Αρχείο για 27 Φεβρουαρίου, 2011

  • ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Ο Κάφκα δεν έγραψε ποτέ για το θέατρο. Ο κλειστός και ακατανόητος κόσμος του τον ήλκυε και τον φόβιζε συγχρόνως. Προσπάθησα λοιπόν να φανταστώ τι παράσταση θα άρεσε στον Φραντς Κάφκα…».

Μ’ αυτές τις σκέψεις ο Λιθουανός Τσέζαρις Γκραουζίνις επέστρεψε στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη αυτή τη φορά, για να σκηνοθετήσει το «Deja Vu». Το δραματουργικό υλικό που αποτελεί τον καμβά της παράστασης είναι το τελευταίο κεφάλαιο του ανολοκλήρωτου μυθιστορήματος του τσέχου δραματουργού «Αμερική», καθώς και το μικρό διήγημά του «Η αδελφοκτονία». Τα δύο, άσχετα μεταξύ τους, έργα συνδέει η φαντασία του σκηνοθέτη, που αναλαμβάνει επίσης να δώσει συνέχεια στο βίαιο τέλος της «Αμερικής». Η παράσταση κάνει πρεμιέρα την Παρασκευή στην Πειραματική Σκηνή της Μονής Λαζαριστών, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Εκεί συναντήσαμε τον σκηνοθέτη που μας μίλησε για το «Deja Vu», το ευρωπαϊκό θέατρο, την Ελλάδα αλλά και τον σοσιαλισμό του τότε και του σήμερα…

Ο Γκραουζίνις, ιδρυτής των ανεξάρτητων εταιρειών θεάτρου Lithuanian New Generation Theatre Community Cezaris Grou, καλλιτεχνικός διευθυντής επί χρόνια της εταιρείας θεάτρου Viirus στο Ελσίνκι της Φιλανδίας, έχει σκηνοθετήσει και διασκευάσει παραστάσεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Στην Ελλάδα παρουσίασε τα έργα «Ντε Σαντ στη Ζιστίν…», «Ζορμπάς, η αληθινή ιστορία», «Περιμένοντας τον Γκοντό», «Δάφνις και Χλόη».

«Δεν είμαι μελετητής του Κάφκα, ούτε με ενδιαφέρει η καλύτερη διασκευή του» λέει ο ίδιος. «Το έργο του λειτουργεί ως ενεργειακό υλικό στη δημιουργία του δικού μου οράματος. Θα έλεγα μάλιστα ότι η δική μου εικόνα αντιπαρατίθεται στην κλασική αντίληψη που επικρατεί για την αισθητική του συγγραφέα».

Γι’ αυτό ο σκηνοθέτης τοποθετεί τους χαρακτήρες σε χώρο έξω από τους γκριζόμαυρους τόνους που παραδοσιακά «βάφουν» τις διασκευές κειμένων του Κάφκα στο θέατρο ή στον κινηματογράφο. Το «Deja Vu» κοροϊδεύει με χιούμορ τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον συγγραφέα: στοιχειωμένο στο «καφκικό» περιβάλλον της μελαγχολίας και της ενοχής.

«Πιστεύω ότι ο Κάφκα χαιρόταν τη ζωή. Δεν τον φαντάζομαι ως σοβαρό, βαρετό, περίλυπο κύριο. Η παράσταση βλέπει τον κόσμο του φωτεινό, τρυφερό, σε κάποιο βαθμό μάλιστα, σκανταλιάρικο και ξεκαρδιστικό. Δεν μου αρέσει το θέατρο σύγχρονων συγγραφέων που προσπαθούν να σε τρομάξουν. Απεχθάνομαι τις κραυγές σοβαρότητας του τύπου «όλοι οι άνθρωποι είναι γουρούνια» ή «αυτός ο κόσμος είναι σάπιος»… Αυτά δεν είναι ούτε καινούρια ούτε προκλητικά».

Αλλά στην Ευρώπη και στην Ελλάδα αυτό το είδος θεάτρου ανθεί.

«Το ξέρω», απαντά, «και το θεωρώ υπερβολή. Να το πω αλλιώς: ως θεατής δέχομαι κάθε είδος θεάτρου αρκεί να μη με πλήττει. Οταν όμως δημιουργώ εγώ, η δική μου ηθική και αισθητική αρχή καθορίζει τη δουλειά μου. Προσπαθώ να κάνω κάτι νέο, έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι, χωρίς φυσικά να ξαφνιάζομαι αν κάποιος ισχυριστεί ότι η παράστασή μου κάτι του θυμίζει».

Στην Ελλάδα τον έχει εντυπωσιάσει περισσότερο η ανταπόκριση του κοινού παρά οι ίδιες οι παραστάσεις:

«Το θέατρο της Επιδαύρου γεμίζει και οι έλληνες θεατές παθιάζονται, αντίθετα με εκείνους της Βόρειας Ευρώπης. Εκεί κυριαρχεί η υποκριτική άποψη ότι ο καλλιτέχνης μπορεί να κάνει ακόμα και ανοησίες και εν ονόματι του δικαιώματος της έκφρασης είναι αποδεκτός».

Στο «Deja Vu» τον ακολουθούν σταθεροί συνεργάτες: ο Βιτάουτας Νάρμπουτας (σκηνικά-κοστούμια) και ο Μαρτίνας Μπιαλομπζιέσκις (μουσική). Ο Γκραουζίνις έχει σπουδάσει σκηνοθεσία και υποκριτική στην Ακαδημία Θεάτρου της Μόσχας και έχει μαθητεύσει στον Τ. Σουζούκι στην Ιαπωνία. Υπήρξε δάσκαλος υποκριτικής και σκηνοθεσίας στη Λιθουανία, τη Σουηδία και το Ελσίνκι. Στην ερώτηση αν και πώς θυμάται τα «σοσιαλιστικά» χρόνια στην πατρίδα του, μας ξαφνιάζει…

«Η ποιότητα ζωής ήταν απίστευτα καλύτερη της σημερινής σε οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα. Ναι, βλέπαμε ασπρόμαυρη τηλεόραση- και λοιπόν; Δεν υπαινίσσομαι ότι εγώ και οι φίλοι μου πιστέψαμε στο παιχνίδι της πολιτικής, της ιδεολογίας. Στεκόμαστε κριτικά, ειρωνικά απέναντί τους. Δεν επρόκειτο για το τέλειο μοντέλο σοσιαλιστικής κοινωνίας, αλλά ήταν καλό κι ας πιστεύετε το αντίθετο. Οι άνθρωποι ήταν κοντά ο ένας στον άλλον, παρήχθησαν κοινωνικά αγαθά που σήμερα ούτε κατά διάνοια δεν προσφέρονται. Οσο κι αν ακούγεται παράδοξο, στην τότε ΕΣΣΔ υπήρχε κάτι κοντινό στην ιδέα της δημοκρατίας. Μετά την πτώση επικράτησε ένα μόνον πράγμα: ο φασισμός! Αν ακούσω κάποιον στις μέρες μας να λέει δυνατά τη λέξη «δημοκρατία», ξέρω ότι είναι ψεύτης, μπάσταρδος ή ηλίθιος»… 7

