εκεί και πέρα το πράγμα διακλαδίστηκε προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ετσι διαμορφώθηκε ένα σύνολο από πρόσωπα και θέματα».

  • Ποιο θεωρείτε, όμως, «πυρήνα»;

«Το ζήτημα των φύλων και της γονιμότητας. Ακούμε πάρα πολύ συχνά στο έργο, χωρίς να δίνεται ιδιαίτερη σημασία, τη λέξη ανδρόγυνο. Είναι μια λέξη κεντρικής σημασίας. Διότι στην ύπαρξη των φύλων οφείλεται η θνητότητά μας. Στα αγγλικά ή τα γαλλικά η λέξη sex υποδηλώνει την τομή. Στην προσπάθειά μας να υπερβούμε αυτή τη ρήξη, απ’ τη συνάντηση δύο θνητών γεννιέται επίσης κάτι θνητό, προορισμένο να υποστεί κι αυτό την τομή. Το ζήτημα της θνητότητας, κυρίαρχο και στον «Τόκο», είναι ένα θέμα που πάντα με απασχολεί. Η ύπαρξη των φύλων δεν είναι μια κατάσταση που μπορώ να δεχτώ, όπως το τραπέζι που υπάρχει δίπλα μου. Το φύλο είναι το πεπρωμένο μας. Οι συνέπειές του είναι ολοκληρωτικές. Από εκεί εξαρτώνται όλα. Δεν το εννοώ μόνο από απόψεως σεξουαλικότητας, αλλά ανθρώπινης σύστασης».

  • Το θέμα της αναπαραγωγής το αμφισβητείτε;

«Δεν το θέτω ως ζήτημα προς αμφισβήτηση, αλλά προς επίγνωση. Τα πρόσωπα του «Τόκου» εισδύουν διαρκώς το ένα μέσα στο άλλο, δημιουργώντας την έννοια του ανδρόγυνου σε πολλές παραλλαγές. Ενα είδος ανδρόγυνου αποτελούν και ο Μέρλος με τον Πετρή. Πιο κοντά, από άλλους δρόμους, την έννοια του νέου ανδρόγυνου σχηματίζουν η Τέσσα και ο Μέρλος. Αυτή η συγχώνευση των προσώπων, που ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι ονομάζει sfumato, την καταλάβε απ’ την πρώτη στιγμή ο Βογιατζής. Στον «Τόκο» το ένα πρόσωπο δεν είναι υπεράνω του άλλου. Ολοι εξαρτώνται από όλους. Εξ ου και είναι τραγική η υπόστασή τους. Ο Πετρής εκπροσωπεί την απόλυτη και πλήρως αποδεκτή γονιμότητα, και μάλιστα την εκμεταλλευόμενη. Ο Μέρλος είναι η άλλη πλευρά, καθώς προβληματίζεται πάνω σε αυτό και τις συνέπειές του».

  • Ο φόνος κι ο θάνατος, μόνιμες επωδοί στο έργο σας, αποκτούν και στον «Τόκο» μεταφυσικό χαρακτήρα.

«Το μεταφυσικό ή υπερβατικό που ενυπάρχει στον «Τόκο», το εννοώ με τον τρόπο που το εννοεί ο Πολ Ρικέρ λέγοντας «το υπερβατικό αποτελεί στοιχείο του παρόντος». Η ζωή μας είναι γεμάτη από πέραν. Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος είναι μια πόρτα για να καταλάβουμε την ίδια τη ζωή. Εγώ βιώνω καθημερινώς έναν θάνατο εν ζωή και μια ζωή εν θανάτω. Οτιδήποτε μπορώ να ολοκληρώσω σε μορφή έργου έχει προέλευση αυτό το καθημερινό και συνεχές βίωμα».

* Εως και την Πέμπτη. *

Ο Δημητριάδης δεν είναι αντίθετος στις γέννες

  • Ο Λευτέρης Βογιατζής θέλει να εισπράξει ο θεατής το χάος της ζωής του

«Πάντα με απασχολούσε η σκέψη να κάνω ένα έργο του Δημητριάδη», αποκαλύπτει ο Λευτέρης Βογιατζής. «Πρόσφατα, διαβάζοντας αρκετά έργα του, τουλάχιστον τέσσερα μ’ άρεσαν πολύ. Τον «Κυκλισμό του Τετραγώνου», που ανέβηκε στο «Odeon» του Παρισιού, σκοπεύω να τον δουλέψω στο μέλλον».

  • Γιατί σας επιβλήθηκε ο «Τόκος»;

«Αναφέρεται σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν έχει ξαναπασχολήσει τον Δημητριάδη. Αυτό, ομολογώ, λειτούργησε εντός μου, παρ’ όλο που δεν ήταν τελειωμένο. Ο Δημητριάδης έλαβε υπόψη του τις συζητήσεις μας και το ξαναέγραψε προβαίνοντας σε γενναίες αλλαγές. Η αυλή στην παράστασή μας έγινε κτήμα στην άκρη ενός προαστίου (σκηνικό Χλόη Ομπολένσκι). Στο μόνο που επέμεινα ήταν να μην κάνει πιο σαφές το έργο».

  • Οταν λέτε «νέο περιβάλλον» στο έργο του, τι εννοείτε; Τη γλώσσα, τους λαϊκούς χαρακτήρες του;

«Εννοώ το λαϊκό, μικροαστικό περιβάλλον, που, πάντως, στο χειρισμό του υπερβαίνει την καθαρή ρεαλιστικότητα. Εχει μια εμφανή παγκοσμιότητα το ύφος του Δημητριάδη. Υπάρχει μια υπερβολή στους μονολόγους του, μια εκρηκτική ποιητικότητα, η οποία σε προκαλεί να την τιθασεύσεις».

  • Στους διαλόγους τα πάντα αιωρούνται και σχεδόν όλα μπορούν να εννοηθούν. Σιγά σιγά ξετυλίγεται μέσα από υπαινιγμούς το κουβάρι της ταυτότητας των ηρώων. Αυτό σας δυσκόλεψε στην πράξη;

«Τρομερά. Το έργο, ενώ είναι στα όρια του ρεαλισμού, σε φέρνει ενώπιον πολύ μεγάλων αισθητικών ζητημάτων. Τι είναι ρεαλισμός; Μήπως αυτός ο ρεαλισμός είναι η μήτρα των πάντων; Οχι ο ρεαλισμός ως μίμηση κάποιου πράγματος, που ονομάζουμε ζωή. Γιατί η ζωή δεν συλλαμβάνεται. Γλιστράει. Με τον Δημητριάδη είχαμε από την αρχή μια άγρια «επιβολή». Οι ήρωές του -εγκληματίες, μη εγκληματίες, μαστροποί, πόρνες, κρατικοί υπάλληλοι- όλοι καταλήγουν να είναι ένα πράγμα. Μπορεί κανείς να εκτιμήσει ότι ο Δημητριάδης είναι εναντίον της γέννας, εναντίον της δημιουργίας, ενώ είναι το αντίθετο. Ο Δημητριάδης, με τον «Τόκο» του είναι εναντίον αυτού του τρόπου γέννας, εναντίον αυτού του κόσμου. Σαν να λέει ότι η ζωή που μας υποδέχεται είναι χειρότερη απ’ το θάνατο».

  • Τι θέλετε να εισπράξει ο θεατής από την παράστασή σας;

«Το χάος της ζωής του».

