Αρχείο για Ιανουαρίου, 2011

Κείμενα για το τίποτα…

Posted: 31 Ιανουαρίου, 2011 in Πήττα Ερση
Ετικέτες:
  • Η Ερση Πήττα σκηνοθετεί μια χοροθεατρική παράσταση που βασίζεται σε κείμενα του Μπέκετ και συνδυάζει το θέαμα με προβολές έργων του Μπέικον
  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Ο Μπέκετ επί… σκηνής στη χοροθεατρική παράσταση «Μπέκετ 3Β», που είναι εμπνευσμένη από τον κορυφαίο Ιρλανδό δημιουργό και ιδιαίτερα από τα δικά του «Κείμενα για το τίποτα» (γραμμένα το 1950, αντανακλούν την περίοδο που ο συγγραφέας έκανε ψυχανάλυση με τον Bion, εμπεριέχοντας πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία).

Κοσμάς Χατζής, Μαρία Βλαβιανού, Μαρία Περδίκη, Πάνος Γκιουλής, Γιάννης Νταής, σε στιγμιότυπο της παράστασης

Κοσμάς Χατζής, Μαρία Βλαβιανού, Μαρία Περδίκη, Πάνος Γκιουλής, Γιάννης Νταής, σε στιγμιότυπο της παράστασης

Ενα θέαμα με νέους ηθοποιούς υπό τη σκηνοθετική και χορογραφική καθοδήγηση της Ερσης Πήττα, το οποίο θα παρουσιαστεί σήμερα, αύριο, Παρασκευή και Σαββατοκύριακο (9 μ.μ.) στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ασχολούμενη με το χορό και την κινησιολογία αρκετά χρόνια, με παραστάσεις σε Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, με συνεργασίες εδώ με Εθνικό Θέατρο, Θέατρο Τέχνης, Πειραματικό Θέατρο, ΚΘΒΕ, κ.λπ, με πλούσια εμπειρία στην αρχαία τραγωδία και κωμωδία, η Ερση Πήττα μιλάει στην «Ε» για την τωρινή της δουλειά.

  • Γιατί επιλέξατε τον Μπέκετ;

«Για να δουλέψω σκληρά. Να σκάψω στο υποσυνείδητό μου. Πάντα με ενδιέφερε ο Μπέκετ. Διάβασα τη βιογραφία του από την Deirdre Bair και αυτό μου κίνησε το ενδιαφέρον! Τα «Κείμενα για το τίποτα» εμπεριέχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα».

  • Πώς χορογραφείται ο λόγος του; Σε τι δώσατε έμφαση στην παράσταση;

«Ο λόγος συνυπάρχει με την κίνηση. Πολλές φορές και ως παράλληλη δράση. Στην παράσταση έχω δώσει έμφαση σε θεματικές γνωστές του Μπέκετ που αναφέρονται στα κείμενα: το ταξίδι, η εγκατάλειψη, η απουσία, το κενό, ο θύτης που γίνεται θύμα και πάνω απ’ όλα η ποίηση».

  • Η παράστασή σας συνυπάρχει με προβολές ζωγραφικών έργων του Φράνσις Μπέικον. Εχουν εκλεκτικές συγγένειες οι δύο δημιουργοί;

«Τα στοιχεία και των δύο ενώνονται εκλεκτικά και δημιουργούν μια κοινή ατμόσφαιρα. Κοινές θεματικές και των δύο είναι η μοναξιά, η άπνοια και το απροσδόκητο, μέσα από τις οποίες διαφαίνεται μια ωμότητα και ένα αδιέξοδο υπαρξιακό».

  • Εχοντας κάνει χορογραφίες σε αρκετές παραστάσεις σε Γαλλία, Αγγλία, ΗΠΑ, πού νιώθετε πιο καλά, έξω ή στην Ελλάδα;

«Νιώθω καλά παντού. Αλλά προτιμώ να ζω στην Ελλάδα – παρόλο που έξω οι συνθήκες εργασίας είναι ασύγκριτα καλύτερες».

  • Η έρευνα και οι νέοι καλλιτέχνες είναι στις προτεραιότητές σας. Γιατί;

«Με την έρευνα πάντα ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο. Προτιμώ τη συνεργασία με νέους καλλιτέχνες γιατί είναι ανοιχτοί σε νέες προτάσεις».

  • Εχετε πλούσια εμπειρία στο αρχαίο δράμα συνεργαζόμενη με αρκετά καταξιωμένα σχήματα. Υπάρχει κάποιο καταστάλαγμα σε σχέση μ’αυτό;

«Το αρχαίο δράμα εμπεριέχει τα πάντα. Σ’ αυτό οι αξίες λειτουργούν διαχρονικά. Η εμπειρία μου στο αρχαίο δράμα με βοηθάει να κατανοήσω καλύτερα τους σύγχρονους».

  • Η γλώσσα του σώματος σε σχέση μ’ αυτή της λογικής έχει κάποια συν και πλην;

«Η γλώσσα του σώματος καταγράφεται σημειολογικά με τη δική της λογική. Το ζητούμενο είναι να εναρμονιστεί η σκέψη με τη γλώσσα του σώματος».

info: Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής. Ερμηνεύουν οι: Μαρία Βλαβιανού, Πάνος Γκιουλής, Γιάννης Νταής, Μαρία Περδίκη, Ειρήνη Στάικου, Κοσμάς Χατζής.

Δύο καταξιωμένες κυρίες του θεάτρου -και όχι μόνο-, η Αννα Φόνσου και η Τζέσυ Παπουτσή, ενώνουν τις δυνάμεις τους και εγκαινιάζουν τη θεατρική συνεργασία τους με μια παράσταση που θα συγκινήσει και θα μιλήσει στην καρδιά του θεατρόφιλου κοινού… Για τις 9 Φεβρουαρίου έχει προγραμματιστεί στο θέατρο «Βεάκη» η πρεμιέρα του έργου «Οσκαρ», του Ερικ Εμάνουελ Σμιτ, ενός συγγραφέα που θεωρείται από τους σημαντικότερους της Γαλλίας τα τελευταία χρόνια. Η Αννα Φόνσου, στον ρόλο του 10χρονου Οσκαρ, «τσαλακώνει» την εικόνα της και εμφανίζεται στη σκηνή κυριολεκτικά αγνώριστη…

– Κυρία Φόνσου, είχατε εγκαινιάσει το θέατρο «Βέακη» όταν είχε πρωτοανοίξει. Πώς αισθάνεστε τώρα που επιστρέφετε έπειτα από πολλά χρόνια;

Αισθάνομαι πως θα το κλείσω… (γελάει). Είναι αλήθεια ότι το θέατρο «Βεάκη» χρωστάει πολλά σε εμένα. Κατ’ αρχάς, μου χρωστάει το όνομά του. Ηταν πρόταση δική μου να δοθεί το όνομα ενός σπουδαίου ηθοποιού, του Αιμίλιου Βεάκη, που δεν πρόλαβα να γνωρίσω. Να και ένας που δεν τον πρόλαβα… (γέλια). Το πρωτοξεκινήσαμε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και τον Μίμη Φωτόπουλο.

– Τι χαρακτηρίζει την παράσταση «Οσκαρ» του Ερικ Εμανουέλ Σμιτ, που ανεβάζετε σε λίγες ημέρες στο θέατρο;

Πρώτα απ’ όλα ήταν το όνειρό μου… Οχι για τον ρόλο αυτόν καθ’ αυτόν, αλλά γιατί πιστεύω ότι είναι ένα μάθημα ζωής αυτό το έργο. Θα υποδυθώ τον Οσκαρ, ένα παιδί που πάσχει από καρκίνο, και η ζωή του ξαφνικά συρρικνώνεται μέσα σε λίγες ημέρες και μια νοσοκόμα βρίσκει το αντίδοτο στη θλίψη του. Πώς; Μα εφευρίσκοντας τρόπους, ώστε το παιδί να έχει την ψευδαίσθηση ότι κάθε ημέρα που αποχαιρετά είναι σαν να αφήνει πίσω του δέκα ολόκληρα χρόνια.

– Είναι δύσκολος ο ρόλος του Οσκαρ;

Κατ’ αρχάς, μιάμιση ώρα είμαι στη σκηνή, δεν φεύγω καθόλου, γιατί η μία σκηνή εναλλάσσεται με την άλλη. Βεβαίως, αυτό με κουράζει, αλλά με εξιτάρει το γεγονός ότι συμπρωταγωνιστώ με την Τζέσυ Παπουτσή, που θα τη δείτε σε δραματικό ρόλο, κάτι το οποίο δεν έχετε συνηθίσει από εκείνη, είναι καταπληκτική, είναι σπουδαία ηθοποιός.

– Εχετε υποδυθεί αρκετές φορές με επιτυχία το αγοροκόριτσο στο παρελθόν.

Είναι αλήθεια… το παιδί είναι όμως πάντα παιδί, είτε είναι ρόλος του Μπρεχτ είτε του Αλέκου Σακελλάριου. Νομίζω ότι δανείζομαι στοιχεία από μένα, γιατί δεν έχει σβήσει το παιδί που έχω μέσα μου. Γιατί αν είχε σβήσει, θα έπρεπε τώρα εγώ κανονικά να πάρω σύνταξη, να κάτσω σπίτι μου και να μάθω να κάνω κεφτέδες, κάτι που δεν έμαθα τόσα χρόνια. Αυτό που δεν μπορεί να μου φύγει είναι η μανία μου για το θέατρο ειδικά, γιατί με την τηλεόραση δεν τα έχω και πολύ καλά.

  • ΤΟ «DANCING» ΚΑΙ Η ΖΕΤΑ

– Η τηλεόραση δεν σας αφορούσε ποτέ;

Με αφορά η τηλεόραση… δεν με αφορούν οι άνθρωποι που είναι στην τηλεόραση. Νευριάζω, γιατί εγώ πρέπει να απολογηθώ στον εκάστοτε κύριο που έχει χρήματα το γιατί ζάρωσα, γιατί πάχυνα και όλα αυτό που βαριέμαι και προτιμώ να κάνω άλλες δουλειές από το να απολογούμαι σε δαύτους.

– Θα συμμετείχατε στο «Dancing with the stars»;

Ναι αμέ! Είναι κορόιδα που δεν με πήρανε τηλέφωνο, γιατί εγώ ήμουν χορεύτρια. Ναι, θα πήγαινα. Γιατί μου αρέσει ο χορός και μου αρέσει πολύ η Ζέτα Μακρυπούλια.

– Δύο αξιόλογοι ηθοποιοί δήλωσαν ότι δεν την αποδέχονται για συνάδελφό τους…

Είναι σαχλαμάρες αυτά. Εδώ έχουμε αποδεχθεί τόσους και τόσους, η Μακρυπούλια μάς μάρανε… Τουλάχιστον αυτή είναι όμορφη και καλή.

– Ο κλάδος του ηθοποιού μαστίζεται και αυτός από την ανεργία;

Ηθοποιοί υπάρχουν, αλλά βεβαίως δεν είναι επαγγελματίες, και από την άλλη και αυτοί που είναι δεν βρίσκουν δουλειά γιατί μπήκαν στη ζωή μας τα τουρκικά σίριαλ και έχουν πάθει ψυχολογικό τραλαλά οι άνθρωποι. Και από τους επαγγελματίες ηθοποιούς ποιος θα δεχθεί μικρό ρόλο στο θέατρο, αφού έχουν συνηθίσει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στην τηλεόραση;

– Πιστεύετε ότι έχουν αδικηθεί οι ηθοποιοί στην Ελλάδα;

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ελληνες ηθοποιοί έχουν αναγνωριστεί από μεγάλους ξένους σκηνοθέτες, όμως επαναλαμβάνω ότι μας λείπει ο επαγγελματισμός και η οργάνωση. Δεν είναι δυνατόν να μας δίνεται ένα κείμενο στο παρά πέντε και να πρέπει να το παίξουμε ακριβώς. Και, βεβαίως, το μηνιάτικο ενός ηθοποιού στην Ελλάδα είναι το νυχτοκάματο μιας σταρλετίτσας τραγουδίστριας στα μπουζούκια, που δεν παράγει και τέχνη.

