Αρχείο για 20 Φεβρουαρίου, 2011

  • Θυμωμένη και απογοητευμένη από όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, απαντά με μια ακόμη παράσταση, ερμηνεύοντας μια μπαρόκ «Μήδεια»

  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Αγανακτισμένη με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, εξοργισμένη, πραγματικά, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη δεν κάνει απλώς πολύ καλά τη δουλειά της. Μεταφέρει στο θέατρο, στους ρόλους, αλλά και στην καθημερινότητά της ό,τι βιώνει με όλο της το είναι. Την αγγίζουν όλα όσα πολλοί από εμάς προσπερνάμε ή προτιμάμε να μη βλέπουμε. Εκείνη λαμβάνει τα ερεθίσματα και τα μετουσιώνει στην τέχνη της. Ενα πέρασμα από το κέντρο της Αθήνας τής είναι αρκετό για να τρομάξει με τις εικόνες που βλέπει και να ξυπνήσουν μέσα της την οργή, τον θυμό, την απογοήτευση. Με αυτά τα συναισθήματα ερμηνεύει την Τσούγνκα, στο ομότιτλο έργο του Λιόσα στο θέατρο Επί Κολωνώ, για δεύτερη συνεχή χρονιά και με την ίδια πάντα επιτυχία. Με τα ίδια συναισθήματα βυθίστηκε και στη «Μήδεια» του Γκέοργκ Μπέντα, του μπαρόκ μελοδρά- ματος που κάνει απόψε πρεμιέρα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Η ίδια ήταν που έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας με τη ραψωδία Λ της Ιλιάδας, στα μέσα του περασμένου Ιανουαρίου στο Εθνικό Θέατρο. Και έτσι, στη συνέχεια, θα ξεκινήσει τις πρόβες της στον «Ηρακλή Μαινόμενο» του Ευριπίδη που θα σκηνοθετήσει (πάλι για το Εθνικό) ο Μιχαήλ Μαρμαρινός στην Επίδαυρο, αναλαμβάνοντας τη Μεγάρα. «Για μένα η Μέτζε (σ.σ.: τον ρόλο στο «Λα Τσούνγκα» που ερμηνεύει η Ηλιάνα Μαυρομάτη) είναι ένα από αυτά τα κορίτσια που βλέπουμε κάθε μέρα, μια ξένη, μια μαύρη, μια κοπέλα που έχει έρθει από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ ή μια Ελληνίδα που έχει πέσει μέσα στον βούρκο. Ολες αυτές που υφίστανται τη βία, την εκμετάλλευση ή κάνουν χρήση ναρκωτικών, σαν να μην υπάρχει για εκείνες διαφυγή και σωτηρία». Ενάμιση χρόνο μετά την πρεμιέρα στο Επι Κολωνώ, αισθάνεται ότι το έργο είναι σήμερα ακόμη πιο επίκαιρο. «Η καθημερινότητά μας είναι άγρια και σκληρή. Το φάσμα της φτώχειας είναι μπροστά μας- στον Ελληναπου ανησυχεί, στον μετανάστη που είναι απελπισμένος. Βλέπεις γύρω τα ράκη, τους απόκληρους της κοινωνίας. Σοκαρίστηκα από την είδηση της κοπέλας που βρέθηκε νεκρή στο τούνελ της Αλεξάνδρας. Ηταν εκεί, ανάμεσα σε σκουπίδια και ζωντανούς, δίπλα μας, από όπου πετάγονται οι άνθρωποι σαντα φαντάσματα, σαν τις κατσαρίδες από τους υπονόμους…». Προβληματίζεται, αναρωτιέται: «Τι θα γίνει, κύριοι της Ευρώπης;». Περιμένει πολλά από τον καινούργιο δήμαρχο της Αθήνας, αλλά «τι να πρωτοκάνει κι αυτός μέσα στο χάος και χωρίς λεφτά; Εχει ξεσηκωθεί ο αραβικός κόσμος και ξέρουμε ότι όλες αυτές οι ορδές των απελπισμένων θα έρθουν στην Ελλάδα. Δεν αντέχει όμως η Ελλάδα. Αυτοί οι άνθρωποι πεινάνε, είναι εξαθλιωμένοι, δεν έχουν τίποτε να διακινδυνεύσουν. Αυξάνεται η εγκληματικότητα, ενώ βλέπεις το μίσος ανάμεσά τους. Και οι Ελληνες γίνονται ρατσιστές, σαν φυσική αντίδραση, αυτοάμυνα- είναι η εύκολη λύση». Γι΄ αυτό και θαύμασε τον Στέλιο Μάινα γιατί μετά το πρόσφατο προσωπικό περιστατικό του είπε: «Δεν εξαθλιώνουμε περισσότερο τους εξαθλιωμένους, δεν κυνηγάμε τους κυνηγημένους».

Γι΄ αυτό και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη επιμένει: «Είναι καθήκον μας, καθήκον των καλλιτεχνών, να κάνουμε κάτι. Ας δούμε τον διπλανό μας που έχει μεγαλύτερη ανάγκη από εμάς. Η κρίση μπορεί να μας κάνει χειρότερους ανθρώπους αλλά κάπου ελπίζω ότι ίσως κάπου μας κάνει καλύτερους. Να σταματήσει η αλητεία που τόσα χρόνια μας οδήγησε εδώ. Το life style, το κυνήγι του χρήματος, η επίδειξη του πλούτου, τα κούφια πράγματα. Φτάνει πια» προσθέτει ενώ πάλλεται και εξωτερικεύει τις σκέψεις της. «Πρέπει να τα αντιμετωπίσει αυτά η κυβέρνηση. Δεν μπορεί να είμαστε συνέχεια υποχείριοι. Τα πράγματα είναι στο μη περαιτέρω. Ο κόσμος παίζει ξύλο. Βλέπει τους πολιτικούς στον δρόμο και τους επιτίθεται- έχει αγανακτήσει, από τη διαφθορά,τα σκάνδαλα. Προφανώς και το “τζάμπα” δεν είναι λύση, αλλά είναι κι αυτό μια έκφραση αγανάκτησης. Για να ανταποκριθεί ο κόσμος στις υποχρεώσεις του πρέπει να νιώθει ότι και το κράτος λειτουργεί και ότι δεν έχει να κάνει με μια παρέα αλητών και ληστών». Περιμένει τη μεγάλη κοινωνική αναταραχή: «Απορώ πώς και δεν έχει ξεσπάσει ακόμη…».

  • «ΜΗΔΕΙΑ» ΜΕΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Σε συνεργασία με τον Πάρη Μέξη, που έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία και την εικαστική επιμέλεια της παράστασης, και τον μαέστρο της Καμεράτας Γιώργο Πέτρου- από τους οποίους και δέχτηκε την πρόταση- η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη επιχειρεί για πρώτη φορά να ερμηνεύσει έναν ρόλο συνοδεύοντας (και συνοδευόμενη) ένα μουσικό σύνολο. Ηξερε το έργο του Γκέοργκ Μπέντα από την εποχή που μελετούσε για τη δική της τραγική «Μήδεια» του Ευριπίδη (σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη,το ΄97 με το Εθνικό στην Επίδαυρο). Την είχε τότε διαβάσει και ακούσει. Παίρνοντας τώρα το έργο στα χέρια της, με τις γνώσεις των γερμανικών που απέκτησε όταν έμαθε τη γλώσσα για τις ανάγκες του ρόλου της στη σειρά «Ασθενείς και Οδοιπόροι», ξεκίνησε να δουλεύει. «Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου είναι στις παύσεις, ενώ υπάρχουν και λίγα κομμάτια πάνω στη μουσική» εξηγεί καθώς επισημαίνει τις δυσκολίες στη μετάφραση, καθώς έπρεπε να κρατηθεί ο αντίστοιχος αριθμός συλλαβών για να χωρέσει πάνω στα συγκεκριμένα μουσικά μέτρα. Γι΄ αυτό και συνεργάστηκε και με τον Γιάννη Καλλιφατίδη που ανέλαβε να μεταφέρει το κείμενο στη γλώσσα μας.

