Δεν γίνεται όλο αποδόμηση, αποδόμηση

Posted: Οκτώβριος 10, 2011 in Ευαγγελάτος Σπύρος
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος σκηνοθετεί «Βασιλικό» στο Εθνικό Θέατρο, την πρώτη παράστασή του μετά την αναστολή του Αμφι-Θεάτρου

Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 9/10/2011

«Ξεκινάμε», είπε ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος προς τους ηθοποιούς, καθισμένος εκείνος στην πλατεία της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Κι αμέσως μετά στράφηκε προς το μέρος μου. «Θα κάνουμε ένα πέρασμα. Με φώτα πλατείας, βέβαια», είπε, σχεδόν ζητώντας μου συγγνώμη. «Είναι γνωστό ότι δεν μπαίνει άνθρωπος στη δική μου πρόβα. Για τον λόγο ότι η πρόβα αυτή πηγαίνει χαμένη, επειδή δεν κάνω παρατηρήσεις, για να μη φανεί ότι κάνω τον έξυπνο ενώπιον του φίλου που παρίσταται στην πρόβα. Γι’ αυτό κι εσείς παρακολουθήσατε ένα πέρασμα στη διάρκεια του οποίου κρατούσα σημειώσεις», μου εξήγησε αργότερα. Στη σκηνή οι ηθοποιοί, χωρίς κοστούμια, αναβίωναν τους χαρακτήρες ενός κλασικού νεοελληνικού έργου: του «Βασιλικού» του Αντωνίου Μάτεσι, ένα έργο γραμμένο στα 1830, με τη δράση του όμως τοποθετημένη τον 18ο αιώνα. «Ενα έργο που μοσχοβολάει τον Αιώνα των Φώτων», όπως λέει ο Σπύρος Ευαγγελάτος. Θα είναι η παράσταση, που στις 20 Οκτωβρίου θα εγκαινιάσει τη φετινή σεζόν της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού. Μετά την πρόβα, ραντεβού με τον σκηνοθέτη της παράστασης, τον Σπύρο Ευαγγελάτο, και με δύο από τους ηθοποιούς της: την Κατερίνα Χέλμη και τον Νικήτα Τσακίρογλου.

– Πρώτη παράσταση εκτός Αμφι-Θεάτρου, λοιπόν…

– Ναι, βέβαια είχα σκηνοθετήσει πολλές φορές και στη Λυρική Σκηνή, λιγότερο στο Εθνικό Θέατρο και σε θέατρα του εξωτερικού παλαιότερα.

– Η στέγη σας αυτή τη στιγμή είναι το Εθνικό Θέατρο. Πώς νιώθετε;

– Κοιτάξτε, είμαι παιδί του Εθνικού Θεάτρου. Εδώ σπούδασα, εδώ έκανα τις πρώτες νεανικές μου επιτυχίες. Ξαναγυρνάω σε γνώριμους χώρους, που έχουν μετασκευαστεί.

– Πέρυσι, που ολοκλήρωσε το Αμφι-Θέατρο τη διαδρομή του…

– Δεν την ολοκλήρωσε, την ανέστειλε. Η ανακοίνωσή ήταν σαφής. Δύναται –δεν είναι απαραιτήτως αναγκαίο– να επανέλθει όταν υπάρξουν κάποιες συνθήκες…

– Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν και δημόσια κείμενα που έλεγαν ότι το Αμφι-Θέατρο είχε διαγράψει έναν κύκλο και θα μπορούσε να ολοκληρώσει εδώ. Τι απαντάτε σ’ αυτές τις απόψεις;

– Κατ’ αρχάς, γράφτηκαν δύο – τρία σχόλια αντίθετα και υπήρχαν πάρα πολλές φωνές στήριξης και από ιδιώτες και από μεγάλους οργανισμούς. Από νεαρούς φοιτητές μέχρι σεβάσμιες προσωπικότητες. Κοιτάξτε, το Αμφι-Θέατρο είχε μια ιδιοτυπία: υπηρέτησε το αρχαίο δράμα με μεγάλο φανατισμό επί πάρα πολλά καλοκαίρια, στην Επίδαυρο και αλλού, είχε το διεθνές κλασικό του ρεπερτόριο, από Σαίξπηρ μέχρι Τσέχοφ, και σύγχρονους, αλλά και είχε και μια πρόσθετη λειτουργία: παρουσίασε, προσθέτοντας και δύο – τρεις σκηνοθεσίες μου και εκτός Αμφι-Θεάτρου, περίπου 24 παλαιά και άγνωστα νεοελληνικά έργα. Με την έννοια αυτή θα έπρεπε το Αμφι-Θέατρο και μόνο για τον τελευταίο τομέα δραστηριότητός του να είναι ένα ημικρατικό θέατρο, ασχέτως της παρουσίας του Ευαγγελάτου ή όχι. Για να συνεχιστεί η παράδοση ως προς τη διερεύνηση του νεοελληνικού έργου. Γι’ αυτό αισθάνομαι μεγάλη χαρά που με κάλεσε ο κύριος Χουβαρδάς να σκηνοθετήσω τον «Βασιλικό», ένα έργο που δεν έχω κάνει ποτέ και μου αρέσει πάρα πολύ.