  • «Εάν δεν είμαι ερωτευμένη, βαριέμαι…»

– Ποια είναι η σχέση σας με τον χρόνο;

Ο χρόνος είναι άχρονος για εμένα… Δεν με αφορά ο κύριος αυτός.

– Ο έρωτας εξακολουθεί να υπάρχει στην ωριμότητα;

Για εμένα ο έρωτας παίζει πάντα μεγάλο ρόλο… Εάν δεν είμαι ερωτευμένη, δεν μπορώ ούτε να παίζω στο θέατρο, βαριέμαι, παχαίνω και δεν με αφορά η ζωή μου. Θέλω να νιώθω και να λειτουργώ σαν 18άρα, να τσακώνομαι, να χωρίζω, να μη χωρίζω, να παίρνω στο τηλέφωνο τις φίλες μου και να τους λέω μου συνέβη αυτό, μου συνέβη το άλλο, τι πρέπει να κάνω, τι με συμβουλεύετε και όλα αυτά… Δεν μπορώ να λειτουργήσω στην καθημερινότητά μου εάν δεν είμαι ερωτευμένη.

– Αρα είστε ερωτευμένη;

Φυσικά και είμαι ερωτευμένη! Αλλά δεν θα σου πω με ποιον…

  • ΤΖΕΣΥ ΠΑΠΟΥΤΣΗ: «Είμαι μια χορτάτη ηθοποιός»

Μπορεί στην τηλεόραση να την είχαμε συνηθίσει σε κωμικούς ρόλους, στο θέατρο όμως η πορεία της είναι διαφορετική. Στον ρόλο της νοσοκόμας, που αγγίζει την ψυχή και τη ζωή του μικρού Οσκαρ, θα αγγίξει σίγουρα και την ψυχή όλων όσοι θα την παρακολουθήσουν…

– Κυρία Παπουτσή, ποσά χρόνια μετράτε στο «σανίδι»;

Τριάντα οκτώ συνεχόμενα, από το 1973 που τελείωσα τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Αγαπώ τόσο πολύ αυτήν την δουλειά, που είναι σαν να την ξεκίνησα χθες.

– Σε λίγες ημέρες θα σας δούμε στο θέατρο, έπειτα από καιρό, σε έναν δραματικό ρόλο.

Εχει και από τα δύο ο ρόλος αυτός, και χιούμορ και δράμα. Στο θέατρο έχω παίξει και δραματικούς ρόλους, αλλά στην τηλεόραση σπάνια, μόνο κάνα δυο σκηνές. Στον χώρο μας, σου βάζουν την ετικέτα και δεν προσπαθούν να δουν τι άλλο έχει ένας άνθρωπος μέσα του. Τέλος πάντων, είμαι ευχαριστημένη με την πορεία μου, είμαι μια χορτάτη ηθοποιός.

– Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεστε με την Αννα Φόνσου;

Οχι, είχαμε συνεργαστεί και στο παρελθόν, στη «Λυσιστράτη». Εκείνη έκανε τη Λυσιστράτη και εγώ την Κλεονίκη. Τη γνωρίζω πολλά χρόνια, είναι εξαιρετικός άνθρωπος, ευγενική ψυχή, παρορμητική και τρελή όπως εγώ. Γιατί εάν δεν έχεις τρέλα, δεν μπορείς να κάνεις το δικό μας επάγγελμα. Την αισθάνομαι σαν δικό μου άνθρωπο.

– Τι μηνύματα περνάτε μέσα από την παράσταση;

Σχεδόν κάθε ατάκα είναι και ένα μήνυμα. Είναι μια πραγματική εμπειρία για τον θεατή η πλοκή και τα λόγια αυτού του έργου. Αν σου τα περιγράψω, θα χάσουν την αξία τους.

– Τα έργα έρχονται και ξανάρχονται. Λίγοι ψάχνουν και προτείνουν καινούργια…

Εχεις απόλυτο δίκιο. Το να ψάξεις ένα καινούργιο έργο, κατά τη γνώμη μου, είναι τεράστιο ρίσκο στην εποχή μας. Οταν γνωρίζεις ότι ένα έργο έχει κάνει επιτυχία και ταυτόχρονα είναι και καλό, είναι σαν το παλιό κρασί που ξέρεις ότι θα έχει ωραία γεύση. Αλλιώς θα πρέπει να ψάξεις πολύ, να διαβάσεις πολλά έργα και τέλος πρέπει να ρισκάρεις. Από ό,τι φαίνεται, οι επιχειρηματίες και οι θιασάρχες δεν λειτουργούν έτσι.

  • ΧΑΜΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ

– Κοιτάζοντας πίσω, ποια θεωρείτε ότι ήταν η μεγαλύτερη προσφορά σας, ότι κάνατε τον κόσμο ευτυχισμένο σαν ηθοποιός ή ότι αφήσατε κάτι για τους νέους ηθοποιούς που κάποιος θα το πάει πιο πέρα;

Νομίζω και τα δύο. Με τον κόσμο έχω μια ιδιαίτερη σχέση, με αγαπάνε πολύ. Εχω προσπαθήσει όμως γι’ αυτό και εγώ, στο να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας μου και να ξεχωρίζω την εργασία από τη ζωή μου. Το δικό μας το επάγγελμα είναι εποχικό, σαν τα στολίδια των Χριστουγέννων, που βγαίνουν πολύ λίγο και ξαναμαζεύονται. Η μόνη διαφορά είναι ότι είσαι εκτεθειμένος και είναι πιο δύσκολο να είσαι εντάξει και να μη σου ξεφύγει κάπου και κάνεις καμιά βλακεία. Αυτό το καταλαβαίνει ο κόσμος και το εισπράττει.

Πάντα ήμουν χαμηλών τόνων άνθρωπος. Τώρα, για το δεύτερο που με ρώτησες, τα τελευταία χρόνια έχω συνεργαστεί με νέα παιδιά και πραγματικά χαίρομαι γι’ αυτό. Θα τους συμβούλευα να βρίσκουν τρόπους να λειτουργούν, που ίσως δεν έχουν σκεφτεί, με το να παρακολουθούν τους παλαιότερους και να δανείζονται πράγματα από εκείνους. Κάτι που έκανα και εγώ στο παρελθόν παρακολουθώντας στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου σπουδαίους ηθοποιούς, οι οποίοι ήταν τα εφόδιά μου για να προχωρήσω στον δύσκολο δρόμο που ονομάζεται υποκριτική.

– Το πρόγραμμα ενός ηθοποιού ακούγεται πολύ κουραστικό;

Είναι πολύ κουραστικό, χρειάζονται πολλές πρόβες για να ανέβει ένα έργο, ενώ την ώρα της παράστασης δεν μπορεί να καταλάβει κανείς, παρά μόνον αυτός που παίζει. Εκείνη την ώρα είσαι ξεβράκωτος μπροστά στον κόσμο, ο οποίος έχει επιλέξει από τα τόσα θέατρα να έρθει να σε δει, και αυτό είναι η μεγαλύτερη ευθύνη. Οσο για την τηλεόραση, τα πράγματα είναι πιο εύκολα, γιατί έχεις την ευκαιρία να διορθώσεις τον εαυτό σου. Περνώντας από την πόρτα του θεάτρου, πρέπει να έχεις τελειώσει το οποιοδήποτε πρόβλημα που σε απασχολεί, να παίξεις με σπασμένο χέρι, με σπασμένα πόδια, άρρωστος, δεν υπάρχει έλεος για τίποτα. Είναι σκληρή δουλειά και αυτό το γνωρίζουμε προτού ακολουθήσουμε αυτό το επάγγελμα και πρέπει να το υπηρετήσουμε πιστά, κατά τη γνώμη μου.

– Τώρα τελευταία συνηθίζεται άνθρωποι από άλλους χώρους, όπως μοντέλα και τραγουδιστές, εύκολα να μεταπηδούν στην ηθοποιία. Εσείς πώς το εκλαμβάνετε αυτό;

Ερχονται στο καμαρίνι μου δέκα μαμάδες και οι οκτώ θέλουν τα παιδιά τους να γίνουν ηθοποιοί. «Πέστε μας, κυρία Παπουτσή, εσείς γίνατε ηθοποιός…» μου λένε. Μα εγώ δουλεύω τριάντα οκτώ χρόνια και έγινα, εντάξει τι να πεις… Εφόσον δεν υπάρχει άδεια ηθοποιού και μπορεί να πάει όποιος θέλει να παίξει, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Εάν ο επιχειρηματίας που θα πληρώσει και θα ανεβάσει το έργο εμπιστεύεται οποιονδήποτε από αυτούς τους ανθρώπους, άνδρα ή γυναίκα, τι να πω εγώ;

  • «Προτιμούν τα νέα παιδιά»

– Για ποιον λόγο τα τελευταία χρόνια δεν κάνετε τηλεόραση;

Τελευταία φορά που έκανα τηλεόραση ήταν ένα σίριαλ πριν από δύο χρόνια, έκτοτε τίποτε άλλο. Δεν με έχει φωνάξει κανείς μέχρι σήμερα και να μου κάνει μια καλή πρόταση, παρά μόνο για δύο γκεστ, τα οποία αρνήθηκα ευγενικά, καθώς πίστευα ότι δεν αξίζει τον κόπο η ταλαιπωρία που θα περνούσα για να κάνω αυτές τις δύο εμφανίσεις για μηδαμινά χρήματα. Και πλέον προτιμούν νέα παιδιά, που παίρνουν πολύ λίγα χρήματα, αν και εκεί νομίζω ότι υπάρχει μία οικονομική εκμετάλλευση. Πάντως, από την άλλη χαίρομαι που παίρνουν νέους ανθρώπους, γιατί είναι ένα πολύ ελπιδοφόρο μήνυμα. Τώρα πια νομίζω ότι εμάς δεν θα μας ξαναφωνάξει κανείς.

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΟΣΜΑΝΗΣ, ESPRESSO, 30.1.2011
  • Τον Φεβρουάριο θα παίξει στην «Τριλογία του παραθερισμού» στο Εθνικό. Ο 30χρονος ηθοποιός δηλώνει γοητευμένος από τον Κάρλο Γκολντόνι και επισημαίνει τις αντιστοιχίες ενός έργου που γράφτηκε πριν από τρεις αιώνες με το σήμερα

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Εχοντας μια γεμάτη και δημιουργική πορεία, ο ηθοποιός Γιάννος Περλέγκας νιώθει ότι δουλεύει σε ένα θέατρο (το Εθνικό) όπου «συμβαίνουν τα περισσότερα πράγματα», ενώ συνεργάζεται με σημαντικούς σκηνοθέτες. «Εχω περάσει και από ομάδες και καταλαβαίνω πλέον ότι σημασία έχει να λειτουργεί κανείς χωρίς εγωισμούς αλλά με γνώμονα τη συνεργασία. Θεωρώ ότι η συνεύρεση στο θέατρο είναι απόλυτη ανάγκη για τον ηθοποιό». Οσο για την εποχή μας και τον τρόπο ζωής που χαρακτηρίζει την καθημερινότητά μας, βλέπει να επιστρέφουμε «σε πιο άγριες καταστάσεις. Θέλω να ελπίζω ότι επειδή είναι τέτοια η κοινωνική και η οικονομική κατάστασηφθάνουμε στον πάτοαν και πάντα υπάρχει και πιο κάτω-,οπότε θα πέσουν πια και τα προσωπεία και οι μάσκες.Βλέπω τα σημάδια».