Είναι νέα, πεισματάρα και με μια διάθεση για ζωή που θα τη ζήλευαν πολλοί συνομήλικοί της. Μόλις στα τριάντα της, η σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάτου «βγαίνει μπροστά» έτοιμη να παλέψει. Πλάι-πλάι με τον πατέρα της, τον κορυφαίο δημιουργό Σπύρο Ευαγγελάτο, για να τον στηρίζει στα δύσκολα, αλλά και ένα βήμα μπροστά, όπου της ανοίγουν τον δρόμο ο αυθορμητισμός και το πείσμα της νιότης.

Η απόφαση να κλείσει το «Αμφι-θέατρο», το θέατρο που δημιούργησαν οι γονείς της, μην αντέχοντας το δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος φέρει και τη δική της υπογραφή. Και εκείνη σε μια στιγμή που έπρεπε να ανοίξει τα φτερά της να πετάξει και να κάνει πράξη τα κοριτσίστικα όνειρά της ήρθε αντιμέτωπη με τις προκλήσεις της μοίρας, που της έδειξε το πιο κακό της πρόσωπο. Ο χαμός της μητέρας αρχικά, την οποία λάτρευε, και στη συνέχεια ο θάνατος του μονάκριβου αδελφού της Αντίοχου την έκαναν να λυγίσει. Πήρε όμως τη ζωή… αλλιώς και ώριμη πια ξανοίγεται στο μέλλον.

«Προχωράω ελπιδοφόρα με πείσμα, με δυναμισμό. Δεν μπορώ να σας το περιγράψω με λόγια αυτό που αισθάνομαι τούτη τη στιγμή. Δεν είμαι άνθρωπος των τσιτάτων! Συνεχίζω να δημιουργώ και με αυτόν τον τρόπο εκφράζεται το πείσμα μου. Εξακολουθώ να έχω κέφι, πάθος και τρέλα με τη δουλειά μου. Πάνω στη δουλειά βγαίνει το πείσμα μου για συνέχεια. Πίστη στη ζωή, αυτό είναι! Αλλιώς, δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα…» είναι οι πρώτες κουβέντες της.

Η νεαρή σκηνοθέτις μιλάει στην «Espresso της Κυριακής» εκφράζοντας όχι μόνο τον εαυτό της αλλά και τη γενιά της. Παραμερίζοντας τον πόνο που κρύβει στην ψυχή της -«δικό της θέμα αυτό»- αγωνίζεται να σώσει το «Αμφι-θέατρο», τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής! «Δεν θέλω ένα θέατρο για πάρτη μου! Δεν είναι προσωπικό το ζήτημα» διευκρινίζει. Ωστόσο, είναι εκεί, στην πρώτη γραμμή, μοναδικό στήήριγμα και ελπίδα για τον πονεμένο πατέρα της, που είδε μέσα σε μία νύχτα να γκρεμίζεται ό,τι έχτισαν με αγάπη με την πολυαγαπημένη του Λήδα.

«Είμαστε πολύ ενωμένοι. Εχουμε υπάρξει ενωμένοι και σε πολύ δυσκολότερες στιγμές της ζωής μας, δυστυχώς. Ο,τι μπορούμε κάνουμε για να στηρίξει ο ένας τον άλλον» μας λέει.

– Ποια είναι τα συναισθήματα ύστερα από τα τελευταία γεγονότα;

Μπορεί να μη χάνεται μια ανθρώπινη ψυχή, αλλά και οι μνήμες και η δημιουργία μιας ολόκληρης ζωής που χάνεται είναι και αυτό μεγάλη απώλεια. Και το λέω αυτό επειδή έχω χάσει τους δύο ανθρώπους μου. Και ποιοι ήταν αυτοί οι δύο άνθρωποι για μένα! Η μητέρα μου και ο αδελφός μου.

– Το θέμα πήρε έκταση και ο κόσμος του θεάτρου είναι στο πλευρό σας.

Ναι, ασχολήθηκαν όλοι και εξακολουθούν να ασχολούνται και αυτό είναι ενθαρρυντικό για μας. Τόσοι συνάδελφοί μας αλλά και το θεατρόφιλο κοινό που ερχόταν τόσα χρόνια στο «Αμφι-θέατρο» βρίσκονται κοντά μας! Βέβαια, αυτή είναι μια ηθική συμπαράσταση και όχι έμπρακτη. Στην πράξη αυτός που θα πρέπει να ενδιαφερθεί είναι το υπουργείο Πολιτισμού. Αν όχι ο ίδιος ο υπουργός, κάποιος από τους συμβούλους του που θα αναλάβει το θέμα. Εξάλλου, οι επιστολές συμπαράστασης έχουν αποσταλεί και στον ίδιο τον υπουργό. Και δεν έγινε τίποτα!

– Δεν υπήρξε καμία εξέλιξη;

Τίποτα, νέκρα, καμία απάντηση. Και δεν πιστεύω ότι θα γίνει κάτι…

– Πώς φτάσατε στην απόφαση να κλείσετε το θέατρο;

Ηταν μια απόφαση που πήραμε από κοινού με τον πατέρα μου. Το συζητούσαμε μαζί για πολύ καιρό. Οπως είναι φυσικό, η μελλοντική εξέλιξη του θεάτρου εξαρτάται πάρα πολύ και από τη δική μου συμβολή. Οπότε δεν είναι μια απόφαση που πήραμε εν μία νυκτί. Και για συναισθηματικούς λόγους και για πρακτικούς και ηθικούς, ποτέ δεν θέλεις να κλείσεις ένα τέτοιο δημιούργημα! Αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι θέατρο δεν είναι τα ντουβάρια! Και αυτό το εννοώ κυριολεκτικά και μεταφορικά. Υπάρχουν… ντουβάρια που δεν αντιλαμβάνονται τίποτα γύρω μας, όπως είναι φανερό. Το θέατρο είναι κάτι πολύ πιο βαθύ και πάντα θα υπάρχει.

