«Δεν μπορείς ποτέ να πεις πως τέλειωσες μ’ ένα έργο»

Posted: Ιανουαρίου 6, 2011 in Σκουρολιάκος Πάνος

Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι από τους καλλιτέχνες του θεάτρου που συνδυάζουν τη σταθερή παρουσία στο σανίδι, την ανελλιπή θεατρική δραστηριότητα με την ενεργή συμμετοχή στα κοινά. Υποψήφιος του συνδυασμού «Συνεργασία Σαρωνικός» του Πέτρου Φιλίππου, που βγήκε πανηγυρικά από τον πρώτο γύρο, ανέβασε την ίδια εποχή τον «Φιάκα» του Μισιτζή, μια παλιά κωμωδία του 18ου αιώνα, στην οποία περιγράφεται μέσα από κωμικές καταστάσεις, που φέρνουν στο νου έργα του Μολιέρου καθώς οι «Σοφολογιότατες», η σύγκρουση της ανατολικής και της δυτικής κουλτούρας στην ελληνική κοινωνία της εποχής. Το έργο τον έχει απασχολήσει ξανά στο παρελθόν σκηνοθετικά και υποκριτικά. Στο φετινό ανέβασμα η μουσική παίζει ένα ιδιαίτερο ρόλο.

  • Συναντηθήκαμε για να μιλήσουμε για τη νέα σας παράσταση τον «Φιάκα» του Μισιτζή, αλλά δεν μπορώ να μην ξεκινήσω τη συζήτησή μας με τις πρόσφατες εκλογές. Δεν είναι μόνο που, εκτός από την καλλιτεχνική σας δραστηριότητα, είστε και ενεργός πολίτης με μακροχρόνια πολιτική δράση, αλλά στις εκλογές ήσασταν και υποψήφιος…

Ναι, με τη «Συνεργασία Σαρωνικός» που είχε υποψήφιο δήμαρχο τον Πέτρο Φιλίππου. Ο συνδυασμός μας κέρδισε τις εκλογές από την πρώτη κιόλας Κυριακή με άνετη πλειοψηφία, σχεδόν 56% . Στην περιοχή μας υπήρχε ένα ισχυρό διακύβευμα, το ίδιο το μέλλον του νέου δήμου Σαρωνικού: με υπουργικές υπογραφές έχουν παραχωρηθεί τμήματα της παραλίας σε επιχειρηματίες. Ο αγώνας γι’ αυτό το θέμα ήταν μεγάλος και έντονος. Είναι χαρακτηριστικό πως η αποχή ήταν πολύ μικρή, γύρω στα 20%. Για να μιλήσω πάντως γενικότερα, είναι πολύ λυπηρό το ποσοστό της αποχής, όλοι κλαίνε με κροκοδείλια δάκρυα αλλά πολύ τους βόλεψε που ο κόσμος έμεινε στο σπίτι του και μοιράστηκαν όλα ανάμεσα σε μπλε και πράσινους.

  • Θα συνεχίσετε την ενασχόλησή σας με τα αυτοδιοικητικά του Σαρωνικού;

Έχουμε κάνει πολύ μεγάλο αγώνα, δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε τώρα. Ασχολούμαι με τα κοινά όλη μου τη ζωή. Είτε σε επίπεδο δημοτικών είτε σε επίπεδο κεντρικό, θα συνεχίσω να αγωνίζομαι. Είναι σαν να υπάρχει πια στο DNA μου.

  • Πώς είδατε τα αποτελέσματα των εκλογών;

Όλοι είναι ευχαριστημένοι. Σκέφτομαι ότι έχουμε αυτό που αξίζουμε. Αυτό που με στενοχωρεί είναι ότι πληρώνω το μνημόνιο χωρίς να φταίω. Θα ήθελα να υπήρχε ένας ανιχνευτής εκλογικής συμπεριφοράς. Να βρίσκει ποιοι ψήφισαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, τα δυο κόμματα δηλαδή που ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση και το μνημόνιο, και να τους βάλει να πληρώσουν. Εμείς, οι υπόλοιποι, τι φταίμε;

  • Όμως και στην Αριστερά τα πράγματα είναι δύσκολα. Ό,τι κι αν λέμε, δεν πείσαμε τον κόσμο…

Θα περάσουμε κι άλλες δυσκολίες. Όμως δεν είμαι από αυτούς που λένε πως φταίει μόνο η Αριστερά. Έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης αλλά φταίει επίσης και ο κόσμος. Έχω κουραστεί να μου λένε διάφοροι που δεν έχουν ψηφίσει ποτέ Αριστερά πόσο τους έχει απογοητεύσει η Αριστερά. Η απάντησή μου είναι «κάντε την Αριστερά κυβέρνηση και αν δεν τα καταφέρει, τότε μην την ξαναψηφίσετε». Θεωρώ ότι πρέπει να σταματήσει αυτό το αυτομαστίγωμα.

  • Ας έρθουμε τώρα στον «Φιάκα». Είναι, αν δεν απατώμαι, η τέταρτη φορά που καταπιάνεστε με το έργο. Τι σας κάνει να ξαναγυρίζετε σ’ αυτό;

Στην τέχνη, δεν κλείνεις ποτέ λογαριασμούς. Αν πεις «μ’ αυτό τέλειωσα», έχεις πάψει να είσαι δημιουργικός, έχεις πάψει να προχωράς. Ασχολήθηκα πάλι με τον «Φιάκα» γιατί ήμουν σίγουρος ότι έχω κάτι να πω παραπάνω για το έργο ή πως το έργο είχε να μου πει κάτι ακόμα. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα δείχνει πως και το έργο είχε να μου πει κάτι και εγώ είχα να πω κι άλλα για το έργο.