Στα 30 του χρόνια ο Περλέγκας μετρά περισσότερα από 20 έργα, ενώ στο βιογραφικό του ξεχωρίζουν η πρώτη του παράσταση- όταν τον διάλεξε ο Λευτέρης Βογιατζής, μαθητή ακόμη της Δραματικής Σχολής, για να παίξει στο «Καθαροί πια»-, ένα βραβείο Χορν, πρωταγωνιστικοί ρόλοι όπως του Ρομπέρτο Τσούκο, προ διετίας, αλλά και μια σκηνοθεσία. «Η τριλογία του παραθερισμού» του Κάρλο Γκολντόνι είναι το τέταρτο έργο στο εναλλασσόμενο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου στο οποίο ο ίδιος έχει αναλάβει έναν από τους καθοριστικούς ρόλους- παίζει άλλωστε συγχρόνως και στην «Εμίλια Γκαλότι» του Λέσινγκ. Γραμμένο στα μέσα του 18ου αιώνα, το συγκεκριμένο έργο μοιάζει να γράφτηκε για να αποτυπώσει την κοινωνία του 21ου αιώνα: μια κοινωνία που μοιράζεται ανάμεσα στο ψέμα και στην επιτήδευση, που θέλει να προκαλεί και να εντυπωσιάζει, ακόμη και αν πρέπει να δανειστεί ή και να χρεοκοπήσει.

Παρ΄ ότι το πρωτοδιάβασε όταν του το πρότεινε ο Νίκος Μαστοράκης- ο οποίος το διασκεύασε, το σκηνοθετεί, ενώ έχει επιμεληθεί και τη μουσική-, ο Περλέγκας γοητεύθηκε από το σύμπαν που δημιουργεί ο Γκολντόνι και τις αντιστοιχίες με το σήμερα. «Υφολογικά, κυρίως,παραπέμπει στη σύγχρονη εποχή. Ενα από τα βασικά στοιχεία είναι η επιδειξιμανία και η ανάγκη των ηρώων να προβάλλονται μέσα από τα ρούχα. Είναι τόσο υπερβολικά τα ρούχα που θέλουν να φορούνπου καταντούν παλιά. Μοιάζει σαν να θέλουν να τα φορούν για να βγουν στην πασαρέλα, σαν να θέλουν να επιδειχθούν». Και θυμίζει τη φράση ότι «κάθε άνθρωπος καθορίζεται από τρεις τάξεις:την τάξη στην οποία ανήκει,εκείνη στην οποία βρίσκεται και εκείνη στην οποία θα ήθελε να βρίσκεται, που είναι και η πιο καθοριστική. Διότι αυτή η μεσαία τάξη θα έπρεπε να βασιστεί στην ηθική της εργασίας. Αντ΄ αυτού επιλέγει μια οικονομική και ηθική καταστροφή, μια κατάσταση που τον οδηγεί στην έλλειψη αυτοεκτίμησης» .

«Ο Λεονάρντο,τον οποίο υποδύομαι», συνεχίζει, «όπως και όλοι οι άλλοι ρόλοι του έργου, ανήκει στη μεσαία κοινωνική τάξη, τη μικρομεσαία, των μικροεισοδηματιών. Στην εποχή του ο Γκολντόνι ήθελε να καυτηριάσει, να στηλιτεύσει τα ιδανικά και τις αξίες αυτής της τάξης, η οποία ήθελε να μιμηθεί την ανώτερη χωρίς να έχει τα εφόδια. Εχουμε να κάνουμε με πρόσωπα που υπακούν στις επιταγές της μόδας της εποχής και κυρίως στον τρόπο παραθερισμού που επιβαλλόταν». Πράγμα που σημαίνει, όπως εξηγεί ο Γιάννος Περλέγκας, ότι έπρεπε να νοικιάσουν μια βίλα και να επιδεικνύουν τον πλούτο- είτε τον είχαν είτε όχι- και τη χλιδή.

«Ηθελαν να κάνουν εντύπωση ακόμη και αν χρειαζόταν να πνιγούν στα χρέη και στα δάνεια. Οσο για τον Λεονάρντο, θα τον έλεγα και επιπόλαιο». Αντίστοιχη νοοτροπία έχει στην «Τριλογία» και η οικογένεια της κοπέλας την οποία έχει ερωτευθεί ο Λεονάρντο, και ας δείχνει ότι έχει καλύτερη οικονομική κατάσταση. «Γι΄ αυτό και στο τρίτο μέρος είναι όλοι κατεστραμμένοι» προσθέτει. Ακόμη και οι γάμοι που γίνονται στο έργο του Γκολντόνι δεν έχουν ως κίνητρο την αληθινή αγάπη αλλά την επιβολή τού ενός απέναντι στον άλλον. «Το θέμα του Λεονάρντο είναι να παντρευτεί για να μην κερδίσει την κοπέλα ο ανταγωνιστής του.Το ίδιο κάνει και η αδελφή του».

Διαφορετικό από τα άλλα έργα του Γκολντόνι, «Η τριλογία του παραθερισμού» διαθέτει τα κωμικά χαρακτηριστικά της εργογραφίας του ιταλού δημιουργού. «Ωστόσο» εξηγεί ο Γιάννος Περλέγκας «οι ήρωές του είναι χαρακτήρες και όχι τύποι. Είναι σύνθετες προσωπικότητες, με τα δικά τους προβλήματα. Μέσα από το έργο παρακολουθούμε μια κοινωνική τοιχογραφία που παραπέμπει στο περίπλοκο των μεγάλων μυθιστορημάτων. Διαθέτει βάθος, μελοδραματικά στοιχεία… Ενώ ξεκινά σαν μια κωμωδία παρεξηγήσεων, καταλήγει σε ένα βαθιά κυνικό και πικρό έργο- υπάρχουν κυνισμός και πικρίες στην προσωπική, στην κοινωνική και στην ερωτική ζωή όλων των ηρώων».

* Πρεμιέρα την Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου- Κτίριο Τσίλλερ, στις 21.00.

  • Επειτα από πενήντα χρόνια κινηματογράφο, ο Σταύρος Τσιώλης σκηνοθετεί για το θέατρο
  • Συνέντευξη στον Παναγιωτη Παναγοπουλο, Η Καθημερινή, Kυριακή, 30 Iανoυαρίου 2011

Μια συζήτηση με τον Σταύρο Τσιώλη δύσκολα μπορεί να μετατραπεί σε συνέντευξη. Είναι όμως η πιο ευχάριστα ανοργάνωτη συνομιλία, με τον Τσιώλη να αφηγείται ιστορίες από ανθρώπους που βρίσκονται ή πέρασαν από τη ζωή του, συναδέλφους από τον κινηματογράφο, χαρακτήρες που συνάντησε τυχαία και του άφησαν μια φράση που χρησίμευσε αργότερα σε ένα σενάριο. Ή τώρα πια σε ένα θεατρικό έργο. Επειτα από πενήντα χρόνια στον κινηματογράφο και αφού υπηρέτησε με την ίδια συνέπεια και τον ίδιο σεβασμό στους κώδικες και τον παλιό εμπορικό και τον νέο ελληνικό κινηματογράφο, ο Σταύρος Τσιώλης έχει στραφεί στο θέατρο. Ως συγγραφέας, αφού όπως λέει, δεν τολμά ακόμη να σκηνοθετήσει σε έναν τόσο διαφορετικό χώρο. Το «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» είναι η πρώτη του ιστορία στην οποία πρωταγωνιστούν οι γυναίκες, δυο γυναίκες που περιμένουν σ’ ένα σταθμό τρένου περιμένοντας το αποτέλεσμα ενός αγώνα, αλλά και ένα ραντεβού με τον Σάκη Ρουβά. «Τι να πούμε τώρα Παναγιώτη;», είναι η μόνιμη ανησυχία του Τσιώλη. Ομως οι αφηγήσεις του έχουν να πουν πολλά.

– Είναι μόλις το δεύτερο θεατρικό σας. Γιατί έχετε ασχοληθεί τόσο λίγο με το θέατρο;

– Κοίτα, εδώ δεν πατάγαμε στο θέατρο. Σαράντα χρόνια σχεδόν δεν έμπαινα. Δεν το αγαπούσα. Ελεγα, «τι κάνουνε τώρα αυτοί, είναι πάνω σε μια σκηνούλα και μιλάνε». Βέβαια, είχα διαβάσει και αρχαία τραγωδία και Τενεσί Γουίλιαμς και τη μεγάλη μου αγάπη, τον Τσέχοφ. Αλλά δεν είχα επικοινωνία. Μια κοπέλα με πήγε στο θέατρο και άρχισα να βλέπω. Εβλεπα ότι είχε κάτι σωματικό. Το έχουμε αυτό και στον κινηματογράφο, αλλά μετά χάνεται, γίνεται σκιές. Και βλέποντας, άρχισε να μ’ αρέσει και να με συγκινεί. Από τις σκιές του κινηματογράφου, τις μεγάλες, που τις έβλεπα και χανόμουνα, σιγά σιγά μ’ άρεσε και το μικρότερο, το σωματικό, το μερικό, οι φωνούλες, τα χρώματά τους. Και πάλι όμως, δεν μου είχε περάσει από το μυαλό να κάνω κάτι στο θέατρο, ύστερα από πενήντα χρόνια στον κινηματογράφο. Και ξέρεις, έχω μεγάλο σεβασμό για τους σκηνοθέτες του θεάτρου. Διότι για εμάς του κινηματογράφου είναι πιο εύκολο να έχουμε ρυθμό με τις αλλαγές τοπίων και με το μοντάζ.

Στο θέατρο, ο σκηνοθέτης τι να κάνει; Εχει τρία πρόσωπα, ένα ντεκοράκι, ένα σαλονάκι που κάθονται εκεί πέρα… πού να εφεύρει πράγματα να μας ανεβάσει; Κι όμως, άρχισα να νιώθω ότι φεύγω πιο πολύ με το θέατρο. Ακόμη και διαβάζοντας θεατρικά έργα. Από τον «Γλάρο» και το «Λεωφορείον ο πόθος» έκανα μέρες να συνέλθω. Από τις παραστάσεις που είχα δει παλιά, θυμάμαι που με είχε εντυπωσιάσει το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» στο Θέατρο Τέχνης, με τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Και τότε είχα φτιάξει μια μυθολογία μέσα μου, ότι είχε μπει τόσο πολύ μέσα στον ρόλο –μιλούσαμε τότε με θαυμασμό για το Actor’s Studio, τον Καζάν, τη Βίβιαν Λι– και έλεγα μέσα μου, «πάει, το χάσαμε το κορίτσι». Εφυγε, χάθηκε και επέστρεψε μετά από χρόνια. Ηταν τόσο συγκλονιστική… Αυτό δεν ήταν θέατρο, ήταν έρωτας.

  • Χορτάσαμε Μπρεχτ

– Ποιο είναι το θέατρο που αγαπάτε;

– Νομίζεις ότι δεν αγαπάω τον Μπρεχτ; Τον αγαπάω κι αυτόν, αλλά φεύγω μ’ ένα μήνυμα. Εντάξει, χορτάσαμε από μηνύματα. Δεν θέλω άλλα. Ο Μπρεχτ αποδείκνυε κάτι. Ηταν σαν να μού την έφερνε. Ελα εδώ, κάτσε κάτω και θα σε πάω σιγά σιγά σε ένα συμπέρασμα. Ο «Γυάλινος κόσμος» δεν θέλει να με πάει πουθενά. Ο «Επιστάτης» δεν θέλει να με πάει πουθενά. Αυτό το θέατρο αγαπάω, που είναι κοντά στο παράλογο, λίγο κοντά στην αλήθεια, που είναι κοντά στις γυναίκες. Οταν υπάρχουν ηρωίδες που βρίσκονται στην τελική πορεία, που φτάνουν κοντά στην απώλεια, στον δρόμο προς την τρέλα, εκεί κάνω να συνέλθω και δυο μήνες. Και πάντα ονειρευόμουν να κάνω τέτοιες γυναίκες, γιατί γνώρισα τέτοιες.

– Οι γυναίκες του «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» πού βασίζονται;

– Ολες σε αληθινά πρόσωπα. Η πρώτη ατάκα που λέει μια από τις γυναίκες του έργου, η περαστική κυρία, είναι απολύτως πραγματική. Είχε συμβεί κάτι και περπατούσα ένα βράδυ στο Χαλάνδρι αφηρημένος και σκοτεινός. Με πλησιάζει τότε μια κυρία και μού λέει: «Κύριε, είστε σε απόγνωση. Φοβάστε την απόγνωση. Εγώ δεν τη φοβάμαι. Είναι για μένα ένα καταφύγιο». Και άρχισε μετά να μού μιλάει για τις κυρίες του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας της, που είχαν κάτι σαν σωματείο και σνόμπαραν τις κυρίες των άλλων ορόφων. Εκαναν παρέα μεταξύ τους, γιατί οι του πρώτου ήταν πάνω στον θόρυβο και στις του ρετιρέ ήταν εύκολο να παρεισφρήσει ένας κλέφτης, αλλά και ένας εραστής. Και εκείνη την ώρα έλεγα μέσα μου: «Θεέ μου, μού δίνεις από τη μια πόνο, κι από την άλλη μού κάνεις αυτό το δώρο. Σώθηκα με τη γυναίκα αυτή. Θα βγάλω δυο θεατρικά». Τής έδωσα ραντεβού για το επόμενο Σάββατο, αλλά δεν ξαναήρθε ποτέ.

