Αρχείο για 25 Δεκεμβρίου, 2010

  • Η νέα, θεατρική, πολυσυζητημένη παράσταση σε ένα μπαρ που εξυμνεί τον έρωτα, η μοναξιά της, οι ιστορίες αγάπης που ονειρεύεται αλλά φοβάται πως δεν θα έρθουν (;)

Κάθεται απέναντι μου με ένα stretch κορμάκι, χρυσές ψηλοτάκουνες γόβες και τα πόδια της είναι ακάλυπτα, αλλά σχεδόν εφηβικά. Είναι το διάλειμμα της παράστασης «50 χρόνια Ερωτας» και ο χρόνος της είναι περιορισμένος. Μιλάει γρήγορα, ακατάπαυστα. Με μια ανάσα σχεδόν μπορεί να ξεδιπλώσει τη μισή της ζωή. Κλισέ ή όχι, η Βάνα είναι η μοναδική περίπτωση στην ελληνική showbiz, γιατί δεν την ένοιαξε ποτέ να αποδείξει ότι ήταν καλή ηθοποιός, σέξι γυναίκα, καλή μαμά. Ο αυτοσαρκασμός της γυναίκας που ήθελε απλώς να κάνει το κέφι της ήταν πάντα σημείο αναφοράς στα media, που είχαν συνηθίσει πιο συμβατικές γυναικείες περσόνες. Και η Βάνα ήξερε να κάνει τη διαφορά.

«Ποτέ δεν έφυγε άντρας από μένα»

Φέτος κάνεις μια παράσταση που μιλάει για τον έρωτα από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα. Τελικά, ποια είναι η πιο ερωτική εποχή για σένα;

Λατρεύω τη δεκαετία του ’50 και του ’60. Εκείνες οι εποχές είχαν άλλες αξίες. Βέβαια, κάνοντας αυτή την παράσταση κατάλαβα ότι τα ίδια πράγματα κάνουμε και τότε και τώρα. Απλώς τότε ήταν όλα πιο κρυφά.

«Ποτέ δεν έφυγε άντρας από μένα»

Αν σε άκουγε κανείς να μιλάς έτσι θα έλεγε ότι είσαι παραδοσιακή γυναίκα…

Ο,τι δεν έχουμε, αυτό εκτιμάμε περισσότερο. Eίμαι παιδί της ελληνικής επαρχίας, μεγάλωσα σε αλάνες σε γειτονιές. Δεν μπορώ λοιπόν να σου πω ότι η εποχή που βιώνω είναι η καλύτερη, δεν την αγαπάω. Αν είχα επιλογή, θα ήθελα να ζούσα τότε.

Γιατί έκανες μια θεατρική παράσταση σε ένα μπαρ και όχι σε μια κλασική θεατρική σκηνή;

Είναι δύσκολη εποχή κι εγώ δοκιμάζω κάτι διαφορετικό, κάτι που το έχω δει πρώτη φορά στην Αμερική. Ηταν μια παράσταση σε ένα γκαράζ και λέω, κοίταξε τελικά, μπορείς να κάνεις θέατρο οπουδήποτε, ακόμα και στην αυλή του σπιτιού σου. Αυτά τα κλισέ εγώ θέλω να τα ανατρέπω. Η παράσταση που κάνω φέτος έχει έναν interactive χαρακτήρα, ο άλλος θα κάνει λίγο χαβαλέ, θα πει την άποψή του, αλλά θα πάρει και τα μηνύματά του.

Αν δηλαδή γύριζες τον χρόνο πίσω θα άλλαζες τη ζωή σου; Θα έμπαινες σε ένα συμβατό σχήμα;

Μια κλασική οικογένεια; Δεν ξέρω πια ποιο πρότυπο γυναίκας είναι πιο ευτυχισμένο. Το πρότυπο το δικό μου, της απόλυτης ελευθερίας που φτάνει έως την ασυδοσία καμιά φορά, ή της γυναίκας που μέσα από την πειθαρχία και τα πολλά «μη» μπορεί να βρει τις αξίες της; Τελικά, αυτή μας η υπερβολή που μας κάνει ελεύθερους τι μας αφήνει; Μια απέραντη μοναξιά.

Νιώθεις κι εσύ μόνη;

Ναι. Παρόλο που έχω το παιδί μου, σε ερωτικό επίπεδο νιώθω μόνη.