– Το πιστεύεις πραγματικά αυτό;

Ναι, γιατί το κοινό τίμησε όλα αυτά τα χρόνια το «Αμφι-θέατρο» και στήριξε τις επιλογές του. Τόσο στα τριάντα έξι χρόνια με τις σκηνοθεσίες του πατέρα μου και της μητέρας μου αλλά και τα τέσσερα τελευταία χρόνια που σκηνοθετώ εγώ, ο κόσμος επιβράβευσε τις επιλογές μας και τον τρόπο που δουλέψαμε. Από τη σκηνή του έχει περάσει όλο το ελληνικό θέατρο. Και αυτό όλο που έχει αφήσει πίσω δεν πεθαίνει με το ανασταλεί η λειτουργία του.

– Δύσκολες στιγμές;

Πολύ δύσκολες. Δεν είναι μόνον ότι κλείνουμε εμείς, τον ίδιο κίνδυνο διατρέχουν και όλα τα θέατρα ίδιου τύπου με το «Αμφι-θέατρο». Ολα τα θέατρα ρεπερτορίου βρίσκονται σε δεινή θέση. Τριακόσιοι πενήντα άνθρωποι των γραμμάτων και του πολιτισμού έχουμε ζητήσει εγκαίρως από τον υπουργό Πολιτισμού να πάρει θέση για το θέατρο γενικώς. Και δεν ζητούσαμε λεφτά! Ζητούσαμε να μάθουμε ποια θα είναι η πολιτική και η στρατηγική που θα ακολουθήσει. Δεν μας απάντησε ποτέ κανείς. Θέλω να πω δηλαδή ότι αυτή η απαξίωση που επιδεικνύουν δεν είναι μόνον απέναντι στο «Αμφι-θέατρο» αλλά απέναντι στην ίδια την τέχνη του θεάτρου. Οποιος ηθοποιός ή δημιουργός και αν ζητήσει έμπρακτη υποστήριξη, δεν τη βρίσκει πουθενά!

  • «ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΝΩ ΓΙΑ ΠΑΡΤΗ ΜΟΥ»

– Εσύ, σαν νέα δημιουργός πώς αντιμετωπίζεις το γεγονός;

Είμαι τριάντα χρόνων, ξεκινώ τώρα την καριέρα μου, αλλά ο αγώνας που κάνω δεν έχει σχέση με την επαγγελματική μου επιβίωση. Το θέμα δεν είναι για να έχω εγώ το θέατρό μου. Ολοι έπρεπε να ενδιαφέρονται για να μη σβήσει αυτό το θέατρο, που τυχαίνει να έχει και έναν απόγονο. Γιατί δεν υπάρχουν πολλά ιστορικά θέατρα που να έχουν απόγονο ο οποίος να ασχολείται με το σπορ. Πώς να το κάνουμε. Εγώ θα συνεχίσω να σκηνοθετώ είτε βρίσκομαι στο «Αμφι-θέατρο» είτε όχι. Είμαι τυχερή, είμαι φανατική, είμαι εργατική και θα συνεχίσω. Δεν ξέρω αν θα βρίσκω δουλειά σε δύο χρόνια, σε αυτήν τη φάση που είμαι βρίσκω. Δεν το κάνω για πάρτη μου λοιπόν. Φυσικά και έχω συναισθηματική εμπλοκή, γιατί αυτό το θέατρο είναι το σπίτι μου, να είμαστε ρεαλιστές. Νομίζω ότι είναι ένα ζήτημα πολύ πιο ευρύτερο. Γι’ αυτό και έχει επαναστατήσει ο καλλιτεχνικός κόσμος. Και δεν είναι προσωπικό το ζήτημα. Θα βρεθούν και άνθρωποι στον δρόμο, υπάρχει κόσμος που θα χάσει τη δουλειά του. Ας μην ξεχνάμε και αυτήν τη διάσταση του θέματος.

– Σκέφτεσαι ότι μπορεί να στήσεις ξανά το «Αμφι-θέατρο»;

Πιστεύω ότι και να ερημώσει το συγκεκριμένο κτίριο, το ντουβάρι, το «Αμφι-θέατρο» θα υπάρχει και θα μετεξελίσσεται μέσα από τη δουλειά των ανθρώπων που πέρασαν και δημιούργησαν εκεί μέσα. Είμαι σίγουρη ότι θα ξαναβρεθούμε. Οσοι είναι να ξαναβρεθούμε θα ξαναβρεθούμε, μπολιασμένοι μάλιστα με νέο υλικό.

– Τι θυμάσαι πιο πολύ από εκεί;

Είναι τόσες πολλές οι μνήμες από τη μητέρα μου και τον πατέρα μου εκεί μέσα! Από την ημέρα που γεννήθηκα έζησα το «Αμφι-θέατρο» σαν το δεύτερο σπίτι μου και οι εικόνες είναι συγκεχυμένες στο μυαλό μου. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω και να πω ότι αυτό θυμάμαι περισσότερο, αυτό λιγότερο. Υπάρχουν καλές, κακές και εξαιρετικές στιγμές, ταξίδια, περιοδείες, τα πάντα.

– Τα βλέπεις όλα να χάνονται…

Αυτήν τη στιγμή χάνεται κάτι, αλλά και δεν χάνεται τίποτα. Χάνεται κάτι γιατί κλείνει ένας χώρος, μένει όμως όλο αυτό που δημιούργησε το «Αμφι-θέατρο». Ετσι κι αλλιώς, το θέατρο είναι μια θνησιγενής τέχνη και κάποια στιγμή τα πάντα τελειώνουν.

– Ο πατέρας σου τι σου λέει;

Ο πατέρας μου πιστεύει πολύ σε μένα. Είναι πολύ συγκινημένος που στην αρχή της καριέρας μου είμαι τόσο φανατική και τόσο δραστήρια! Αυτό του δίνει χαρά.

– Πώς είναι αυτές τις ημέρες ο Σπύρος Εαυγγελάτος;

Απογοητευμένος. Μόνο πίκρα μπορεί να αισθάνεται βλέποντας να του κλείνουν το δημιούργημά του. Πολύ μεγάλη πίκρα από τη στάση της ηγεσίας του υπουργείου.

– Από μικρή είχες αποφασίσει ότι θα ακολουθήσεις τον δρόμο των γονιών σου;

Δεν ήθελα από πάντα να γίνω ηθοποιός. Υπήρχε και η αντιδραστική περίοδος της εφηβείας, αλλά νομίζω ότι ήταν απλώς η αντίδραση της ηλικίας. Ισως πάντα να το ήθελα!