Αυτή ήταν ό, τι ονειρευόμασταν πάντα με τον Δημήτρη τον Κεχαΐδη. Κατά βάθος είμαστε τεμπέληδες. Πηγαίναμε στο Μοναστηράκι με μαγνητόφωνα και γράφαμε. Περιμέναμε να γίνει καμιά φασαρία, να πάμε μετά να το απομαγνητοφωνήσουμε, να τού βάλουμε κι έναν τίτλο και να το πάμε στον Κουν. Ούτε μηνύματα ούτε τίποτα. Δεν μας το έκανε όμως αυτό το δώρο ο Θεός. Μας έδωσε κομματάκια.

– Και οι δύο βασικές ηρωίδες;

– Και σ’ αυτές υπάρχει μια αλήθεια. Οταν είχε γίνει ο αγώνας Ολυμπιακού – ΠΑΟΚ, είχα κατέβει στον Σταθμό Λαρίσης, βλέποντας τον κίνδυνο και με τον φόβο να γίνουν φασαρίες. Προχωρούσαν 2.500 παιδιά, με φωνές, κόρνες, φασαρία. Είδα, λοιπόν, εκεί δυο κορίτσια με σημαίες και έμεινα να τα παρακολουθώ, ίσως και να τα προστατέψω αν γινόταν τίποτα. Ομως, όταν ήρθαν και οι άλλοι, ενώθηκαν μαζί τους και έφυγαν. Πήγα εγώ εκεί που κάθονταν και βρήκα μια φωτογραφία με τον ποπ τραγουδιστή και την αφιέρωση «στην Ιωάννα με πολλή πολλή αγάπη. Σάκης». Είχα δει τη μικρή πριν που είχε αναλυθεί σε λυγμούς. Και σκεφτόμουν, λες να έχουν έρθει για τον Σάκη;

Αλήθεια υπάρχει και στα ονόματα τα ποδοσφαιρικά που αναφέρονται στο έργο. Εχω βάλει τον Βασάρα, τον Ζαγοράκη… Πού ξέρεις, μπορεί το έργο να παιχτεί και είκοσι χρόνια μετά στη Θεσσαλονίκη. Ο Ζαγοράκης; Ο Ζαγοράκης. Πώς λέμε Μπλανς Ντιμπουά;

– Είναι μάλλον η πρώτη φορά που βάζετε γυναίκες πρωταγωνίστριες.

– Ολες μου οι ταινίες είναι αντρικές. Εστω κι αν οι άντρες συζητάνε για τις γυναίκες ή μάλλον για την απουσία της γυναίκας. Ηρθε όμως και η ώρα της γυναίκας. Είπα ότι δεν θα φοβηθώ. Γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν τις ξέρω.

– Αισθάνεστε ότι τις έχετε αδικήσει;

– Τις έχω αδικήσει και στη ζωή μου και στις ταινίες μου. Υπήρξαν στιγμές που πίστευα ότι ήταν μια άλλη δημιουργία, πλάσματα που ήρθαν από αλλού, εξωγήινα, και σμίξαμε. Ερχονται ώρες που δεν τις καταλαβαίνω καθόλου. Την κόρη μου, ας πούμε, δεν την καταλαβαίνω καθόλου. Ενώ είναι ένα καταπληκτικό παιδί, γελάμε, τα βρίσκουμε σε όλα, ξαφνικά έρχεται ο έρωτας και αλλάζουν όλα. Είναι μη αναγνωρίσιμο πρόσωπο.

  • Το ποδόσφαιρο

– Τι δύναμη έχει το ποδόσφαιρο;

– Ανεξάρτητα από το ποιον υποστηρίζουμε, αγαπάμε μια ομάδα. Δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Είμαστε με τους άλλους. Οταν ονειρευόμαστε μαζί με τους άλλους να πάρουμε πρωταθλήματα και την ίδια στιγμή είμαστε οι περισσότεροι άνεργοι στο σπίτι, είναι μια δύναμη. Μπορούμε να ελπίζουμε όταν είμαστε με τους πολλούς. Μόνος σου τι να ελπίζεις;

  • Δεν ξανακάνω δική μου ταινία

– Δεν θα ξανακάνετε κινηματογράφο;

– Ε όχι, τώρα θα ξανακάνω κινηματογράφο; Η γενιά μου άφησε το λυχναράκι αναμμένο στον ελληνικό κινηματογράφο και κάτι βρήκαν και οι νεότεροι. Κακοφτιαγμένα βέβαια, τα φεστιβάλ, οι χρηματοδοτήσεις, όλα. Αλλά ο ελληνικός κινηματογράφος έχει ένα παρελθόν. Κι εγώ είμαι ένα παρελθόν και αισθάνομαι ότι με σέβονται και με συμπαθούν. Δεν μπορώ όμως να διεκδικήσω λεφτά και να κόψω τη δυνατότητα ενός παιδιού τριάντα χρόνων να κάνει τη δική του ταινία. Ονειρεύομαι ταινίες, αλλά τώρα θα τις κάνω θέατρο. Εχω αυτό το κόλπο τώρα, σαν μετασχηματιστής. Πώς μπολιάζεις το δέντρο; Κι εκεί που πάει να βγει αμυγδαλίτσα, να σου που βγαίνει αχλαδιά.

Το «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» ανεβαίνει στις 4 Φεβρουαρίου στη σκηνή της Φρυνίχου του Θεάτρου Τέχνης, σε σκηνοθεσία του Κωστή Καπελώνη. Πρωταγωνιστούν οι: Μυρτώ Αλικάκη, Ειρήνη Στρατηγοπούλου, Αργύρης Μπακιρτζής, Λουκία Πιστιόλα, Πάρις Θωμόπουλος.

Ο 38χρονος δημιουργός του «Κυνόδοντα» σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο Εθνικό ένα έργο για τον μηδενισμό και την επανάσταση

Δεν αναλύει τα πράγματα με τα οποία ασχολείται. Προτιμά να αφήνει τα ερεθίσματα να λειτουργούν με τον δικό τους τρόπο. Τα θέματα και τα ερωτήματα που τον απασχολούν ταυτίζονται απλώς με τα ενδιαφέροντά του. Κάπως έτσι μπήκε και ο «Πλατόνοφ» στη ζωή του Γιώργου Λάνθιμου, το όνομα του οποίου έχει ταυτιστεί με την πολυβραβευμένη ταινία «Κυνόδοντας». Το έργο του Αντον Τσέχοφ μέσα από τη διασκευή του Ντέιβιντ Χέαρ αποτελεί τη νέα του σκηνοθεσία για το θέατρο και συγκεκριμένα για τη Νέα Σκηνή του Εθνικού «Νίκος Κούρκουλος».

«Ενιωσα ότι είναι ένα πολύ σύγχρονο έργο» λέει ο Γιώργος Λάνθιμος. «Ο μηδενισμός του ήρωα που θέλει να αλλάξει τα πράγματα, ο επαναστάτης που όλο αναβάλλει και τελικά δεν κάνει τίποτε, το οικονομικό που διατρέχει όλο το έργο, ο έρωτας και κυρίως όλο αυτό το “αδύνατο να συμβεί”, όλα αυτά μου φαίνεται ότι έχουν σχέση με το σήμερα». Αλήθεια, μπορεί σήμερα ένας νέος να είναι επαναστάτης; «Επαναστάτης με ποια έννοια; Δεν ξέρω. Ισως παλαιότερα να ήταν πιο σαφές πολιτικά όλο αυτό. Τώρα, αν και χρειάζεται επανάσταση,δεν ξέρω αν είναι εφικτή, αν οι άνθρωποι έχουν τη διάθεση να την κάνουν. Νομίζω ότι υπάρχει αδράνεια. Ετσι το μόνο που βλέπεις σήμερα να κινείται είναι οι τρομοκράτες- οι οποίοι καμιά φορά έχουν και ιδεολογική βάση στη δράση τους. Πρέπει όμως να κάνουμε τους διαχωρισμούς.

΄Η δεν κάνεις τίποτε και είσαι νωθρός, σε λήθαργο, ή πρέπει να είσαι τρομοκράτης». Δράση είναι το να πετάς πέτρες επειδή είσαι νέος; «Αν δεν πετάξουν και οι νέοι πέτρες, ποιος θα πετάξει;» απαντά. Οσο για την τέχνη, «όχι, δεν είναι μια επαναστατική κίνηση» δηλώνει, «είναι πιο ήπια».

  • Διαχρονικός Τσέχοφ

«Για μένα τα πολλά θέατρα είναι δείγμα ελευθερίας. Αν κάπου πάσχουμε είναι στο να αναγνωρίζουμε το σημαντικό»

Εχοντας ωστόσο την εμπειρία του εξωτερικού, λόγω της κινηματογραφικής του πορείας, ο 38χρονος σήμερα σκηνοθέτης ξέρει ότι η διαφορά μας με τους ξένους σε ζητήματα παιδείας και εκπαίδευσης είναι μεγάλη. Βρίσκει όμως ότι οι Ελληνες είναι πιο ανεκτικοί, πιο ανοιχτοί- έστω και ως μειοψηφία. «Εχουμε την ελευθερία της δημιουργίας. Για μένα, αν και δεν το βλέπω θετικά, τα πολλά θέατρα είναι δείγμα ελευθερίας.Αν κάπου πάσχουμεείναι στο να αναγνωρίζουμε το σημαντικό».

Στον «Πλατόνοφ» η πλήξη και η μονοτονία της καθημερινότητας ανατρέπονται με την άφιξη του νεαρού δασκάλου που θα ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της ζωής των ηρώων του Τσέχοφ. Γρήγορα όμως θα ξεπεράσουν τη γοητευτική πλευρά του Πλατόνοφ, ενώ εκείνος μέσα από τα επικίνδυνα παιχνίδια του θα προκαλέσει και οι συνέπειες θα έχουν πολλούς αποδέκτες. Το πιο πρώιμο ίσως θεατρικό του ρώσου δραματουργού αποκαλύπτει τελικά όλη την γκάμα των θεμάτων που θα απασχολήσουν τον Τσέχοφ στα μεγάλα του κείμενα.

«Διάβασα πολλά έργα και κατάλαβα ότι δεν ήθελα να κάνω ένα σύγχρονοαλλά ένα κλασικό. Βρήκα και αυτή τη διασκευή του Ντέιβιντ Χέαρ που δεν το αλλάζει καθόλου, απλώς μειώνει την έκτασή του και εκσυγχρονίζει λίγο τους διαλόγους. Γι΄ αυτό και την προτίμησα. Δεν είχα καμία συγκεκριμένη άποψη όταν καταπιάστηκα με τον “Πλατόνοφ” και νομίζω ότι αυτό λειτούργησε θετικά. Επαιξαν ρόλο τόσο η συγκυρία όσο και η διάθεσή μου».

Με τον Αρη Σερβετάλη να υποδύεται τον Πλατόνοφ («του ταιριάζει πάρα πολύ ο ρόλος,θα είχα δυσκολία να βρω κάποιον άλλον») η παράσταση δεν διαθέτει κινηματογραφικά στοιχεία- επ΄ αυτού ο σκηνοθέτης είναι σαφέστατος. Ιδιαίτερα επιλεκτικός στους συνεργάτες του, δουλεύει με συγκεκριμένους ηθοποιούς που χωρούν στη δική του αισθητική, ενώ για τις ταινίες του προτιμά ερασιτέχνες, ανθρώπους πιο ανοιχτούς. «Με ενδιαφέρει να βρω τον σωστό άνθρωπο» λέει.

