Μάθημα επιβίωσης από μια φαντασιόπληκτη εθνικόφρονα

Posted: Φεβρουαρίου 19, 2011 in Μιλιβόγεβιτς Νικίτα
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011
  • Ραραού. Ή Ρουμπίνη Μέσκαρη. Κομπάρσα στα μπουλούκια, με δυο συντάξεις «πιο πολύτιμες απ’ την πατρίδα». Ατομο «εντελώς ακίνδυνο», παρ’ όλες τις «κρίσεις» της σε δημόσιους χώρους και επί σκηνής.

«Οι Ελληνες προσπαθείτε σήμερα να επιβιώσετε όπως η Ραραού το '40» λέει ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς

«Οι Ελληνες προσπαθείτε σήμερα να επιβιώσετε όπως η Ραραού το ’40» λέει ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς

Με σύνδρομο «οιονεί εξομολογητικής μανίας». «Εθνικόφρων, βασιλόφρων» αντικομμουνίστρια, που 15 ετών εγκαταλείπει την κωμόπολη των Επάλξεων, στην οποία κατοχικά έζησε την εξαθλίωση και μετά την Απελευθέρωση τη διαπόμπευση της μάνας της. Εχοντας πια πατήσει τα εξήντα παραθέτει «ανώδυνα, ανωφελή και άσκοπα ψευδολογήματα».

Η περίφημη ηρωίδα του συγκλονιστικού μυθιστορήματος του Παύλου Μάτεσι «Η μητέρα του σκύλου» (εκδόσεις Καστανιώτης), που μέσα από ένα συνταρακτικό κλαυσίγελο αναβιώνει ένα κομμάτι από τη σύγχρονη Ιστορία της χώρας, μαζί με πικάντικες μικροϊστορίες των ελληνικών μπουλουκιών, από τις 7 Μαρτίου θα μας γνέφει από την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με την αυτοπεποίθηση της γυναίκας που «δεν άφησαν σε χλωρό κλαρί οι άντρες» και σκόπιμο έβρισκε να «είσαι πάντα με τον νικητή». Θα την ενσαρκώσει η Θέμις Μπαζάκα.

Τη θεατρική διασκευή του βιβλίου, που η «Le Monde» παρομοίασε με τη «Βουή και το Πάθος» του Φόκνερ και στις σελίδες του ανακάλυψαν «τον οίστρο και τη δεξιοτεχνία» του Φελίνι, φιλοτέχνησε ο ίδιος ο Παύλος Μάτεσις, πολύπειρος στα θεατρικά. Είχε προηγηθεί στην Τσεχία ο Πάβελ Κόχουτ το 2008. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Σέρβος Νικίτα Μιλιβόγεβιτς.

Η ηρωίδα με τη χαλύβδινη θέληση για ζωή, που «δίχως βασιλείς νιώθει σα να έχει βγει στη σκηνή χωρίς κιλότα», αυτή που ποτέ δεν κατάλαβε τους ηρωισμούς της Αντίστασης, εξ ου κι αναρωτιέται «γιατί δεν είχαμε δώσει την άδεια στους Γερμανούς να περάσουν μέσα από το έθνος μας και να πάνε στη δουλειά τους; Τι παραπάνω κερδίσαμε που πήγαμε στις Αλβανίες και στα μέτωπα και πλέξαμε τόσες φανέλες αδίκως;», η αυτοσυστηνόμενη ως «μεγάλη φίρμα της επιθεώρησης» και «δωσίλογος χαμηλής κοινωνικής θέσεως», η κομπάρσα που οι άλλοι ηθοποιοί θεωρούσαν «ψιλορουφιάνα» θα μας αφηγείται από τη σκηνή του Εθνικού την τραγική ζωή της, που συμβαδίζει με τη νεότερη Ιστορία των παθών της χώρας της.