  • Σπουδές, καριέρα και σχέδια

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου αποφοίτησε με άριστα από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, έκανε μεταπτυχιακά στη Μόσχα, ενώ φοίτησε και στην κρατική ακαδημία του Λονδίνου με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση. Φέτος, μετέφρασε και σκηνοθέτησε για το θέατρο «Θησείον» το έργο του τριαντάχρονου Μάικ Μπάρτλετ «Cocκ» με θέμα το σεξ, τη συντροφικότητα και το ζήτημα της σεξουαλικής ταυτότητας. Ενα προκλητικό και βραβευμένο έργο (βραβείο Olivier) που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές όταν ανέβηκε σε θέατρο του Λονδίνου (2009). Ζωντανεύει με χιούμορ την ιστορία ενός νέου που διχάζεται ανάμεσα στον ερωτικό του σύντροφο και σε μια γυναίκα που μπαίνει στη ζωή του. Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Μοθωναίος, Μάκης Παπαδημητρίου, Ιωάννα Παππά και Γιώργος Κοτανίδης. Τα σχέδιά της για την επόμενη σεζόν, σύμφωνα με την Κατερίνα, είναι: «Να ανεβάσουμε στο θέατρο “Δημήτρης Χορν” το έργο του Τένεσι Ουίλιαμς “Γυάλινος κόσμος”. Τον ρόλο της Αμάντα θα τον ερμηνεύσει η Ναταλία Τσαλίκη».

  • ΧΡΥΣΑ ΔΟΤΣΙΟΥ, Espresso, 27.2.2011

 

  • Κακουριώτης Σ., Η ΑΥΓΗ: 27/02/2011

Λένε συχνά πως η τέχνη μιμείται τη ζωή, όμως μερικές φορές είναι η ίδια η ζωή που μιμείται την τέχνη… Έτσι και το θέατρο του Ντάριο Φο, θέατρο λαϊκό στη φόρμα και την ουσία του, βρήκε τους δικούς του μιμητές στη χώρα μας, στο ογκούμενο κίνημα των πολιτών, πρώτα στα διόδια, ύστερα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, που απαντούν στις παράλογες αυξήσεις με τον τίτλο του έργου του «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω!» Γι’ αυτήν την απρόσμενη και γόνιμη συνάντηση της τέχνης με τις οργανωμένες διαμαρτυρίες των πολιτών συνομιλήσαμε με τον Στέφανο Ληναίο, ο οποίος μαζί με την Έλλη Φωτίου συνεργάζεται ήδη από το 1975 με τον Ντάριο Φο παρουσιάζοντας τα έργα του στο θέατρο «Άλφα», αλλά και είναι αυτοί που καθιέρωσαν, ήδη από το 1979, το «Δεν πληρώνω…» κάνοντάς το μια μεγάλη διαχρονική επιτυχία για το ελληνικό θέατρο.

 

  • Αυτό το έργο, γραμμένο πριν από τόσα χρόνια, αποδεικνύεται προφητικό, γιατί γίνεται πραγματικότητα αυτό που έγραφε… Γνωρίζετε άλλωστε πως την εποχή εκείνη τον Ντάριο Φο τον πήγαν στα δικαστήρια, όπου αθωώθηκε, με την περίφημη φράση του εισαγγελέα ότι «πρέπει να δικαστεί μαζί του και ο Αριστοφάνης».

* Καθώς ερχόμουν στο θέατρο «Άλφα», είδα το «Ποντίκι» που είχε πρωτοσέλιδο τίτλο το «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω…». Πώς σας φαίνεται που ο τίτλος ενός έργου που εσείς πρωτοπαρουσιάσατε στην Ελλάδα έχει γίνει πια σύνθημα, έχει γίνει τίτλος κινήσεων πολιτών, όνομα ενός κινήματος;

Το Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω το ανεβάσαμε πρώτη φορά το 1979-80. Μετά πάλι το 1990 και το 2000, όταν ο Ντάριο Φο πήρε το Νόμπελ και ήρθε στους Δελφούς, όπου είχα την τιμή να με καλέσουν και να παίξω έναν μονόλογο από το έργο. Εδώ και πέντε μήνες με ενημέρωσαν οι επιτροπές πολιτών ότι θα χρησιμοποιήσουν τον τίτλο του έργου και μας ζήτησαν να κάνουμε μια παράσταση στα διόδια. Το βρήκα ελκυστική ιδέα, γιατί, ξέρετε, ό,τι καλό έκανα το έκανα στις δύσκολες εποχές… Στη συνέχεια, λοιπόν, αποφασίσαμε να το παρουσιάζουμε Δευτέρα και Τρίτη. Οι επιτροπές των διοδίων ήταν αυτές που με επηρέασαν και ανέβασα ξανά το έργο.

* Ενημερώσατε τον Ντάριο Φο γι’ αυτές τις κινήσεις πολιτών; Πώς το αντιμετώπισε;

Για τον Ντάριο Φο αυτό είναι μεγάλη τιμή. Είναι μια δικαίωση, γιατί αποδεικνύεται προφητικός. Όταν τον ενημέρωσα, μου απάντησε ότι θα στείλει το έργο «φρέσκο» και μου έδωσε την άδεια να το μεταφέρω στην ελληνική πραγματικότητα, γιατί γνωριζόμαστε χρόνια και ξέρει τον τρόπο που δουλεύουμε. Αν και υπάρχουν πράγματα που έχει αλλάξει, αυτά αφορούν μόνο ένα μέρος του έργου, π.χ. έχει κομμάτια όπου σατιρίζει τον Μπερλουσκόνι κι εγώ αυτό το έφερα στα μέτρα του Γ. Παπανδρέου. Οι διαφορές είναι μικρές. Έτσι λοιπόν αυτό το έργο, γραμμένο πριν από τόσα χρόνια, αποδεικνύεται προφητικό, γιατί γίνεται πραγματικότητα αυτό που έγραφε… Γνωρίζετε άλλωστε πως την εποχή εκείνη τον Ντάριο Φο τον πήγαν στα δικαστήρια, όπου και αθωώθηκε, με την περίφημη φράση του εισαγγελέα ότι «πρέπει να δικαστεί μαζί του και ο Αριστοφάνης». Και για μας όμως είναι συγκινητικό, γιατί, μετά από 500 παραστάσεις, συμβάλαμε κι εμείς για να γίνει κτήμα του κόσμου.