Ο ρόλος της, διαφορετικός από κάθε άλλη φορά, διαθέτει «τεχνική και υποκριτική δυσκολία γιατί πρέπει να πάρω από τη μουσική ένα συναίσθημα και μια κατάσταση και ενδεχομένως να τη μεταστρέψω και να τη δώσω πίσω στη μουσική που είναι διαφορετική μετά. Είναι μια συνεχής συνεργασία. Μια συνομιλία και ένας διάλογος του ηθοποιού με τη μουσική. Τϊποτε δεν γίνεται ερήμην… Μέσα στο μικρό διάστημα της παύσης που μου αναλογεί πηγαίνω από την ένταση στα χαμηλά. Αν και γνωρίζω τους κώδικες της μουσικής, αν και μπορώ να παρακολουθώ την παρτιτούρα,είναι πολύ δύσκολο όλο αυτό».

Στο έργο του Μπέντα συναντάμε τη Μήδεια και μετά τον φόνο,ενώ βλέπουμε τον Ιάσονα στο τέλος να αυτοκτονεί. Η Καρυοφυλλιά θυμάται τη φράση του Γιώργου Χειμωνά στην εισαγωγή της δικής του μετάφρασης της «Μήδειας» που έλεγε ότι «αφού δεν μπόρεσε να ενωθεί μαζί του στον έρωτα, θα ενωθεί μαζί του στον πόνο».

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

  • «Η Καμεράτα με όργανα εποχής» Α΄ Μέρος: «Η έκπληξη» του Γιόζεφ Χάιντν Β΄ Μέρος: «Μήδεια» του Γκέοργκ Μπέντα με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
  • Μουσική διεύθυνση: Γιώργος Πέτρου
  • Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών – Κεντρική Σκηνή
  • Κυριακή 20-Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου.
  • Ωρα έναρξης 20.30.
    Διάρκεια 45΄

Ο πατέρας των «ορφανών»

Posted: 20 Φεβρουαρίου, 2011 in Κέλι Ντένις
Ετικέτες:

Μεγαλωμένος σε μια πάμφτωχη οικογένεια, με το στίγμα της ιρλανδικής καταγωγής στα μάτια τών Αγγλων, αλκοολικός για κάμποσο καιρό, ο Ντένις Κέλι έχει σίγουρα ψηθεί στη ζωή. Κι αυτό φαίνεται στο έργο του «Ορφανά», που πραγματεύεται τον ρατσισμό και παίζεται με ουρές στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου». Συγγραφέας κι ενός έργου για εφήβους, του «DNA», αλλά και μιούζικαλ και σεναρίων για το σινεμά και την τηλεόραση, ο 40χρονος Ιρλανδός ήρθε στην Αθήνα προσκεκλημένος του Βρετανικού Συμβουλίου και του διευθυντή του θεάτρου, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Ο Κέλι γεννήθηκε στο Μπάρνετ του Β. Λονδίνου, γιος ενός οδηγού λεωφορείου και μιας καθαρίστριας. Μόλις στα 16 του εγκατέλειψε την οικογένειά του μαζί με το σχολείο. Εκανε πολλές δουλειές του ποδαριού για να ζήσει, «κωλοδουλειές», όπως τις αποκαλεί ο ίδιος: από το να τυλίγει τρόφιμα σε σουπερμάρκετ μέχρι να κουβαλάει αποτρόπαιους πίνακες σε κάποια άθλια γκαλερί του Λονδίνου. Εν τέλει μπλέχτηκε με το νεανικό θέατρο, στο «Barnet Drama Centre».

«Για δύο ώρες υποδυόμουν ότι είμαι κάποιος άλλος κι αυτό μου έδωσε την ιδέα αντί να παίζω, να γράφω, επινοώντας τον εαυτό μου. Κάπως έτσι έγινα συγγραφέας. Ισως επειδή υπήρξα κακός ηθοποιός…»

Υστερα από ένα μεγάλο διάστημα αλκοολισμού άρχισε να γράφει συστηματικά. Το 2003 το «Κουρέλι» ήταν η πρώτη του επιτυχία.

«Ως παιδί στερήθηκα πολλά. Πηγαίναμε με τους γονείς μου στο Λονδίνο μία φορά τον χρόνο όχι για να ψωνίσουμε -δεν υπήρχαν χρήματα- αλλά για να χαζέψουμε τις βιτρίνες. Η περίοδος αλκοολισμού ήταν πολύ δύσκολη. Στο τέλος έπινα ένα μπουκάλι ουίσκι την ημέρα. Χωρίς ποτό δεν μπορούσα να μιλήσω, να λειτουργήσω. Δεν ήμουν πια κοινωνικός πότης. Επί δύο χρόνια προσπαθούσα να το κόψω, με πολλά πίσω-μπρος, στους Ανώνυμους Αλκοολικούς. Στις 7 Σεπτεμβρίου του 2001 ήπια το τελευταίο μου ποτό, ημερομηνία που συμπίπτει με την αρχή του συγγραφικού μου έργου».

Μιλώντας για το «DNA», το έργο του για εφήβους, που παίζεται κι αυτό στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, δεν βρίσκει διαφορές ανάμεσα στο κοινό ενηλίκων και νέων, αρκεί να μη θεωρήσεις το δεύτερο δεδομένο:

«Οι νέοι βαριούνται τις κοινοτοπίες, δεν ανέχονται αηδίες. Θέλουν κάτι πραγματικά ενδιαφέρον να δουν στη σκηνή. Το «DNA» αναφέρεται σε κείνους τους ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν το σωστό, αλλά κάνουν το λάθος»…

Αρχισε να γράφει τα «Ορφανά» χωρίς να γνωρίζει την εξέλιξη του έργου. Στο μυαλό του υπήρχε η αρχική εικόνα του ζευγαριού που δειπνεί, όταν ξαφνικά εισβάλλει αιμόφυρτος κάποιος. Στην πορεία ανακάλυπτε τις σχέσεις των προσώπων. Ηταν εποχή ξενοφοβίας στην Αγγλία και όχι μόνον.

«Γι’ αυτό το έργο παίζεται σε πολλές χώρες δημιουργώντας ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσά τους. Η εντύπωση που επικρατεί στην Αγγλία είναι ότι μας έχουν κατακλύσει οι μετανάστες. Αυτό όμως είναι ψέμα γιατί στην πλειονότητά τους έχουν γεννηθεί εκεί. Ο φόβος προκαλείται από τα ΜΜΕ ή από συγκεκριμένα άτομα που έχουν συμφέρον να τον συντηρούν».

Η παράσταση των «Ορφανών» έχει στοιχεία που έρχονται από τον κινηματογράφο, το φιλμ νουάρ.

«Πράγματι, ο ήχος, οι σκηνές, η αργή αποκάλυψη, το σασπένς φέρουν κάτι από ταινία τρόμου. Οι ήρωες των έργων μου είναι λίγο πολύ αναγνωρίσιμα πρόσωπα, ακόμα κι αν παρουσιάζουν ακραία συμπεριφορά. Δημιουργώ ανθρώπους που συμπαθώ, που νοιάζομαι και μετά καταστρέφω αυτή την εικόνα. Ο καθένας μπορεί να είναι καλός και κακός συγχρόνως. Το να δολοφονήσεις κάποιον επειδή σε εκνευρίζει είναι θέμα απόφασης, φυσικά λανθασμένης απόφασης. Ακούγεται απογοητευτικό, αλλά αυτή είναι η ανθρώπινη φύση».