  • Ο Λευτέρης Βογιατζής ανεβάζει τον «Τόκο» του Δημήτρη Δημητριάδη στο Φεστιβάλ Αθηνών και μιλάει για όλα όσα πληρώνουμε στη ζωή μας σήμερα

Ξαναβρίσκοντας τις παιδικές μνήμες από το κτήμα του θείου του στην Αγία Παρασκευή, όπου έκανε ποδήλατο στις διακοπές του, ο Λευτέρης Βογιατζής, μετέτρεψε την αυλή του «Τόκου», του Δημήτρη Δημητριάδη, στο οικογενειακό κτήμα των αναμνήσεών του. «Σαν μια άλλη “Αυλή των Θαυμάτων”» μου λέει καθώς κάθεται απέναντί μου, ένα βράδυ της περασμένης εβδομάδας, για αυτή τη συνέντευξη. Αγχωμένος και κουρασμένος, όπως πάντα, σε πλήρη όμως ετοιμότητα για μία ακόμη πρεμιέρα, για ένα ακόμη θεατρικό, για μια συνάντηση ανάμεσα σε έργα, ηθοποιούς και θεατές. Μιλάμε για τον χρόνο, που ποτέ δεν φθάνει, αλλά που ο ίδιος ξέρει γιατί τον χρειάζεται. Μου λέει για το σκηνικό της Χλόης Ομπολένσκι που πέρασε από πολλές φάσεις ώσπου να γίνει ένα «έντεχνο μη σκηνικό» και για Φεστιβάλ Αθηνών που θα φιλοξενήσει τη (συμ)παραγωγή αυτή (12- 15 Ιουλίου). Μου λέει για τον θίασο και για την ιστορία του «Τόκου»: Οκτώ ήρωες, που ηλικιακά ο ίδιος τους βλέπει «από 70 ως 100 ετών», δύο οικογένειες- η μια είναι ξεκληρισμένη και η άλλη σε δράση. Ατεκνοι οι περισσότεροι ή με υιοθετημένα παιδιά. Τους συναντάμε ένα βράδυ που γιορτάζουν τα γεννητούρια ενός (δολοφονημένου;) μωρού. Τότε ένας καλεσμένος βάζει μπουρλότο στη βραδιά είτε γιατί θυμίζει παλιές διαφορές ανάμεσά τους είτε γιατί αναφέρεται στον δολοφόνο εγκύων….

– Κύριε Βογιατζή, τι είναι ο «Τόκος»;

«Τόκος και τοκετός, μαζί, τα χρωστούμενα που πρέπει να πληρώσεις σ΄ αυτόν που σε δάνεισε, αλλά και μια τρίτη εκδοχή: ο τόκος με την έννοια της δημιουργίας. Οταν είναι να γίνει κάτι και δεν γίνεται, μέσα σε μια χώρα που σκοτώνει ό,τι είναι να γεννηθεί. Συγκινούμαι που μιλάω για αυτή τη νοοτροπία, αλλά έτσι είναι. Και σκέφτομαι τον Μητρόπουλο, γιατί κι εκείνος ήταν ένα από τα παιδιά της Ελλάδος που ανατρίχιαζαν με την ιδέα να γυρίσουν πίσω σε μια χώρα που δεν αφήνει τίποτα όρθιο».

– Το λέτε αυτό με προσωπικό παράπονο;

«Οχι, όχι. Δεν το λέω με παράπονο, ούτε θέλω να προστεθώ στην κατηγορία των ανθρώπων που έχουν μια άποψη… Γιατί όσο πιο πολλοί προστιθέμεθα, τόσο πιο συνηθισμένο γίνεται τελικά το θέμα. Νομίζω ότι λειτουργεί αντίθετα».

– Γιατί είναι έτσι αυτή η χώρα,γιατί είμαστε έτσι;

«Εχει να κάνει με τις δυνατότητές μας και την καταστροφική μας διάθεση. Τι φταίει; Δεν μπορώ να εξηγήσω. Ενα από τα πράγματα που φταίνε είναι μια τρομερή έλλειψη εμπιστοσύνης, μια κρυψίνοια, μια έλλειψη καλής θέλησης, μιας πιο αθώας πλευράς – αν και δεν μ΄ αρέσει η λέξη. Με κίν δυνο αυτή η πλευρά να καταποντιστεί, αλλά αυτή είναι η αξία της, αυτός ο κίνδυνος. Δεν υπάρχει μια καθαρή ματιά, υπάρχει πάντα μια ανταπόδοση. Κι αυτό αφορά όλον τον κόσμο…».

– Δηλαδή;

«Να φέρω ένα παράδειγμα: Στην Αγγλία, ας πούμε, πας στην αστυνομία αν είσαι ένοχος για κάτι. Εδώ πας για όλα τα άλλα, όπως για ένα γνήσιο υπογραφής… Επειδή δεν μπορείς να διαφύγεις, πρέπει να τηρείς ορισμένα πράγματα μέσα από αυτή τη στενή γραφειοκρατική διάσταση. Ποιον ωφελούν όμως όλα αυτά; Οταν κλέβουν οι πάντες που τους είναι εύκολο, το να μην μπορεί να κλέψει κάποιος που βγάζει δέκα δραχμές είναι αστείο. Κάπου υπάρχει κάτι άρρωστο και δεν μπορεί να βρεθεί τι είναι. Ισως να μη συμφέρει και να βρεθεί…».

– Θα μπορούσε, πιστεύετε, να γίνει κάτι;

«Ολοι καταλαβαίνουμε, όλοι μυρίζουμε, όλοι νιώθουμε, όλοι κάπου δεν μπορούμε, όλοι κάπου είμαστε ένοχοι σε σχέση με το τι προσφέρουμε ή τι κάνουμε απέναντι σ΄ αυτό… Ο κόσμος έχει μια δύναμη, την οποία θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει- τη χρησιμοποιεί όμως με πεπαλαιωμένους τρόπους. Δεν ξέρω ποιοι τρόποι είναι οι καλύτεροι. Αν και έχει ήδη συμβεί ο καταποντισμός των ιδεών των πολιτικών, εκείνοι εξακολουθούν να τα επαναλαμβάνουν, με την ίδια σιγουριά και αδιαφορία…».

– Αυτός που περιγράφετε είναι ο κόσμος μας ή ο κόσμος του «Τόκου»;

«Ο κόσμος μας και ο κόσμος του έργου. Τα ονόματα των ηρώων, Χρυσάφης Μπίνης, Ζήσης Ρούκουνας, Πετρής Καπλάνης, παραπέμπουν σε νύχτα. Τα ονόματα των ηρώων ενώνουν τη νύχτα με την πολιτική. Σήμερα πια πιστεύω ακράδαντα ότι οι πολιτικοί έχουν απόλυτη σχέση με τη νύχτα. Οπως και οι πάμπλουτοι άνθρωποι. Οι μέθοδοί τους είναι ακριβώς ίδιες. Μέσα στον “Τόκο” υπάρχουν ερωτήματα, κενά. Πολλές φορές νιώθω ότι κοιμόμαστε όρθιοι… Σαν να είμαστε σε έναν ενεργειακό ύπνο. Γιατί ενώ καταλαβαίνουμε, είμαστε ανίκανοι να δράσουμε και να πράξουμε».

– Να πληρώσουμε δηλαδή αυτά που χρωστάμε;

«Ναι, αλλά τι είναι αυτά που χρωστάμε; “Θα πληρώσετε τόκο για ό,τι έχετε πάρει” λέει ένας ήρωας… Και στο τέλος γίνεται ένα χάος. Είναι χαώδες το έργο και πολύ θα ήθελα να μεταδώσω αυτή την αίσθηση ».

– Για το τέλος; Μια που είναι ένα έργο για άτεκνους ανθρώπους και δολοφόνους εγκύων…

«Ναι, αλλά αυτό δεν είναι τελικά απαισιόδοξο… Με συγκινεί η αναγκαιότητα, με συγκινεί το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι αντιδρούν για κοινωνικά θέματα. Εγώ όχι, αντιδρώ για τη δουλειά μου».

– Θέλετε να αντιδράσετε και δεν ξέρετε πώς;

«Οταν πρωτοέμεινα μόνος μου άρχισα να ψωνίζω υλικά, ακόμα και σκεύη, με την ελπίδα ότι θα μάθω να μαγειρεύω. Αδικα πήγαν όλα… Θυμάμαι λοιπόν ότι μου είχαν δώσει μια συνταγή για κάτι με αλεύρι. Πήρα λοιπόν το αλεύρι, αλλά τελικά δεν το χρησιμοποίησα και το ξέχασα. Επειτα από μήνες που το έβγαλα, βρήκα μέσα κάτι σκουλήκια και τρόμαξα… Ρώτησα κι έμαθα ότι το αλεύρι γεννάει από μόνο του τα σκουλήκια… Και να το είχα διαβάσει, δεν θα του είχα δώσει σημασία. Οταν το βίωσα όμως, τρελάθηκα. Από τότε, αυτή η εμπειρία ανανεώνεται σε σχέση με πράγματα που μου συμβαίνουν… Τη βλέπω μπροστά μου. Υπάρχει αυτή η διαρκής, η αέναη δυνατότητα, ό,τι και να κάνει κανείς, τα πράγματα να ξαναγεννηθούν με τον ίδιο τρόπο…».

