Μισό αιώνα έκλαιγα τους προγόνους

Posted: Ιουλίου 8, 2012 in Τουρνάκη Ολγα
Η ηθοποιός Ολγα Τουρνάκη εξομολογείται τις εμπειρίες που είχε δίπλα στους μεγάλους του πολιτισμού μας
  • Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 8/7/2012

Από τη διαδρομή της σε όλους τους γυναικείους ρόλους των Ελλήνων κλασικών, η ηθοποιός Ολγα Τουρνάκη διατηρεί ακόμα το αγέρωχο παράστημα και το στιβαρό ηχόχρωμα της φωνής της. Τίποτα όμως από την αυστηρότητα, τη μοιρολατρία ή την απαισιοδοξία εκείνων των χαρακτήρων. Ισα ίσα. Η Ολγα Τουρνάκη έχει αμεσότητα, απίστευτο χιούμορ και μια τεράστια αποσκευή γεμάτη μνήμες με όλη τη μεταπολεμική ιστορία του Εθνικού Θεάτρου, αφού αυτό ήταν η επαγγελματική της στέγη για μισό αιώνα και πιο συγκεκριμένα 48 ολόκληρα χρόνια. «Μπήκα 21 χρονώ κορίτσι και βγήκα γριά».

Πριν από λίγες μέρες ολοκλήρωσε την παρουσία της σε ένα μικρό αλλά σημαντικό θεατρικό εγχείρημα, στην παράσταση «Το χώμα» της Γιολάντας Μαρκοπούλου υποδυόμενη τη γιαγιά Πιλάρ. Και δεν κρύβει την ευτυχία της γι’ αυτή τη συνύπαρξη με τη νέα γενιά ηθοποιών. Ηταν η αφορμή γι’ αυτή τη συνάντηση, που αποδείχθηκε πολύ διαφορετική από τις συνήθεις συνεντεύξεις. Πρώτα πρώτα δεν χρειάστηκε καν να βγάλω το μπλοκάκι με τις ερωτήσεις.

Η Ολγα Τουρνάκη από την ώρα που άνοιξε την πόρτα του ζεστού και γεμάτου αναμνήσεις σπιτιού της ήταν ποταμός. Για ρόλους, για συναδέλφους, για τους σημαντικούς ανθρώπους με τους οποίους συναναστράφηκε, για περιστατικά τόσων χρόνων στα καμαρίνια ή στη σκηνή. «Παρών», σε όλη τη διάρκεια αυτής της συνομιλίας, ήταν ο σύντροφος της ζωής της, ο κριτικός θεάτρου Αλέξης Διαμαντόπουλος «που έχει φύγει εδώ και 22 χρόνια από τη ζωή». Το σπίτι γεμάτο από φωτογραφίες του – όπως και των παιδιών τους και των εγγονιών τους. Το ίδιο παρούσα και η θλίψη για την απουσία του, που δεν μπορεί να τη συνηθίσει η Ολγα Τουρνάκη.

Μόνο κάποια στιγμή, προς το τέλος της συνάντησης μου λέει: «Είμαι σήμερα 79 ετών. Αν ζούσε ο Αλέξης θα ήταν 99. Αααα, δεν πρέπει να στενοχωριέμαι, λοιπόν, που έφυγε. Γιατί τώρα θα του ήταν δύσκολο να αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα». Τη ρώτησα αν ο σύζυγός της ήταν αυστηρός απέναντί της στις κριτικές. «Καταπέλτης», μου απαντάει χωρίς να το σκεφτεί. «Οταν βέβαια αναφερόταν σε μένα. Μερικές φορές, όταν ήμουν νέα, στενοχωριόμουν. Σε μία από τις πρώτες κριτικές του, στις “Βάκχες” θαρρώ. Εγραψε κριτική και δεν με ανέφερε. “Αλέξη μου, πολύ ωραία η κριτική σου και για την παράσταση και για τους ηθοποιούς. Για μένα γιατί δεν έγραψες;” “Ε, μα εσένα σου τα είπα στο σπίτι”, απάντησε ενοχλημένος»!

Η Ολγα Τουρνάκη δεν περιμένει την τυπική σειρά μας συνέντευξης. Την ώρα της φωτογράφισης σχολιάζει διάφορα πράγματα. Για τα φυτά της -το μπαλκόνι της είναι κατάφυτο-, για τα παλιά σκυριανά πήλινα, για την ακόμη πιο παλιά παιδική κούνια που έχει γυρίσει ανάποδα και είναι το τραπεζάκι στο σαλόνι…