Ωστόσο θεωρεί τα έργα του απαράδεκτα αισιόδοξα… Οι αγαπημένοι του συγγραφείς είναι οι Κάρολ Τσέρτσιλ, Μάρτιν Κριμ, Αντονι Νίλσον, Μαρκ Ρέιβενχιλ, Χάουαρντ Μπάρκερ, Ξαβιέ Κρετς: «Τα έργα τους φέρουν μια παγκοσμιότητα, με την έννοια ότι αφορούν τον άνθρωπο κι αυτό ακριβώς το χάρισμα τους επιτρέπει να παίζονται σε όλο τον κόσμο».

Ο συνομιλητής μας μένει κατάπληκτος από τον αριθμό θεατρικών παραστάσεων που παίζονται στην Αθήνα. Πιστεύει όμως ότι στην εποχή της ύφεσης πρέπει να κρατήσουμε το θέατρο ζωντανό:

«Δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε αν είναι είδος πολυτελείας. Το θέατρο αποτελεί έναν χρήσιμο κοινωνικό διάλογο».

Οταν του εξηγώ πόσο έχει ενθαρρύνει τον ρατσισμό ο μεγάλος αριθμός μεταναστών στην Ελλάδα και πόσο δυσεπίλυτο πρόβλημα έχει γίνει ο έλεγχος της λαθρομετανάστευσης, δεν εκπλήσσεται:

«Με αφορμή τα «Ορφανά» όλοι μού μιλούν γι’ αυτό».

Και ποια μπορεί να είναι η απάντησή μας απέναντι στη βία του ξένου και στη βία του ρατσιστή;

«Η βία εκατέρωθεν επηρεάζει, μολύνει, θολώνει την κρίση μας. Νομίζουμε ότι οι κοινότητες των μεταναστών ρέπουν στην παραβατικότητα, το έγκλημα, την οργάνωση συμμοριών. Αυτό είναι λάθος, μάλλον σε μειονεκτική θέση βρίσκονται. Η βία που μπορεί να ασκήσει ο μετανάστης είναι εξ ορισμού καταδικασμένη, αφού η άλλη ομάδα, η πολυπληθέστερη, θα ανασυνταχθεί και θα απαντήσει πιο δυνατά. Εχω πέσει θύμα ληστείας από μαύρους έξω από το σπίτι μου. Ενιωσα θυμό κι έπειτα την τάση να αμυνθώ. Αποφάσισα να κυκλοφορώ με μαχαίρι κι ύστερα σκέφτηκα πόσο ανόητος ήμουν. Δεν ήξερα να το χρησιμοποιώ αλλά κι αν το έκανα, τώρα, αντί να χάσω μόνο 50 λίρες, θα έχανα μερικά χρόνια από τη ζωή μου στη φυλακή. Σκέφτηκα την περίοδο που έπινα, πόσο βίαια περιστατικά έζησα, πόσο ξύλο είχα δεχτεί από λευκούς συμπατριώτες μου. Θυμήθηκα επίσης πώς αντιμετώπιζαν οι Αγγλοι τους Ιρλανδούς: σαν ανόητους, βρόμικους, τρομοκράτες. Οταν, περιστασιακά, γίνεσαι θύμα, είναι εύκολο να νιώσεις ρατσισμό. Για να τον αποβάλεις χρειάζεται εσωτερική δουλειά και γενναιότητα».

  • ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011
  • Ο σκηνοθέτης Θόδωρος Τερζόπουλος, με το «Alarme», εξυμνεί τα συναισθήματα μέσα από την αυθεντική αλληλογραφία δύο γυναικών
  • Συνέντευξη στη Μαρια Kατσουνακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Ο Θόδωρος Τερζόπουλος γυμνάζεται καθημερινά μία ώρα με τους ηθοποιούς του. Κι αν ρωτήσετε «από πότε», θα απαντήσει «από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου». Οι γονείς του από τον Πόντο. Η μητέρα του χόρευε εξαιρετικά ρώσικους χορούς, όπως και ο πατέρας του. «Μεγάλωσα σε ένα χωριό αγροτικό, στο Μακρύγιαλο Πιερίας, όπου τα Σαββατοκύριακα μαζεύονταν και χόρευαν στην πλατεία. Εχοντας, λοιπόν, και στο γονίδιό μου καταγεγραμμένη τη σωματική έκφραση, αναζήτησα στην Αθήνα σχολή κλασικού χορού, όπου φοίτησα για οκτώ χρόνια. Συνέχισα τις σπουδές μου στη Γερμανία». Ο Θ. Τερζόπουλος για ένα πράγμα τουλάχιστον δεν έχει ίχνος αμφιβολίας: «Αν δεν έχω καλή σχέση με το σώμα μου, δεν έχω καλή σχέση με τον εαυτό μου, δηλαδή με τον άλλον. Τον ηθοποιό μου, τους συνεργάτες μου, τους φίλους μου. Μία καλή σχέση με το σώμα μας μπορεί να λύσει πολλά προβλήματα και ψυχικά και σωματικά». Ο 63χρονος σκηνοθέτης, κατ’ εξοχήν εκφραστής του «σωματικού θεάτρου», δημιουργός και εμπνευστής μιας δικής του θεατρικής γλώσσας, έχει 26 χρόνια συνεχούς παρουσίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με την ομάδα «Αττις». Δεκάδες διεθνείς διακρίσεις, 1.800 παραστάσεις και μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία που του επέτρεψε να φτιάξει ένα θέατρο στο Μεταξουργείο με ένα στούντιο και να αγοράσει ακριβώς απέναντι ένα πενταώροφο κτίριο, εγκαινιάζοντας πριν από λίγες ημέρες μια νέα σκηνή, με την επανάληψη του βραβευμένου «Μάουζερ» του Χάινερ Μίλερ. «Τα χρήματα τα απέκτησα από τις περιοδείες στο εξωτερικό. Τα επένδυα στη δουλειά και όχι στο χρηματιστήριο. Αν θες να έχεις παρουσία εκτός Ελλάδος πρέπει να διαθέτεις αναγνωρίσιμη φόρμα και να οργανώνεις ένα πενταετές πλάνο. Ο,τι δεν έκανε, δηλαδή, ποτέ η Ελλάδα ως κράτος…».

Είναι ακόμη νωρίς το πρωί, στο σπίτι του στην οδό Σίνα, αλλά ο Θόδωρος Τερζόπουλος είναι ήδη σε εγρήγορση. Επικυρώνει τον πρόλογο της συνέντευξης με διπλή πιρουέτα και μια ενδεικτική εισαγωγή στο πρόγραμμα των αναπνευστικών ασκήσεων, που προδίδει αξιοζήλευτους κοιλιακούς. Παράλληλα, τα τηλέφωνα δεν ησυχάζουν: την 1η Μαρτίου ανεβάζει στο «Αττις» τον «Χορευτή» του Εριχ Αρεντ με τον Τάσο Δήμα. Τον Μάιο σκηνοθετεί «Αντιγόνη» με τελειόφοιτους σπουδαστές της Κεντρικής Ακαδημίας Θεάτρου του Πεκίνου. Το φθινόπωρο του 2011, η Ακαδημία Τεχνών του Βερολίνου ετοιμάζει 20ήμερο αφιέρωμα στον σκηνοθέτη με συμπόσιο, workshop, έκθεση φωτογραφίας, παρουσιάσεις βιβλίων, κ.ο.κ. Το 2012, θα σκηνοθετήσει στο θέατρο Μπολσόι την όπερα «Νοσφεράτου» του Ντμίτρι Κουρλιάντσκι, με διευθυντή ορχήστρας το Θόδωρο Κουρετζή. Και… πάει λέγοντας ώς το 2016!…

Πρόσφατα ήρθε στην Αθήνα, με πρόσκληση του περιοδικού «Κ», ο κορυφαίος Αγγλος θεατρικός κριτικός του «Guardian» Μάικλ Μπίλινγκτον, ο οποίος είδε τέσσερις παραστάσεις. Για το «Alarme» που παρουσιάζει φέτος το θέατρο «Αττις» (μια σκηνική σύνθεση με αφορμή την αλληλογραφία της Μαρίας Στούαρτ με τη Βασίλισσα Ελισάβετ Α΄) τα σχόλια του Μπίλινγκτον ήταν διθυραμβικά: «Επρεπε να έρθω στην Αθήνα για να ανακαλύψω έναν μεγάλο σκηνοθέτη του επιπέδου του Μπρουκ, του Γκροτόφσκι, του Σουζούκι, του Ουίλσον(…). Και, παρόλο που δεν μιλώ την ελληνική γλώσσα, η θεατρική γλώσσα του μου είναι απολύτως κατανοητή. Η δύναμη της παράστασής του έγκειται στον οπτικό, ηχητικό και λεκτικό συμβολισμό της εμμονικής φύσης δύο ισχυρών γυναικών (…). Ο Τερζόπουλος συμπυκνώνει αξιοθαύμαστα μέσα σε 55΄ το πολιτικό και ποιητικό του μήνυμα».