– Και να καταστραφούν;

«Βεβαίως, γιατί αυτή η διαδικασία είναι κάτι εγγενές της φύσης… Ομως, πιστεύω ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από αυτή τη δυνατότητα να νομίζουν ότι μπορούν να πολεμήσουν κάτι. Τη χρειάζεσαι, είναι αναγκαία. Είναι δημιουργική. Από την άλλη δεν μπορείς να επιβληθείς στους νόμους που κουβαλάς μέσα σου. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια να σταματήσει η ζωή, μια προσπάθεια που οι ήρωες βρίσκουν ότι είναι για καλό».

  • ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το ερχόμενο φθινόπωρο ο Λευτέρης Βογιατζής ανεβάζει Πίντερ, όμως ενδιαμέσως πρόκειται να ξεκινήσει γυρίσματα με τον Γιώργο Σκεύα για το ντοκυμαντέρ που ετοιμάζει με θέμα τη ζωή και το έργο του Δημήτρη Μητρόπουλου .Το έργο θα αναπλάθει την προσωπικότητα του κορυφαίου έλληνα μαέστρου μέσα από την αλληλογραφία που είχε με την επιστήθια φίλη του Καίτη Κατσογιάννη, την οποία θα ερμηνεύσει η Κάθριν Χάντερ. «Πρόκειται για μια μείξη fiction και ντοκυμαντέρ» λέει ο Βογιατζής.

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

  • Φεστιβάλ Αθηνών, «Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη, από τη «Νέα Σκηνή- Λευτέρης Βογιατζής»
  • Από 12 ως 15 Ιουλίου, στις 21.00.

Πληροφορίες στο τηλ.210 3272.000. Εισιτήρια: 25- 20- 15 ευρώ

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Το 1988 ίδρυσε τη Νέα Σκηνή και το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος. Εχει σκηνοθετήσει και ερμηνεύσει ρόλους σε έργα των Τσέχοφ, Μολιέρου, Κ. Γκολντόνι, Γ. Διαλεγμένου, Σ. Κέιν, Τ. Μπέρνχαρντ κ.ά. Αυτή την περίοδο σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στο «Υστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων.

  • Δεν μου αρέσει να αναφέρομαι στην ηλικία μου.

Θεωρώ – αυτό το λέω και με μια δόση χιούμορ – ότι είναι ένα θέμα εντελώς απόρρητο. Είναι κάτι που μου δημιουργεί δυσάρεστες σκέψεις. Η φθορά είναι μέσα στη ζωή μας. Αφορά τα πάντα και φυσικά είναι απόλυτα συσχετισμένη με τον χρόνο. Από τη στιγμή που ο χρόνος καθορίζει το τέλος του ανθρώπου, είναι φυσικό τέτοιες σκέψεις να μας γεμίζουν φόβο. Φαίνεται σαν πίσω από καθετί να είναι κρυμμένος ο θάνατος. Πίσω από κάθε σύγκρουση ή θέμα που μας απασχολεί. Η ημερομηνία γέννησης ενός ανθρώπου μοιάζει να σε παραπέμπει στο τέλος του.

Θυμάμαι ότι ως παιδί είχα μια εσωτερική περιέργεια, που όμως δεν ήταν συνειδητή. Ενώ ήμουν πολύ παρορμητικός, ταυτόχρονα μπορούσα να είμαι και έξω από τα πράγματα.

  • Οι γονείς μου μου μετέδωσαν μια αγάπη για να είναι τα πράγματα «καθαρά».

Κατά μυστήριο τρόπο, αυτή η καθαρότητα είναι για μένα ένας τρόπος για να αναπτύξω τη φαντασία μου. Προκειμένου να μπορέσω να αρχίσω να φαντάζομαι, θέλω κάτι να είναι σαφές.

  • Μικρός είχα μεγάλη αγάπη για την όπερα και τη μουσική.

Ο αδελφός μου, που είχε καταπληκτική φωνή και αργότερα σπούδασε στη Βιέννη, με έβαζε να μαθαίνω τα μέρη των πρωταγωνιστριών στις όπερες μπελκάντο, για να τραγουδάει μαζί μου. Και εγώ χωνόμουν κάτω από ένα τραπέζι, γιατί ενώ άφηνα τη φωνή μου να βγει δεν ήθελα να με βλέπουν. Αυτό, κατά μία έννοια, συνεχίζεται ως σήμερα. Ενώ είμαι τόσα χρόνια στο θέατρο, κάνω διάφορες «μαγγανείες» προκειμένου να αντιμετωπίσω την επαφή με το κοινό. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να υπερνικήσεις, παρά μόνο να τα «κοροϊδέψεις», να τα πάρεις με το μέρος σου. Και εγώ χρειάζομαι χρόνο να χαλαρώσω, για να μπορέσω να χειριστώ τον εαυτό μου πάνω στη σκηνή.

Δεν έχω καλή μνήμη.
Μου αρέσει να πιστεύω πως θυμάμαι μόνο ό,τι αγαπάω πάρα πολύ και ότι αποδεικνύεται τι αγαπάω από το πόσο το θυμάμαι. Μπορεί δηλαδή να νομίζω ότι αγαπάω κάτι και η μνήμη μου να μου αποδείξει ότι αγαπάω κάτι άλλο. Είναι πολύ ενδιαφέρον, διότι μου δείχνει τι πραγματικά συμβαίνει και όχι τι πιστεύω ότι συμβαίνει.

  • Αλίμονο αν αυτό που λέμε ταλέντο ή χάρισμα χαρακτήριζε όλη την ύπαρξη ενός καλλιτέχνη.

Η Λαμπέτη ήταν κατάφωρο παράδειγμα ανθρώπου που δεν επαναπαυόταν σε αυτό. Τη θυμάμαι στις πρόβες, πόσο δούλευε υποδόρια τα πάντα. Μπορείς να πεις ότι τον ρόλο δεν τον δούλευε καθόλου. Δούλευε τα «μέσα» της.

  • Οσο μεγαλώνουμε χάνουμε την αθωότητά μας, φυσικό δεν είναι;

Αυτή την ευτυχία των πρώτων χρόνων δεν μπορείς να την αποκτήσεις ξανα, παρά μόνο αν κουραστείς.

  • Μόλις ο ηθοποιός αποκτήσει συνείδηση αυτού που κάνει, νεκρώνεται.

Ελεγαν κάποιοι ηθοποιοί στον Κουν «δεν μπορώ να παίξω, γιατί έχω πολλή συνείδηση του εαυτού μου». «Αφήσου» λέει συχνά ένας σκηνοθέτης, λες και μπορεί κανείς να υπακούσει σε αυτό το τερατώδες πράγμα. Μα είναι ολόκληρη διαδικασία!

Μου αρέσει οι ηθοποιοί να είναι απελευθερωμένοι, να υποβάλλουν την απορία τους, να με φέρνουν σε δύσκολη θέση, όπως κάνω και εγώ. Γιατί όλο αυτό γίνεται για έναν κοινό σκοπό.

  • Στο παρελθόν ζητούσα πολλά από τους ανθρώπους.

Αργότερα συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι λίγο ασεβές. Στο πλαίσιο της δουλειάς δικαιολογείται κάπως, αλλά στους φίλους όχι.

  • Είμαστε συνεχώς υπόλογοι στα πράγματα που μας έχουν διαμορφώσει.

Συνέχεια πολεμάμε με αυτά. Ή μάλλον αυτά είναι που μας πολεμούν γιατί θέλουν να μείνουν ακίνητα.

  • Αλλο ένταση και άλλο δύναμη.

Πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις. Η λέξη δύναμη μου δίνει μια αίσθηση στοιχείου της φύσης, ενώ η ένταση έχει ένα στοιχείο φτιαχτό. Στη δουλειά μας παίζει πρωταρχικό ρόλο το πώς να αποκτήσεις δύναμη χωρίς ένταση. Και όταν η τρέλα της δημιουργίας γίνεται πάνω σε μια ήρεμη βάση, έχει μεγάλη δύναμη.

  • Την Ανδρο την έχω αγαπήσει πολύ.

Υπάρχουν φορές που φυσάει τόσο δυνατά ο άνεμος, ακούγονται τα φύλλα από τα δέντρα και το κελάρυσμα του νερού – είναι μια μουσική απίστευτα όμορφη, που εμπεριέχει όλες τις μουσικές.

  • Μου αρέσουν πολύ οι γάτες.