Μπορείς να ερωτευτείς και πάλι;

Είναι έως και αδύνατον πλέον. Εχουν φύγει τα χρόνια της χαμένης αθωότητας για μένα. Περιμένω έναν σύντροφο, μια αγκαλιά, μια αγάπη. Αλλά πιστεύω ότι η ιστορία μου με τους έρωτες έχει τελειώσει. Γιατί υπάρχει γνώση πια για μένα. Κι αυτή η γνώση έχει μια απομυθοποίηση. Εντάξει, ψάχνω κι εγώ το 3% των αντρών. Αλλά από την άλλη, είναι η θέση μου δύσκολη πια. Με βλέπουν κι εμένα οι άντρες διαφορετικά. Εχω μια ιστορία πίσω μου, είμαι μια γυναίκα επικίνδυνη και το φαντάζονται ή το ξέρουν. Φοβούνται να με διεκδικήσουν και πληρώνω αυτό το κόστος της μοναξιάς.

Πιστεύεις στον εαυτό σου;

Εννοείται. Ο καλύτερος φίλος της ζωής μου είναι ο εαυτός μου.

Δεν έχεις φίλους;

Οχι. Εχω πάψει να πιστεύω στους ανθρώπους πια. Μπορεί σαν άνθρωποι να έχουμε το καλό και το κακό μέσα μας, αλλά είμαστε ανθρωποφαγικοί.

Μα δεν μπορεί, δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος εμπιστοσύνης δίπλα σου;

Σε κανέναν δεν έχω εμπιστοσύνη. Εχω βιώσει πολλά κι έχω ένα δηλητήριο μέσα μου, πάντα περιμένω ποιος θα με προδώσει. Είναι χιλιάδες οι φορές που με έχουν προδώσει, είναι τρομερό το παρασκήνιο που έχω ζήσει. Εχω δει ότι οι άνθρωποι όταν έχουν να πάρουν κάτι από εσένα όταν είσαι δυνατός, σε αγκαλιάζουν. Στην αδυναμία και στην πτώση σου, δεν είναι κανείς. Προσπάθησαν να μου δώσουν μια να πάω ακόμα παρακάτω.

Τότε εσύ πώς επιβίωσες όλα αυτά τα χρόνια;

Γιατί δεν πιστεύω σε κανέναν. Γιατί δεν περιμένω από κανέναν να μου δώσει την ευκαιρία. Τις δημιουργώ μόνη μου και αν ακολουθήσει το κοινό, καλώς.

Υπάρχουν πράγματα για τα οποία έχεις μετανιώσει;

Ναι, όταν πήγα με το Μεντιτεράνεο στα Οσκαρ και υπήρχε η προοπτική να μείνω στην Αμερική να δουλέψω και αντί γι’ αυτό επέστρεψα στην Ελλάδα. Αυτό το έχω μετανιώσει. Ηρθα σε μια χώρα που με πολέμησαν. Μόνο κάποιοι φίλοι μου gay με στηρίξανε. Πάντα οι γυναίκες που είχαν ομορφιά έπρεπε να αποδείξουν ότι έχουν και ταλέντο. Η ομορφιά είναι ταλέντο. Η Ρίτα Χέιγουορθ, η Μέριλιν, τι υποκριτική είχαν;

Πιστεύεις δηλαδή ότι σε πολέμησαν γιατί ήσουν όμορφη;

Ηταν δύσκολο να με καταπιούν. Τώρα που γέρασα με συμπαθήσανε λίγο. Μεγάλωσα, είμαι 44 ετών.

Τον χρόνο τον φοβάσαι;

Από τη μια τον αγαπάω γιατί μου άνοιξε τα μάτια. Από την άλλη τον φοβάμαι. Θα ήθελα σαν τον Φάουστ να κάνω μια συμφωνία με τον διάβολο και να γεράσω με αξιοπρέπεια, να μη με πονέσει πολύ.

Πολλοί είπαν ότι η Μαρία Κορινθίου είναι η νέα Βάνα Μπάρμπα. Εσύ αντί να ενοχληθείς, της έκανες πρόταση να είστε μαζί στην παράσταση. Κίνηση πολιτικής ή απενοχοποίησης;

Μην ξεχνάς ότι έβγαλα πολλά κορίτσια, όπως τη Ζέτα Δούκα στο Αιδοίων Μονόλογοι, την Τζένη Μπότση στο Σημάδι του Ερωτα… Είναι όμορφα κορίτσια που δεν τους δίνεται η ευκαιρία γιατί είναι όμορφες. Επειδή εγώ έχω καεί από αυτό στο παρελθόν, μου αρέσει πάντα να διαλέγω όμορφες και ταλαντούχες γυναίκες.