Τη ρωτάω αν όλα αυτά τα αντικείμενα στο σπίτι της είναι από τα διάφορα ταξίδια της. «Ποια ταξίδια; Σαράντα οκτώ χρόνια έκλαιγα τα καλοκαίρια τους προγόνους στην Επίδαυρο! Ούτε στο διπλανό νησί δεν έχω πάει», λέει σκασμένη στα γέλια. «Ο καημένος ο Νίκος (σ. σ. ο Κούρκουλος) πριν πεθάνει μου έλεγε να παίξω ακόμα μια φορά στην Επίδαυρο. “Δεν μου λες, Νίκο μου, ήρθε κανένας από τους προγόνους στον ύπνο σου και σου είπε ότι δεν τον έχω κλάψει αρκετά;” Μα κοίταξε, αγαπητή μου, είχα μεγαλώσει πια. Δεν μ’ αρέσει να έχω τη θέση ενός άλλου ανθρώπου. Τι, θα πιάσω στασίδι; Κάτσε κυρά μου, σου δόθηκαν πράγματα, τα έκανες, χόρτασες. Λίγο στο πλάι, να βγει κι ο άλλος. Αν δεν αξίζει, θα μείνει πίσω. Αν αξίζει, γιατί του κόβεις τον δρόμο;».

Η αισιοδοξία και το χιούμορ είναι τα όπλα της, γιατί «αλλιώς την πάτησες»! Και αντλεί πάρα πολλά από τη γενιά του εγγονού της. Κι όταν εκείνος της λέει ότι σήμερα δεν υπάρχουν πρότυπα, του απαντάει: «Εχεις δίκιο, αλλά χρυσό μου πρέπει να προσπαθήσετε. Γιατί αν καθένας από σας τραβάει την ουρά του πίσω, βουλιάξαμε». Σχολιάζω το ότι δεν βάφει τα μαλλιά της. «Μα, χρυσό μου, το να βάφουμε τα μαλλιά μας και να φτιάχνουμε τις μούρες μας είναι μια τρέλα. Είναι μια έλλειψη αποδοχής του χρόνου, που μας έχει κάνει ωριμότερους, καλύτερους, με πιο πολλές ελπίδες. Οταν είμαστε μικροί η ελπίδα τρέχει με τη νιότη. Οταν μεγαλώνεις, η ελπίδα έχει αντικείμενο».

Η Ολγα Τουρνάκη γεννήθηκε στην Αιθιοπία και ήρθαν αργότερα οικογενειακώς στην Αθήνα, διωγμένοι. Τους Ελληνες κλασικούς του πρωτογνώρισε από τον γυμνασιάρχη της. «Αυτός ο άνθρωπος έβλεπε πως είχα μια αγωνία με τα αρχαία. Μου έφερε, λοιπόν, όλες τις μεταφράσεις των τραγικών. Και τότε ήταν που είπα “εγώ θέλω να γίνω αυτό”. Ομως δεν το αποδέχθηκε η οικογένειά της». Ετσι, πήγε πρώτα στη Γυμναστική Ακαδημία, και μετά για λίγο στην Ιατρική, γιατί μπορούσε να πάει χωρίς εξετάσεις. Παραλλήλως πήγαινε και στο Ωδείο, όπου καθηγητής της ήταν ο Μενέλαος Παλλάντιος. Μια φορά που πήγε στο σπίτι του στα Πατήσια για μάθημα, της λέει η γυναίκα του: «Κορίτσι μου, είναι στο Εθνικό, γιατί έχει γράψει τη μουσική σε ένα έργο. Πήγαινε στο Εθνικό να τον ζητήσεις». Μια και δυο ξεκινάει για το Εθνικό, αλλά μην ξέροντας πού είναι μπαίνει στην είσοδο της Δραματικής Σχολής. «Ολα τα πράγματα πήγαιναν για να πάω εκεί». Διευθυντής τότε στο Εθνικό ο Κλέανδρος Καρθαίος και αμέσως μετα έγινε ο Αγγελος Τερζάκης. Ετσι, εντελώς τυχαία, πήγε να δώσει εξετάσεις στη Σχολή του Εθνικού. Κριτική επιτροπή ήταν ο Σπύρος Μελάς, ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Αγγελος Τερζάκης, ο Θάνος Κωτσόπουλος… Κάπως έτσι, όχι χωρίς περιπέτειες, όχι χωρίς επιμονή, όχι χωρίς αναταράξεις, έγινε ηθοποιός στη Δραματική Σχολή του Εθνικού.