Τα τελευταία πέντε χρόνια έχω έναν γάτο, τον Φανερούλη, που είναι πολύ sui generis και ανεξάρτητος. Τον βρήκα στην Ανδρο, κάτω από μια σκάλα στο σπίτι μου. Είναι πολύ περίεργη φάρα οι γάτες. Μου αρέσει το ότι με υποχρεώνουν να θέλω να τις καταλάβω.

  • Οσο μεγαλώνει κανείς γίνεται πιο διστακτικός απέναντι στον έρωτα.

Πρέπει όμως να είμαστε ελεύθεροι. Γιατί εκτός από τη συστολή και τους φόβους μας, υπάρχουν και δυνάμεις έξω από εμάς. Αν δεν «πάθεις», δεν έχει νόημα. Εμένα μου αρέσει ακόμη το «μελό», η ιδέα τού να «πάθω» κάτι.

  • Δημοσιεύθηκε στο BHMAMEN, τεύχος 44, σελ. 164-165, Νοέμβριος 2009
  • Δέσποινα Λάδη, φωτογραφία: Χρήστος Κόντος | Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009  [ 10:35 ]
  • Ο Λευτέρης Βογιατζής παρατηρεί τη ζωή από μια καρέκλα κουρείου στην παράσταση «Το ύστατο σήμερα». Από την ίδια καρέκλα μάς μιλάει και για τη νέα κυβέρνηση, τις επιχορηγήσεις και τις ιδιοτροπίες του
  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009
  • Σας αρέσουν οι κακές ειδήσεις; Εμένα ναι. Αν τις θέλετε, θα σας τις πω. Γιατί τις προτιμώ; Μου αρέσει η οδύνη, το χάος; Οχι, καθόλου. Απλώς, νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι πολύ πιο ωραίοι πεσμένοι καταγής παρά όρθιοι»…

Ο Λευτέρης Βογιατζής στον ρόλο του πελάτη και ο Δημήτρης Ημελλος ως κουρέας στο έργο του Χάουαρντ Μπάρκερ «Το ύστατο σήμερα», που ανεβάζεται στο ανακαινισμένο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων».

Ο Λευτέρης Βογιατζής στον ρόλο του πελάτη και ο Δημήτρης Ημελλος ως κουρέας στο έργο του Χάουαρντ Μπάρκερ «Το ύστατο σήμερα», που ανεβάζεται στο ανακαινισμένο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων».

Είναι η πρώτη φράση που απευθύνει μετά από παρατεταμένη σιωπή ο πελάτης στον κουρέα του, ένας απερίγραπτος αγγελιοφόρος κακών ειδήσεων…

Ο επισκέπτης του κουρείου, ο Δνίστερ, δεν είναι άλλος από τον Λευτέρη Βογιατζή, ντυμένο με λινό κοστούμι, και ο κουρέας, το θύμα του, ο Δημήτρης Ημελλος, φορώντας την άσπρη ποδιά του (σκηνικό-κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου). Το έργο του Χάουαρντ Μπάρκερ «Το ύστατο σήμερα» ανεβαίνει σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη στο ανακαινισμένο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων».

Μέσα σ’ ένα χώρο πλημμυρισμένο από αντικείμενα κουρείου, ο Λ. Βογιατζής καθισμένος στη παλιομοδίτικη καρέκλα, θα «απολαμβάνει» κάθε βράδυ μια οδυνηρή επικοινωνία με τον κουρέα. Η παράσταση με πολλά περάσματα από το φως στο σκοτάδι δεν φέρει καμιά ένδειξη εποχής ενώ οι ήχοι (Θοδωρής Αμπατζής-Σταύρος Γασπαράτος) παραπέμπουν σε ατμόσφαιρα ολικής καταστροφής.

Ο Δνίστερ είναι ψυχρός παρατηρητής, ένα είδος ανιματέρ της ζωής χωρίς συναισθηματικούς περισπασμούς, ένας εμπειρογνώμων ατυχημάτων… Εχει έρθει να ανακοινώσει τα δυσάρεστα. Προετοιμάζει τον κουρέα κυκλωτικά, αυξάνοντας ολοένα τον τρόμο του για τα ανείπωτα.

  • Από αναβολή σε αναβολή

Τον οδηγεί σε άγνωστες περιοχές του εαυτού του. Κάποτε ο σιωπηλός κουρέας επικαλείται την απούσα στον Δνίστερ ηθική, για να βάλει ένα τέλος. Ο άλλος, όμως, θα τον φτάσει επώδυνα και ηδονικά στο ύστατο σημείο αντοχής. Τα βλέμματά τους συναντιούνται μέσα από ένα ειδικό τζάμι-καθρέφτη.

Οι εργασίες στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων θα έπρεπε να είχαν τελειώσει από πέρσι τον Απρίλιο, όμως ο Λ. Βογιατζής κάνει πρόβες σ’ ένα ακόμα μισοέτοιμο θέατρο ανάμεσα σε σκόνες, με συμπρωταγωνίστριες -ποιες άλλες;- τις καθυστερήσεις και τις αναβολές. Και δεν φτάνει το «Υστατο σήμερα». Ο σκηνοθέτης έχει προγραμματίσει για τη σεζόν… τρία ακόμα έργα: το «Πάρτι γενεθλίων» του Πίντερ και το τελευταίο του Δ. Δημητριάδη. Μα θα προλάβει;

«Πάντως, τώρα, δεν φταίω εγώ για τις αναβολές. Είμαι πάντα σ’ ένα γιαπί. Τουλάχιστον το θέατρο έγινε πιο άνετο, λειτουργικό. Η αρχιτέκτων Μυρτώ Μήλιου δούλεψε με σεβασμό στην αρχική ιδέα του Κ. Κρόκου. Τα καθίσματα αποσύρονται αλλά πάλι δεν έχω χώρο αποθήκευσης στην περίπτωση που ήθελα μια παράσταση άλλου τύπου, για λίγο κόσμο ή ορθίους. Η κατάσταση είναι ακόμα τόσο χαοτική, που ξεκινώ πρόβα με τρεις ώρες καθυστέρηση, γιατί πρέπει πρώτα να βγάλω απ’ το μυαλό μου όλα τα γύρω γύρω ώστε να περάσω μετά, με σχετική ηρεμία, στην παράσταση».

– Το έργο μοιάζει εξαιρετικά πολύπλοκο.

«Φιλοσοφικά είναι κοντά στις ιδέες του Νίτσε. Η έννοια της οδύνης και της ομορφιάς που εμπεριέχει απασχολεί τον ήρωα που υποδύομαι. Το μισό έργο παίζεται μέσα απ’ τον καθρέφτη. Αποτελεί δε σπουδαίο μάθημα για την πολυμορφία της μήτρας του ρεαλισμού, που είναι τόσο παρεξηγημένος σήμερα. Μία απ’ τις αρετές ή δυσκολίες του θεάτρου που γράφει ο Μπάρκερ είναι ότι βάζει το θεατή σ’ αυτή την τερατώδη διαδικασία αυτοσυγκέντρωσης: να μη λυγίσει, να επιμείνει. Κάποια προσπάθεια χρειάζεται να κάνει κι αυτός για να ωφεληθεί, δεν νομίζετε;»

  • «Μια ελπίδα την έχουμε»

– Είστε αισιόδοξος με τη νέα κυβέρνηση;

«Χωρίς να έχω καμιά ιδιαίτερη ενημέρωση περί αυτών, ομολογώ ότι τη Δευτέρα μετά τις εκλογές ξύπνησα λίγο πιο ελαφρύς… Μετά, βέβαια, τρόμαξα βλέποντας σε τηλεοπτικό πάνελ κάποιον υφυπουργό να καταδυναστεύει το συνομιλητή του. Μήπως αυτά είναι δείγματα ότι ξανακυλάμε στο χάος; Πάντως, μια ελπίδα την έχουμε. Αλήθεια, δεν είναι ωραίο που είμαστε πια απολιτίκ και προσδοκούμε απλώς τη δράση;..»

– Και με το θέμα των επιχορηγήσεων;

«Τις εισπράττουμε με καθυστέρηση τριών χρόνων. Τώρα χρωστάω λεφτά πρώτη φορά και δεν ξέρω πώς θα το αντιμετωπίσω. Τα επόμενα έργα έχουν πολλά άτομα. Σκέφτομαι ότι αν είχα οικογένεια, δεν θα τα έβγαζα πέρα».