Παραμένοντας ενεργός και στον χώρο της διαφήμισης, ο Γιώργος Λάνθιμος επιλέγει να κερδίζει οικονομικά τη ζωή του φτιάχνοντας σποτάκια, μια που ξέρει πως ούτε το θέατρο ούτε ο κινηματογράφος θα του αποφέρουν χρήματα. Με επιρροές και από το χοροθέατρο, παραδέχεται ότι το προσωπικό του μέλλον το βλέπει μέσα και από το πανί και από το σανίδι. Παρατηρώ ότι λίγοι τα έχουν καταφέρει… εντός και εκτός. «Ναι, είναι αλήθεια. Συνήθως οι άνθρωποι ειδικεύονται. Αν και ξέρω ότι είναι δύσκολο, πάντα βρίσκω έναν τρόπο για να κάνω διαφορετικά πράγματα. Αλλωστε στον κινηματογράφο τα projects είναι πιο δυσκίνητα ενώ το θέατρο έχει μια σαφήνεια» καταλήγει.

  • ΑΠΟ ΤΟΝ «ΚΥΝΟΔΟΝΤΑ» ΣΤΙΣ «ΑΛΠΕΙΣ»

Παράλληλα με την παράσταση ο Γιώργος Λάνθιμος δουλεύει και τη νέα ταινία του με τίτλο «Αλπεις». Τα γυρίσματα μόλις ολοκληρώθηκαν και το φιλμ βρίσκεται στο στάδιο του πρώτου μοντάζ. Μετά τον «Κυνόδοντα», λοιπόν, οι «Αλπεις»… «Προσπάθησα να μη σκέφτομαι την επιτυχία του “Κυνόδοντα” ώστε να μη νιώθω το βάρος της»λέει. «Ασφαλώς κάποιες στιγμές δεν απέφυγα τις συγκρίσεις, αλλά θέλησα να το ξεπεράσω γρήγορα. Αλλιώς δεν θα μπορούσα να προχωρήσω, δεν θα μπορούσα να κάνω το επόμενο βήμα». Αν και θεωρείται κινηματογραφικός κατά βάση σκηνοθέτης, ο Γιώργος Λάνθιμος μετρά περισσότερες παραστάσεις παρά ταινίες. Ισως επειδή«οι δυσκολίες για να γυριστεί μια ταινία είναι πολύ μεγαλύτερες. Ωστόσο προτεραιότητά μου είναι σαφώς ο κινηματογράφος. Θέατρο δεν κάνω συστηματικά- συνήθως κάνω όταν έχω μια καλή πρόταση, όπως τώρα με το Εθνικό και τον Γιάννη Χουβαρδά, ο οποίος με πρωτοέβαλε στο θέατρο και με καλεί να σκηνοθετώ, είναι λίγο σαν προστάτης μου».

  • MΙΑ ΑΝΑΣΑ ΑΠΟ ΤΑ OΣΚΑΡ

Μια ανάσα πριν από την πεντάδα των υποψηφίων για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 2011 έχει φθάσει ο «Κυνόδοντας». Από τις 66 ταινίες που εξετάστηκαν σε πρώτη φάση από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου εννέα προκρίθηκαν για τη δεύτερη φάση, ανάμεσά τους και η ταινία του Λάνθιμου. Οι υποψηφιότητες θα ανακοινωθούν την ερχόμενη Τρίτη 25 Ιανουαρίου, οπότε θα ξέρουμε αν ο «Κυνόδοντας» θα βρίσκεται στην πεντάδα. Η τελευταία φορά που ελληνική ταινία διεκδίκησε το ξενόγλωσσο Οσκαρ ήταν το 1977 με την «Ιφιγένεια» του Μιχάλη Κακογιάννη.

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

  • «Πλατόνοφ» του Α.Τσέχοφ
  • Πρεμιέρα: Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου, στις 21.00
  • Εθνικό Θέατρο – Κτίριο Τσίλερ, Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» Αγίου Κωνσταντίνου 22-24, τηλ.210 5288.170-171
  • Παραστάσεις ως τις 28/3
  • Εισιτήρια: 18,13 ευρώ
Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

«Η Γερμανία δεν έχει αλλάξει. Και σήμερα η Μέρκελ, όπως κάποτε ο Χίτλερ, θέλει να καθορίσει την τύχη όλης της Ευρώπης. Είναι τρομακτικό. Αυτός είναι και ο λόγος που παλεύω ακόμη πάνω στη θεατρική μεταφορά του «Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ.

Τα επεξεργασμένα βίντεο συνομιλούν διαρκώς με τα σώματα των ηθοποιών

Τα επεξεργασμένα βίντεο συνομιλούν διαρκώς με τα σώματα των ηθοποιών Ενώ στις 1.500 σελίδες του μιλά για την πολιτική κατάσταση λίγο προτού ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, μοιάζει να μας περιγράφει ακριβώς αυτό που ζούμε σήμερα».

Ο έντονα πολιτικοποιημένος Βέλγος σκηνοθέτης Γκι Κασίερς, από τους ελάχιστους θεατρανθρώπους που ενδιαφέρονται για την Ιστορία που γράφτηκε και γράφεται ακόμη, δεν χάνει στιγμή την πολιτική οξυδέρκειά του. Από την άλλη γραμμή του τηλεφώνου, στην Αμβέρσα, μου «συστήνει» μια άλλη τολμηρή παράστασή του, αυτήν που θα δούμε στις 24 Φεβρουαρίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και βασίζεται σε ένα ακόμη λογοτεχνικό αριστούργημα, το «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι. Δεν χάνει, όμως, και την ευκαιρία να αναφερθεί στη δύσκολη ευρωπαϊκή συγκυρία.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του μεγαλύτερου θεάτρου της Φλάνδρας «Toneelhuis», που εισήγαγε μια εξ ολοκλήρου νέα σκηνική γλώσσα, συνδυάζοντας την τεχνολογία, τη γραφιστική και τη λογοτεχνία, μετά την τριλογία του για την εξουσία (μια «μυρωδιά» πήραμε στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2009 με το «Mefisto for ever»), και αφού τόλμησε να αναμετρηθεί επί σκηνής με τον Προυστ, επιχειρεί ξανά να πει τα… ανείπωτα.

Γιατί στο βιβλίο του Λόουρι, μια «λοξή» αυτοβιογραφία, μέσα από το τραγικό πρόσωπο του αλκοολικού Τζέφρεϊ Φέρμιν, πρώην Βρετανού πρόξενου στο Μεξικό, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πολέμος, ο Κασίερς τολμά να μας βυθίσει στα άδυτα της συνείδησης του αυτοκαταστροφικού ήρωα που ήταν «σαν μουδιασμένη από τη βοή του νερού».

Στο «Κάτω απ’ το ηφαίστειο» (μυθιστόρημα που γνωρίσαμε και από την περίφημη κινηματογραφική μεταφορά του Τζον Χιούστον, με τον Αλμπερτ Φίνεϊ στον πρωταγωνιστικό ρόλο), ο Λόουρι περιγράφει 12 ώρες από την Ημέρα των Νεκρών, σε μια μικρή πόλη του Μεξικού. Το βιβλίο του χωρίζεται σε 12 κεφάλαια και κάθε κεφάλαιο αντιστοιχεί σε μία από τις τελευταίες ώρες της ζωής του ήρωά του, που τελικά αυτοκτονεί. Οι δώδεκα ώρες του βιβλίου μετουσιώθηκαν σε δυόμισι ώρες σκηνικής δράσης, με τέσσερις μόνο ερμηνευτές.

«Μετά την ολοκλήρωση της τριλογίας της εξουσίας, ήλθε το πλήρωμα του χρόνου να μιλήσω λιγότερο για τη δημόσια κατάσταση και να εστιάσω στο χώρο του ιδιωτικού», λέει ο σκηνοθέτης. «Το «Κάτω από το ηφαίστειο» δεν είναι ωστόσο απλώς μια βιογραφία», διευκρινίζει. «Περιγράφει την πτώση μιας ανθρώπινης ύπαρξης, δείχνοντάς μας τι είναι ικανός ένας άνθρωπος να κάνει στη ζωή του. Βλέπουμε τον κόσμο που καταρρέει μέσα από τα μάτια του ήρωα».

  • Με ζαλισμένο βλέμμα

Ο Τζέφρεϊ Φέρμιν βιώνει τα πάντα, συναισθήματα, μνήμες, σκέψεις, κομμάτια της σύγχρονής του Ιστορίας, μέσα από το διαστρεβλωτικό, «πειραγμένο», παραισθησιογόνο φίλτρο του μεγάλου του πάθους: του αλκοόλ. «Κι εμείς βοηθάμε το κοινό να δει τον κόσμο των ψευδαισθήσεων που μας περιγράφει. Το έργο «παίζει» πάρα πολύ με τις αισθήσεις», τονίζει ο Γκι Κασίερς. «Ο κεντρικός χαρακτήρας χάνει τις αισθήσεις του. Η παράσταση μάς βυθίζει στην ταραγμένη πνευματική κατάστασή του. Ο θεατής θα αισθανθεί με τα μάτια, θα ακούσει με τα αυτιά, θα συνδυάσει τις αισθήσεις του. Του προσφέρουμε, βασισμένοι στο βιβλίο του Λόουρι, τα απαιτούμενα «συστατικά». Μουσική, θορύβους, βίντεο, γραφιστικά, κείμενο. Εισδύουμε στον κόσμο του ήρωα, που είναι και ο ήρωας του Λόουρι, αναμιγνύοντας ιστορικά, πολιτικά, ψυχολογικά στοιχεία μαζί με ένα χείμαρρο συναισθημάτων. Ο στόχος μας είναι να αφυπνίσουμε τη φαντασία και τη δημουργικότητα του κοινού ώστε να μπορέσει να ανασυνθέσει με τα εσωτερικά μάτια του όλα αυτά που απουσιάζουν από τη σκηνή».

– Δεν είναι σχεδόν ανέφικτο να αποδοθούν από σκηνής οι χαμένες… αισθήσεις και οι παραισθήσεις; Εκεί βοηθούν οι τεχνολογίες;

«Δεν ισχυρίζομαι ότι θα δείτε όλο το βιβλίο στη σκηνή. Δεν θα ήταν δυνατό. Το θέατρο μπορεί όμως να αποδώσει μέρος από τα ανείπωτα. Οι τεχνολογίες όντως βοηθάνε. Ταξιδέψαμε ώς το Μεξικό προκειμένου να φιλμογραφήσουμε όλα τα περιβάλλοντα που περιγράφονται από τον Λόουρι με μεγάλη ακρίβεια, προκειμένου να αποδοθούν με εικόνα οι αισθήσεις που αφυπνίζουν. Τραβήξαμε σε φιλμ τους ίδιους δρόμους, τα ίδια μπαρ που περιγράφονται στο βιβλίο και τα προβάλλουμε για το θεατή. Ολα όσα θα δείτε δηλαδή στην παράσταση είναι το φυσικό, αληθινό σκηνικό του βιβλίου του Λόουρι, μέσα στο οποίο έζησε και ο ίδιος την περίοδο που έμενε στο Μεξικό. Με τα βίντεο και τα γραφιστικά δίνεται η αίσθηση ότι βυθιζόμαστε σε έναν ωκεανό από εικόνες. Δείχνουμε εικόνες μέσα από εικόνες εικόνων. Μοιάζει, δηλαδή, η παράσταση σαν ένα κολάζ εικόνων, που όμως δεν είναι συναρμολογημένο. Δεν ξέρεις πού ξεκινά η μια και πού τελειώνει η άλλη. Είναι εικόνες που πάλλονται. Ελπίζω να μπείτε με άνεση σε έναν κόσμο παραισθήσεων».