Παρά τα βρετανικά εγκώμια, η δική μας ερώτηση κρύβει επιφυλάξεις:

  • Αναζήτησα ευωχία και έκσταση

– Το σωματικό θέατρο από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα μήπως έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο του; Μήπως είναι ένα είδος θεάτρου χρονολογημένο, εγκλωβισμένο στο σώμα, που δεν μπορεί να κάνει επόμενο βήμα;

– Και προς τα πού να κάνει το βήμα; Στο μη σώμα; Μα το σώμα ήταν, είναι και θα είναι ο ναός της συγκίνησης, των συναισθημάτων, της ευτυχίας, της ευωχίας. Εγώ το σώμα δεν το χρησιμοποίησα στυλιστικά αλλά διονυσιακά. Αναζήτησα το σώμα της ευωχίας και της έκστασης. Αυτή ήταν η αναζήτησή μου και αυτή παραμένει. Συνάντησα ηθοποιούς του μεγέθους της Αλλα Ντεμίτοβα, η οποία προέρχεται από τη μέθοδο Στανισλάβσκι, αλλά μπήκε μέσα σε αυτήν τη διαδικασία. Η Αλλα ξεκίναγε την προετοιμασία για τον ρόλο από το κεφάλι κι εγώ από τις κάτω ζώνες. Εκεί, στην κοιλιά συναντιόμαστε και επιτεύχθηκε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Το σώμα ήταν, είναι και θα είναι πάντα επίκαιρο, γιατί είναι διαχρονικό, πέρα από τη σωματικότητα που διαμορφώνει ένα στυλ και μπαίνει μέσα στον κώδικα της γλώσσας. Μέσα από το σώμα γίνεται ο ηθοποιός αναγνωρίσιμος. Ο φορμαλιστής, ο μανιεριστής είναι για μένα εύσημα. Είναι ο ορισμός του επιτυχημένου ηθοποιού.

  • Κέντρο η γλώσσα

– Δεν εξαντλείται αυτό κάποια στιγμή;

– Αν μπορείς να ανοίγεις σιγά σιγά και να περνάς και σε άλλες σφαίρες, όχι. Στο «Alarme», σώμα είναι η φωνή. Γι’ αυτό ακινητοποίησα τα σώματα με βοκαλισμούς. Κέντρο του σώματος ήταν η γλώσσα, η στοματική κοιλότητα. Αλλες φορές είναι η πατούσα, το γόνατο. Δηλαδή, κέντρο δεν είναι απλώς και μόνο το διάφραγμα. Μπορεί να είναι ένα παράκεντρο πάνω στο οποίο εργάζεσαι εντατικά. Ετσι εκφράσαμε την εμμονή αυτών των δύο γυναικών, γιατί δεν υπήρξαν πιο εμμονικές γυναίκες από αυτές τις δύο βασίλισσες.

– Γιατί έπρεπε όχημα γι’αυτήν την άσκηση να είναι μια αλληλογραφία του 17ου αιώνα;

– Γιατί, όταν πήρα τη Μαρία Στιούαρτ του Σίλερ και τη μελετήσαμε, μετά από 20 ημέρες δεν μ’ ενδιέφερε. Υπήρχε όλο αυτό το μυστήριο, το άλλοθι του γερμανικού θεάτρου, μιας δραματικής μυθοπλασίας που θέλει να είναι τραγωδία και δεν είναι με τίποτα. Δεν μ’ ενδιέφερε η ωραιοποίηση των προσώπων. Προσπαθεί ο Σίλερ από τη Στιούαρτ να φτιάξει μια Κλυταιμνήστρα. Ομως, δεν γίνεται… Ηθελα να βρω υλικό ακατέργαστο και πιο πρωτογενές. Και βρήκα την αυθεντική αλληλογραφία αυτών των γυναικών με τη εξαιρετική συνεργασία της Αγλαΐας Παππά.

Η Σοφία Χιλλ βρήκε τα σονέτα της Ελίζαμπεθ. Η μία ηθοποιός είναι γαλλόφωνη και η άλλη αγγλόφωνη, γι’ αυτό και κράτησα τα κείμενα αμετάφραστα. Είναι πάντως αποκαλυπτικός ο τρόπος που βρίζονται αυτές οι δύο γυναίκες. Σαν καραγωγείς και χειρότερα!… Υπάρχουν πράγματα που δεν τα συμπεριλάβαμε. Είχα συλλάβει την ιδέα ότι είναι σαν δύο εκθέματα σε ένα μαύρο μουσείο. Τα σώματα είναι προφίλ συνέχεια. Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να παίζουν οι ηθοποιοί όπως στο θέατρο σκιών; Είναι μια εξοντωτική άσκηση. Κάποια άλλη στιγμή μπορεί να κάνω μια παράσταση μόνο με την πλάτη. Θα μπορέσουν να επικοινωνήσουν με τους θεατές; Θα δούμε.

– Κι αν σας έλεγαν ότι αυτό που κάνετε είναι ένα ακραίο exercise de style;

– Ολη η τέχνη είναι έτσι και μακάρι να την ακολουθούσε και η ζωή!… Θα ήταν όμορφη. Γιατί μας λείπει. Ο Μέγιερχολντ, ο Μπρεχτ κατά περιόδους, τι έκαναν; Exercise de style. Ο Χάινερ Μίλερ ήταν δάσκαλός μου και μέντοράς μου. Η καθαρότητα στη φόρμα, αυτό το στυλιζάρισμα, η ενεργοποίηση του σώματος, είναι μέσα στην παιδεία μου αλλά και στην ιδιοσυγκρασία μου. Ο καθείς φέρει αυτό που είναι και αυτό που ξέρει. Το κοινό μας είναι πια 14.000 θεατές. Δεν είναι λίγο.

  • Σμιλέψτε τον χρόνο

«Ο καλός καλλιτέχνης ξέρει να ελέγχει κάθε στιγμή τα εκφραστικά του μέσα και τα χρονικά του όρια. Δεν πέφτει στο λάθος του ναρκισσισμού. Το σώμα ορίζεται όχι ως σωματικά όρια αλλά ως ποιότητα ενέργειας που εμπεριέχει και μπορεί ο καλλιτέχνης να την αισθανθεί. Υπάρχει στην ερμηνεία του μεγάλου ηθοποιού ένα σημείο, μια δυσκολία, στην οριοθέτηση του χρόνου, που πρέπει να είναι “τόσος” και όχι “τόσο πολύς”. Το επιπλέον είναι διάρροια, άχρηστη ελευθεριότης. Πρέπει να μάθει κανείς να αφαιρεί, να εξελίσσει το ουσιώδες, το μη χρήσιμο. Αυτό όμως προϋποθέτει παιδεία και άσκηση. Ο Ελληνας ηθοποιός έχει φαντασία, ταμπεραμέντο και ένστικτο, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα εργατικός και δεν έχει καλή παιδεία. Αυτό σημαίνει ότι δεν ξέρει να εκμεταλλευτεί το ένστικτο και να δαμάσει τη φαντασία».