  • Αγώνας για επιβίωση

Ο Εμίρ Κουστουρίτσα σκόπευε να μεταφέρει τη «Μητέρα του σκύλου» στον κινηματογράφο. Τον πρόλαβε, θεατρικά, ο συμπατριώτης του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, που ανέλαβε να σκηνοθετήσει για την πρώτη κρατική ελληνική σκηνή ένα κείμενο που ήδη γνώριζε και αγαπούσε από την αγγλική αλλά και τη σερβική μετάφρασή του.

«Με εξέπληξε», θυμάται την πρώτη του αίσθηση όταν το διάβασε. Δεν φανταζόταν ότι θα γινόταν θέατρο και μάλιστα ότι «θα το ανέβαζα εγώ». Ηταν σαν δώρο. Οταν, μετά την πρόταση του Γιάννη Χουβαρδά, το ξαναδιάβασε «μέσα από τη νέα ματιά» που απαιτεί μια θεατρική παράσταση, τον «συνάρπασε και πάλι». Ακόμα, όμως, πιστεύει ότι «προσφέρεται πιο πολύ για το σινεμά απ’ ό,τι για το θέατρο».

Είδε την πρόταση σαν δώρο όχι μόνο γιατί το θεωρεί ένα σπουδαίο βιβλίο, αλλά γιατί αισθάνεται πολύ έντονα ότι συνομιλεί με τη σημερινή επικαιρότητα της Ελλάδας και με την Ιστορία της δικής του γενέτειρας.

«Οι Ελληνες προσπαθείτε να επιβιώσετε όπως κάνατε το ’40», λέει ο Μιλιβόγεβιτς. «Η κατάσταση στην Ελλάδα έχει αλλάξει από την τελευταία φορά που βρέθηκα σ’ αυτήν, πριν από 5-6 χρόνια. Δεν πιστεύω αυτό που βλέπω στο δρόμο. Η Αθήνα δεν είναι η πόλη που ήξερα. «Αδέσποτοι» μετανάστες παντού, απεργίες, στάσεις, χάος. Γι’ αυτό και η «Μητέρα του σκύλου» είναι ένα πολύ σύγχρονο έργο. Θα θυμίσει στον κόσμο τι πέρασαν οι πατεράδες και οι παππούδες του. Κάθε γενιά πρέπει να πληρώσει το δικό της κομμάτι στα βάσανα. Είναι το πεπρωμένο των Βαλκανίων. Σήμερα είσαι εσύ, αύριο είναι ο άλλος. Δεν είμαστε Σουηδία».

Ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς χαρακτηρίζει το βιβλίο «μια συνοπτική Ιστορία της χώρας σας και των ανθρώπων της». «Πολλά πράγματα για την Ελλάδα, για το τι είναι αυτό το πολύ μικρό κομμάτι της ευρωπαϊκής ηπείρου, τι συνθέτει και διαμορφώνει την ελληνική κοινωνία, τα συνειδητοποίησα καλύτερα μέσα από το έργο του Μάτεσι», αποκαλύπτει… «Δεν είναι τίποτα άλλο από την Ιστορία της ανθρώπινης επιβίωσης. Οχι μόνο της Ραραούς. Ολοι οι χαρακτήρες για την επιβίωση αγωνίζονται».

Είναι τελείως συμπτωματικό το ότι το έργο «μίλησε» σε δύο Σέρβους;

«Οχι. Είναι κοινός ο αγώνας για επιβίωση στην Ελλάδα και τη Σερβία σήμερα», τονίζει. «Και οι Σέρβοι και οι Ελληνες ξέρουμε τι σημαίνει υποφέρω. Συχνά υπήρξαμε παίγνια των μεγάλων δυνάμεων. Και οι δυο είχαμε εμφύλιο πόλεμο. Και οι δύο έχουμε πει ένα μεγάλο «όχι». Η Ιστορία των δύο χωρών συχνά τέμνεται. Ο πόλεμος που περιγράφουν η Ραραού και ο Μάτεσις θα μπορούσε να είναι στη Σερβία, στη Βοσνία, στο Αφγανιστάν ή στο Ιράκ. Το πρόσωπο του πολέμου είναι παντού το ίδιο».