– Είναι η λιγότερο πολιτική παράστασή σας, η πιο ανθρωποκεντρική, υπό μια έννοια;

«Φυσικά. Το βιβλίο μάς προσφέρει ένα «θησαυρό» στοιχείων και πληροφοριών. Υπάρχει και το ιστορικό πλαίσιο, ο φασισμός, ο πόλεμος. Την ίδια στιγμή ο ήρωας το δηλώνει: «Δεν θέλω καμία σχέση με όλα αυτά από εδώ και πέρα». Δεν βρίσκει τον παραμικρό λόγο να είναι πολιτικά ενεργός, ενώ πολιτικά ενεργός είναι ο αδελφός του που είναι δημοσιογράφος. Τα δυο αδέλφια, τα δυο αντίθετα, συνθέτουν το πορτρέτο του Λόουρι. Υπάρχουν αρκετά πολιτικά στοιχεία που διαπερνούν όλη την παράσταση, όπως και το βιβλίο, αλλά η πολιτική δεν πρωταγωνιστεί. Πρωταγωνιστής είναι ο κόσμος των αισθήσεων. Η γοητεία και η επικινδυνότητά του. Η σκηνή είναι άδεια όταν ξεκινάει η παράσταση. Βομβαρδίζεται από πολλές θραυσματικές εικόνες, που ποτέ δεν βρίσκουν τη θέση τους. Ο αληθινός κόσμος συντίθεται μέσα από πολλές εικόνες. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι όλη η παράσταση είναι μια ταινία που το μοντάζ, το τελευταίο χέρι, δεν έγινε ποτέ. Είναι ο θραυσματικός κόσμος ενός θραυσματικού ανθρώπου, ενός θραυσματικού ψυχισμού. Ολες οι εικόνες περνάνε από μπροστά μας, αλλά δεν υπήρχε ο χρόνος ή η θέληση να συντεθούν. Ο αφηγητής του βιβλίου και της παράστασης με τον οποίο καταλήγει το έργο είναι ένας κινηματογραφιστής. Ως εκ τούτου, βλέπουμε την ταινία που ποτέ δεν γύρισε. Τελικά, η ταινία που δεν έγινε γυρίζεται μέσα στο μυαλό των θεατών».*

  • «Φιλοδοξία της Μέρκελ, η ευρωπαϊκή ομοιομορφία»

– Στο Βέλγιο είστε πολύ μακριά από την κρίση που ζούμε στην Ελλάδα…

«Κι όμως εμείς ζούμε πολιτική κρίση. Θα μπούμε στο βιβλίο Γκίνες για το μεγαλύτερο διάστημα που μια χώρα έμεινε ακυβέρνητη: μείναμε 200 ημέρες χωρίς κυβερνητικό σχήμα. Ελπίζω να παραμείνουμε Βέλγιο, ένα κράτος ενωμένο, για πολύ καιρό ακόμη. Το βόρειο Βέλγιο, το κομμάτι της Φλάνδρας, στο οποίο ανήκω, θέλει να αποσχιστεί από το νότιο, τη Βαλονία. Γι’ αυτό ολοένα και περισσότερο νιώθουμε ότι ζούμε σε ένα χωρισμένο κόσμο! Στο Νότο κυριαρχεί το σοσιαλιστικό κόμμα, ενώ στο Βορρά επικρατούν οι εθνικιστές. Είναι τα δυο αντίθετα που έπρεπε ωστόσο να κάνουν την κοινή κυβέρνηση. Κάτι πρακτικά αδύνατο. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σύνθετη πολιτική κατάσταση. Ελπίζω να βρεθεί μια λύση, γιατί η οικονομία μας υποφέρει».

– Περισσότερο από την ελληνική; Μάλλον αδύνατο…

«Μπορεί να υποφέρετε σήμερα περισσότερο από το Βέλγιο. Αλλά οι 200 ημέρες ακυβερνησίας σίγουρα δεν βοήθησαν την εθνική οικονομία μας. Πρέπει να προσέχουμε. Η κρίση των τραπεζών στην Ευρώπη δεν έπληξε τους επιχειρηματίες, αλλά τους χαμηλόμισθους. Αυτός είναι ο λόγος, κατά τη γνώμη μου, που ο κόσμος ψηφίζει τα λεγόμενα αντι-κόμματα. Τους αντιπολιτευόμενους στις κυβερνήσεις που υιοθέτησαν ένα καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο σε βάρος του κοινωνικού κράτους».

– Στο Βέλγιο τι έχετε μάθει για την ελληνική κρίση;

«Δεν μας δόθηκαν αρκετές εξηγήσεις. Ομως, όλη η Ε.Ε. υποφέρει σήμερα. Είναι ένα μεγάλο «ανοιχτό» ζήτημα το κατά πόσο ακόμα θα αντέξει η Ενωση. Πρέπει να βρούμε όμως τον τρόπο για να επιβιώσει. Η αντίδραση στις αντιλαϊκές πολιτικές των ευρωπαϊκών χωρών είναι η ενδυνάμωση των λαϊκιστικών, ακροδεξιών κομμάτων. Είναι επίκινδυνο που «εκτρέφονται» όμως οι εθνικιστές. Δεν είναι τυχαίος ο θυμός που βλέπουμε να δονεί όλη την Ευρώπη και εκδηλώνεται στις πορείες διαμαρτυρίας στην Ελλάδα, στην Αγγλία, παντού… Η φτώχεια έχει εξαπλωθεί. Ο καπιταλισμός απέτυχε. Γι’ αυτόν το λόγο το τελευταίο διάστημα δουλεύω τον «Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ. Βρίσκω τρομακτικές ομοιότητες μεταξύ των ανθρώπων που έχουν την εξουσία σήμερα με όσους είχαν την εξουσία παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κυρίως, την ομοιότητα την εντοπίζω στη φιλοδοξία της Μέρκελ να κάνει την Ευρώπη ομοιόμορφη. Ο Μούζιλ μας βάζει να «ξαναδιαβάσουμε» την Ευρώπη μέσα από το γερμανικό πρίσμα. Ανεβάζω τον «Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες» στη σκηνή για να υπογραμμίσω την ευθύνη των πολιτικών προσώπων για την κατάσταση στην οποία οδηγηθήκαμε. Για το πώς χάνουν τον έλεγχο οι εξουσιαστές, αδυνατώντας να κατανοήσουν τον παλμό της ζωής, και γι’ αυτό που συμβαίνει έξω, στο δρόμο. Οι πολιτικοί οφείλουν να κατανοήσουν το αίτημα των πολιτών, που είναι ένα: πολιτική αλλαγή. Πρέπει οι πολιτικές αποφάσεις τους να λαμβάνουν υπόψη τους τα αιτήματα των πολιτών. Είναι εντυπωσιακό το πόση σοφία και πολιτική γνώση χώρεσε σε ένα μόνο ανολοκλήρωτο βιβλίο. Είναι μεγάλη η «κοιτίδα» της λογοτεχνίας στην οποία καταφεύγω. Ως θεατρική «πρώτη ύλη» μάς βοηθάει να κατανοήσουμε όλα τα φοβερά που συμβαίνουν στις ζωές μας σήμερα».*

info:«Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι, σε διασκευή Γιόσε ντε Πάου και σκηνοθεσία Γκι Κασίερς. Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, λεωφόρος Συγγρού 107-109, τηλ. 213-0178000, 210-9249090. Από 24 έως 26 Φεβρουαρίου. Στα φλαμανδικά με ελληνικούς υπέρτιτλους.

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

H Φιλαρέτη Κομνηνού υποδύεται τη Ρένα στη «Δεύτερα Γέννα» του Θόδωρου Γρηγοριάδη που παρουσιάζεται από το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη

 

Μέχρι να παίξει τη Νίνα, πέρυσι, στο «Τρίτο Στεφάνι» η Φιλαρέτη Κομνηνού δεν είχε αναλάβει καμία ηρωίδα με ελληνικό όνομα…. Και να που τώρα, έναν χρόνο μετά τη μεγάλη επιτυχία της θεατρικής μεταφοράς του μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή από τον Σταμάτη Φασουλή στη σκηνή του Εθνικού, η ηθοποιός ανέλαβε να παίξει τη Ρένα: Η Ρένα «γεννήθηκε» από τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη στο βιβλίο του «Δεύτερη γέννα» (εκδόσεις Πατάκη), και περνά τώρα στο σανίδι, μετά από επεξεργασία που μοιράσθηκαν συγγραφέας και ηθοποιός, ώστε να αφαιρεθούν τα λογοτεχνικά υπέρ των θεατρικών στοιχείων, για το καλό της παράστασης στο Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Σερρών _σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη.

Η ιστορία της Ρένας, διαθέτει συγκινητικά στοιχεία μια που η ηρωίδα είναι είναι τραυματισμένη και παραιτημένη γυναίκα, μια μάνα που έχει βιώσει ό,τι πιο τραγικό θα μπορούσε να της συμβεί, αλλά αρνείται να το παραδεχθεί. Τη συναντούμε όταν κατεβαίνει από την Καβάλα όπου ζει, στην κόρη της, που σπουδάζει στην Αθήνα, για να γιορτάσουν μαζί τα γενέθλια της νεαρής φοιτήτριας. Μέσα στο διαμέρισμα της κόρης της, η Ρένα θα κάνει την προσωπική της υπέρβαση, αναμένοντάς της…. Θα κλάψει, θα θυμηθεί, θα γελάσει, θα τρομάξει αλλά και θα ανασυνταχθεί, προσπαθώντας να γλιτώσει από όσα τη βασανίζουν, αφήνοντας την αλήθεια να πάρει τη θέση του ψεύδους. Σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει το πένθος της, αυτή η τραγική μάνα θα ξαναγεννηθεί μέσα από τους δρόμους του μυαλού της.

«Ξέρω τον Γρηγοριάδη από το Πανεπιστήμιο», λέει η Φιλαρέτη Κομνηνού. «Είχαμε μια ομάδα και κάναμε παραστάσεις. Μετά χαθήκαμε…. Οταν ήρθε στα χέρια μου το κείμενο, κατάλαβα ότι διαθέτει στοιχεία ποιητικά αλλά και ρεαλιστικά ενώ οι εναλλαγές των καταστάσεων τον κάνουν εξαιρετικά ενδιαφέρον. Το εύρημα του συγγραφέα έχει να κάνει τόσο με το θέμα όσο και με τον τρόπο που ο ίδιος τη χειρίζεται». Διότι αυτό που μαθαίνουμε είναι ότι η κόρη της βρέθηκε βίαια δολοφονημένη μέσα στο σπίτι αυτό που η μάνα της πηγαίνει για να γιορτάσουν _και το ξέρει. Αρνείται όμως να το παραδεχθεί και εξακολουθεί να πιστεύει ότι η κόρη της ζει και θα έρθει. Ετσι φτιάχνει ένα εικονικό κόσμο και ζει μέσα στην κατάθλιψη. «Κι εγώ έτσι αντιδρώ στην απώλεια, στον θάνατο», λέει για τον εαυτό της. «Προτιμώ να σκέφτομαι ότι είναι κάπου μακριά κι ότι θα γυρίσε…. Δεν μπορώ αλλιώς», λέει. «Ετσι κι η Ρένα, ζει μέσα στην άρνηση του γεγονότος γι΄αυτό και τη βρίσκουμε χαρούμενη μέσα στον μονόλογό της, να καθαρίζει το σπίτι και να μιλά για τη ζωή της….». Και η Φιλαρέτη Κομνηνού καταλήγει: «Η Ρένα δραπετεύει ποιητικά, σουρεαλιστικά και μέσα από το σώμα της, ξαναγεννάει την κόρη της. Κάνει μια δεύτερα γέννα…. Αλήθεια, ψέματα; Δεν ξέρουμε τι γίνεται μετά; Γέννησε, είναι τρελή, ζει ξεχασμένη σε άσυλο; Κι όλο αυτό ο Γρηγοριάδης το χειρίζεται με τρόπο ελλειπτικό και συμπυκνωμένο», καταλήγει… Οσο για τον μονόλογο, επισημαίνει ότι «είναι ένα είδος υποκριτικής δεξιοτεχνίας, ένα είδος που σε προκαλεί ο βαθμός της δυσκολίας του. Οταν είσαι μόνος στη σκηνή πρέπει να εφευρίσκεις πράγματα, να μην ξεχασθείς, για να μην βαρεθείς… Το θέμα είναι να μην πλήξεις, γιατί αν πλήξεις, θα πλήξουν και οι θεατές…»….

