Ο πατέρας των «ορφανών»

Posted: Φεβρουαρίου 20, 2011 in Κέλι Ντένις
Ετικέτες:

Μεγαλωμένος σε μια πάμφτωχη οικογένεια, με το στίγμα της ιρλανδικής καταγωγής στα μάτια τών Αγγλων, αλκοολικός για κάμποσο καιρό, ο Ντένις Κέλι έχει σίγουρα ψηθεί στη ζωή. Κι αυτό φαίνεται στο έργο του «Ορφανά», που πραγματεύεται τον ρατσισμό και παίζεται με ουρές στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου». Συγγραφέας κι ενός έργου για εφήβους, του «DNA», αλλά και μιούζικαλ και σεναρίων για το σινεμά και την τηλεόραση, ο 40χρονος Ιρλανδός ήρθε στην Αθήνα προσκεκλημένος του Βρετανικού Συμβουλίου και του διευθυντή του θεάτρου, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Ο Κέλι γεννήθηκε στο Μπάρνετ του Β. Λονδίνου, γιος ενός οδηγού λεωφορείου και μιας καθαρίστριας. Μόλις στα 16 του εγκατέλειψε την οικογένειά του μαζί με το σχολείο. Εκανε πολλές δουλειές του ποδαριού για να ζήσει, «κωλοδουλειές», όπως τις αποκαλεί ο ίδιος: από το να τυλίγει τρόφιμα σε σουπερμάρκετ μέχρι να κουβαλάει αποτρόπαιους πίνακες σε κάποια άθλια γκαλερί του Λονδίνου. Εν τέλει μπλέχτηκε με το νεανικό θέατρο, στο «Barnet Drama Centre».

«Για δύο ώρες υποδυόμουν ότι είμαι κάποιος άλλος κι αυτό μου έδωσε την ιδέα αντί να παίζω, να γράφω, επινοώντας τον εαυτό μου. Κάπως έτσι έγινα συγγραφέας. Ισως επειδή υπήρξα κακός ηθοποιός…»

Υστερα από ένα μεγάλο διάστημα αλκοολισμού άρχισε να γράφει συστηματικά. Το 2003 το «Κουρέλι» ήταν η πρώτη του επιτυχία.

«Ως παιδί στερήθηκα πολλά. Πηγαίναμε με τους γονείς μου στο Λονδίνο μία φορά τον χρόνο όχι για να ψωνίσουμε -δεν υπήρχαν χρήματα- αλλά για να χαζέψουμε τις βιτρίνες. Η περίοδος αλκοολισμού ήταν πολύ δύσκολη. Στο τέλος έπινα ένα μπουκάλι ουίσκι την ημέρα. Χωρίς ποτό δεν μπορούσα να μιλήσω, να λειτουργήσω. Δεν ήμουν πια κοινωνικός πότης. Επί δύο χρόνια προσπαθούσα να το κόψω, με πολλά πίσω-μπρος, στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Στις 7 Σεπτεμβρίου του 2001 ήπια το τελευταίο μου ποτό, ημερομηνία που συμπίπτει με την αρχή του συγγραφικού μου έργου».

Μιλώντας για το «DNA», το έργο του για εφήβους, που παίζεται κι αυτό στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, δεν βρίσκει διαφορές ανάμεσα στο κοινό ενηλίκων και νέων, αρκεί να μη θεωρήσεις το δεύτερο δεδομένο:

«Οι νέοι βαριούνται τις κοινοτοπίες, δεν ανέχονται αηδίες. Θέλουν κάτι πραγματικά ενδιαφέρον να δουν στη σκηνή. Το «DNA» αναφέρεται σε κείνους τους ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν το σωστό, αλλά κάνουν το λάθος»…

Αρχισε να γράφει τα «Ορφανά» χωρίς να γνωρίζει την εξέλιξη του έργου. Στο μυαλό του υπήρχε η αρχική εικόνα του ζευγαριού που δειπνεί, όταν ξαφνικά εισβάλλει αιμόφυρτος κάποιος. Στην πορεία ανακάλυπτε τις σχέσεις των προσώπων. Ηταν εποχή ξενοφοβίας στην Αγγλία και όχι μόνον.

«Γι’ αυτό το έργο παίζεται σε πολλές χώρες δημιουργώντας ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσά τους. Η εντύπωση που επικρατεί στην Αγγλία είναι ότι μας έχουν κατακλύσει οι μετανάστες. Αυτό όμως είναι ψέμα γιατί στην πλειονότητά τους έχουν γεννηθεί εκεί. Ο φόβος προκαλείται από τα ΜΜΕ ή από συγκεκριμένα άτομα που έχουν συμφέρον να τον συντηρούν».