  • Ελληνική σύγχυση

Το έργο του Μάτεσι αποκαλύπτεται ανατριχιαστικά, μεταξύ άλλων, αιχμηρό, γιατί περιγράφει όλες τις παθογένειες που οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή κατάσταση: ο μικροπολιτικός που χειραγωγεί το αμόρφωτο «ποίμνιό» του για μια θεσούλα κάπου. Πολίτες που χωρίς δισταγμό εισπράττουν συντάξεις τις οποίες δεν δικαιούνται -όπως η Ραραού, για τον πεσόντα πατέρα στο Αλβανικό. «Η ζωή τούς έπλασε όλους», τους δικαιολογεί και ο Μιλιβόγεβιτς, όπως ο Μάτεσις. «Πρόκειται για ένα μάθημα ζωής από ανθρώπους που κάνουν τα πάντα για να επιζήσουν».

Η Ραραού έχει συνείδηση όσων συμβαίνουν στη χώρα και στην ίδια;

«Οχι ιδιαίτερα. Ετσι είναι οι άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά», επιμένει ο σκηνοθέτης. «Αν ρωτήσεις απλούς ανθρώπους στο δρόμο που αγωνίζονται για την επιβίωσή τους «τι είναι ιδεολογία;» θα σου απαντήσουν «τίποτα». Ετσι είναι οι περισσότεροι πολίτες: σε σύγχυση. Μπορείς να χειραγωγήσεις πολύ εύκολα ανθρώπους που αντιδρούν με το ένστικτο. Το βιβλίο είναι ένα εκπληκτικό πορτρέτο της σύγχυσης της Ελλάδας, που μοιάζει με τη σύγχυση των Σέρβων. Ημασταν και παραμένουμε μπερδεμένοι».

– Η παράσταση είναι ένα τεράστιο θεατρικό στοίχημα. Πού εστιάζει; Στο ιστορικοπολιτικό σκέλος ή στον άνθρωπο;

«Πάντα με ενδιαφέρει ο άνθρωπος», λέει ο Μιλιβόγεβιτς. «Οι μικρές ιστορίες, οι σχέσεις, το ατομικό πεπρωμένο στο πλαίσιο της μεγάλης ιστορίας».

– Η διασκευή του Μάτεσι πώς κινήθηκε;

«Διάλεξε τους πιο σημαντικούς ήρωες, ενώ μεγάλο μέρος της αφήγησης του βιβλίου ζωντάνεψε με διαλόγους. Με το βιβλίο του Μάτεσι γελάς, συγκινείσαι, άλλοτε λες «έλα τώρα, δεν είναι δυνατό να συμβαίνουν όλα αυτά». Είναι όπως η ζωή. Μερικές στιγμές μου φαίνεται σαν παραμύθι. Ο σουρεαλισμός του βιβλίου ξεπηδά από αληθινά γεγονότα. Με εμπνέει τρομερά. Και θα ήθελα η «Μητέρα του σκύλου» να αγγίξει απ’ τη σκηνή του Εθνικού το σύγχρονο ελληνικό κοινό, το οποίο εντέλει θα αναγνωρίσει κάτι από την κοινή ανθρώπινη εμπειρία». *

Η Ραραού μοιάζει να είναι η ίδια η Ελλάδα

Η Θέμις Μπαζάκα διάβασε τη «Μητέρα του σκύλου»… τώρα. Οταν της πρότειναν το ρόλο της Ραραούς. «Κι έπαθα πλάκα», λέει.

«Γιατί είναι τρομερά δυνατό και βαθιά συγκινητικό βιβλίο. Και ίσως επειδή το διάβασα τώρα που ζούμε όσα ζούμε, η Ραραού, έτσι όπως διασχίζει την Ιστορία της Ελλάδας, μοιάζει σαν να είναι η ίδια η Ελλάδα. Βλέποντας όλα αυτά που πέρασε ετούτος ο λαός και ξαναβρίσκεται στο σημείο zero, ήταν διπλά συγκινητικό για μένα. Ολος αυτός ο κόσμος τι υπέστη! Τι εξευτελισμό!».