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

  • «Δεύτερη γέννα» του Θόδωρου Γρηγοριάδη

    ΔΗΠΕΘΕ Σερρών – Θέατρο Αστέρια (τηλ. 23210 – 54755 / 54585)

    Σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόνης

    Με τη Φιλαρέτη Κομνηνού

    Πρεμιέρα: 27 Ιανουαρίου 2011 _ως 31/1

    Εισιτήρια: 15 – 10 ευρών

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

  • Η ηθοποιός Φωτεινή Μπαξεβάνη, ερμηνεύει και έχει την μουσική επιμέλεια στην θεατρική μεταφορά της Πολίτισσας «Λωξάντρας»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΣΑΛΑΜΕ

Η Φωτεινή Μπαξεβάνη ως Λωξάντρα έχει ένα χαρακτηριστικό σχεδόν μαγικό. Καταφέρνει και ξυπνά στο κοινό που πηγαίνει για να παρακολουθήσει το ομώνυμο έργο στο Βασιλικό Θέατρο μνήμες που… δεν υπήρξαν ποτέ. Πολίτισσα η ίδια, «μεταδίδει» τη βαριά της κληρονομιά και καταφέρνει στις 2,5 ώρες που διαρκεί η παράσταση να κάνει και τον πλέον αδιάφορο να αισθανθεί μία απροσδιόριστη νοσταλγία. Σαν να υπήρξε γείτονας της διάσημης κοκόνας, έζησε και τελικά ψιθύρισε μαζί της: «Tις εστί πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος».

Οι παραστάσεις μέχρι στιγμής πηγαίνουν πάρα πολύ καλά. Πόσο αισιόδοξο μήνυμα είναι αυτό για το θέατρο, ειδικά τέτοιες δύσκολες μέρες;

Καταρχήν ως γεγονός είναι πολύ σημαντικό για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, καθώς είναι ένα θέατρο ιστορικό, καταπληκτικό, με πολύ σπουδαίες παραγωγές οι οποίες πρέπει να τιμούνται. Αυτή η ανταπόκριση από εκεί και πέρα δεν είναι τυχαία. Ο κόσμος έχει κριτήριο, αντιλαμβάνεται τα καλά θεατρικά έργα και τα στηρίζει, ειδικά όταν το εισιτήριο είναι εξαιρετικά χαμηλό, όπως γίνεται με τις περισσότερες παραστάσεις του ΚΘΒΕ.

Ο σκηνοθέτης Σωτήρης Χατζάκης στο σημείωμά του δίνει ένα βαθιά επίκαιρο χαρακτήρα στη «Λωξάντρα». Εσείς αντιλαμβάνεστε αυτήν την επικαιρότητα στο συγκεκριμένο έργο;

Φυσικά. Τα μηνύματα αυτής της παράστασης είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Η λαϊκή σοφία που πηγάζει μέσα από τους χαρακτήρες του έργου τσακίζει κόκαλα. Είναι απλή, περιεκτική και σοφή όσο δεν πάει άλλο. Αυτό είναι άλλωστε που αγγίζει και τον κόσμο. Περνά κάποιες αξίες και συνήθειες που τις έχουμε χάσει, όπως είναι να βρισκόμαστε με αγαπημένους ανθρώπους.

Ισχύει ότι οι ρίζες σας «βαστούν» από την Κωνσταντινούπολη;

Ναι. Εξού και το «Μπαξεβάνη», που είναι τούρκικη λέξη.

Και τι σημαίνει;

«Μπαχτζεβάν» στα τούρκικα σημαίνει «αυτός που καλλιεργεί μπαξέδες». Ο παππούς μου καταγόταν από ένα χωριό έξω από την Κωνσταντινούπολη και ήρθε με την ανταλλαγή των πληθυσμών στο χωριό «Φιλώτας» της Φλώρινας, όπου οι άνθρωποι καλλιεργούσαν. Από εκεί του έμεινε και το όνομα.

Πόσο σας βοήθησε η καταγωγή σας στην ερμηνεία του ρόλου της Λωξάντρας;

Επειδή ο παππούς μου έφυγε μικρός από την Κωνσταντινούπολη, δεν μπορώ να πω ότι με επηρέασε άμεσα, αλλά σίγουρα όλο και κάτι έχει περάσει στο DNA μου. Ηταν ένας άνθρωπος πολύ μερακλής στο φαγητό με όλα τα χαρακτηριστικά του Πολίτη. Από εκεί και πέρα έχω την αίσθηση ότι τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι μόνο της Κωνσταντινούπολης, αλλά υπάρχουν διάχυτα και στην ελληνική παράδοση.

Γιατί το φαγητό παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στην ελληνική οικογένεια;

Το φαγητό, για να πετύχει, πρέπει, όπως λέει και η Λωξάντρα, να το κάνεις με όλο σου το κορμί. «Να το κανακέψεις, να το χαϊδέψεις, χίλια τραγούδια να του πεις, ώσπου να έρθει να γίνει, να μελώσει στο στόμα». Και αυτό είναι γεγονός. Για να μαγειρέψεις, πρέπει να δώσεις ενέργεια και έμπνευση. Το φαγητό είναι τέχνη. Δέκα άνθρωποι μπορεί να δοκιμάσουν να φτιάξουν με τα ίδια υλικά το ίδιο ακριβώς φαγητό και να μην το πετύχουν όλοι. Οταν, λοιπόν, προορίζεται για αγαπημένους ανθρώπους, τότε αυτή η ενασχόληση και η φροντίδα παίρνουν διαφορετική αξία.

Αυτή η φροντίδα και η αγάπη για το φαγητό δεν είναι και ίδιον της Ανατολής;

Εδώ στην Ανατολή είμαστε καλοφαγάδες. Θέλουμε το φαγητό να είναι καλομαγειρεμένο. Στη Δύση η διαδρομή τους στην κουζίνα είναι από την κατάψυξη στο φούρνο μικροκυμάτων.

Η παράσταση περιγράφει με έναν ιδιαίτερο τρόπο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις…

Οντως. Παρόλο που για την Λωξάντρα ο Τούρκος είναι κάτι κακό που πρέπει να το προσέχουμε, σ’ αυτούς με τους οποίους συναναστρέφεται καθημερινά, όπως είναι ο νερουλάς ή ο αβγουλάς, και είναι στο δικό της επίπεδο συμπεριφέρεται με μεγάλη αγάπη.

Ταυτόχρονα, όμως, είναι και εξαιρετικά κοφτή και ειλικρινής μαζί τους.

Μα αυτό έχει η Λωξάντρα. Ο,τι λέει δε φιλτράρεται. Πάει κατευθείαν από την καρδιά στο στόμα. Γι’ αυτό και της συγχωρείς και πράγματα. Οταν κάποιος είναι αληθινός, δεν μπορείς να τον αντιμετωπίσεις, γιατί δεν υπάρχει ούτε δόλος, ούτε πρόφαση. Δεν είναι χαζή. Είναι αληθινή.

Αυτός ο τύπος γυναίκας θα επιβίωνε εν έτει 2011;

Νομίζω ότι το γυναικείο φύλο δεν έχει αλλάξει. Ολες οι γυναίκες θέλουν να δημιουργούν, να προστατεύουν ή, αν χρειάζεται, ακόμη και να καταστρέφουν. Η μητριαρχία υπάρχει ακόμα στην Ελλάδα. Τώρα ειδικά που οι γυναίκες έχουν μπει στον τομέα της εργασίας τόσο σκληροπυρηνικά, βλέπουμε και σε πολύ υψηλές θέσεις ή «αντρικές» δουλειές να απασχολούνται γυναίκες.

Αγαπάτε πολύ και τη μουσική και ασχολείστε και με αυτήν. Δε φοβάστε μήπως μέσα από αυτήν την πολυπραγμοσύνη επέλθει η διάσπαση;

Οχι, γιατί η μουσική με την ηθοποιία δεν είναι άσχετα πράγματα. Φυσικά η μουσική σύνθεση είναι μία πρωτογενής δημιουργία που έχει μια άλλη διαδικασία σε σχέση με την υποκριτική, που είναι δευτερογενής. Από την άλλη, όμως, και η μουσική που γράφω είναι αποκλειστικά για θέατρο, κινηματογράφο ή τηλεόραση, οπότε είναι ένας τρόπος λειτουργίας που είναι μέσα στο ίδιο αντικείμενο.

Ποια διαπίστωση έχετε κάνει για τις δύο μορφές τέχνης;

Οτι η αγωνία που έχουν οι καλλιτέχνες για το προσωπικό ύφος δε με ενδιέφερε ποτέ. Μου αρέσει να υπηρετώ και να δημιουργώ όσο καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα γίνεται προς την επίτευξη ενός ενιαίου αποτελέσματος. Δε θέλω να μπαίνω στη διαδικασία μιας αγωνίας που έχουν πολλοί καλλιτέχνες, οι οποίοι, για να φανούν και να υπάρχουν, καπελώνουν το σύνολο.

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΠΑΥΛΙΝΑ ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΥ

«Το γάλα» ξανά στη Θεσσαλονίκη. Η Αννα Βαγενά επιστρέφει και πάλι με το θεατρικό έργο του Βασίλη Κατσικονούρη. Ο τίτλος, μια αναφορά στο θηλασμό, και το έργο, μια ωδή στη μητρική αγάπη που συγκλονίζει. Η λύτρωση δε θα έρθει ποτέ, τόσο για τους ήρωες όσο και για τους θεατές. Οι τελευταίοι όμως φεύγουν από την παράσταση… έχοντας δουλειά για το σπίτι.

Η Αννα Βαγενά εξηγεί πως πρόκειται για την ιστορία μιας μητέρας από την Τιφλίδα, η οποία έχει έρθει στην Ελλάδα μαζί με τους δυο γιους της. Ο ένας πάσχει από μια βαριά ψυχική ασθένεια και όλη η οικογένεια βιώνει μια πολύ δύσκολη κατάσταση εξαιτίας αυτού. «Από κει και πέρα, το ουσιαστικό θέμα του έργου είναι η αποξένωση. Ο ξένος μέσα μας. Ο ξένος δίπλα μας. Πρόκειται για ένα θέμα πολύ σοβαρό και επίκαιρο, θέμα που μας αγγίζει όλους. Το βαθύτερο νόημα του έργου είναι η ανάγκη για αγάπη, μια ανάγκη επιτακτική και κοινή για όλους. Η αγάπη της μάνας είναι συγκλονιστική και ίδια σε κάθε μέρος της Γης, ανεξάρτητα από το χρώμα, το έθνος, τη φυλή», εξηγεί η ηθοποιός, η οποία μάλιστα έχει σκηνοθετήσει την παράσταση. Το έργο το πλησίασε μέσα από την ψυχή της. «Πάντα έτσι πλησιάζω τα πράγματα. Δεν τα κατασκευάζω ποτέ. Δεν τα προσεγγίζω με το μυαλό. Με το μυαλό τα επεξεργάζομαι σε ένα δεύτερο επίπεδο. Η παράσταση υπηρετεί το έργο στην κάθε του απόχρωση. Υπάρχει μια απλότητα και μια τρυφερότητα. Είναι ένα έργο τρυφερό και ταυτόχρονα σκληρό. Αυτό που χρειάζεται είναι να ακολουθήσεις το κείμενο και να το υπηρετήσεις. Από την άλλη, χρειάζεται και λίγη έμπνευση. Για παράδειγμα, εγώ είχα την έμπνευση να μεταφέρω τη δράση σε ένα δάσος που θυμίζει την πατρίδα τους, τη Γεωργία. Αυτό δίνει μια ποιητική διάσταση στο έργο». Η γυναίκα που υποδύεται η κ. Βαγενά ήρθε από μια χώρα της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Το στοιχείο επάνω στο οποίο βασίστηκε για να πλάσει το ρόλο της όμως δεν ήταν τόσο η καταγωγή της γυναίκας, αλλά το γεγονός ότι είναι μητέρα. «Επειδή ξέρω τι σημαίνει να είσαι μάνα και να έχεις αγωνία για τα παιδιά σου ή να πονάς γι’ αυτά, ήταν σχετικά εύκολο να προσεγγίσω αυτόν το ρόλο. Από κει και πέρα, αυτές οι γυναίκες είναι πλέον στη ζωή όλων μας. Εγώ ζω στο Μεταξουργείο, σε μια γειτονιά όπου υπάρχουν πολλοί μετανάστες. Μάλιστα, κοντά στην Ομόνοια, υπάρχει ένα σημείο όπου αυτές οι γυναίκες συναντιούνται και αναζητούν δουλειά. Λίγο να παρατηρείς, λίγο να είσαι άνθρωπος ευαίσθητος και να βλέπεις τι συμβαίνει γύρω σου, αρκεί», τονίζει η κ. Βαγενά. Αν όμως το κείμενο γραφόταν σήμερα, θα ήταν άραγε διαφορετικό; «Σίγουρα. Οι μετανάστες από την πρώην Σοβιετική Ενωση έχουν ενσωματωθεί πια. Τώρα έχουμε μια καινούργια φουρνιά μεταναστών. Τα πράγματα εξελίσσονται τόσο ραγδαία, οι κοινωνικές αναταράξεις είναι τόσο έντονες, που ήδη το τοπίο, αναφορικά με τους μετανάστες, έχει αλλάξει».