  • Να ανοίγεις τα όρια αυτού που υπηρετείς

– Γιατί «Alarme» και όχι «Alerte», για παράδειγμα;

– Γιατί το αλάρμ έχει διαφορετικό ήχο. Το «μ» στο τέλος λειτουργεί καλύτερα από το «τ». Για να δώσω την αίσθηση μιας μπαναλιτέ και στη δική μας ακόμη καθημερινότητα μέσα από διάφορα μονολεκτικά που λέμε όπως: πότε, τότε, έλα, μη μου πεις, άσ’ τα… διάλογοι χωρίς αξία. Αυτό το «δίχως αξία», το «τίποτα», αυτό που δεν έχει περιεχόμενο είναι για μένα ένα μεγάλο ζήτημα. Ολα αυτά υπάρχουν μέσα στην αλληλογραφία. Η σκέψη αυτή οδηγεί και στη φόρμα της παράστασης που είναι προφίλ και όχι μετωπική. Δύο γυναίκες αλληλογραφούν. Πρέπει να αρθρώσουν τον λόγο τους. Το ίδιο κείμενο έπλασε τη γλώσσα του σώματος. Η μία αποκαλεί την άλλη φίδι.

– Η μέθοδος αυτή δεν γεννά αποκλεισμούς;

– Ολα γεννούν αποκλεισμούς. Αρκεί να υπηρετείς αυτό που είσαι ταγμένος με μεγάλη πίστη και αγάπη και να ανοίγεις διαρκώς τα όρια αυτού που υπηρετείς. Να αισθάνεσαι συνιστώσα του και να γνωρίζεις ότι υπάρχουν πολλές συνιστώσες. Και δεν είσαι το κατευθυντήριο κέντρο. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να κάνω έργα όλα αυτά τα χρόνια, που να γελάει ο κόσμος και να κλαίει. Θα μου ήταν επίσης πολύ εύκολο να κάνω παραστάσεις – τούρτες: ολίγον ροκ, ολίγον φραμπαλάδες, ολίγον ροζ ελεκτρίκ ή παπαγαλί, ολίγον σούρτα-φέρτα. Μιαν ελληνική εκδοχή μεταμοντερνισμού δηλαδή. Αλλά αυτό γίνεται στην πρόβα για να χαλαρώσουν οι ηθοποιοί… Από τη στιγμή που μπήκα σε μια αγωνία να βρω τη δική μου γλώσσα, κοιτάω στον κόσμο αλλιώς. Στράφηκα στην Αφρική, στα Αναστενάρια, στον αργό χρόνο της Ασίας – και τι σημαίνουν όλα αυτά. Με την αναγνωρίσιμη γλώσσα που δημιουργήσαμε ταξιδέψαμε όλον τον κόσμο, δώσαμε 1.800 παραστάσεις και επιτύχαμε εισαγωγή συναλλάγματος πολλά δισ. δραχμές. Ξεκίνησε από τις «Βάκχες» (σ. σ. 1986). Τριακόσιες παραστάσεις έδωσα, φέρνοντας μια νέα ιδέα, προβάλλοντας το διονυσιακό σώμα κι όχι τον λογοκρατούμενο ηθοποιό. Επεσε σαν βόμβα και άνοιξαν όλα τα φεστιβάλ του κόσμου. Αρχισαν να γράφουν θεωρητικοί και κριτικοί του θεάτρου. Οι Ελληνες κριτικοί και θεωρητικοί στράφηκαν εναντίον μου. Στο πλευρό μου πάνω απ’ όλους στάθηκε ο Γιάννης Τσαρούχης. «Θα αντιληφθείτε τη γλώσσα του σε 20 χρόνια», έλεγε.


  • Ο Δημήτρης Πιατάς αγωνιά για την κρίση και προβληματίζεται για την έκταση του κιτς και του νεοπλουτισμού του Nεοέλληνα
  • Της Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Εχει δοκιμάσει όλα τα είδη του θεάτρου, έχει γνωρίσει τη γοητεία αλλά και την κακή πλευρά των ομάδων, τη λάμψη των εμπορικών αλλά και τον πόλεμο της μαρκίζας, την αγωνία να είναι ο ίδιος καλός παραγωγός με έργα και παραστάσεις που συζητήθηκαν. Στο κατώφλι των 60 ετών, ο Δημήτρης Πιατάς παίζει έναν «αποκαλυπτικό Γκολντόνι» στο Εθνικό Θέατρο, όπου επιστρέφει συχνά αλλά για πρώτη φορά στην κεντρική του σκηνή, εκεί όπου έδωσε εξετάσεις πριν από δεκαετίες.

«Η τριλογία του παραθερισμού» τού αποκάλυψε πλευρές του Bενετού κωμωδιογράφου που δεν είχε επισημάνει και σε μας, αυτό που βιώνουμε. «Το κακό που ξεκίνησε από μια λανθασμένη ευμάρεια συνεχίστηκε με την ανάδειξη του λάιφ στάιλ ως τρόπου ζωής, τον καταναλωτισμό ως πάθος, τον δανεισμό και ύστερα την πτώχευση».

«Η μανία του παραθερισμού», «Οι περιπέτειες του παραθερισμού» και «Το τέλος του παραθερισμού» σε ένα ενιαίο έργο –με τη θέση και τη σφραγίδα του Νίκου Μαστοράκη– είναι «ο καθρέφτης της σημερινής Ελλάδας». Είμαστε εμείς, λέει ο Δ. Πιατάς. «Ξεκινήσαμε ως μια ευχάριστη κωμωδία, συνεχίσαμε κλείνοντας τα μάτια στο αδιέξοδο και καταλήξαμε στην έκρηξη».

Ακρατος καταναλωτισμός και φθορά το θέμα του έργου. Κι αν δεν ανεβαίνει συχνά, είναι γιατί μόνο κρατικές σκηνές μπορούν να το υποστηρίξουν. «Εργο πρωταγωνιστών. Καθένα πρόσωπο έχει σημαντικό ρόλο, διεκδικεί την παρουσία ενός ηθοποιού και φέρει ένα ειδικό βάρος. Κι εδώ συναντιόμαστε διαφορετικές σχολές και γενιές. Η παρουσία της κ. Λυμπεροπούλου είναι τιμή για μένα. Κουβαλάει όλη την αξία και την αίγλη της μεγάλης σχολής του Θεάτρου Τέχνης, ενώ τα νεότερα παιδιά, όπως ο Περλέγκας και η Σαουλίδου, τη δική τους».

Δεν έχω τη ματαιοδοξία του επώνυμου ρόλου. Μου αρέσουν οι δουλειές συνόλου κι έτσι έμαθα από το ξεκίνημά μου στις ομάδες. Το Αμφιθέατρο ήταν η αρχή κι έκτοτε, οποιαδήποτε ατομική επιτυχία ήταν ερήμην μου. Το θέατρο είναι δουλειά πολλών, δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Οι παλιοί θεατρίνοι όταν τσακώνονταν έλεγαν: «θα τα πούμε στη σκηνή». Μου αρέσει αυτή η αργκό του θεάτρου: θα κοντραριστούμε στο σανίδι. Σήμερα λέμε θα τα πούμε στο Facebook, στα blogs, στο μπαρ αργά, οπουδήποτε, αλλά όχι στη σκηνή. Η συνάντηση δύο ανθρώπων που έχουν ρήξη αλλά και εκτίμηση μεταξύ τους δεν γίνεται στον εργασιακό χώρο, αλλά σε ένα αμφιλεγόμενο.

