Λ. Βογιατζής – Β. Παπαβασιλείου: Μετά 24 έτη συναντώνται ξανά

Posted: Μαΐου 1, 2012 in Βογιατζής Λευτέρης, Παπαβασιλείου Βασίλης

Μυρτώ Λοβέρδου

  • Στην πρώτη τους συνάντηση μετά το 1988

ΤΟ ΒΗΜΑ:  29/04/2012

«Θέλαμε να βαφτίσουμε την ομάδα με ένα όνομα σκέτο, πρωτοποριακό, λιτό, γυμνό, με ένα τίποτα» λένε σήμερα με μια φωνή ο Λευτέρης Βογιατζής (αριστερά) και ο Βασίλης Παπαβασιλείου αναφερόμενοι στη Σκηνή τους

«Με το που μπήκε το 2012 σκέφθηκα αμέσως ότι εφέτος είναι τα 30 χρόνια της Σκηνής».Την ιδέα του Βασίλη Παπαβασιλείου μοιράστηκε «Το Βήμα» με τον Λευτέρη Βογιατζή.Ετσι, ένα απόγευμα Κυριακής, συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια, στο σπίτι της Ειρήνης Λεβίδη. Με την άνεση και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει σχέσεις ζωής οι δυο τους ξεδίπλωσαν το παρελθόν τους σε μια «ιστορική» συνάντηση. Γιατί από τότε που ιδρύθηκε η Σκηνή – το τελευταίο ίσως θεατρικό σχήμα που καθόρισε το σύγχρονο ελληνικό θεατρικό γίγνεσθαι -, τον Μάρτιο του 1982, δεν έχουν μιλήσει ποτέ γι’ αυτά.