  • Ο ξένος μέσα μας και ο ξένος δίπλα μας

Η ίδια εξηγεί πως, όταν μιλά για τον ξένο μέσα μας, αναφέρεται στο ζήτημα της ψυχικής ασθένειας. «Δεν είναι όμως μονάχα αυτό. Υπάρχει και η περίπτωση εκείνου που νιώθει ξένος προς τον εαυτό του. Αυτό το συναίσθημα είναι φοβερό. Ο διχασμός της προσωπικότητάς μας, η αποξένωση από τον εαυτό μας… Τι χειρότερο από το να μην είσαι καλά με τον εαυτό σου; Αυτή είναι η μεγαλύτερη μοναξιά και η μεγαλύτερη δυστυχία. Ο ξένος δίπλα μας δεν είναι μονάχα ο μετανάστης. Ζούμε αποξενωμένοι. Ξέρουμε ποιοι μένουν στο διπλανό διαμέρισμα; Κανέναν δεν ξέρουμε. Κάποτε οι άνθρωποι γνωρίζονταν μεταξύ τους, υπήρχε μια οικειότητα, ένας κοινωνικός ιστός. Αυτός ο ιστός έχει διαρραγεί τελείως. Ο διπλανός μας είναι ξένος. Αυτή η αποξένωση έχει οδηγήσει σήμερα μια ολόκληρη κοινωνία στα όρια μιας ψυχικής ασθένειας και δεν υπερβάλλω καθόλου σε αυτό που λέω». Το θέατρο, λοιπόν, μπορεί να λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά; «Πάρα πολύ. Γι’ αυτό και σε δύσκολες εποχές, όπως αυτή που ζούμε σήμερα, το κοινό στηρίζει τις καλές παραστάσεις. Το θέατρο είναι μεγάλη παρηγοριά. Ειδικά, όταν ο ηθοποιός πάλλεται και δίνει την ψυχή του, όπως κάνουμε εμείς σε κάθε παράσταση, χωρίς να έχω διάθεση να περιαυτολογήσω. Το αισθάνεται αυτό ο θεατής. Ερχονται και με αγκαλιάζουν μητέρες που τα παιδιά τους πάσχουν από μια ψυχική ασθένεια. Υποκλίνομαι σε αυτές τις μητέρες». Η ηθοποιός και σκηνοθέτρια βλέπει τα πράγματα στη χώρα να χειροτερεύουν μέρα με τη μέρα. «Από την άλλη, έχουμε μια τεράστια ευκαιρία για ένα νοικοκύρεμα αυτού του τόπου. Δεν ήταν κοινωνία αυτή στην οποία ζούσαμε. Δυστυχώς, αυτοί που έφταιξαν δεν πληρώνουν. Πληρώνουν οι πιο αδύναμοι. Ελπίζω όμως οι νέοι να στραφούν ξανά σε αξίες και ιδανικά. Το νόημα δεν είναι μονάχα να περνάμε καλά. Η δική μου αξία ήταν πάντοτε η εντιμότητα, τόσο προς τους άλλους όσο και προς τον εαυτό μας».

«Το γάλα» ανεβαίνει στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη» από τις 26 Ιανουαρίου μέχρι τις 6 Φεβρουαρίου. Παίζουν επίσης οι: Δημήτρης Πατσής, Βασίλης Παλαιολόγος και Ηλιάνα Αραβή. Το έργο του Β. Κατσικονούρη πρόκειται επίσης να βγει στις σκοτεινές αίθουσες, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σιούγα, με τους Ιωάννα Τσιριγκούλη, Ομηρο Πουλάκη, Προμηθέα Αλειφερόπουλο και Ηρώ Μπέζου.

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
  • Η ευτυχία βρίσκεται στο… τάνγκο για την ηθοποιό και χορεύτρια Ελλη Καραδήμου, που εδώ και μερικά χρόνια έχει δοθεί ολόψυχα σ’ αυτόν το θεσπέσιο χορό.

Η Ελένη Καραδήμου και ο Αργεντινός παρτενέρ της στην παράσταση «Τελευταίο τάνγκο», Γκαμπριέλ Μαρίνο

Η Ελένη Καραδήμου και ο Αργεντινός παρτενέρ της στην παράσταση «Τελευταίο τάνγκο», Γκαμπριέλ Μαρίνο Διαθέτει ταλέντο, πάθος, φινέτσα και ταμπεραμέντο αργεντίνικο.

Οι θεατές του καινούργιου θεάτρου «Ολβιο» στο Γκάζι (Ιεράς Οδού 67 και Φαλαισίας 7) μπορούν να το διαπιστώσουν κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο έργο της Γαλλομεξικάνας Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες «Το τελευταίο τάνγκο», που συνδυάζει πρόζα, τραγούδι, μουσική (ζωντανή και ηχογραφημένη) και βεβαίως χορό. Μια καλοφτιαγμένη παράσταση, με κοινωνικο-πολιτικές παραμέτρους, που εκτυλίσσεται στα στούντιο ενός ραδιοφωνικού σταθμού στο Μπουένος Αϊρες, λίγο πριν ξεσπάσει η δικτατορία του Βιντέλα, το 1976. Η Καραδήμου ερμηνεύει μια Ρωσίδα μετανάστρια χορεύτρια στο σόου που ετοιμάζει ο παρουσιαστής μιας δημοφιλούς εκπομπής (τον υποδύεται ο Γιώργος Νινιός).

Μια Ελληνίδα ηθοποιός που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο τάνγκο. Γιατί;

«Αφιερώθηκα στο τάνγκο γιατί αισθάνθηκα να με ολοκληρώνει, τόσο ως άνθρωπο όσο και ως καλλιτέχνη. Οταν χορεύω τάνγκο νιώθω ότι δεν λείπει τίποτε απ’ τη ζωή μου, ότι γεννήθηκα γι’ αυτό. Νιώθω ευτυχία. Βρήκα σ’ αυτό ένα χώρο για να αφήσω ελεύθερη την προσωπικότητά μου και τη δημιουργικότητά μου».

Εχετε ζήσει και στο Μπουένος Αϊρες. Τι αποκομίσατε από κει;

«Είχα πολύ ωραίες αλλά και δύσκολες στιγμές. Εζησα τον έρωτα, την εγκληματικότητα, μια κοινωνία που μοιάζει τόσο με τη δική μας, αλλά είναι συνάμα και πολύ διαφορετική. Αλλαξαν οι ορίζοντές μου. Γνωρίζοντας τους Αργεντινούς κατάλαβα καλύτερα τους Ελληνες και αγάπησα περισσότερο την πατρίδα μου. Είναι καλό να βλέπει κανείς πώς λειτουργεί μια διαφορετική κοινωνία, γιατί αυτό σε ξεμπλοκάρει, σε κάνει να σπας τα στερεότυπα με τα οποία έχεις μεγαλώσει. Σημαντικό μάθημα στο Μπουένος Αϊρες είναι ότι η φτώχεια και η κρίση απλώς αυξάνουν τη δημιουργικότητα και την εφευρετικότητα του καλλιτέχνη. Γι’ αυτό και δεν φοβήθηκα να κάνω ένα τόσο μεγάλο άνοιγμα σε τέτοια εποχή».

Στη μουσικοχορευτική παράστασή σας υπάρχει μια πολιτικοκοινωνική διάσταση. Γιατί;

«Θεωρώ ότι η πολιτικοκοινωνική κατάσταση της Αργεντινής είναι αλληλένδετη με το τάνγκο. Το αιματηρό και πολυτάραχο παρελθόν και παρόν της έχει χαράξει γερά τις ψυχές των ανθρώπων της και κατά συνέπεια την καλλιτεχνική τους έκφραση. Με την Εστέρ, που έχει κάνει και τη σκηνοθεσία, μιλήσαμε πολύ για την ιδιοσυγκρασία του Αργεντινού, όπως η καθεμία την έχει βιώσει. Στόχος μας ήταν να αποδοθεί η σχέση του τάνγκο με την κουλτούρα του, για να βιώσει το κοινό μια διαφορετική πραγματικότητα σε σχέση με αυτό. Το τάνγκο δεν είναι μόνον ένας ερωτικός χορός,το καταλαβαίνει κανείς αν ακούσει τα λόγια του. Ξεπήδησε από τις ανησυχίες του λαού του. Ηταν στόχος μου αλλά και ηθικό χρέος μου απέναντι στους μεγάλους μου δασκάλους ν’ αποκαλυφθεί κι αυτή η πτυχή του».

Ο παρτενέρ σας είναι Αργεντινός. Τι είναι αυτό που σας έκανε να «κολλήσετε»;

«Ο Γκαμπριέλ Μαρίνο είναι ένας καταπληκτικός χορευτής, με μεγάλη σκηνική εμπειρία κι έχουμε μια πολύ αρμονική συνεργασία. Είναι σημαντικό το ότι ο παρτενέρ μου καταλαβαίνει τα λόγια των τάνγκο και έχει περάσει από τις ίδιες διαδρομές στο Μπουένος Αϊρες, γιατί αυτό κάνει το χορό μας πιο βαθύ και ουσιαστικό».

Είστε δασκάλα του τάνγκο από το 2004. Τι χρειάζεται για να γίνεις καλός χορευτής ή καλή χορεύτρια στο τάνγκο;

«Αυτό που διδάσκω στους μαθητές μου είναι ότι το τάνγκο είναι μια κουλτούρα, ένα κοινωνικό φαινόμενο… δεν είναι μόνο χορός. Δεν διακρίνει ηλικίες, εξωτερική εμφάνιση, ούτε κοινωνική θέση. Βοηθούν πολύ στην εκμάθησή του η σωματική άσκηση, η συνεχής εξάσκηση σε αυτό αλλά και το άκουσμα της μουσικής και η μελέτη της κουλτούρας αυτής. Το τάνγκο είναι… περπάτημα και όποιος γράψει τα περισσότερα χιλιόμετρα, σίγουρα αποδίδει καλύτερα».

Τι κάνει κάποια άτομα να έρχονται να χορέψουν τάνγκο;

«Η ανάγκη για επικοινωνία, για αγκαλιά. Το υπέροχο στο τάνγκο είναι ότι μπαίνεις σ’ ένα μπαρ και μπορείς να αγκαλιαστείς με όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται στο χώρο. Γι’ αυτό όποιος μπει στο τάνγκο δύσκολα επιστρέφει σε άλλα είδη διασκέδασης… όλα μοιάζουν τόσο χλιαρά πια μπροστά σ’ αυτό που ζούμε εκεί. Υπάρχει μια πολύ καλή αναλογία αντρών- γυναικών σε σχέση με άλλους χορούς, γιατί εκφράζει απόλυτα και τα δύο φύλα».

Info: Στο «Τελευταίο τάνγκο» παίζουν επίσης οι Κωνσταντίνα Τάκαλου, Τίνα Γιωτοπούλου, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Βαγγέλης Ανδρέου, Αγγελική Ζήση, Εύη Χατζάκη.*