«Ετσι μπήκα στο θέατρο, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να ζήσω τα πρόσωπα που είχα διαβάσει. Να μπω μέσα τους. Κατάλαβες; Να περπατήσω μαζί μ’ αυτά, τα χέρια μου να γίνουν σαν τα δικά τους. Η ψυχή μου, τα μάτια μου. Το κύριο θέμα μου ήταν ο ρόλος. Οχι ο ρόλος για προβολή, αλλά για τη δική μου ισορροπία. Και μάλιστα, ένας μεγάλος κριτικός είχε γράψει “η κυρία Τουρνάκη παίζει για τον εαυτό της”. Κι ήταν αλήθεια. Δεν έπαιζα για το κοινό, δεν μ’ ενδιέφερε το κοινό. Ηθελα εγώ να μετρηθώ μ’ εμένα. Αυτό κράτησε πολλά χρόνια. Ο Μινωτής μ’ έβγαλε από αυτή την πλάνη». Και δεν σταματάει ούτε μια στιγμή να θεωρεί τον εαυτό της πάρα πολύ τυχερό για όσα έζησε και για όσους γνώρισε. Τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Τομπάζη, τον Μόραλη, τον Τσαρούχη… «Αυτοί ήταν αληθινοί Ελληνες, δεν μιλάγανε για μπούρδες. Μιλάγανε για τον πολιτισμό. Μέρα νύχτα. Εγώ μ’ αυτούς μεγάλωσα».

Aνθρωποι και στιγμές

«Ο Αλέξης Σολομός ήταν πολύ σημαντικός σκηνοθέτης και γενναιόδωρος. Συχνά γινόταν στριμμένος και κάκιαζε. Μετά του περνούσε. Μια φορά θέλω να τη γλιτώσω από κάτι “Φοίνισσες” που μ’ έβαλε ο Μινωτής, 100 χρονών γυναίκα ξανά πρώτη κορυφαία, και του είπα “κύριε Μινωτή, θα πεθάνω”, γιατί παραλλήλως έπαιζα και στον “Βασιλιά Ληρ”. Μου απαντάει, “δεν με πειράζει”. Και γίνομαι Τούρκα. Βγαίνω από το καμαρίνι μου σαν τρελή και του λέω: “Κύριε Μινωτή, μήπως θυμόσαστε σε ποιο ανθρωποπάζαρο με αγοράσατε; Γιατί εγώ δεν το θυμάμαι, και λοιπόν δεν θα το κάνω”. Και κάνω αίτηση στο συμβούλιο του Εθνικού, όπου μετείχε ο Σολομός. Ο Μινωτής κάνει μια καμπάνια, γρήγορα γρήγορα, ότι “η κυρία Τουρνάκη θέλει να παίζει μόνο πρωταγωνιστικούς ρόλους”. Βρίσκω τον Σολομό και του λέω “Αλέξη μου, βάλε με γρήγορα στην παράσταση, νομίζω “Λυσιστράτη” ήταν. “Μα μήπως κουραστείς;” μου λέει. Θυμάσαι που έβαζε σκαμνάκια στις παραστάσεις του; “Βάλε με σε ένα σκαμνάκι”, του λέω. “Ο, τι να ’ναι”. Και πράγματι. Μπήκα στη διανομή, στον χορό, και αποστόμωσα τον Μινωτή».

Ατελείωτες οι ιστορίες με τον Αλέξη Μινωτή. «Οταν ήμαστε στις καλές μας με έλεγε Ολενγκα. Οταν τσακωνόμασταν ήμουν η “κυρία Τουρνάκη”. Μια φορά με φωνάζει να πάω μια περιοδεία σε μια παράσταση που όλες τις πρόβες τις έχει κάνει άλλη ηθοποιός. Και επρόκειτο η παράσταση να πάει περιοδεία στην Απω Ανατολή. Με φώναξε λοιπόν να γίνω πρώτη κορυφαία. “Μα υπάρχει πρώτη κορυφαία…”. “Δεν μπορώ να κάνω με σαρίδια παράσταση!”. Ε, μου ήρθε το φέσι βόλτα! “Μπορώ να το σκεφτώ ένα βράδυ;”, τον ρώτησα. “Ωραία, Ολενγκα”. Πάω την άλλη μέρα και του λέω: “Ολη νύχτα κουβέντιασα με την Τουρνάκη και μου είπε ότι μπορεί να πεθάνει χωρίς να δει την Κίνα”! Θύμωσε πάρα πολύ. Δεν δεχόταν αντιρρήσεις με τίποτα. Την επομένη μού ζήτησε να παίξω κορυφαία στις “Φοίνισσες”!» Παρά τις συγκρούσεις, η σχέση της με το ζεύγος Παξινού-Μινωτή ήταν πολύ στενές. Η Παξινού, άλλωστε, ήταν κουμπάρα της, την πάντρεψε και βάφτισε και μία από τις κόρες της. «Ομως όταν ο Μινωτής μιλούσε για το θέατρο, ήταν πανεπιστήμιο. Κι εσύ δεν ήθελες να το χάσεις αυτό. Τι να πεις με τον Μινωτή; Κουτσομπολιό; Αλλά μόλις τσαντιζόταν με κάτι, μας άκουγε ο Αγιος Κωνσταντίνος απέναντι».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s