«Εμείς θέλαμε να βαφτίσουμε την ομάδα με ένα όνομα σκέτο, πρωτοποριακό, λιτό, γυμνό, με ένα τίποτα» είπαν με μια φωνή οι δυο τους σχετικά με το «Σκηνή». Αλλά γέλασαν πολύ όταν θυμήθηκαν ότι ανάμεσα στα πολλά είχε προταθεί και η λέξη «φλοίσβισμα».
Πώς ξεκινήσατε να στήσετε τη Σκηνή;
Λευτέρης Βογιατζής: «Δούλευα τότε στο Αμφι-Θέατρο και ο Βασίλης στο Θέατρο Τέχνης».
Βασίλης Παπαβασιλείου: «Και πριν ήσουν στον Μιχαηλίδη».
Λ.Β.: «Ναι. Είδα τον Βασίλη στον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» που έκανε τον Ντοτόρε και τον εκτίμησα πάρα πολύ. Και ως συνήθως με μένα, κάτι μπήκε στον νου μου. Λέω λοιπόν του Βασίλη από το τηλέφωνο: «Πρέπει να παίξουμε μαζί». Και εκείνος μου απαντάει: «Ναι, ναι, ναι». Ο Βασίλης πάντα λέει «Ναι, ναι, ναι»… Αυτό βέβαια πήρε χρόνο. Το λέγαμε, το ξαναλέγαμε, συναντιόμασταν, πίναμε καφέ… Και έτσι ξεκίνησε η πρώτη σκέψη. Το επόμενο βήμα ήταν να αναρωτηθούμε: «Τι θέλουμε; Μόνον αυτό; Ενα θέατρο που να μας κάνει να συναντηθούμε; Οχι, άρα εμείς πρέπει να το προκαλέσουμε». Το ένα έφερε το άλλο. Δεν υπήρχε τίποτα προγραμματισμένο, όχι μόνο λόγω εμού που δεν οργανώνομαι αλλά και λόγω του Βασίλη και του χαρακτήρα του που είναι λίγο περίεργος».
Β.Π.: «Θυμάμαι ότι τότε που κάναμε τον «Υπηρέτη» στο Βεάκη ξεκινούσατε τον «Ερωτόκριτο» στο Αμφι-Θέατρο. Ως το ’78 που εγώ σταματώ το Θέατρο Τέχνης για να πάω στον στρατό είναι μια περίοδος που συναντιόμαστε, μιλάμε, συζητάμε. Οταν επιστρέφω, τον Μάιο του ’79, και ενώ ενδιαμέσως μιλούσαμε, αρχίζει και γίνεται μια πύκνωση του χρόνου και δρομολογούνται οι διαδικασίες. Και τώρα δεν ξέρω αν θα σε ξαφνιάσω, αλλά θυμάμαι ότι η πρώτη συνάντηση της ολομέλειας γίνεται στο σπίτι μου, στην οδό Ελλανίκου, όπως πάντα, και είναι 1η Οκτωβρίου 1979. Δυόμισι χρόνια πριν από την πρεμιέρα της «Σπασμένης στάμνας»».
Λ.Β.: «Εσύ το πας αλλού και φοβάμαι ότι ξεχνάς. Εμείς στην αρχή κάναμε ένα είδος ανοίγματος με ηθοποιούς με τους οποίους για κάποιον συγκεκριμένο λόγο θέλαμε να συνεργαστούμε. Θέλαμε ηθοποιούς σε μια ηλικία γύρω στα 30, νέους δηλαδή, αλλά όχι πολύ νέους, που μέσα από ένα θεατρικό σύστημα Χ κινδύνευαν να μείνουν στάσιμοι σε σχέση με το ταλέντο και την ικανότητά τους. Ο Βασίλης μου είπε «Ναι, ναι, ναι», όπως πάντα. Γι΄αυτό και κινηθήκαμε περίπου στη δική μας γενιά. Ετσι ήρθαν οι άλλοι, ενώ αρκετοί που ανήκαν σε θέατρα και δεν μπόρεσαν να τα αφήσουν δεν μας ακολούθησαν. Και τι κάναμε; Κάναμε μια δοκιμή γνωριμίας επί ένα μεγάλο διάστημα αναπτύσσοντας και μοιραζόμενοι τα ενδιαφέροντά μας γύρω από την «Αγριόπαπια» του Ιψεν».
Β.Π.: «Βάλε άνω τελεία για να συμπληρώσω κάτι. Την 1η Οκτωβρίου 1979 στη συνάντηση εκείνη στο σπίτι μου υπήρξε και ένα κείμενο το οποίο δυστυχώς έχω χάσει, το μόνο που διαβάστηκε σε συνάντησή μας, ένα θεωρητικό μανιφέστο. Εκτός από τον μετέπειτα πυρήνα των επτά, δηλαδή τη Ράνια Οικονομίδου, την Αννα Κοκκίνου, τηΣμαράγδα Σμυρναίου, τον Δημήτρη Καταλειφό, τον Τάσο Μπαντή και εμάς τους δύο, ήταν και η Ρένη Πιττακή και ο Γιώργος Κιμούλης. Γραμμένο σε κόλλες αναφοράς, περιείχε στόχους και επιδιώξεις».
Λ.Β.: «Εξηγούσαμε γιατί θέλουμε αυτού του είδους το ρεπερτόριο, τι πιστεύουμε ότι μας προσφέρει, γιατί μπορεί να είναι μια βάση για τη μετέπειτα εξέλιξη. Μην ξεχνάμε ότι το ρεπερτόριο αυτό έγινε χωρίς τον χώρο για τον οποίο σχεδιάστηκε, γιατί είχε και έργο με 25 πρόσωπα, το οποίο τελικά έγινε στην οδό Κυκλάδων».
Εσείς καλέσατε τους άλλους ηθοποιούς;
Λ.Β.: «Πρώτα συζητήσαμε ποιους και γιατί. Από εκεί και πέρα ο καθένας έκανε τις προτάσεις του».
Β.Π.: «Εγώ δεν είχα ξανασυνεργασθεί με κανέναν τους».
Λ.Β.: «Εγώ μόνο με τον Δημήτρη στο Αμφι-Θέατρο. Ηθελα τότε να φύγει η Ράνια από το Εθνικό γιατί έτσι όπως την έκρινα ένιωθα ότι δεν θα μπορέσει να αναπτύξει όλο αυτό που είχε. Για μένα ήταν μια μεγάλη νίκη ότι άφησε το Εθνικό. Και φυσικά φαντάζομαι ότι δεν θα το έχει μετανιώσει. Μαζί με τον Βασίλη κατά κάποιον τρόπο κατευθύναμε τα πράγματα. Μετά όμως που ήρθαν οι άλλοι ήταν σαφές ότι μας διέκρινε η γνώση πως το θέατρο ήταν άνθρωποι μαζί. Μοιραζόμασταν τα πράγματα σε βαθμό τρέλας. Εγώ προσωπικά δεν κράταγα καμία σκέψη και τώρα που το σκέφτομαι μπορεί και να μην είναι και τόσο σωστό. Θέλω να τονίσω ότι εμείς δεν είχαμε σκοπό να σκηνοθετήσουμε (σ.σ.: αναφέρεται στον εαυτό του και στον Παπαβασιλείου, που συνυπέγραψαν τη σκηνοθεσία της «Σπασμένης στάμνας»). Θυμάσαι, Βασίλη, πόσο καιρό μας πήρε για να αποφασίσουμε ποιον σκηνοθέτη θα καλέσουμε;».
Β.Π.: «Υπήρχε τότε μια συζήτηση, πίσω-μπρος, διάφορα. Σε ό,τι με αφορά δεν ξέρω πόσο αθώα ήταν όλη αυτή η κουβέντα, γιατί από τη Δραματική Σχολή του Τέχνης ήξερα ότι ήθελα να ασχοληθώ με αυτό που λέγεται σκηνοθεσία».
Λ.Β.: «Εγώ δεν ήξερα ότι εσύ το ήξερες. Οταν τελείωσε η ιστορία με τους ανθρώπους που τελικά δεν έμειναν μαζί μας, συνεχίζαμε να διαβάζουμε έργα και να φτιάχνουμε το ρεπερτόριο. Ηταν η πιο ευχάριστη περίοδος της ζωής μου. Διαβάζαμε έργα και, όπως φάνηκε τελικά, τηρήθηκε σχεδόν πλήρως το αρχικό ρεπερτόριο».
Β.Π.: «Αυτό ήταν εντυπωσιακό. Και οι «Αγροίκοι» και η «Συμφορά» και φυσικά η «Σπασμένη στάμνα» ανέβηκαν. Μετά ανέβηκε και το «Σε φιλώ στη μούρη». Εγώ είχα ήδη φύγει μετά τη «Σπασμένη»».
Γιατί; Τσακωθήκατε;
Β.Π.: «Οι λόγοι ήταν ανθρώπινοι…».
Λ.Β.: «Δεν το έχουμε συζητήσει ποτέ με τον Βασίλη αυτό. Ημουν, όπως πάντα, εξαρτημένος από κάτι και όταν έφυγε ο Βασίλης και πήγε στην Καισαριανή να ανεβάσει έργο του Μανιώτη συναντιόμασταν κάθε βράδυ στο σουβλατζίδικο. Δεν μπορούσα να απογαλακτιστώ. Δεν το ήθελα, δεν το καταλάβαινα. Και έβρισκα επιχειρήματα για να συνεχίσουμε μαζί τη σκηνοθεσία στους «Αγροίκους». Ελεγα «πρέπει μαζί», έλεγε «όχι»».
Β.Π.: «Είχα πει ότι αποχωρώ».
Λ.Β.: «Αυτό που ήθελε ο Βασίλης ήταν μια ανάπτυξη της προσωπικότητάς του σε σχέση με τα θέματα που προέκυπταν, ενώ η δική μου ανάπτυξη ήταν μια συνέχεια μαζί του. Κάπου διαφωνούσαμε βαθιά. Επέμενα στο μαζί. Εκείνος έφυγε. Επομένως το ότι πήδηξα στα βαθιά νερά το χρωστάω τελείως σε αυτή την απόφαση του Βασίλη. Δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω».
Β.Π.: «Πίστευα ότι έπρεπε να αναληφθεί προσωπική ευθύνη. Ο μικρός χώρος με τη δεδομένη χωρητικότητα δεν σήκωνε κάτι άλλο. Το χαμηλοτάβανο είναι επικίνδυνο: έφυγα πρώτος αλλά δεν σταμάτησα ποτέ να διαλέγομαι μαζί του. Φτιάξαμε το σκηνικό και το πλαίσιο της μελλοντικής μας ζωής».
Λ.Β.: «Επέμενα ότι, έτσι όπως ξεκίνησε η Σκηνή, έτσι έπρεπε να συνεχίσει και για λίγα χρόνια να σκηνοθετούμε μαζί».
Β.Π.: «Πριν από αυτά όμως ήταν το οικονομικό θέμα αλλά και εκείνο της εξεύρεσης χώρου. Η δουλειά της Σκηνής δεν θα έβλεπε το φως αν δεν υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι που την πίστεψαν και τη στήριξαν».
Λ.Β.: «Κεντρικός και καθοριστικός ήταν ο Τάκης Χορν».