– Αλήθεια, γιατί δεν κάνετε;

«Τι; Να παντρευτώ;.. Μπα, δε νομίζω. Ομως τα παιδιά μου αρέσουν. Εχω βαφτιστήρια. Τα πιλατεύω, τα τρομάζω… Εγώ παλεύω ακόμα μ’ αυτά που πρέπει να κάνω κι όλο αναβάλλω. Να κοιτάξω το πόδι μου, για παράδειγμα. Τον πρώτο μηνίσκο τον έπαθα στο «Σε φιλώ στη μούρη». Ούρλιαξα στη σκηνή και τρελάθηκαν όλοι. Ενα βράδυ στο Μπενάκη χορεύοντας με μια φίλη -δίχως να ξέρω πώς, εγώ δεν χορεύω!- νιώθω ξαφνικά το πόδι μου να εκτοξεύεται, απέναντι, στον Βασιλικό Κήπο… Μετά έκανα εγχείρηση. Και μετά με κτύπησε ένα μηχανάκι στον αστράγαλο».

– Και η υπόλοιπη ζωή σας;

«Κοιμάμαι αργά, ξυπνώ αργά και χάνω τη μέρα. Φεύγω από το θέατρο, πηγαίνω σπίτι και δεν κάνω τίποτα. Την τηλεόραση την κατάστρεψε η καταιγίδα, να διαβάσω δεν μπορώ χρόνια τώρα, ούτε τη μεγάλη μου αγάπη, μυθιστορήματα. Δεν παίρνω χάπια γιατί το έκανα κάποτε με ολέθριο αποτέλεσμα.

»Αντί να κοιμηθώ, έμεινα ξύπνιος σε κατάσταση υπνηλίας να κυνηγάω το γάτο. Δεν θα υπήρχα χωρίς αυτόν. Εκείνος όμως δεν με εκτιμά καθόλου. Με παιδεύει. Ετοιμάζομαι, ας πούμε, για την Ανδρο. Τον φωνάζω, έχω ψάξει σ’ όλο το Λυκαβηττό, έχω χάσει δύο πλοία, τίποτα. Τον βρίσκω σ’ ένα από τα μπαλκόνια μέσα στη γλάστρα να με κοιτάζει ασυγκίνητος. Είναι ο Φανερωμένος επειδή τον βρήκα μωρό, με υποκοριστικό Φανερούλης».

– Σ’ όλα βρίσκεστε σε κατάσταση αγώνα. Στο θέατρο, στην επικοινωνία, ακόμα και με το γάτο…

«Δεν είναι υπέροχο; Πριν ένα χρόνο θα έλεγα ότι είναι κατάρα. Τώρα το βρίσκω απόλυτα φυσιολογικό ν’ αγωνίζεσαι για όλα. Χωρίς κόπο, ανάξια μπορεί να γίνει κάτι;»

– Ερωτεύεστε ποτέ κάτι πέρα απ’ τη δουλειά σας; Δύσκολα σας φανταζόμαστε αφοσιωμένο κάπου αλλού. Σ’ έναν άνθρωπο που να σας έχει πάρει το μυαλό…

«Ελα ντε… Στο θέατρο πάντως αναγκάζομαι να αφοσιωθώ. Δεν είμαι αυτό που αναγκαστικά φαίνομαι. Το ίδιο ισχύει για όλους. Μεγαλώνουμε και δύσκολα συνειδητοποιούμε τη σημασία του χρόνου που φεύγει. Συχνά κάνω σκέψεις πάνω σ’ αυτό, αλλά εγκαταλείπω γιατί η εργασία παραείναι σοβαρή και χρονοβόρα».

  • «Δεν είμαι συγκεντρωτικός»

– Θ’ αναλαμβάνατε ένα θεσμικό πόστο; Π.χ. τη διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου;

«Δεν το σκέφτηκα ποτέ. Αν με ερέθιζε η προοπτική μιας σιγανής αλλά πολύ σημαντικής αλλαγής, ίσως. Αλλιώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να διευθύνω την συνέχεια μιας… απρόσκοπτης πορείας. Εχει επίσης σημασία με ποιους θα κάνεις τις αλλαγές. Παρόλο που η φήμη με θέλει συγκεντρωτικό, τίποτα δεν κάνω χωρίς τους άλλους. Κι αν ιντριγκάρω στις πρόβες, είναι για ν’ αναδυθούν γεγονότα. Αλλο αν συχνά αναδύονται και πράγματα δυσβάσταχτα, που με κάνουν να χάνω το χιούμορ μου».

– Εχθρούς έχετε;

«Δεν σου δίνει αξία το να έχεις εχθρούς. Ξέρεις πόσο δυσάρεστο είναι; Γεννιέται μέσα σου ο παράλογος φόβος, από πού κι ως πού με μισούν; Το ίδιο φριχτή είναι η αλαζονεία ότι το «μεγαλείο» σου μπορεί να δημιουργεί εχθρούς. Δηλαδή, μια άθλια παγίδα».

– Μπορεί μια κακή παράσταση να εμφανίσει μέτριο ένα σημαντικό συγγραφέα;

«Πολλές φορές έχει συμβεί αυτό… Εδώ, από την ανία των παραστάσεων, λέγαμε παλαιότερα «ουφ, ο Σέξπιρ». Αυτή είναι η μοναδικότητα του θεατρικού κειμένου: πρέπει να παίζεται. Βλέποντας από παιδί θέατρο διαπιστώνω ότι τάσεις που ανέπτυξα τότε δεν διαφέρουν πολύ απ’ τις σημερινές μου. Με τη μητέρα μου μοιράστηκα και απίθανα κωμικές στιγμές. Ηθελα να την πείθω ότι δεν της άρεσε στ’ αλήθεια αυτό που διατεινόταν ότι της άρεσε σε μια παράσταση. Την ξεγύμνωνα, την εξόντωνα και τελικά την έπειθα».

– Ενα είδος Δνίστερ, δηλαδή…

«Περίπου… Η συναισθηματική απόσταση του Δνίστερ από τα πράγματα είναι απόλυτη, καθαρή. Συχνά μοιάζει σαν να έχει επινοήσει τον κουρέα. Σαν οι δυο τους ν’ αποτελούν ένα πρόσωπο». *

 

Ερωτευμένος με τον Χάουαρντ Μπάρκερ -στη δραματουργία του οποίου είναι βουτηγμένος μήνες τώρα. Πελαγωμένος με το ανολοκλήρωτο «εργοτάξιο» του ανακαινισμένου Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων, όπου καλείται να κάνει αύριο πρεμιέρα με το «Υστατο σήμερα» («The dying of Today») του Βρετανού δραματουργού.

Ο Λευτέρης Βογιατζής, ένα χρόνο απών από τη σκηνή, επιστρέφει ως αγνώστων στοιχείων πελάτης. Το «Υστατο σήμερα» τον θέλει να εισέρχεται σε ένα κουρείο παλαιού τύπου για να κουρευτεί. Στην πραγματικότητα, για να προκαταβάλει τον κουρέα-Δημήτρη Ημελλο για τις δυσοίωνες ειδήσεις που γνωρίζει.

Ο τελειομανής σκηνοθέτης και ηθοποιός έχει πάρει μια αδιανόητη για τους συνήθεις χρόνους και τα ειωθώτα του φόρα. Αρχές του 2010 σκοπεύει να ανεβάσει, μετά τον Μπάρκερ, το «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ. Το καλοκαίρι, αν δεν ενδώσει τελικά στις φεστιβαλικές πιέσεις για μια αρχαία τραγωδία, θα καταπιαστεί με τον πρώτο Δημήτρη Δημητριάδη της καριέρας του: τον «Τόκο».

Για την ώρα, τα σύνεργα του κουρείου έχουν περικυκλώσει τη σκηνή του θεάτρου. Πινέλα, ξυραφάκια, σαπουνάκια, κολόνιες, αποκόμματα εφημερίδων, ψάθινα καπελάκια, συνθέτουν ένα σύμπαν ατμοσφαιρικό, άχρονο, υπερρεαλιστικό. Τα σύνεργα του μπαρμπέρικου σε προϋπαντούν σαν εικαστική εγκατάσταση ήδη από την είσοδο. Στο κέντρο της σκηνής, υπερυψωμένη βρίσκεται μια βαριά καρέκλα κουρείου με δύο «χεράκια». Στο ένα βρίσκεται ο καθρέφτης, στο άλλο «κάθεται» μια λευκή λεκάνη. Τα πάντα είναι σκονισμένα.