Δεν φοβάσαι τη σύγκριση;

Τι να φοβηθώ; Είμαι χορτάτη από θαυμασμό. Εχω γεμίσει από αγάπη και έρωτα. Καμιά φορά με πονάνε όταν μου λένε «σας είδαμε στο βιντεοκλίπ του Πάριου, το Τόσα Γράμματα. Τι όμορφη που ήσασταν τότε». Μου έρχεται ένα μαχαίρι στην καρδιά, αλλά χαμογελάω και λέω «έχεις δίκιο ρε φίλε, ήμουν όμορφη». Είναι αλήθεια όμως. Πώς να συγκρίνεις το τότε με το τώρα;

Στην κόρη σου τι συμβουλές δίνεις;

Δεν τολμάω να δώσω συμβουλές. Τώρα κινδυνεύω να την κακομάθω από την υπερβολή μου να της δίνω πολλή αγάπη. Παλεύω να έχω ένα μέτρο στο μεγάλωμά μου όμως καταλαβαίνω ότι ουσιαστικά είναι μια μεγάλη αρετή. Δεν είναι μαγκιά η υπερβολή, το μέτρο είναι.

Αν σου έλεγε να ασχοληθεί με τη δουλειά σου τι θα της έλεγες;

Θα είχα πεθάνει από τη στενοχώρια μου. Δεν θέλω να δω το παιδί μου να περάσει ό,τι πέρασα εγώ. Εμείς σήμερα έχουμε να φάμε κι αύριο όχι.

Δεν είναι λίγο υπερβολικό να το λες εσύ αυτό;

Σε πληροφορώ ότι είμαι στην πρώτη γραμμή και πολλές φορές δεν είχα να φάω. Εχω ξεμείνει από χρήματα ?πρόσφατα έμεινα με 20 ευρώ στην τσέπη. Εγώ είμαι ο άντρας της ζωής μου, που πρέπει να κοιτάξω την καριέρα μου, το σπίτι μου, το παιδί μου, τις δασκάλες του. Δεν έχω ένα αρσενικό να με συντηρήσει.

Με αυτήν λοιπόν τη λογική δεν σου έχει λείψει η συντροφικότητα;

Οχι, ρε φίλε, δεν τη θέλω, όταν αυτή η συντροφικότητα εξαργυρώνεται με το ότι ανήκω σε κάποιον. Δεν ανήκω σε κανέναν, ανήκω μόνο στον εαυτό μου. Αν κάποιος με δεχτεί με την τρέλα μου, την υπερβολή μου, τον αυθορμητισμό μου, τότε θα του ανήκω γιατί θα αγαπήσει τα λάθη μου.

Στις ερωτικές σου σχέσεις ποιος έφευγε συνήθως;

Εσύ ή οι άλλοι; Δεν υπάρχει άντρας που να έφυγε από εμένα. Ποτέ!

Το ότι έχεις ένα παιδί δεν σε κάνει να συμβιβάζεσαι πιο εύκολα;

Συμβιβάζομαι, αλλά κάνω και το κέφι μου, η δουλειά μου είναι το κέφι ζωής. Αν ήταν να συμβιβαστώ, θα είχα κάνει έναν πλούσιο γάμο.

Μπήκες ποτέ στον πειρασμό;

Ναι! Μπήκα κάποια στιγμή στον πειρασμό να παντρευτώ για να με συντηρεί κάποιος. Δεν άντεχα άλλο να είμαι σαν τους τσιγγάνους.

Επειτα από τόσα χρόνια δουλειάς δεν έχεις βάλει κάποια χρήματα στην άκρη;

Ο,τι έβγαζα το κατέστρεφα. Μια εποχή που δούλευα έβγαζα καλά χρήματα. Τώρα, που παίρνουμε 5- 6 χιλιάρικα τον μήνα, πώς θα συντηρηθούμε; Τι νομίζουν όλοι, ότι τρέχουν τα λεφτά με ουρά; Τα λεφτά είναι και σε εμάς ένας μικρός θάνατος, αλλά θεωρώ ότι τελικά την ώρα που θα ξεπουληθώ για να πάρω μεγάλα ποσά θα έχω τελειώσει κιόλας.