Αισθάνομαι λίγο των… σπηλαίων. Ανήκω στην παλιά κατηγορία. Δεν έχω Facebook. Λένε ότι είναι συνήθεια των αργόσχολων. Δεν το πιστεύω, ξέρω πολλούς που δουλεύουν σκληρά και ασχολούνται και με αυτό.

Είδε το θέατρο του αύριο. Δεν είμαι θεωρητικός του θεάτρου. Ούτε ειδικός του Γκολντόνι. Στα έργα του παρουσιάζει χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες της μεσαίας τάξης του καιρού του με πολλά στοιχεία και από τους χαρακτήρες της κομέντια ντελ άρτε. Ομως, μέσα από την «Τριλογία του παραθερισμού» μού αποκαλύφθηκε ως πρώιμος Τσέχοφ. Είδε και το μετά θέατρο. Και το αύριο του Γκολντόνι που ήταν το αύριο του Τσέχοφ είναι το σημερινό θέατρο.

Στο χείλος της πτώχευσης είμαστε και εμείς. «Η τριλογία του παραθερισμού» ξεγυμνώνει αποκαλυπτικά μια κοινωνία που είναι μικρογραφία της ελληνικής οικονομικής κατάστασης. Βλέπουμε πολλά στοιχεία του εαυτού μας. Ο Γκολντόνι καυτηριάζει με χιούμορ και ειρωνεία το πάθος των συμπατριωτών του για προβολή και κοινωνική αναγνώριση. Στην περίπτωσή μας, βέβαια, η οικονομική κατάρρευση δεν είναι μιας οικογένειας, αλλά ενός ολόκληρου κράτους. Με πολλές ατομικές ευθύνες. Κακό κράτος σημαίνει και κακός πολίτης. Αφεθήκαμε στην ιστορία της έκπτωσης. Κανείς δεν μας πίεσε να υπερβάλουμε.

Η αισθητική του κιτς έχει σχέση με όλα αυτά. Τον νεοπλουτισμό και τον ξεπεσμό. Στην παράσταση, ο Νίκος Μαστοράκης το υπογραμμίζει με το στοιχείο της πασαρέλας, της επίδειξης με ένα ενδυματολογικό παιχνίδι. Πασαρέλα δεν είναι μόνο τα μοντέλα, αλλά και η ζωή της επίδειξης, που, βέβαια, είναι στην ανθρώπινη ματαιοδοξία, αλλά όταν γίνεται αυτοσκοπός, δείχνει μεγάλη κενότητα. Αυτό που έχει η χώρα μας και κάποια πρόσωπά της.

  • Tο 10% των καλλιτεχνών δουλεύει

Δεν έχω σχέση με τον καταναλωτισμό. Ζω μέσα σε αυτόν, τον απολαμβάνω, όμως δεν είναι ανάγκη, αλλά εφεύρημα. Για να στηθεί μια αγορά και μια οικονομία, μόνο που συχνά πέφτουμε στην παγίδα. Περιλαμβάνει το κιτς γιατί στηρίζεται στην έκπληξη και στο να μπορέσει να εντυπωσιάσει. Κουβαλάει την επικινδυνότητα του κακού γούστου. Σπάνια εντυπωσιάζομαι από μια βιτρίνα, δεν τις προσέχω. Αρα είμαι πιο πλούσιος και αυτάρκης. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχω δεινοπαθήσει από τα οικονομικά προβλήματα που μας ταλανίζουν όλους.

Ξιπασιά και νεοπλουτισμός. Αν η αιτία της οικονομικής κατάρρευσης ήταν μόνο αυτές οι συνήθειες του μέσου Eλληνα, ίσως είχαμε βρει τον τρόπο να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Eχει σχέση με τη στέρηση του πεινασμένου που του λείπει η αισθητική, η κουλτούρα και το παρελθόν.

Δεν μας κολακεύει, αλλά οχυρωθήκαμε πίσω από την ατάκα «είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων» και ξεχάσαμε πότε σηκώσαμε τη σημαία και δηλώσαμε κράτος. Να δεχθώ ότι παρασυρθήκαμε, ότι υποκύψαμε σε κάποιους πειρασμούς, ότι μας χρησιμοποίησαν –αυτή η περίφημη συνωμοσιολογία που τόσο μας αρέσει– και τελικά βρεθήκαμε στη δίνη του οικονομικού κυκλώνα για να ανακαλύψουμε τα σπρεντς. Είμαστε μια χώρα υπερβολής.

Κρίση και κουζίνα, δεν το χωράει ο νους μου. Στο πικ του οικονομικού χάους, με συνταξιούχους και μισθωτούς να δυσκολεύονται, να χάνουν την αξιοπρέπειά τους, με ένα Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να καταστρατηγεί ό, τι κέρδισαν οι πατεράδες μας, η τηλεόρασή μας ασχολείται με τους σεφ. Θεωρούν ότι η κυρία Μαρία στο Νευροκόπι πρέπει να ξέρει πως η πατάτα γεμιστή με καβούρι, σουίτ τσίλι και σος ρόκας είναι ό, τι καλύτερο πριν πιει τσίπουρο. Το οποίο δεν το λέει πια έτσι ούτε ρακί, βέβαια, αλλά γκράπα. Τόσος προβληματισμός για το αν θα πετύχει τη συνταγή με γλυκοπατάτα, μύτες σπαραγγιών και παρμεζάνα. Συγγνώμη, αλλά το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να γελάω. Η τηλεόραση ήταν πάντα ένας προθάλαμος. Στην Ελλάδα, όμως, έγινε σαλόνι.

Ενας κωμικός χαμένος στον κόσμο της υπερβολής. Αισθάνομαι και προνομιούχος που βρίσκομαι στην κάλυψη του Εθνικού Θεάτρου, αν και κακοπληρωμένος. Υπάρχουν κι άλλοι σε χειρότερη κατάσταση. Ομως, η ιστορία του πολιτισμού στη χώρα μου μοιάζει με φιλοδώρημα σερβιτόρου. Το θέατρο διεκδικεί κρίση για να υπάρξει. Οι νέες ομάδες παλεύουν στα υπόγεια. Τα παρακολουθώ από κοντά γιατί έχω τη μικρή μου κόρη σε μία απ’ αυτές που δουλεύουν μήνες για να ανεβάσουν Μαριβό. Βιώνω την ανάγκη τους να εκφραστούν σε μια άνυδρη χώρα. Βλέπω ομοιότητες με τη δική μου γενιά. Μόνο που τα παιδιά σήμερα έχουν περισσότερη ποιότητα απ’ ό, τι εμείς τότε. Η ανεργία στην τέχνη δεν καταγράφεται λόγω της ιδιαιτερότητας του επαγγέλματος, ωστόσο πιστεύω ότι μόνο το 10% δουλεύει. Το 90% των καλλιτεχνών βιώνει την κρίση σε όλα τα επίπεδα.

Ηθοποιός σε δύσκολη εποχή. Ετσι ξεκίνησα όταν τελείωσα το 1972 τη σχολή του Εθνικού. Είχαμε χούντα, αστυνομοκρατία, λογοκρισία, αγριότητα. Διέξοδός μας ήταν οι ομάδες. Ξεκίνησα ως ιδρυτικό μέλος του Αμφιθεάτρου και στη συνέχεια βρέθηκα στο Ελεύθερο Θέατρο, στο Αλσος Παγκρατίου, στην παράσταση «Σιγά τον πολυέλαιο». Τα όπλα μας για να αντιμετωπίσουμε την εποχή –διεκδικώντας το λαϊκό θέατρο κι αυτό που ονειρευτήκαμε μέσω του Μπρεχτ– ήταν τότε η επιθεώρηση.