Β.Π.: «Τον γνώρισα και εγώ μέσα από τον Λευτέρη. Επίσης η οικογένεια Ξυλά, τους οποίους μας είχε συστήσει η Ελένη Καραΐνδρου. Αλλά ο Χορν, επειδή ήταν αυτό που ήταν, στήριξε όλη την υπόθεση και φυσικά την εξεύρεση χώρου. Το μόνιμο ερώτημά του ήταν «υπάρχει χώρος για πάρκινγκ;». Η οδός Κυκλάδων δεν ήταν η καλύτερη επιλογή για μας – μια αποθήκη, ένα πρώην εργαστήρι ζαχαροπλαστικής. Οταν, μετά από περιπέτειες, καταλήξαμε εκεί, θυμάμαι μια προσωπική επαφή με τον Χορν που του λέω: «Αυτό είναι. Για πάρκινγκ μην ψάχνετε, δεν υπάρχει». Κινηθήκαμε με τη μορφή του κατεπείγοντος. Οταν πήγα να ανακοινώσω στον Χορν ότι στο πρόγραμμα θα τον ευχαριστήσουμε, αναρωτήθηκε: «Είστε σίγουροι ότι δεν θα σας κάνει κακό;». «Χωρίς αυτό δεν βγαίνει το πρόγραμμα» του απάντησα».