* Τι νομίζετε ότι κάνει το Δεν πληρώνω… να παραμένει μια διαχρονική επιτυχία;

Μετά την πρώτη του παρουσίαση, το έργο παίχτηκε στη συνέχεια από πολλούς, ερασιτέχνες και επαγγελματίες. Ο λόγος είναι ότι, όπως λέει και ο Ντάριο Φο, είναι λαϊκό θέατρο, που σημαίνει ότι δεν βλέπεις τη δράση μέσα από μια κλειδαρότρυπα, αλλά βλέπεις τα πάντα και νομίζεις ότι ανεβαίνεις κι εσύ στη σκηνή. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τα θέματα που θέτει είναι πάντα επίκαιρα. Όποτε κι αν παίχτηκε, οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν πάντοτε σημαδιακές. Ο θεατής ένιωθε ότι στη σκηνή δεν βρίσκονταν ηθοποιοί, αλλά κάποιοι δικοί του άνθρωποι, η μάνα του ή η αδελφή του…

Ρόλο παίζει ακόμη και η παράσταση, γιατί εμείς παίξαμε με το στυλ του Ντάριο Φο. Το αποδώσαμε όχι σαν φάρσα, αλλά σαν ένα ρεαλιστικό έργο, γιατί έτσι το θέλει και ο Ντάριο Φο. Πριν το ανεβάσουμε πρώτη φορά, είχε παιχτεί στην Αγγλία και τη Γαλλία και είχε αποδοθεί εντελώς εξπρεσιονιστικά: πρόσεχε ο θεατής τη δράση και δεν άκουγε το κείμενο… Για παράδειγμα, στη δική μας παράσταση ο αστυνόμος δεν είναι καρικατούρα. Είναι ο ίδιος ηθοποιός, που απλά, όταν εμφανίζεται στην αρχή, που εμφορείται ακόμη από νέες ιδέες, είναι χωρίς μουστάκι, ενώ μετά βγαίνει βάζοντας ένα χιτλερικό μουστάκι, που είναι ένα σύμβολο της καθεστωτικής του θέσης.

Ακόμη, αντίθετα απ’ ό,τι στην Ιταλία, εμείς δεν κάνουμε το έργο κηρυγματικό. Είχα εξηγήσει στον Ντάριο Φο ότι δεν μπορώ να βγαίνω στην πλατεία και να λέω «ξεσηκωθείτε», αυτά θεωρούνται δημαγωγικά. Με συμβούλεψε λοιπόν να το κάνω όπως ξέρω… Έτσι το έργο δεν τελειώνει με αυτό το «ξεσηκωθείτε», αλλά με μια κωμική νότα του αστυνόμου, που εμφανίζεται στο τέλος λέγοντας: «έγινα μητέρα!», απαντώντας σε μια προηγούμενη ατάκα της Έλλης Φωτίου που λέει «να που γκαστρώσαμε κι έναν καραμπινιέρο», εννοώντας ότι γκαστρώσαμε την εξουσία.

Όλα αυτά λοιπόν δίνονται ρεαλιστικά, χωρίς κανένα «εύρημα», τόσο δικά μας, τόσο κοντά μας, που θα μπορούσε να είναι έργο των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου…

Ο Φο μου έχει κάνει την τιμή να πει σε μια συνέντευξή του πως «μόνο ένας Έλληνας κατάλαβε πώς πρέπει να παίζεται το Δεν πληρώνω, γι’ αυτό έχει επιτυχία».

* Πώς αντιδρά το κοινό, τι μηνύματα παίρνετε από την πλατεία;

Υπάρχει μια σκηνή στο έργο όπου ψάχνω να βρω μια ελιά που έχει φάει ο Λουίτζι. Ε, λοιπόν, κάθε φορά κοιτάω τον κόσμο και μου λένε σιγανά από κάτω: «Αυτός την έφαγε!». Σαν παιδικό θέατρο! Αυτό σημαίνει ότι η παράσταση πέτυχε, όπως λέει και ο Μπερξόν, να διχοτομήσει την ενέργεια, μισή στη σκηνή, μισή κάτω… Σε όλα αυτά οφείλεται η επιτυχία αυτού του έργου. Έρχονται νέα παιδιά και μου λένε: «Έχουμε δει τόσα πολλά ευρηματικά έργα, που ποτέ δεν πιστεύαμε ότι ένα ορθόδοξο, σχεδόν παλαιοημερολογίτικο και παλιομοδίτικο έργο θα μας συνέπαιρνε, χωρίς καμία ευκολία, χωρίς κανένα καλαμπούρι, αλλά θα γελάγαμε με τα πάθη, όπως μικρά παιδιά με τα έργα του Τσάρλι Τσάπλιν» -κι αυτό ήταν μεγάλη τιμή για μένα.

Και βέβαια όλοι ομολογούν πως ποτέ δεν πίστευαν ότι θα ήταν περισσότερο επίκαιρο από κάθε άλλη φορά. Πάντα ήταν επίκαιρο βέβαια, αλλά τότε ο κόσμος δεν είχε ξεσηκωθεί, ενώ τώρα ξεσηκώνεται. Υπάρχει μια σκηνή όπου ο αστυνόμος γυρίζει και μου λέει: «Μην εκπλαγείτε αν καμιά μέρα μας δείτε κι εμάς να κατεβαίνουμε μαζί σας». Ε, αυτό έγινε!

* Τα έργα τα οποία επιλέγετε πάντα έχουν ένα στοιχείο αντίστασης…

Αντίσταση στην αδικία, στην υποταγή, στην παραπληροφόρηση, στην παραχάραξη, αντίσταση σ’ αυτούς που θέλουν να μας κάνουν ευτυχισμένους πελάτες, αυτό είναι το μήνυμα, δεν είναι μόνον «Μην πληρώνεις»… Σε κάποιο σημείο εγώ, ο νομοταγής Τζιοβάνι, διαπιστώνω ότι τα εργοστάσια φεύγουν έξω, που έχει φθηνότερα μεροκάματα, και λέω: «Καλά, και η κυβέρνηση τι κάνει;», «Τίποτε» μου απαντάει ο Λουίτζι. «Κι ο μηχανισμός στήριξης;», «Αυτό σημαίνει μηχανισμός στήριξης, φθηνότερα μεροκάματα», μου απαντάει. Και τότε λέω: «Κλέφτη με θέλετε, κύριοι; Κλέφτης θα γίνω!».

Εμείς ποτέ δεν λέμε «αντίσταση για την αντίσταση». Γιατί διώχνουμε τον κακό κυβερνήτη. Και μετά ποιον βάζουμε; Αυτό είναι το πρόβλημα που έχουμε και τώρα… Γι’ αυτό προσπαθούμε, με τον Θεοδωράκη, με τη «Σπίθα», την Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών, κάτι να κάνουμε ώστε να μάθει τουλάχιστον ο ελληνικός λαός ότι στα χέρια του είναι ποιον να ψηφίζει και ποιον όχι.

* Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας υπήρξατε κι εσείς πολιτικός πρόσφυγας…

Έχω υπάρξει μετανάστης και μάλιστα λαθραίος, γιατί στη δικτατορία, όταν το σκάσαμε με την Έλλη, πήγαμε στην Αγγλία σαν τουρίστες, είχα όμως την τύχη να με αγκαλιάσει το Σωματείο Βρετανών Ηθοποιών, επειδή ήμουν γραμματέας του ΣΕΗ. Εμείς έξω αγωνιζόμασταν με δύο αιτήματα: Βοηθήστε μας να επιβιώσουμε και βοηθήστε μας να ξαναγίνει η πατρίδα μας δημοκρατία. Δεν ζητήσαμε πολιτικό άσυλο ούτε ιθαγένεια. Ο στόχος του πολιτικού εξόριστου είναι να φτιάξει μια καλύτερη πατρίδα, όχι να μείνει στο εξωτερικό…

* Μήπως σήμερα και ο υπουργός Πολιτισμού λέει στον κόσμο του θεάτρου «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω»;

Εμένα δεν πρόκειται να μου το πει. Γιατί δεν έχω πάρει ούτε έχω ζητήσει ποτέ επιδότηση ούτε από το κράτος, ούτε από το υπουργείο Πολιτισμού, ούτε από οποιονδήποτε, μολονότι και βουλευτής και γραμματέας Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ ήμουν. Για τον απλό λόγο ότι δεν μπορώ εγώ το βράδυ να καταγγέλλω και το πρωί να παίρνω επιδότηση από αυτούς που καταγγέλλω. Ούτε μία διαφήμιση δεν έχω, πουθενά. Γιατί αυτόν τον τρόπο των επιδοτήσεων εγώ τον καταγγέλλω.

Ξέρετε, υπάρχουν δύο τρόποι να κάνει κανείς θέατρο. Ο πρώτος είναι να έχει κάτι να πει. Και για μένα η τέχνη πρέπει πάντα να έχει κάτι να πει, να είναι ωφέλιμη. Ο άλλος τρόπος είναι να κάνει θέατρο για να βγάλει τα απωθημένα του, επειδή έχει λεφτά ή επειδή παίρνει από το υπουργείο Πολιτισμού, κάνοντας κάτι περιθωριακό, κάτι που ενδιαφέρει μόνο τον ίδιο και την παρέα του. Αυτοί επιδοτούνται και έτσι επιβιώνουν. Έτσι φτάσαμε να είμαστε 200 θέατρα. Ας δουν έξω πώς δίνονται οι επιδοτήσεις. Ας δουν την εμπειρία του Arts Council…

* Έχοντας μια τόσο μεγάλη εμπειρία, και καλλιτεχνική και συνδικαλιστική, πώς βλέπετε σήμερα το επάγγελμα του ηθοποιού;

Το θέατρο είναι το πρώτο επάγγελμα που «απελευθερώθηκε». Πάρα πολλοί επιχειρηματίες, και δυστυχώς και πολλοί «κουλτουριάρηδες», έδωσαν μάχη ώστε ο οποιοσδήποτε να γίνεται ηθοποιός, χωρίς άδεια, χωρίς υποχρεωτική παιδεία, χωρίς τίποτε… Πέρασε όμως η εποχή των αυτοδίδακτων, όπως πέρασε και η εποχή με τους κομπογιαννίτες γιατρούς. Γιατί το επάγγελμα του ηθοποιού να θεωρείται τόσο απλό; Ο Ροντήρης έχει πει ότι το επάγγελμα του ηθοποιού είναι το δυσκολότερο απ’ όλα, γιατί ο ηθοποιός παίζει με το σώμα του. Έχετε δει πιανίστα να παίζει με ξεκούρδιστο πιάνο; Πώς θα παίξει ο ηθοποιός με ανεκπαίδευτο σώμα; Γι’ αυτό έχουμε φτάσει σήμερα να έχουμε απαίδευτους ηθοποιούς που υποκύπτουν στα πάντα. Γι’ αυτό δέχονται να παίζουν με μικρότερα μεροκάματα, ακόμα και το Εθνικό κατέβασε τα μεροκάματα και δεν υπάρχει κανείς να διαμαρτυρηθεί.

Με αυτόν τον τρόπο στο ελληνικό θέατρο έχουν δημιουργηθεί καρτέλ, που πίσω τους βρίσκονται εταιρείες και κανάλια… Πόσο θα αντέξουν τα ανεξάρτητα θέατρα;

* Μήπως όλα αυτά, κ. Ληναίε, είναι διαμαρτυρίες κάποιων ρομαντικών που δεν θέλουν να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα;

Για μένα οι ρομαντικοί είναι οι περισσότερο ρεαλιστές, γιατί ρομαντικοί είναι αυτοί που βλέπουν τα πράγματα όπως θα έπρεπε να είναι. Εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε γι’ αυτό που πιστεύουμε. Δεν έχει σημασία αν θα γίνουν σήμερα ή μετά από πέντε ή δέκα χρόνια… Από εκεί και πέρα, εσείς νέοι είστε, πάρτε τη σκυτάλη και προχωρήστε. Μόνο μην μένετε κολλημένοι στον καναπέ και την τηλεόραση…

Ντάριο Φο, Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω… τίποτα! Απόδοση και σκηνοθεσία: Στέφανος Ληναίος. Σκηνικά: Ζαφείρης Γαλάνης. Μουσική επιμέλεια: Κυριακή Μαργαρίτη. Ερμηνεύουν: Έλλη Φωτίου (Ρόζα), Μαρία Βλάχου (Μαρία), Στέφανος Ληναίος (Τζιοβάνι), Τρύφων Παπουτσής (αστυνόμος), Θανάσης Μπριάνας (Λουίτζι), Θοδωρής Προκοπίου (Πεπίτο – Πατέρας). Θέατρο «Άλφα».

  • Ποιος είναι ο Στέφανος Ληναίος

Ο Στέφανος Ληναίος γεννήθηκε το 1928 στη Μεσσήνη. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Αθηνών, ενώ κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Λονδίνο παρακολούθησε την Royal Academy of Dramatic Art. Την περίοδο 1954-1967 συνεργάσθηκε με πάνω από 20 θιάσους σε 100 περίπου θεατρικά έργα, ενώ εμφανίστηκε σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες και ραδιοφωνικές εκπομπές. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος της πρωτοποριακής κίνησης «Δωδέκατη Αυλαία» και του πρώτου Εταιρικού Θιάσου του ΣΕΗ «Άρμα Θεάτρου». Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (1965-67) και για τη συνδικαλιστική του αυτή δράση διώχθηκε από τη χούντα. Στο Λονδίνο το 1967-1970 ήταν εκπρόσωπος του εργατικού ΠΑΜ στην Ευρώπη, μέλος της Committee against Dictatorship και μέλος του Σωματείου Βρετανών Ηθοποιών.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ίδρυσε μαζί με την σύζυγό του Έλλη Φωτίου το Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο στο θέατρο «Άλφα», όπου παρουσίασαν πάνω από 40 ελληνικά και ξένα θεατρικά έργα, τα οποία και σκηνοθέτησε. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα «Καληνύχτα, Μαργαρίτα», «Οι κλειδοκράτορες», «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» κ.ά. Έχει γράψει διηγήματα («Μερικοί θάνατοι») και μελέτες (όπως «Το αυριανό θέατρο», «Αγώνες και αγωνίες», «Η αλυσίδα» κ.ά.), ενώ υπήρξε δημοτικός σύμβουλος Αθηναίων (1986-1990), βουλευτής (1989-1990) και γραμματέας Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ.