– Εχετε εισπράξει, λοιπόν, και από τον χώρο πάρα πολλή αγάπη… Το Εθνικό σάς δίνει ένα σημαντικό έργο. Για πάρα πολλά χρόνια είχατε τη θέση σας στην Επίδαυρο. Δεν νομίζω να αισθάνεσθε αδικημένος;

– Οχι, καθόλου.

– Επειδή κατά καιρούς έχετε δώσει και λίγο την εντύπωση του κακομαθημένου. Ας πούμε, όταν κάποια χρονιά δεν πήγατε στην Επίδαυρο, διαμαρτυρηθήκατε. Γιατί;

– Διότι μου το είχε υποσχεθεί ο κύριος Λούκος. Προφανώς, όπως προέκυψε, ενοχλήθηκε από την παράβαση των Σφηκών, όπου διαμαρτυρήθηκα κομψά, διονυσιακά, γιατί δεν μας έδωσαν την Επίδαυρο. Εκεί ενοχλήθηκε ο κύριος Λούκος, πράγμα που δεν κατάλαβα ποτέ πραγματικά. Στην ίδια κωμωδία, στην ίδια παράσταση, βρίζει τον Κλέωνα ο Αριστοφάνης αισχρά, που σημαίνει ότι ο 5ος αι. π.Χ. ήταν πιο δημοκρατικός από τον σημερινό. Αλλωστε, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, δεν θα έβλαπτε το Φεστιβάλ η παρουσία του Αμφι-Θεάτρου, πράγμα που φάνηκε πρόπερσι με τον «Οιδίποδα Τύραννο», που ήταν ασφυκτικά γεμάτες και οι δύο παραστάσεις και στη συνέχεια όλες στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μαζί με τη ονομαζόμενη μεταμοντέρνα τάση, ας υπάρχει και μία απλώς μοντέρνα, γιατί ο «Οιδίπους» ήταν μια μοντέρνα παράσταση. Αν δηλαδή κάποιος υπηρετεί ένα κείμενο επιδιώκοντας να προβάλει τα νοήματά του και όχι να κάνει δεξιοτεχνική επίδειξη –αν είναι και δεξιοτεχνική– πρέπει να υπάρχει και επαρκής αντίλογος. Δεν γίνεται όλο αποδόμηση, αποδόμηση. Οπως είπα χαριτολογώντας: «Παιδιά, αφήστε και κάποιον να οικοδομήσει. Δεν θα έχετε τι άλλο να αποδομήσετε…»!

Mεταμοντέρνο

– Δηλαδή, η αντίληψη που κυριαρχεί στο θέατρο σήμερα είναι η μεταμοντέρνα;

– Καθυστερημένα δρα στην Ελλάδα. Αλλά στη μεγάλη πλειοψηφία του κοινού σίγουρα δεν επικρατεί.

– Στην πρόβα καθόταν δίπλα σας και η κόρη σας, η σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάτου…

– Εσείς οι δύο ήσασταν οι πρώτοι θεατές της παράστασης. Πρώτη φορά έβλεπε πρόβα και η Κατερίνα. Σπανίως βλέπουμε πρόβα ο ένας του άλλου. Στο Αμφι-Θέατρο δεν πήγαινα σε πρόβες της, για να μη λέει ο κόσμος ότι ο Ευαγγελάτος βοηθάει την Κατερίνα. Μάλλον η Κατερίνα βοηθάει τον Ευαγγελάτο.

– Σας μπολιάζει με ιδέες η κόρη σας;

– Βεβαίως. Γενικώς μπορούν να με επηρεάσουν νεότεροι άνθρωποι, πόσω μάλλον η Κατερίνα, που εκτός από τη λατρεία, η οποία είναι αυτονόητη, της έχω πολύ μεγάλο θαυμασμό.

Να θυμηθούμε αξίες που ξεχάσαμε

Η Κατερίνα Χέλμη είχε φτάσει νωρίτερα στο ραντεβού μας. Ο Νικήτας Τσακίρογλου ήρθε αμέσως μετά. Οι δυο τους θα υποδυθούν το ζευγάρι των αρχόντων στην παράσταση «Ο Βασιλικός»: τον Ρονκάλα και τη Ρονκάλαινα. Περιμέναμε ν’ ανοίξει το μπαρ του Εθνικού για να ξεκινήσουμε. Μέχρι να φτάσουμε εκεί περάσαμε από διάφορους διαδρόμους, συναντήσαμε πολλές πόρτες. «Εδώ ήταν το γραφείο του Τερζάκη, εδώ ήταν του Χουρμούζιου, δίπλα του Αθανασιάδη…», λέει η Κατερίνα Χέλμη. Ούτως ή άλλως και οι δύο έχουν να θυμηθούν πάρα πολλά και πάρα πολλούς. Ο Νικήτας Τσακίρογλου είναι ο μόνος από την παράσταση που έχει ξαναπαίξει στον «Βασιλικό» και μάλιστα τον ίδιο ρόλο, στο ίδιο θέατρο, σε σκηνοθεσία Κώστα Μπάκα. «Ημουν πολύ νέος τότε, πρέπει να ήταν επί Νίτσου, και τώρα διαπίστωσα ότι δεν θυμόμουν τίποτα από τον ρόλο. Σκέφτηκα ότι πρέπει να είχα πολύ θράσος για να επωμιστώ σε τόσο νεαρή ηλικία έναν τέτοιο ρόλο. Τα δίνουν όμως αυτά τα πράγματα στους νέους, εκείνοι τα παίζουν, βέβαια… το κατά δύναμη. Τέλος πάντων…».