Τη συγκλόνισε εξίσου το «σαρκαστικό χιούμορ» του Μάτεσι. «Με το τίποτα σαρκάζει όλες τις μορφές εξουσίας και όλους όσοι έφεραν την Ελλάδα σε αυτό το σημείο. Αυτό δεν πληρώνουμε τώρα; Την ψήφο στο βουλευτή. Τις ψεύτικες συντάξεις. Λες και αυτή η χώρα δεν πέρασε ποτέ αυτά που περιγράφει ο Μάτεσις. Λένε στον πατέρα μου, έναν άνθρωπο 80 ετών, που έχει περάσει Κατοχή και τα πάντα: «Σου κόβω τη σύνταξη, σου παίρνω τα επικουρικά, πέθανε!». Πώς να μην πάρεις βόμβες».

Κι ενώ το έργο διατρέχει την Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, «προς το τέλος γίνεται πιο προσωπικό», επισημαίνει η Θέμις Μπαζάκα. «Δεν ξέρεις πραγματικά τι να διαλέξεις και τι να κάνεις».

Η μόνιμη επωδός της ηρωίδας, που αφηγείται τη ζωή της στον ψυχίατρο, εξηντάρα πια, είναι το ερώτημα «τι είναι πατρίδα», «τι σημαίνει χώρα». «Μια ιδέα είναι η πατρίς, όπως την προσλαμβάνει αυτή η γυναίκα που πέρασε τόσο σκληρή ζωή και έζησε τέτοια τρομερή πείνα αλλά πάντοτε με μια δύναμη να επιβιώσει», υποστηρίζει η Θ. Μπαζάκα. «Και δημιούργησε στο μυαλό της όλον αυτόν τον φανταστικό κόσμο για να μπορέσει να επιβιώσει. Λέει ότι είναι ωραία, σούπερ ηθοποιός, ότι την ποθούσαν όλοι. Κατασκευές του μυαλού της για να νιώσει ότι κάτι είναι. Δεν την είδε πάντως πουθενά της την πατρίδα».

Για την ίδια η Ραραού «είναι ένας άνθρωπος βαθιά πληγωμένος και βαθιά αισιόδοξος. Κουνιέται το μυαλό της. Και πάντα γελάει. Για μένα είναι μια μικρή καθημερινή ηρωίδα, που επιβιώνει χάρη στη φαντασία της. Λέει ένα σωρό σεξουαλικές ιστορίες στα μπουλούκια και τελικά βρέθηκε παρθένα! Είναι αθώα».

«Ακόμα προσπαθώ να την καταλάβω» λέει η ηθοποιός. «Ο Νικίτα δεν βρέθηκε στο Εθνικό με προκατασκευασμένες ιδέες. «Σιγά σιγά» μού λέει».

Εχοντας ξεκινήσει με άπειρους αυτοσχεδιασμούς, «κατόρθωσε να μας κάνει ομάδα», τονίζει. «Ενώ ήμασταν άγνωστοι μας ένωσε. Ως ομάδα θα αφηγηθούμε θεατρικά αυτή την ιστορία. Οχι όμως γραφικά, φολκλόρ. Θα αναδείξουμε τις δυνατές στιγμές της, τη δύναμη του λαού για επιβίωση μέσα στην πείνα. Γιατί το έργο μάς λέει «ξυπνήστε». «Βρείτε την αξιοπρέπειά σας, άνθρωποι»».

info:σκηνικά-κοστούμια: Κένι Μακ Λέλαν, μουσική: Δημήτρης Καμαρωτος και κίνηση: Αμάλια Μπένετ. Παίζουν: Κ. Βασαρδάνης, Αγγελική Δημητρακοπούλου, Β. Καραμπούλας, Τζένη Κόλλια, Υβόννη Μαλτέζου, Θέμις Μπαζάκα, Ηρώ Μπέζου, Θ. Πάνου, Γ. Τσεμπερλίδης, Θεοδώρα Τζήμου και Α. Φραγκάκης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s