«Πιστεύαμε ότι για να είμαστε ηθοποιοί πρέπει να είμαστε και σκηνοθέτες»
Πώς από το «όλοι μαζί» των πρώτων χρόνων ο Βασίλης Παπαβασιλείου και ο Λευτέρης Βογιατζής κατέληξαν να διαλύσουν τη Σκηνή;
Β.Π.: «Πράγματι, στην αρχή, ακόμη και σαν εικόνα, έτσι όπως πηγαίναμε παντού όλοι μαζί, δείχναμε κωμικοί και άσχετοι».
Λ.Β.: «Οταν ξεκινήσαμε ζητούσαμε από ανθρώπους να προαγοράσουν εισιτήρια, όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά».
Β.Π.: «Αυτό που ξεκίνησε ως Σκηνή – και έπειτα από κάποια χρόνια δοκιμάστηκε και στην Εποχή – είναι το θέατρο δημοσίου συμφέροντος, που δημιουργεί αναστάτωση όταν γίνεται με όρους ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Υπήρχαν κάποιες αντιφάσεις».
Λ.Β.: «Η διαρκής επιθυμία τού να είμαστε μαζί προσέκρουε πάνω σε μια πραγματικότητα. Να αποδεχθείς τον εαυτό σου και τον άλλον. Δεν την εξασφαλίζεις εκ των προτέρων, την κερδίζεις. Μπορεί να μην ήμασταν πολύ μικροί, αλλά ήμασταν άπειροι».
Στη διάλυση δεν έπαιξε ρόλο το ότι μετά σκηνοθετούσατε μόνον εσείς, κύριε Βογιατζή;
Λ.Β.: «Εγώ ετοίμαζα ήδη τον επόμενο σκηνοθέτη – τον Τάσο Μπαντή. Ο Καταλειφός πήγε στον στρατό… Ηθελα να προστατεύσω αυτό που άρχισε να γίνεται. Επρεπε να αποφασίζω για πράγματα πολύ σοβαρά, σκληρά, όπως το να μην παίξει ένας ηθοποιός».
Β.Π.: «Θεωρώ πολύ σπάνιο ότι κάποιοι άνθρωποι κράτησαν τόσο χρόνο μαζί. Η εμπειρία της Σκηνής θέλει μια εμπειρία αυτοδιαμόρφωσης των ανθρώπων. Είχε έναν συντελεστή ελευθερίας και επιθυμίας, καθώς και έναν συντελεστή κόπωσης από τη συνύπαρξη. Περίσσευε το ταλέντο».
Λ.Β.: «Αποψή μας ήταν ότι πρέπει να είμαστε όλοι σκηνοθέτες για να είμαστε ηθοποιοί. Τελικά όλοι σκηνοθέτησαν μετά. Ηδη προετοίμαζα τον Μπαντή, είχα πάρει πρωτοβουλίες σε πολλά άλλα πράγματα. Του είχα πει: «Καλύτερα στη σκηνοθεσία παρά στην υποκριτική». Ηταν πολύ βαρύ για μένα να μπορέσω να του το πω. Επειτα ήθελα ένα άνοιγμα ώστε να αρχίσει το θέατρο να αποκτά μια προσωπικότητα πιο αποκαλυπτική. Ισως ήταν μια βιασύνη. Η σκέψη μου ήταν να γίνουν πράγματα και από νεότερα παιδιά. Μια σειρά πραγμάτων οδήγησαν στη διάλυση» (σ.σ.: για την οποία προτίμησε να μη μιλήσει).
Σήμερα, 30 χρόνια μετά, τι σκέφτεστε;
Λ.Β.: «Μετράω περίπου δεκαπέντε παραγωγές σε αυτά τα 30 χρόνια, μία δηλαδή κάθε διετία. Αυτός είναι ο ρυθμός. Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται αλλιώς. Για μένα ποτέ δεν θα πάψει το θέατρο να είναι ο ηθοποιός – ο ηθοποιός και το κείμενο. Και αυτός ήταν ο λόγος που δημιουργήθηκε η Σκηνή: η μελέτη του ηθοποιίστικου θαύματος, όπως πολύ σωστά μου το θύμισε ο Βασίλης».