– Ο «Βασιλικός» πραγματεύεται μια εποχή με δύο κόσμους. Τον παλιό και τον νέο που έρχεται. Σήμερα ποιοι είναι οι δύο κόσμοι;

Ν. Τ.: «Δεν υπάρχει ένα κατεστημένο που κρατάει με νύχια και με δόντια τα κεκτημένα; Νομίζω ότι αυτό το έργο είναι κάτι περισσότερο από επίκαιρο. Ο Μάτεσις ήθελε ν’ αλλάξει τα πράγματα μέσα από τη διανόηση και όχι μέσα από την επανάσταση. Εφερνε ένα πνεύμα εκσυχρονισμού στην εποχή του και κυρίως έφερνε αγάπη. Δεν ήθελε να καταλύσει την κοινωνία. Ηθελε να την κάνει σωστότερη, σοφότερη και να μπορέσει να δώσει μέσα από τους νέους ανθρώπους ένα καινούργιο πνεύμα».

Κ. Χ.: «Εγώ έχω πιαστεί από τα λόγια του έργου για να πιάσω τον ρόλο μου. Καταλαβαίνω αυτή τη γυναίκα, τη Ρονκάλαινα, που προσπαθεί να μπει μέσα στη ζωή των παιδιών της, τα οποία προσπαθούν να κερδίσουν τον κόσμο, έρχονται σε κόντρες με τον πατέρα τους, αλλά του φιλούν και το χέρι. Σέβονται τον γεννήτορά τους, αλλά υποστηρίζουν και τις ιδέες τους. Είναι πράγματα που πρέπει να ξαναδεί ο κόσμος, γιατί τα έχουμε ξεχάσει» λέει και δεν κρύβει ότι χρωστάει μεγάλο μέρος της ανάγνωσης αυτού του έργου στον σύζυγό της, τον ακαδημαϊκό και ιστορικό Κωνσταντίνο Σβολόπουλο. «Μπορώ να πω ότι με έμπασε στην κόντρα εκείνης της εποχής ανάμεσα στις δύο γενιές».

Η Κατερίνα Χέλμη τελείωσε τη σχολή του Κουν. Θυμάται τον συμμαθητή της Νίκο Κούρκουλο, στέκεται στον Γιώργο Παππά: «Μόνο το βλέμμα του Γιώργου Παππά να θυμηθεί κανείς… Ηταν ένας σπουδαίος ρολίστας, αλλά έφυγε νωρίς. Τον θυμάμαι στον “Φάουστ” με τη Μανωλίδου, με τον Κωτσόπουλο. Εχουν ζυμωθεί μέσα μου συναισθήματα που δεν πρόκειται να τα ξαναδώ στη ζωή μου. Και είμαι ευτυχής», λέει συγκινημένη. Δεν κρύβει την ηλικία της, «είμαι 70 ετών», λέει, και όταν της θυμίζω πως οι νεότεροι τη θυμούνται από τις ταινίες της, και κυρίως από τα «Κόκκινα Φανάρια», μας λέει ότι αυτό το έργο το έπαιξε πρώτα στο θέατρο κι έπειτα στο σινεμά. «Ολο γυναίκες ήταν στο κοινό. Ερχόντουσαν παρέες στο θέατρο, για να δουν πώς συμπεριφέρονταν αυτές οι γυναίκες. Αλλά ήταν όλα ρομαντικά και αγαπησιάρικα».

Ρωτάω τον Νικήτα Τσακίρογλου αν αισθάνεται ανακούφιση που είναι πάνω στη σκηνή ενός κρατικού θεάτρου και όχι πίσω από αυτήν, ως καλλιτεχνικός διευθυντής. Απαντάει χωρίς περιστροφές. «Εγώ είμαι ηθοποιός, και φέτος συμπληρώνω 50 χρόνια στο θέατρο. Η πολιτεία κάποια στιγμή με εμπιστεύτηκε να διοικήσω ένα θέατρο, το ΚΘΒΕ. Δεν θα ήθελα να μιλήσω για κάτι που μου άφησε μία πίκρα, γιατί τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Κι αυτό συμβαίνει όταν στο θέατρο μπαίνουν σε διάφορες θέσεις άσχετοι άνθρωποι. Εκείνη την περίοδο την βλέπω σαν έναν ακόμη ρόλο ανάμεσα στους τόσους που έπαιξα στα 50 χρόνια που έχω στο θέατρο».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s