Ζούμε πάλι την εποχή των ομάδων μόνο που τώρα τα παιδιά έχουν άλλη εκπαίδευση, άλλη παιδεία, ζητούν άλλους τρόπους επικοινωνίας. Η αναζήτησή τους βρίσκει κοινό. Η κρίση, πάντως, δεν αφορά τα παιδιά, αλλά εμάς. Δεν ξέρουμε τη φθορά μας.

  • Δεν είναι καιρός να γίνει ένα 1789;

Να σταματήσει το ανέκδοτο της επιχορήγησης. Οι δουλειές που έκανα στο θέατρο –όχι όταν έπαιζα σε άλλα σχήματα– ήταν χωρίς επιχορήγηση και δόξα τω Θεώ, δεν χρωστάω σε κανένα συνεργάτη. Μπορώ να τους κοιτάζω στα μάτια, εν αντιθέσει με αρκετούς επιχορηγούμενους θιάσους που χρωστούν πολλά. Εχει σχέση με το προσωπικό νοικοκυριό μας και όχι με το αν αγκαλιάζει η πολιτεία το θέατρο. Η πολιτεία αντιμετωπίζει πάντα την τέχνη ευκαιριακά και πελατειακά. Ο υπουργός Πολιτισμού Π. Γερουλάνος μίλησε για βαριά βιομηχανία του πολιτισμού. Οταν το ακούω αυτό από έναν υπουργό με τρομάζει. Τον πολιτισμό τον καθορίζουν τα πρόσωπα, όχι τα υπουργεία. Οι επιχορηγήσεις δεν προσέφεραν τίποτα παραπάνω από το να μας κάνουν δέσμιους και να μας φιμώσουν. Η ιστορία τους δεν είχε σχέση με την πρόθεση των πολιτικών και του κράτους να υποστηρίζουν τον πολιτισμό, αλλά για να δικαιολογήσουν ένα υπουργείο που θα καλύψει τις θέσεις εργασίας. Ετσι ήταν όλοι οι πολιτικοί. Το πρόβλημα δεν είναι ιδεολογικό, αλλά σύγκρουσης συντεχνιών.

Οδηγούμαστε σε κάποιο μεσαίωνα. Ονειρεύομαι να δω μια συντεχνία να παράγει πολιτισμό. Οχι από καλλιτέχνες, αλλά από άλλους χώρους. Σκέφτομαι τη σκηνή από το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ που η συντεχνία ξυλοκόπων παρουσιάζει ένα θεατρικό έργο με πρόβες στο δάσος. Ονειρεύομαι το «Κλουβί με τους… τρελούς» να ανεβεί από το σωματείο της «Αττικό Μετρό» ανάμεσα στη διαδρομή Πλακεντίας – Πειραιάς. Γι’ αυτό λέω ότι οι συγκρούσεις είναι μεταξύ συντεχνιών. Μαλώνουν οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί μεταξύ τους. Αυτός ο μεσαίωνας περνάει παντού. Πάνω απ’ όλα στην πολιτική. Ομως, σε μια χώρα που δεν έκανε αστική επανάσταση –η Ευρώπη την έκανε αιώνες πριν–, δεν είναι καιρός να γίνει ένα 1789; Αναζητούμε τον Ροβεσπιέρο και τον Δαντόν. Πρέπει να δούμε την εικόνα μας. Αν δεν μπορείς να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη, ότι είσαι κοντός, χοντρός με γουρλωτά μάτια και να το αποδεχθείς, δεν μπορείς να μιλάς με κανένα. Για να ζητάς κάτι καλύτερο, πρέπει πρώτα να αποδεχθείς τι πραγματικά είσαι.

  • Συζήτηση με τον σκηνοθέτη Κοραή Δαμάτη, με αφορμή το ανέβασμα του έργου «Η Αυλή», στο «Αγγέλων Βήμα»

«Η Αυλή» το τέταρτο κατά σειρά έργο του Σπίρο Σιμόνε, που βραβεύτηκε το 2004 με το βραβείο «Ubu», καλύτερου ιταλικού νέου έργου, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο «Αγγέλων Βήμα». Πρόκειται για ένα κείμενο μεγάλης αλήθειας και ταυτόχρονα απόλυτου σουρεαλισμού. Η υπόκωφη μουσικότητα των διαλόγων του Ιταλού συγγραφέα από τη Μεσσήνη έχει ξεκάθαρη αναφορά στην παρούσα πολιτική κατάσταση. Ενα έργο συμβολικό, που πραγματεύεται τη δύναμη της εξουσίας και αναφέρεται σε ένα σκληρό μέλλον με απαγορεύσεις και καταργήσεις δικαιωμάτων και κατακτήσεων. Ενα έργο κοινωνικοπολιτικό, καταγγελτικό και σίγουρα ανθρωποκεντρικό. Μετάφραση Πέτρος Νάκος. Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Κοστούμια Κοραής Δαμάτης. Επιμέλεια κίνησης Μαρίζα Τσίγκα. Παίζουν: Κοραής Δαμάτης, Οθωνας Μεταξάς, Γιάννης Δρίτσας. Για τις ανάγκες της παράστασης έχουν προστεθεί κείμενα του Κοραή Δαμάτη.

  • Καινούργιος Μεσαίωνας

— Ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες αρετές αυτού του έργου;

«Την αλήθεια του, τις τολμηρές πολιτικές του θέσεις, την ευαισθησία του για το σημερινό άνθρωπο που αλλοιώνεται κάτω από το βάρος αποφάσεων που παίρνονται ερήμην του σ’ αυτόν τον ντυμένο με τα λιλιά της δημοκρατίας καινούριο μεσαίωνα».

— Οι αναρίθμητοι συμβολισμοί το καθιστούν σύγχρονο, κοινωνικοπολιτικό και, τελικά, ανθρώπινο έργο;

«Απόλυτα. Το ερώτημα είναι απλό. ‘Η ζεις μέσα στην Αυλή και πορεύεσαι με ό,τι σου λένε τα κάθε είδους μεγάφωνα και τα φερέφωνά τους, ή βρίσκεσαι εκτός, αναγνωρίζεις και γνωρίζεις τους ομοίους σου, συμπορεύεσαι μαζί τους, κοιτάζεστε όσο μπορείτε στα μάτια και δράτε ανάλογα. Ναι. Κάποιοι άνθρωποι ζούνε έξω απ’ την Αυλή. Ζούνε έξω απ’ τον «παράδεισο», στα πέριξ, στα απόβλητα. Είτε από επιλογή τους, είτε γιατί εκδιώχθηκαν. Εκτός της οργανωμένης κοινωνίας όπου τα πάντα ελέγχονται. Ζούνε στα περίχωρα ενός παντοδύναμου κράτους που αστυνομεύει τα πάντα σαρκάζοντας τη ζωή, χωρίς ίχνος σεβασμού στο διαφορετικό, στην ετερότητα, θάβοντας κάθε ελευθερία σκέψης και δράσης, παραπλανώντας με ψεύτικες ανάγκες και χρωματιστά περιτυλίγματα την ατομική αυτοδιαχείριση, μετατρέποντας την προσωπική ευθύνη κάθε ατόμου σε συλλογική ανευθυνότητα. Αυτή η απανταχού παρά φύση εξουσία, κρατάει πάντα γεμάτο το όπλο του φόβου, πυροβολώντας καθημερινά για να διατηρεί ζωντανή τη σιωπή και να παγιδεύει τον άνθρωπο μακριά από την πραγματική γνώση των δυνατοτήτων του. Εντολοδόχοι, πακεταρισμένοι ηγέτες φερμένοι από όποιον μεσσιανικό ουρανό, σκοτώνουν επιμελώς και κατ’ εξακολούθηση ό,τι φυσικό, ό,τι δυναμικό θα μπορούσε να αντιταχτεί στις εξουσιαστικές παρεκτροπές. Μαζί με τα μεταφυσικά σκιάχτρα που έχουν εγκαθιδρύσει στο μυαλό των ανθρώπων, χτίζουν άρρηκτους τοίχους, κόβουν τις διαδρομές, φυλακίζουν τον ηθικό νόμο, παραλλάζουν το άγραφο δίκαιο, διαστρέφουν την προαιώνια αλήθεια, κατασκευάζοντας πανομοιότυπους, αδύναμους υπηκόους με εφησυχασμένη συνείδηση, έτοιμους να υπακούσουν, να ακολουθήσουν και να υπηρετήσουν ελαφρά τη καρδία κάθε είδους κρατική εκτροπή. Αυτή είναι η Αυλή κι αυτά πράττει».