  • Τι διαφορές παρουσιάζει η φετινή παράσταση από την προηγούμενη του 2002;

Είχα πάντα μια ένσταση με τον «Φιάκα»: ανέβαινε ως γαλλική κωμωδία, ενίοτε μετ’ ασμάτων, γιατί αυτή είναι η εξωτερική φόρμα του. Ο Μισιτζής έμαθε να γράφει θέατρο διαβάζοντας Μολιέρο και γενικά ευρωπαίους συγγραφείς. Το έργο όμως έχει μια ψυχή πολύ ανατολίτικη, κάτι που αγνοείται στα ανεβάσματα. Στην παράσταση του 2002 προσπάθησα να αναδείξω αυτήν την ψυχή και νομίζω πως το κατάφερα. Τώρα πάλι, μαζί με τους συνεργάτες μου, προσπαθήσαμε να ισορροπήσουμε τους δύο κόσμους, την Ανατολή και τη Δύση, που μέσα στο έργο αγαπιούνται και αντιμάχονται. Το ανέβασμα είναι αχρονικό, και στις συμπεριφορές και στο εικαστικό μέρος. είναι ένα έργο που φτάνει μέχρι τις μέρες μας, πάντα έφτανε, τώρα το τονίζουμε πιο πολύ, χωρίς παρεμβάσεις και φτιασίδια, με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο.

  • Ασχολείστε αρκετά με το παλιό ελληνικό θέατρο, του 18ου και του 19ου αιώνα. Θυμάμαι και από την εποχή της θητείας σας στο ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης είχατε αρκετές φορές στο ρεπερτόριο τέτοια έργα…

Ναι, μ’ αρέσει αυτή η εποχή. Έχει θεατρικά κάτι το πρωτογενές. Είναι η νηπιακή ηλικία του νέου ελληνικού θεάτρου μετά από αιώνες παύσης. Αν εξαιρέσει κανείς το φωτεινό διάλειμμα του επτανησιακού και κρητικού θεάτρου, απ’ την πτώση της Κωνσταντινούπολης και μετά, για να μην πούμε και από πιο νωρίς, φτάσαμε στο 19ο αιώνα για να γραφούν ελληνικά έργα. Και είναι κείμενα που έχουν δροσιά, αισιοδοξία, την ιδεολογία του καινούριου που έρχεται.

  • Τα βρίσκετε και υποκριτικά ενδιαφέροντα;

Βεβαίως, όπως συνηθίζω να λέω, αυτοί οι ρόλοι είναι εγγόνια του Καρίωνα, του Ονήσιμου, του Δικαιόπολη, της Λυσιστράτης και παππούδες των θεατρικών ηρώων του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.

  • Στην αφίσα της παράστασης βλέπω μια ιδιαίτερη μνεία στη μουσική επένδυση. Σας απασχόλησε ιδιαίτερα το μουσικό μέρος και γιατί;

Όπως είπαμε, στο έργο υπάρχει μια σύγκρουση Ανατολής και Δύσης. Προσπάθησα να χρησιμοποιήσω μουσική και τραγούδια που ταιριάζουν στην ιδεολογία του έργου και αναδεικνύουν αυτήν τη σύγκρουση. Πλάι στον «Καροτσέρη» που τραγουδά ο υπηρέτης, ακούγονται έργα του Μάλερ από τη δυτικόπληκτη Ευανθία, που διαβάζει ρομάντζα, ενώ ο εραστής τραγουδά το «Τικ, τίκι, τίκι τακ κάνει η καρδιά μου». Η ζωντανή ορχήστρα είναι από τα βασικά στοιχεία της παράστασης. Όμως είχαμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα πώς θα εντάξουμε τη μουσική μέσα στη δράση του έργου. Ξέρετε, είναι πρόβλημα πού θα βάλεις τη μουσική στην κωμωδία για να μην διακόψεις την κωμική ροή. Οι τρεις κοπέλες μουσικοί γίνονται η ίδια η μουσική και μπαινοβγαίνουν αέρινα προσφέροντας στο θεατή πολύ ωραία ακούσματα.

Ταυτότητα της παράστασης: Σκηνοθεσία: Πάνος Σκουρολιάκος, σκηνικά – κοστούμια: Δέσποινα Βολίδη, μουσική επιμέλεια: Χρήστος Τσιαμούλης, Συμμετέχει το μουσικό σχήμα : «Πριντσιπέσσες» (Γ. Μαρίνη, Α. Παπανικολάου Έ. Σαράντη), φωτισμοί: Σπύρος Καρδάρης. Παίζουν: Τζένη Διαγούπη, Πηνελόπη Πιτσούλη, Τιτίκα Σαριγκούλη, Πάνος Σκουρολιάκος και Γιώργος Χριστοδούλου. Θέατρο Μέλι (Φωκαίας 4 & Αριστοτέλους 87, τηλ. 210 822 1111, 210 822 3160). Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Πέμπτη και Κυριακή στις 7 μ.μ., Παρασκευή και Σάββατο 9.15 μ.μ., Σάββατο 6.30 μ.μ.

  • Τη συνέντευξη πήρε η Μαρώ Τριανταφύλλου, Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s