«Τον Μπάρκερ τον ήξερα χρόνια», μας λέει ο Βογιατζής στο νέο καμαρίνι του, που βλέπει στο κηπάκι, προέκταση του νέου φουαγέ πίσω από το παλιό μπαρ. «Από το ’83 και μετά ονομάζει ο ίδιος τη συγγραφική παραγωγή του «θέατρο της καταστροφής». Ο Μπάρκερ ξαναδίνει απόλυτη σημασία στο θέμα «λόγος στο θέατρο». Με τη διαφορά ότι αυτός ο λόγος -είτε είναι ποιητικός είτε σπαράγματα- περιέχει κυριολεκτικά τη δράση. Ο λόγος του είναι δαιμονικός. «Τρυπάει». Τα πρόσωπα παλεύουν για να μιλήσουνε».

Η δυσκολία, η πρόκληση στον Μπάρκερ είναι δηλαδή, η γλώσσα του;

«Το ότι όλα είναι τόσο πυκνά. Περιέχουν πολλές πλευρές ταυτόχρονα. Φτάνει το έργο να είναι σαν θεώρημα. Θα έλεγε κανείς ότι είναι ένα εγκεφαλικό δημιούργημα, αν δεν κινδύνευε να παρεξηγήσει τη ματιά του συγγραφέα. Γιατί αυτή η εγκεφαλικότητα είναι η ζωντάνιά του. Υπάρχουν φράσεις που είναι διφορούμενες στην ερμηνεία τους. Ετσι κι αλλιώς, διφορούμενος είναι ο καθένα μας. Ρέπεις και προς τα εδώ και προς τα εκεί. Αλλο τι νομίζεις, άλλο τι πραγματικά είσαι».

Σ’ αυτή τη διφορούμενη ατμόσφαιρα, ο πελάτης του κουρείου δεν καταφθάνει σ’ αυτό για να κουρευτεί.

«Υποτίθεται ότι θέλει να κουρευτεί. Διατείνεται ότι κουβαλάει κάποιες εξαιρετικά κακές ειδήσεις. Μιλά γι’ αυτές. Εξηγεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η σχέση του με τον κουρέα. Δημιουργεί μια κατάσταση σχεδόν άγρια, όπου ο άλλος περιμένει να ακούσει».

  • Αυτό βαθμηδόν ανατρέπεται;

«Αυτός που λέει τις κακές ειδήσεις είναι ο ίδιος ο κουρέας. Είναι το πρώτο μέρος του έργου. Στο «ενδιάμεσο» συντελείται μια κανονική καταστροφή επί σκηνής -δεν την αποκαλύπτω τώρα. Στο τρίτο μέρος οι σχέσεις των δύο ανδρών έχουν απογειωθεί σε καταστάσεις διεκδίκησης της εξουσίας. Γίνεται ένα μακελειό απ’ αυτή την άποψη, αλλά πολύ ευγενικά! Στο τέλος δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματικά κερδισμένος ή πραγματικά χαμένος».

  • Ο χαρακτήρας του πελάτη δεν έχει συγκεκριμένα γνωρίσματα;

«Είναι όχι ακριβώς ένας ταξιδιώτης, αλλά ένας ξένος. Του λέει κάποια στιγμή ο κουρέας: «Είστε ασυγκίνητος σαν Θεός». Γιατί κρατιέται έξω από τα ανθρώπινα πάθη. Είναι ένας εμπειρογνώμων. Ολα τα εξηγεί, τα τοποθετεί τη στιγμή που γίνονται. Φτάνει κάποια στιγμή να πει «έχω παραβεί τον πρώτο κανόνα, να μην παθιάζεσαι ποτέ». Είναι έξω από τις συνθήκες της επικοινωνίας, σε ένα ανώτερο επίπεδο».

  • Ο πελάτης μπορεί να είναι ένα δημιούργημα της φαντασίας του κουρέα; Ενα άλλοθι για την ανάγκη του να ξεστομίσει στον εαυτό του το κακό που ήδη γνωρίζει;

«Πολύ πιθανό να είναι οι δύο άνδρες ένα και το αυτό πρόσωπο. Ολοι κουβαλάμε μέσα μας τον άγνωστό μας. Αυτόν που θέλει να βγει στην επιφάνεια, αλλά δεν μπορεί. Τον θεατή ο Μπάρκερ τον αφήνει μόνο με ερωτήματα. Δεν το κάνει επίτηδες. Προσπαθεί να σπάσει τις συνήθειες της θέασης των έργων. Αλλάζει εντελώς την αντίληψη για τον τρόπο που κοιτάμε το θέατρο. Δημιουργεί συνεχώς δυσκολίες -στον θεατή και στον ηθοποιό. Χωρίς να κάνει κάτι πρωτοποριακό. Γιατί πατάει γερά στην παράδοση».

  • Μετά τον Μπάρκερ, θα κάνετε αμέσως έναν Πίντερ για να ακολουθήσει ένας Δημητριάδης. Υπάρχει υπογείως κάποιος ιστός που συνδέει τα τρία κείμενα;

«Πιθανώς υπάρχει. Δεν λειτουργώ, όμως, βάσει ιστών και συνδέσμων. Δεν θα έκανα ποτέ ένα ρεπερτόριο με διασυνδέσεις. Προσπαθώ να είμαι πιο εκτεθειμένος στον εαυτό μου».

  • Λαχταρήσατε να ξαναβρεθείτε στη σκηνή;

«Εχω σχέσεις επιθυμίας και απώθησης με τη σκηνή. Δεν είναι ότι όταν φεύγω απ’ αυτή τη νοσταλγώ. Αλλά έχουν τύχει και φορές που σκέφτομαι να ξημερώσει η άλλη μέρα για να βρεθώ πάλι σ’ αυτή».

  • Με τα χρόνια έχετε καταλήξει σε κάποιες παγιωμένες θέσεις για την τέχνη σας;

«Δεν κατασταλάζω εύκολα σε σκέψεις. Δεν βγάζω συμπεράσματα. Με «κλείνει» μια τέτοια λειτουργία. Προτιμώ να λειτουργώ σαν να μην ξέρω τι θα μου φέρει η επόμενη στιγμή. Κάθε φορά ξεκινώ από το μηδέν. Ετσι έχεις μια αίσθηση πιο καθαρή για τα πράγματα. Είναι σαν να ανήκεις μόνο σε αυτό που κάνεις κάθε συγκεκριμένη στιγμή».

  • Σας απασχολεί μόνο το παρόν;

«Μ’ απασχολεί το παρόν για ένα λόγο. Δεν μπορώ να είμαι τόσο σοβαροφανής ώστε να νομίζω ότι σημαίνουν κάτι τελικά όσα κάνω».

  • Τότε γιατί τα κάνετε;

«Γιατί μπήκα σε μια ροή που μου δημιουργεί μια περιέργεια… επιπρόσθετη».

  • Δεν είχατε την επιπρόσθετη όμως περιέργεια να βγείτε στο εξωτερικό με παραστάσεις σας, όπως η «Αντιγόνη»; Παρ’ όλο που σας ζητήθηκε έντονα.

«Δεν είχα πρεμούρα, γιατί πάντοτε ένιωθα ατελής εδώ, στη χώρα μου. Δεν έχω την ψυχική και πνευματική ευκαμψία ώστε να πω «άλλο εδώ, άλλο μια παράσταση που θα πάω στο εξωτερικό». Θα ήθελα να είχα λίγο περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Θα μου πεις «αν είσαι ανικανοποίητος με αυτό που κάνεις, πώς το συνεχίζεις;» Αυτό μπορεί να είναι ένα χαρακτηριστικό του χαρακτήρα μου. Προχωρώ χωρίς ερωτήματα. Πολλά πράγματα συνεχώς τα αφήνω άλυτα. Ετσι μπορώ και συνεχίζω».

  • info Το «Υστατο σήμερα» μετέφρασε η Τζένη Μαστοράκη. Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Σύνθεση ήχων-μουσική: Θοδωρής Αμπαζής-Σταύρος Γασπαράτος. Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος.

Ενας έρωτας θα με τίναζε στον αέρα

  • Το άγχος του χρόνου, την πίεση του «να προλάβω» έχετε αρχίσει να την αισθάνεστε;

«Σε σχέση με πράγματα που θα ‘θελα να κάνω -όπως ο Σέξπιρ και ο Αριστοφάνης- έχει αρχίσει να με απασχολεί. Παλαιότερα δεν σκεφτόμουν ρόλους. Τώρα λέω «α, μήπως μεγάλωσα για τον τάδε;». Εκεί με πιάνει ένα στιγμιαίο «τσίμπημα»».