Η παράσταση των «Ορφανών» έχει στοιχεία που έρχονται από τον κινηματογράφο, το φιλμ νουάρ.

«Πράγματι, ο ήχος, οι σκηνές, η αργή αποκάλυψη, το σασπένς φέρουν κάτι από ταινία τρόμου. Οι ήρωες των έργων μου είναι λίγο πολύ αναγνωρίσιμα πρόσωπα, ακόμα κι αν παρουσιάζουν ακραία συμπεριφορά. Δημιουργώ ανθρώπους που συμπαθώ, που νοιάζομαι και μετά καταστρέφω αυτή την εικόνα. Ο καθένας μπορεί να είναι καλός και κακός συγχρόνως. Το να δολοφονήσεις κάποιον επειδή σε εκνευρίζει είναι θέμα απόφασης, φυσικά λανθασμένης απόφασης. Ακούγεται απογοητευτικό, αλλά αυτή είναι η ανθρώπινη φύση».

Ωστόσο θεωρεί τα έργα του απαράδεκτα αισιόδοξα… Οι αγαπημένοι του συγγραφείς είναι οι Κάρολ Τσέρτσιλ, Μάρτιν Κριμ, Αντονι Νίλσον, Μαρκ Ρέιβενχιλ, Χάουαρντ Μπάρκερ, Ξαβιέ Κρετς: «Τα έργα τους φέρουν μια παγκοσμιότητα, με την έννοια ότι αφορούν τον άνθρωπο κι αυτό ακριβώς το χάρισμα τους επιτρέπει να παίζονται σε όλο τον κόσμο».

Ο συνομιλητής μας μένει κατάπληκτος από τον αριθμό θεατρικών παραστάσεων που παίζονται στην Αθήνα. Πιστεύει όμως ότι στην εποχή της ύφεσης πρέπει να κρατήσουμε το θέατρο ζωντανό:

«Δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε αν είναι είδος πολυτελείας. Το θέατρο αποτελεί έναν χρήσιμο κοινωνικό διάλογο».

Οταν του εξηγώ πόσο έχει ενθαρρύνει τον ρατσισμό ο μεγάλος αριθμός μεταναστών στην Ελλάδα και πόσο δυσεπίλυτο πρόβλημα έχει γίνει ο έλεγχος της λαθρομετανάστευσης, δεν εκπλήσσεται:

«Με αφορμή τα «Ορφανά» όλοι μού μιλούν γι’ αυτό».

Και ποια μπορεί να είναι η απάντησή μας απέναντι στη βία του ξένου και στη βία του ρατσιστή;

«Η βία εκατέρωθεν επηρεάζει, μολύνει, θολώνει την κρίση μας. Νομίζουμε ότι οι κοινότητες των μεταναστών ρέπουν στην παραβατικότητα, το έγκλημα, την οργάνωση συμμοριών. Αυτό είναι λάθος, μάλλον σε μειονεκτική θέση βρίσκονται. Η βία που μπορεί να ασκήσει ο μετανάστης είναι εξ ορισμού καταδικασμένη, αφού η άλλη ομάδα, η πολυπληθέστερη, θα ανασυνταχθεί και θα απαντήσει πιο δυνατά. Εχω πέσει θύμα ληστείας από μαύρους έξω από το σπίτι μου. Ενιωσα θυμό κι έπειτα την τάση να αμυνθώ. Αποφάσισα να κυκλοφορώ με μαχαίρι κι ύστερα σκέφτηκα πόσο ανόητος ήμουν. Δεν ήξερα να το χρησιμοποιώ αλλά κι αν το έκανα, τώρα, αντί να χάσω μόνο 50 λίρες, θα έχανα μερικά χρόνια από τη ζωή μου στη φυλακή. Σκέφτηκα την περίοδο που έπινα, πόσο βίαια περιστατικά έζησα, πόσο ξύλο είχα δεχτεί από λευκούς συμπατριώτες μου. Θυμήθηκα επίσης πώς αντιμετώπιζαν οι Αγγλοι τους Ιρλανδούς: σαν ανόητους, βρόμικους, τρομοκράτες. Οταν, περιστασιακά, γίνεσαι θύμα, είναι εύκολο να νιώσεις ρατσισμό. Για να τον αποβάλεις χρειάζεται εσωτερική δουλειά και γενναιότητα».

  • ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s