  • Ο πόλεμος έχει αρχίσει

— Και από την άλλη, λίγο έξω από την Αυλή εξόριστοι, από έναν αδιάφορο πολιτισμό, από μια εξουσία που τους στερεί και τα απολύτως απαραίτητα, ακόμη και το ψωμί, ανάμεσα στους τόνους σκουπιδιών ένα σωρό πεταμένοι άνθρωποι πασχίζουν άλλοι να επιζήσουν και άλλοι να ξεφύγουν. Πόσο περήφανο μπορεί να είναι το είδος των ανθρώπων;

«Ναι. Οι τρεις αντιήρωες του έργου, ο Πέπε, ο Θάνος και ο Ενας, ζούνε ανάμεσα στα απόβλητα της κοινωνίας, εν δυνάμει ελεύθεροι, μέσα στην ατελείωτη σκουπιδοπαραγωγή της, εκεί που τις περισσότερες φορές, αν αφουγκραστεί κανείς, αν θέλει να δει προσεχτικά, βρίσκει ανάμεσα στους τόνους σκουπιδιών και ένα σωρό πεταμένους ανθρώπους. Δεν ξέρω αν το ανθρώπινο είδος είναι περήφανο για όλα αυτά ή όχι, πάντως στο μεγαλύτερο μέρος του είναι αδιάφορο. Πολύ σκληρό αυτό το είδος, το ανθρώπινο. Κατέλαβε σιγά – σιγά έναν πλανήτη και τον καταστρέφει σταδιακά, αδιαφορώντας για τα αποτελέσματα που πλήττουν ήδη τη συνέχειά του, τα παιδιά του. Αυτό είναι παράλογο. Το ξέρουμε όλοι, αλλά τι κάνουμε; Απλώς κοιτάμε και ακούμε τους εκπροσώπους, ακόμα και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, να μιλάνε για τη σπατάλη των τροφίμων της Γαλλίας που θα μπορούσε να θρέψει ολόκληρο τον πληθυσμό του Κονγκό, ενώ τα τρόφιμα που καταλήγουν στα σκουπίδια της Ιταλίας θα μπορούσαν να θρέψουν όλη την Αιθιοπία. Ναι. Πολλοί άνθρωποι ζούνε σήμερα στα σκουπίδια με σκουπίδια, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και; Οι περισσότεροι από μας το ακούμε, το βλέπουμε, το ξέρουμε και το προσπερνάμε ανέμελα τρέχοντας να αγοράσουμε ένα καινούριο σκουπίδι που μας έχουνε φυτέψει στο μυαλό μας ως δήθεν απαραίτητο».

— Οι συνθήκες απόγνωσης των ανθρώπων του έργου θυμίζουν έντονα το σήμερα της παγκοσμιοποίησης που δημιουργεί στρατιές ανέργων, στρατιές φτωχών ανθρώπων, αλλά και στρατιές ένστολων καταστολών όσων δυναμικών φωνών αντιτάσσονται στις εξουσιαστικές παρεκτροπές.

«Θέλουνε να μικρύνουν τον κόσμο για να τον έχουν καλύτερα του χεριού τους. Τα μικρά συνθλίβονται απ’ τα μεγάλα. Αυτό το σύμπλεγμα σχέσεων, αυτή η παγκόσμια ομαδική συνεύρεση, ανεβάζει τη λίμπιντο της εξουσίας που θέλει όλο και περισσότερα, να πάρει όλο και πιο πολλά, να μαζέψει ό,τι πολύτιμο, τσαλαπατώντας ανενδοίαστα όχι το ευ ζην, αλλά το απλό ζην. Εχουν μπει μπροστά όλες οι διαδικασίες, ο πόλεμος έχει αρχίσει και δε θα σταματήσουν αν δε φτάσουν εκεί που θέλουν. Τι θέλουν; Αυτό το καινούριο μοντέλο ανθρώπου που δε θα δρα, θα παράγει αυτά που θέλουν αυτοί, όσο θέλουν αυτοί και θα αντικαθίσταται στα γρήγορα και αναίμακτα, όταν αυτοί κρίνουν ότι έχει πέσει ο βαθμός χρησιμότητάς του, απ’ τον επόμενο που θα περιμένει στη σειρά».

  • Η ελπίδα στην αντίσταση

— Σε κάποιο σημείο του έργου λέει ότι πετάνε τις μασέλες γιατί δεν έχουν τίποτε να φάνε. Αλλά θα μοιράσουν πάλι μασέλες για να μπορούν όλοι να χαμογελούν. Είναι τόσο τραγικό …αλλά και τόσο κοντινό αν δεν κάνουμε κάτι… Οπως λέει κι ο συγγραφέας «δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι, χωρίς να κάνουμε τίποτα… Αν θέλουμε να πηγαίνουμε μπροστά πρέπει πάντα κάτι να κάνουμε».

«Και δεν είναι μόνο οι μασέλες. Και οι τρεις αντιήρωες της Αυλής ζουν με τα απαραίτητα, έχουν περιορίσει τις ανάγκες τους στο ελάχιστο, τρώνε μουχλιασμένο ψωμί, μετρούν και ξαναμετρούν τις ημέρες ειρήνης, ψάχνουν να βρουν τις Κυριακές, τις γιορτές που έχουν καταργηθεί, αναρωτιούνται αν μπορούν να κάνουν έρωτα ή αν ακόμα απαγορεύεται και σχολιάζουν περιπαικτικά τις κάθε είδους απαγορεύσεις που τους έχει επιβάλει, ακόμα και εδώ, εκτός Αυλής, στο περιθώριο, η κρατική εξουσία. Ομως ακόμα, ευτυχώς, μπορούν και γελάνε, με τα λίγα που έχουν μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, φτάνει, όπως λέει και ο συγγραφές, να μπορούν πάντα κάτι να κάνουνε, κάτι, οτιδήποτε, που να τους ανοίγει δρόμους, να τους πηγαίνει μπροστά».

— Μπορεί η αδράνεια να είναι σύμπτωμα της εποχής, ωστόσο δεν αποτελεί κανόνα. Αυξάνονται οι φωνές, τόσο στους δρόμους όσο και στην τέχνη, έστω και ως σπίθα ακόμη, που αντιτάσσονται σ’ αυτήν την καπιταλιστική σπουπιδομηχανή. Και είναι αισιόδοξο το ότι γράφονται τέτοια έργα με ξεκάθαρη αναφορά στην παρούσα πολιτική συνθήκη, προβάλλοντας ταυτόχρονα την ελπίδα στην αντίσταση.

«Χρειάζεται συνείδηση και τόλμη και αυτοθυσία για να μην τα πάρει όλα η δίνη. Ας κρατήσουμε για το τέλος τα λόγια του συγγραφέα, άλλωστε είναι τόσο ξεκάθαρα: «Εδώ δεν μπορείς να μένεις σιωπηλός. Εδώ απαγορεύεται να μένεις σιωπηλός. Εδώ πρέπει να μιλάς, πρέπει κάτι να πεις. Για όλους αυτούς που δεν μπορούν να μιλήσουν πια, πρέπει εσύ κάτι να πεις!»».

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ, Ριζοσπάστης, Κυριακή 20 Φλεβάρη 2011