  • Το θέατρο σας αφήνει «χώρο» για ανθρώπινες σχέσεις;

«Απ’ την ώρα που υπάρχουν άλυτα προβλήματα σ’ αυτό -πρακτικά και καλλιτεχνικά-, οι σχέσεις με τον έξω κόσμο αναζητούνται. Πολλές φορές φτάνουν στο ανύπαρκτο. Εξαντλούνται στα τηλεφωνήματα. Υπάρχουν, όμως, μέσα στο νου μου κάποια πρόσωπα. Είναι πάρα πολύ υπαρκτά, κι ας μην τα συναντώ καθόλου».

  • Το κεφάλαιο «έρωτας» σας απασχολεί καθόλου;

«Αν βρισκόμουν σε κατάσταση έρωτα, θα «πετούσα». Αλλά αυτή τη στιγμή ένας έρωτας θα με τίναζε στον αέρα. Εντούτοις, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τον απέφευγα».

Και κήπος για τους καπνιστές

Το πήρε απόφαση ο Λευτέρης Βογιατζής, που αναζητούσε, εις μάτην, ένα νέο χώρο για θέατρο. Με τη βοήθεια της Πολιτείας, του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» και φίλων του ανακαίνισε, ει δυνατό, εκ βάθρων το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, που στεγάζει τα θεατρικά του όνειρα σταθερά από το 1982. Με σεβασμό στο περιοριστικό για θέατρο δημιούργημα του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου, η αρχιτέκτων Μυρτώ Μήλιου έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Νέα καμαρίνια. Νέα μπάνια. Νέος χώρος για το κοινό, με κήπο (για τους καπνιστές) στο πίσω μέρος της σκηνής. Αναδείχθηκαν αρχιτεκτονικά στοιχεία του Κρόκου, αλλά και τα «Σταφύλια του Διονύσου», η τοιχογραφία του Πέρη Ιερεμιάδη. Μέρος της τοιχογραφίας του Αλέκου Λεβίδη από το σκηνικό της «Αντιγόνης», δωρεά στο Μουσείο Μπενάκη, κοσμεί την είσοδο.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009
  • Γράφει η Έλενα Δ. Χατζηιωάννου, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

ΛΑΜΠΟΝΤΑΣ ΠΕΡΥΣΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ  ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΤΩΡΑ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ «ΥΣΤΑΤΟ ΣΗΜΕΡΑ», ΤΟΥ ΚΛΑΪΒ ΜΠΑΡΚΕΡ. ΚΕΡΑΣΑΚΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΤΑ, Η ΕΙΔΗΣΗ ΟΤΙ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕΖΟΝ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΔΥΟ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ

Έναν χρόνο κράτησε κλειστό το θέατρο της «Οδού Κυκλάδων», ανακαινίζοντάς το και κάνοντας πρόβες με τον Δημήτρη Ήμελλο, στο πρωτοπαρουσιαζόμενο έργο του Μπάρκερ «Το ύστατο σήμερα». Η μακρά αναμονή ολοκληρώθηκε, η πρεμιέρα επίκειται κι ακολουθεί το «Θερμοκήπιο» του Πίντερ και τον Ιούνιο το άπαιχτο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Τόκος».

Μπορεί ο χρόνος να υπερβαίνει τους προγραμματισμούς του, αλλά η «βραδύτητά» του κυοφορεί παραστάσεις σκηνικής, ανθρώπινης λογοτεχνίας. Πολλοί του καταλογίζουν ευθύνες για τις αναβολές, του μειώνουν την επιχορήγηση, τον ειρωνεύονται ως τελειομανή. Στην ουσία, το θέατρό του ασκεί καταλυτική επιρροή στη θεατρική κοινότητα. Διαρκεί, εμπνέει, επηρεάζει.  Γι΄ αυτό και η καινούργια του δουλειά, που σκηνοθετεί και παίζει, είναι από τις πρώτες επιλογές του χειμώνα.

Στο θεατράκι της «Οδού Κυκλάδων», ένα κόσμημα σε μικρή κλίμακα, η σκηνή, θυμίζει μουσείο κουρείου. Όλα εμβληματικά. Δεν διακρίνεις την εποχή. Στο κέντρο, ένα πατάρι με μια πολυθρόνα κουρέα, έχει κάτι απειλητικό (στο τέλος όλα καταστρέφονται). Η δράση λαμβάνει χώρα στο πατάρι. Δύο άντρες. Ο ένας που μιλάει (Λευτέρης Βογιατζής) έχει την εξεζητημένη ενασχόληση του κομιστή κακών ειδήσεων, ο άλλος που ακούει (Δημήτρης Ήμελλος) είναι ο κουρέας. Μοιάζουν με δυνάμεις που έλκονται και απωθούνται. «Γι΄ αυτά τα «τυφλά» πράγματα μιλάει ο Μπάρκερ. Τα έργα του λες και είναι θεωρήματα. Ταυτόχρονα ενέχουν θέατρο. Απόλυτο θέατρο».

Ο Κλάιβ Μπάρκερ, από τους κορυφαίους σύγχρονους συγγραφείς φαντασίας και τρόμου, σκοτεινός και ανατρεπτικός, γνωστός κυρίως από τις νουβέλες, τα σενάρια και τα σχέδιά του, δημιουργεί στα θεατρικά του κόσμους ερεβώδεις, κάθετης βύθισης στην οδύνη και την καταστροφή. Από τα πιο ενδιαφέροντα το «Ύστατο σήμερα», που επέλεξε να ανεβάσει ο Βογιατζής στη μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, με σκηνικά- κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου και φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου.

«Δεν διαβάζω έργα πολλά. Κατά καιρούς έναν αριθμό παλιών μαζί με καινούργια. Αυτό του Μπάρκερ ήταν μια πρόταση της Έλσης Σακελαρίδου. Όταν το διάβασα, συνταράχτηκα. Είχα την έντονη αίσθηση ότι ήμουν σε πόλεμο. Όχι έναν πόλεμο αντίθεσης, αλλά έναν πόλεμο βαθύ και αναγκαίο. Για να το καταλάβω απόλυτα, έπρεπε να απαλλαγώ από πολλές δικές μου ανασφάλειες. Μιλάει για την ομορφιά της καταστροφής, για την έλξη που υπάρχει στην οδύνη», λέει και μας εισάγει στο θέμα.

«Είναι η ιστορία δύο ανθρώπων που συναντιούνται σε ένα κουρείο. Ο πελάτης έρχεται να κουρευτεί και ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι είναι κομιστής πολύ κακών ειδήσεων, τις οποίες πρόκειται να μεταφέρει στον κουρέα. Σιγά σιγά οι ισορροπίες αλλάζουν και αφηγητής των κακών ειδήσεων γίνεται ο κουρέας, που τις αφηγείται πατώντας πάνω σε προσωπικές του εμπειρίες. Οι κακές ειδήσεις αφορούν κατ΄ αρχήν τον γιο του και την καταστροφή του στρατού στον οποίο υπηρετούσε σε μια τρομερή εκστρατεία, αλλά και τους χιλιάδες συμπατριώτες του- «ο εχθρός έχασε λίγους». Μια εθνική τραγωδία, η οποία τυχαίνει να βασίζεται στην πραγματικότητα. Στην καταστροφική εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία. Σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων του έργου, όλη η αφήγηση του κουρέα είναι η αφήγηση του Θουκυδίδη της Σικελικής Εκστρατείας, της πρώτης μεγάλης κατάρρευσης της αθηναϊκής δημοκρατίας. Φυσικά το έργο δεν είναι ιστορικό. Είναι μία κατ΄ αρχήν σύγκρουση δυνάμεων ανάμεσα σε δύο άντρες, για την επικράτηση του ενός στον άλλον. Όλη όμως αυτή η διαδικασία αποκαλύπτει απίστευτες πτυχές της ζωής τους. Και ειδικά για τον κουρέα, είναι μια αναπάντεχη ανακάλυψη και αποκάλυψη του βαθύτερου εαυτού του. Μια εξέλιξη σε μια αυτοανακάλυψη, σαν να ξυπνάει σ΄ έναν εφιάλτη τον εαυτό του. Είναι σαν να εξαγάγει αυτό που αποτελεί τον άνθρωπο. Κι ο άλλος, «ασυγκίνητος σαν θεός» παρακολουθεί, έμπλεος θαυμασμού».