Β.Π.: «Εζησα την πορεία της Σκηνής απέξω, αλλά είμαι ευτυχής γιατί ήμουν εκεί όταν ξεκινούσε. Μου έδωσε τη δύναμη για να ξαναξεκινάω – και στη ζωή μου χρειάστηκε να το κάνω πολλές φορές. Αλλά αυτά τα κουράγια τα παίρνεις από κάπου. Και εγώ αντλώ ακόμα από τη Σκηνή και συνεχίζω».

Από τη Φρυνίχου στην Κυκλάδων
Προτού καταλήξει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων η Σκηνή, είχε εντοπίσει τον χώρο στην οδό Φρυνίχου στην Πλάκα, όπου σήμερα στεγάζεται το Θέατρο Τέχνης. Ανήκε στο Ιδρυμα Κουτλίδη, τη διαχείριση είχε η Εθνική Πινακοθήκη και με τις ιδέες του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου έκαναν όνειρα. «Σεβόμενος τον Κουν, δεν μίλησα ποτέ γι΄αυτό. Χάσαμε τότε έναν χώρο που μας ήταν πολύτιμος και πήγαμε σε έναν άλλον που μας καταπίεσε» λέει ο Λευτέρης Βογιατζής, ο οποίος έχει να διηγηθεί πολλές ιστορίες με τον Σταύρο Καπερνάρο, ιδιοκτήτη του θεάτρου στην Κυψέλη.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s