  • Ποια είναι η Έλλη Φωτίου

Η Έλλη Φωτίου γεννήθηκε στον Πειραιά και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έχει εμφανισθεί σε πλήθος θεατρικών, κινηματογραφικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών έργων, ενώ το 1966 πήρε το Α’ Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για το έργο Επιστροφή. Σταθμός στην καριέρα της υπήρξε η εμφάνισή της στο Θέατρο του Μάνου Κατράκη, το 1967, όπου ερμήνευσε τον ρόλο της Μαργαρίτας στο έργο του Γ. Σταύρου «Καληνύχτα, Μαργαρίτα». Είναι μέλος του ΣΕΗ και του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου. Με τον Στέφανο Ληναίο αποτελούν ζευγάρι στη ζωή και στην τέχνη.

  • Στούμπος Δ., Η ΑΥΓΗ: 27/02/2011

* Χωρίς δημοκρατία, χωρίς ελευθερία, δεν υπάρχει τέχνη

* Λαός χωρίς κουλτούρα είναι καταδικασμένος σε θάνατο

* Η απομόνωση είναι καταστροφή για την Ευρώπη

* Οι μετανάστες δεν είναι «ενοχλητικοί»…

* Οι νέοι δεν αρκεί να ξέρουν περισσότερα, κυρίως χρειάζεται να επιλέξουν τι να γνωρίσουν σε βάθος

Αστείρευτης ζωντάνιας, δημιουργικής εγρήγορσης και πολιτικής διαύγειας, όπως πάντα, άλλωστε, ο μαέστρος Ντάριο Φο μάς μίλησε για τη διαχρονική σημασία του έργου του «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», για τη σημασία των αγώνων για πολιτισμό και γνώση, για την ανάγκη να ξαναδούμε την αριστερά, για τους μετανάστες. «Να ξαναχτίσουμε τη συλλογικότητα» επιμένει ως αντίδοτο στο τέλμα της εποχής, ενώ υπογραμμίζει την αναντικατάστατη, διαχρονική σημασία της συμμετοχής των μαζών στο κοινωνικό, πολιτικό γίγνεσθαι..

* Πριν από λίγες μέρες σάς είδαμε μαζί με τη Φράνκα Ράμε, ανάμεσα στις γυναίκες που διαδήλωσαν κατά του Μπερλουσκόνι. Ποιο ήταν το μήνυμα αυτών των κινητοποιήσεων που γέμισαν τις πλατείας στην Ιταλία;

Ήταν ένα πολύ όμορφο σήμα το γεγονός ότι οι γυναίκες διαδήλωσαν, όχι μόνο για να ακουστεί η φωνή τους, αλλά και για να επιβάλουν μια ειδική προσοχή στην αξιοπρέπεια που αξίζουν. Οι γυναίκες απαιτούν να αντιμετωπίζονται με όρους ισότητας και όχι εκμετάλλευσης, όπως κάνει ο Μπερλουσκόνι, που τις χρησιμοποιεί απλώς ως κρέας, χωρίς καμιά πνευματικότητα, χωρίς ευφυία, χωρίς χαρά. Τις χρησιμοποιεί και με έναν τρόπο αυτοκαταστροφικό, γιατί δεν έχει την ευχαρίστηση να ανακαλύψει σε μια άλλη ανθρώπινη ύπαρξη την εξυπνάδα, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα. Αυτός είναι ένας άνδρας απελπισμένος, ένας δυστυχής. Το μήνυμα των γυναικών που μαζεύτηκαν στις πλατείες όλης της Ιταλίας ήταν ισχυρό ράπισμα για τον μπερλουσκονισμό.

* Οι γυναίκες πρωταγωνιστούν και στο θεατρικό σας έργο «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», αγωνίζονται κατά της ακρίβειας και της οικονομικής εκμετάλλευσης. Το έργο ενέπνευσε κινήματα και πρωτοβουλίες, έγινε σύνθημα και στην Ελλάδα και αλλού, κι όμως είναι ένα έργο που γράφτηκε 3,5 δεκαετίες πριν…

Το έργο αυτό ήταν ταυτόχρονα ένα μήνυμα για αγώνα, ήταν ένα «πρόσχημα» για ζητήματα που απασχολούσαν και απασχολούν, μια φράση που πλέον φώναζαν και τώρα φωνάζουν πολλοί στις διαδηλώσεις, στους αγώνες.

* Έγινε μια ισχυρή φωνή παντού; Στη χώρα μας προβληματίζει και την κυβέρνηση.

Μια αρκετά ισχυρή φωνή, νομίζω. Βρέθηκα και στο Λονδίνο και την είδα γραμμένη, κολλημένη παντού στην πόλη, στα λεωφορεία.

* Μπορούμε να πούμε ότι το έργο «προέβλεψε» όσα έγιναν μετά;

Ναι. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι εμείς αναγκαστήκαμε από τις εξελίξεις να ξαναγράψουμε το έργο για να το προσαρμόσουμε στην παρούσα κατάσταση.

* Άλλωστε και στην Αθήνα ο Στ. Ληναίος παρουσιάζει το επικαιροποιημένο έργο, και αυτό παρουσιάζουμε στους αναγνώστες της «Αυγής».

Είναι ένα έργο επίκαιρο και νέο.

* Στις μέρες μας η κουλτούρα υποφέρει και γίνεται συχνά υποχείριο εξουσιών. Πώς βλέπετε τον ρόλο της;

Πάντοτε οι αυταρχικές κυβερνήσεις, οι γκρίζες κυβερνήσεις, θεωρούσαν την κουλτούρα σαν κάτι το «επιπλέον», κάτι που μπορούσαν να αφήσουν. Γιατί ως προτεραιότητα έβλεπαν, βλέπουν, απλώς τη φυσική επιβίωση. Δεν αντιλαμβάνονται ότι ένας λαός χωρίς κουλτούρα στερείται τη φαντασία, την έκφραση, είναι ένας λαός καταδικασμένος σε θάνατο.

Εσείς στην Ελλάδα έχετε ένα εξαιρετικό παράδειγμα στην αρχαία ιστορία. Εκείνο της Αθήνας και εκείνο της Σπάρτης. Πόλεις που δεν είχαν καλλιτέχνες, φιλοσόφους, είχαν μόνον ήρωες, μαχητές για τον πόλεμο, αργά ή γρήγορα «έσβησαν».