  • info: Η πρεμιέρα θα δοθεί τέλος Οκτωβρίου, στο θέατρο της «Οδού Κυκλάδων» (Κυκλάδων 11, Κυψέλη, τηλ. 210-8217.877)
  • Κάτι σαν αντιστροφή του«κατά βάθος αθώα, μα βαθύτερα διαβολικά»;

Πολύπλοκο το νόημα αυτών των πραμάτων. Το έργο είναι μαθηματικά πλεγμένο, όμως εντελώς αυθόρμητο, σχεδόν ενστικτώδες. Αυτά τα δύο όντα, που συναντιούνται σε μια τερατώδη σύγκρουση, είναι το ανθρώπινο είδος. Σαν δύο γυμνές ενέργειες, που εκκρίνουν μια γκάμα ανθρώπινων συμπεριφορών. Αρχίζουν να πλησιάζονται, περνάνε από τη δυσπιστία σε συμφωνία, μετά στη διαφωνία, στην προσπάθεια επιβολής τού ενός στον άλλον, στο αλληλοσκότωμα. Είναι φορείς αυτόματων κατευθύνσεων και αντιδράσεων.

Της αναζήτησης της απόλυτης αλήθειας για τον εαυτό, όπου η πρόσβαση εκεί δημιουργεί μια σχεδόν καταπιεστική υποχρέωση, η οποία όμως μπορεί να ισούται με τεράστια λύτρωση, αν και ο Μπάρκερ δεν πιστεύει στη λύτρωση- γιατί δεν είναι αριστοτελικός, παρ΄ ότι η τραγωδία είναι το είδος του θεάτρου που πιστεύει απόλυτα.

Όλη του η προσπάθεια είναι η συνειδητή εγκαθίδρυση της καταστροφής. Τα θέματά του αναφέρονται σ΄ ένα θέατρο της καταστροφής.

  • Αναζητώντας την αλήθεια- «ελλείψει ακριβέστερου όρου θα πρέπει να το πούμε αλήθεια»- του έργου, βρίσκετε την αλήθεια του θεάτρου;

Η αφήγηση της ιστορίας, η οποία συντελείται μέσα από τη φαντασία και την εμπειρία, είναι σχεδόν παράλληλη με τα βήματα της καλλιτεχνικής εμπειρίας. Τόσο πολύπλοκα και πόσο καθαρά. Όλα χρειάζονται ένα ξεκαθάρισμα, που όταν συντελείται γεννάει καινούργιες σκοτεινιές. Γι΄ αυτό πιστεύω πως η τελειομανία είναι κάτι στείρο. Ο Λευτέρης Βογιατζής δημιουργεί αντιφατικά συναισθήματα. Ένας εστέτ, που κάνει τις πιο απίθανες δουλειές, καθώς έχει συν όλα τα άλλα την ευθύνη του θεάτρου και των παραγωγών του, που κυκλοφορεί με μηχανάκι κάνοντας τις πιο απίθανες διαδρομές μ΄ αυτό, μέχρι και… εκδρομές.

«Δίνω μια λανθασμένη εντύπωση, ότι το θέατρο για μένα είναι το παν. Είναι, από την ώρα που αναλαμβάνω μια δουλειά. Το ότι παίζω, σκηνοθετώ κι έχω όλες τις ευθύνες της παραγωγής και του θεάτρου είναι αγώνας. Δεν έχω την ηρεμία που χρειάζομαι στην πρόβα. Αλλά αυτό είναι μέσα στην ιστορία μου. Δεν μπορώ να πω ότι το απολαμβάνω. Με τίποτα. Όμως, οι ελάχιστες στιγμές που με έχουν αγγίξει, είναι «πολύ». Γιατί το πολύ είναι μέσα στο λίγο. Πηγαίνοντας στον Άνδρο για μία μέρα, ονειρεύομαι τις δύο ώρες του πλοίου, που λέω να μην τελειώσουν. Στη μέση της θάλασσας, μόνος, όπου τίποτα δεν μπορώ να κάνω, είμαι στο έλεος του εαυτού μου. Αυτό το λίγο, γίνεται τεράστιο».

«ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ»

Υπάρχουν ηθοποιοί που τον λατρεύουν ως σκηνοθέτη κι άλλοι που τον φοβούνται… «Με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνω τη δυσκολία της καλλιτεχνικής επικοινωνίας, που από αυτήν εξαρτάται το μέγιστο αποτέλεσμα», λέει ο Λευτέρης Βογιατζής. «Η γνώση αυτής της δυσκολίας της επικοινωνίας βασίζεται σε ψεύδη. Ο ηθοποιός έχει ανάγκη να είναι πάντα σπουδαίος. Χάρη σ΄ αυτό το συναίσθημα, νομίζει ότι μπορεί να διαπρέψει. Πού είναι η διαφωνία μου; Ότι αυτό το ψεύδος είναι αντιστρόφως ανάλογο με την ουσία της δουλειάς. Μέσα στη δουλειά δεν χρειάζεται να λέμε ψέματα- ας του φερθώ σαν να είναι ο καλύτερος για να αποδώσει κάτι. Η δουλειά είναι δουλειά και η ζωή είναι ζωή. Αυτό είναι σκληρό και απόλυτο. Είναι μια δοκιμασία. Και κανείς πρέπει να βάζει τον εαυτό του σε δοκιμασία, για να μαθαίνει κάτι. Δεν μπορεί όλα να είναι εύκολα».

  • Πάντα παίρνετε δύσκολους δρόμους, για να φτάσετε σε κάποιο αποτέλεσμα, κάνοντας τη ζωή σας δύσκολη. Από πού αντλείτε δύναμη;

Από κάτι ελάχιστο, ένα τίποτα που μπορεί να βρω μ΄ έναν ηθοποιό, που μπορεί να με κάνει να βρω κι άλλα. Υπάρχει μια τερατώδης αντίληψη, ότι το εύκολο είναι γοητευτικό. Σαν να εμμένεις στις επιφάνειες κι αυτό να το εκλαμβάνεις ως δυνατότητα.

Βλέποντας μόνο τον αφρό, χάνεις το κεφάλι σου από τις φρικώδεις κοινοτοπίες. Η ευκολία τα κάνει όλα να χάνουν το νόημά τους. Πουθενά δεν πρέπει να υπάρχει άνεση, όλα να γίνονται εύκολα. Όμως, ακόμα και οι γνώσεις είναι μια ψευδαίσθηση ότι μπορεί να σου προσφέρουν ένα αντίβαρο. Ποτέ δεν μπόρεσε να με τραβήξει μια σιγουριά που βασίζεται στα στερεότυπα. Δεν έχω παρά πολλές γνώσεις που να δημιουργούν αντίβαρο σε αμφιβολίες, αλλά ακόμα και η βαθύτερή μου σιγουριά με ανησυχεί. Ίσως και γι΄ αυτό δεν έχω κωδικοποιήσει τον τρόπο δουλειάς μου. Αυτός καθ΄ εαυτός υπάρχει. Δουλεύω το κείμενο με φυσικό τρόπο.

Ξεκινώντας από την ανάγνωση, τις λέξεις, τις φράσεις, τις σιωπές και φτάνοντας σε αποκαλύψεις. Κι έχει να κάνει πάντα με τους ηθοποιούς με τους οποίους εργάζομαι. Δεν υπάρχει το σώμα χωρίς το «άλλο» και το «άλλο» χωρίς το σώμα.

«ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΟΤΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ»

Αν και χωμένος στο θέατρο και στις πρόβες, παρακολουθεί τα προεκλογικά. Ποια είναι η άποψή του για τους πολιτικούς; «Έλα μωρέ, αυτοί δεν ξέρουν ότι θα πεθάνουν. Όχι τίποτα φιλοσοφικά, ο θάνατος και τέτοια…. Απλά, αν είχαν αίσθηση της θνητότητας, θα πρότειναν και κάτι αληθινό στον κόσμο. Αυτή η στάση τους με ξεπερνάει. Πάντως τους παρακολουθώ με τρομερό ενδιαφέρον. Σαν να θέλω να ανακαλύψω από τη δική μου πλευρά μέσα από την κακοδαιμονία, κάποια μελλοντική ευδαιμονία (γελάει). Μετά, είναι κι όλη αυτή η αξιολύπητη κατάσταση, να παρακαλάς τον κόσμο να σε ψηφίσει. Σαν να μην υπάρχει κανενός είδους αξιοπρέπεια».