Τι συνέβη, γιατί δεν είχαν ενδιαφέρον για την τέχνη; Επειδή δεν είχαν δημοκρατία. Χωρίς δημοκρατία, χωρίς την έννοια της ελευθερίας, δεν υπάρχει τέχνη, δεν υπάρχει φαντασία. Γι’ αυτό η Αθήνα έμεινε διαχρονικά «ζωντανή», άντεξε και κάτω από τους Ρωμαίους, ενώ η Σπάρτη «εξαφανίστηκε».

* Σήμερα, ιδιαίτερα, στην εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που ζούμε, ποια είναι τα ζητούμενα από τους δημιουργούς;

Χρειάζεται να αγωνιστούμε. Να προσπαθήσουμε, να βρούμε όλους τους τρόπους για να κινητοποιήσουμε τον κόσμο να απαιτεί την προσφορά κουλτούρας, να μην αποδέχεται αυτή την πορεία, την άθλια προπαγάνδα, που τον σπρώχνει στα τυχερά παίγνια, στα χαμηλά θεάματα, στα διάφορα τηλεοπτικά παιχνίδια «ικανοτήτων», στη χαμηλή σεξουαλικότητα. Αυτή η αγορά «τρίτης κατηγορίας» σκοτώνει και καταστρέφει όλες τις πλευρές της σκέψης και της φαντασίας.

* Γράψατε πως «ο εργάτης γνωρίζει εκατό λέξεις και το αφεντικό χίλιες, γι’ αυτό είναι αφεντικό». Τι λέτε στους νέους σήμερα, μόνο να ξέρουν περισσότερα;

Όχι, δεν αρκεί μόνο να ξέρουν περισσότερο. Κυρίως να επιλέξουν τι πρέπει να ξέρουν. Ένα θέμα είναι να γνωρίζουν μόνον όσα χρησιμεύουν για να βελτιώσουν τις κοινωνικές, οικονομικές προϋποθέσεις στη ζωή τους. Άλλο είναι να έχουν μια βαθιά γνώση, μια διευρυμένη κουλτούρα, να ξέρουν από πού ερχόμαστε, πού θέλουμε να πάμε, να γνωρίζουν τους δασκάλους μας, να διαβάσουν βαθιά το νόημα των μεγάλων υψηλών ιστορικών στιγμών. Δεν αρκεί να ξέρουμε, αλλά να έχουμε ένα βαθύ νόημα στη ζωή και πολιτιστικές αξίες.

* Γράψατε επίσης τα «είκοσι δύο πράγματα που η αριστερά πρέπει να κάνει και δεν τα έκανε ακόμη». Ποιες είναι σήμερα οι προτεραιότητες για την αριστερά, τι χρειάζεται να κάνει;

Δυστυχώς η αριστερά έχει γίνει κάπως σαν ένα «φάντασμα». Χρειάζεται να της δώσουμε και πάλι «σώμα». Δεν θα ξεφύγουμε από αυτό το τέλμα εάν δεν κάνουμε πραγματικά δραστικές ενέργειες. Ενέργειες με αξία και ειδικό βάρος. Πάνω απ’ όλα χρειάζεται να ξαναχτίσουμε τη συλλογικότητα. Την έννοια του συλλογικού στα πράγματα. Δεν υπάρχει τίποτε και κανένας από μόνος του. Η αριστερά υπάρχει ως συνέπεια ενός κινήματος όπου συμμετέχουν πολλοί και κυρίως ενός κινήματος που αναπτύσσει την έννοια της συλλογικότητας. Αν σκεφτούμε τις περιόδους αναγέννησης στην Ιταλία, αλλά και σε άλλες χώρες, και στη δική σας, θα δείτε ότι τα πρόσωπα που «μάθαιναν» ήταν πολλά. Στη Φλωρεντία, αυτοί που διάβαζαν τους σοφούς, που έγραφαν, που ήταν δημιουργικοί, ήταν πολλοί, πάρα πολλοί. Μόνον έτσι μπορούμε να βγούμε από την κρίση με τη συμμετοχή των πολλών, των μαζών, όπως λέγαμε κάποτε.

Χρειάζεται να έχουμε τη συμμετοχή, την ισχυρή συμμετοχή του κόσμου. Η ιδέα ότι οι διανοούμενοι θα λύσουν από μόνοι τους τα ζητήματα είναι ένα ψέμα. Πολύ επικίνδυνο και ως σκέψη.

* Μιλήσατε για τη συμμετοχή των μαζών. Πώς βλέπετε αυτή την εξέγερση των μαζών, των λαών, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου;

Είναι πολύ σημαντικό γεγονός. Έχουν ιδιαίτερη αξία αυτά τα κινήματα. Όλα πρέπει να τα δούμε σε μια διασύνδεση με όσα ζούμε εδώ. Πρέπει να τα δούμε «συμμετέχοντας» και εμείς.

* Συμμετέχοντας, δείχνοντας την αλληλεγγύη μας;

Η αλληλεγγύη μας είναι δεδομένη. Πρέπει να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα, να καταλάβουμε τι συμβαίνει σ’ αυτή την ιστορική στιγμή. Είναι σε εξέλιξη μια επανάσταση. Αυτός ο κόσμος δεν λογαριάζει τη ζωή του, δεν θέλει απλώς να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο όπως τον «κατασκεύασαν» κάποιοι.

* Τι κάνουμε στην Ιταλία, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη με τους σύγχρονους «άθλιους», τους μετανάστες, που έρχονται ή προσπαθούν να «μπουν» στο «φρούριό» μας;

Πρώτα απ’ όλα δεν πρέπει να τους αντιλαμβανόμαστε ως «άθλιους». Δεν πρέπει να τους βλέπουμε ως «ενοχλητικούς», όπως κάνουν ορισμένοι πολιτικοί, και στην αριστερά, ορισμένες φορές. Δεν μπορούμε να περιμένουμε «λύση», όπως κάνουν σήμερα ορισμένοι κυβερνώντες, στέλνοντας «κάποια χρήματα κάτω εκεί», αλλά να μην τους έχουμε εδώ γιατί είναι μια μεγάλη ευθύνη. Δεν καταλαβαίνουν ότι δείχνοντας γενναιοφροσύνη και ανθρωπιά απέναντι σ’ αυτούς τους συνανθρώπους μας είναι σε όφελός μας. Πρέπει να αφήσουμε την απομόνωση. Η απομόνωση είναι καταστροφή για την Ευρώπη, είναι μια από τις αιτίες της οικονομικής της δυσκολίας. Πρέπει να σπείρουμε γύρω μας την κουλτούρα, τη γνώση, τη διάθεσή μας για συνύπαρξη.