Δεν κάνεις όνειρα;

Δεν μπορώ να κάνω όνειρα πια. Τώρα έχω μόνο στόχους. Κι αυτό είναι διαφορετικό.

Data Bank

  • Γεννήθηκε στα Γιάννενα και από νεαρή ηλικία τη ζήτησαν σε γάμο. Εκείνη όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά ήταν και ένας λόγος για να εγκαταλείψει την πόλη της και να πάει στην Αθήνα.
  • Το όνομά της είναι Βασιλική.
  • Η καριέρα της ξεκίνησε όταν βγήκε Μις Ελλάς στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
  • Το 1991 συμμετείχε στην ιταλική ταινία Mediterraneo, που κέρδισε το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.
  • Εχει μια κόρη, τη Φαίδρα, που είναι οκτώμισι ετών και μένουν στη Γλυφάδα.
  • Η καριερα της απογειώθηκε τη δεκαετία του ’90 όταν από ανώνυμο κορίτσι των βιντεοκασετών της εποχής μεταλλάχθηκε σε απόλυτο sex symbol.
  • ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ της -από τον Λάκη Ραπτάκη μέχρι και τον Χρήστο Κυριαζή- υπήρξαν έντονες και αγαπημένες των Μέσων.

Βένια Καραγιάννη, ΕΘΝΟΣ, 24/12/2010
Εικονογράφηση: ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΖΑΝΤΕ

  • Τον γνωρίσαμε ως Αγαμο Θύτη. Ο 50χρονος ηθοποιός σκηνοθετεί την πρώτη ταινία του, ένα ριμέικ του «Ζητείται ψεύτης», και μιλάει για τη δραματική επικαιρότητα των όσων έγραψε ο Δημήτρης Ψαθάς

Ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης και η Ζέτα Μακρυπούλια, το πρωταγωνιστικό δίδυμο στη δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά του «Ζητείται ψεύτης» του Δημήτρη Ψαθά. Η πρώτη γυρίστηκε το 1960, σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη

«Ετσι όπως έχουμε γίνει, όλες οι μέρες είναι δύσκολες» λέει αναστενάζοντας ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης. Ο ηθοποιός και θεατράνθρωπος που από την περασμένη Πέμπτη είναι και τύποις κινηματογραφικός σκηνοθέτης- με την ταινία «Ζητείται ψεύτης»- ακούγεται προβληματισμένος στην τηλεφωνική επικοινωνία μας. «Η ανεργία στον κλάδο μας ήταν ως πέρυσι στο 70% και εφέτος πλησιάζει στο 90%.Μιλώ με συναδέλφους που βρίσκονται στα όρια της απελπισίας.Οι εννιά στους δέκα ηθοποιούς αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης.Και μιλώ για το θέμα της οικονομικής κρίσης,γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα.Αυτό βέβαια αφορά ολόκληρη τη χώρα».

Ο ίδιος ο Μιχαηλίδης στα 50 του ανήκει στους τυχερούς τού 10%. Αμεσο πρόβλημα δουλειάς δεν αντιμετωπίζει επειδή βρίσκεται σε θέση να εφευρίσκει δουλειές- αφού δεν ασχολείται μόνο με ένα κομμάτι ψυχαγωγίας. «Αν ύστερα από 15 χρόνια δωρεάν εργασίας,όπως συνέβη με μένα,τα πας καλά,τότε έχεις την πολυτέλεια να ζεις από τη δουλειά σου». Ακόμη καλύτερα, όταν κάνεις πράγματα που αγαπάς, κάτι στο οποίο ο Μιχαηλίδης επίσης νιώθει ότι έχει υπάρξει τυχερός: «Ανεξαρτήτως αποτελέσματος, οι εννιά στις δέκα δουλειές που έχω κάνει ήταν δουλειές που ήθελα να κάνω».

Στην περίπτωση του «Ζητείται ψεύτης», ταινίας βασισμένης στο θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά αλλά και στην κινηματογραφική ταινία που γύρισε το 1960 ο Γιάννης Δαλιανίδης, το άγχος του Μιχαηλίδη ήταν διπλό καθώς δεν εμφανίζεται μόνο ως ηθοποιός αλλά και ως σκηνοθέτης. «Είναι το γνωστό κλισέ του αισθήματος ευθύνης» λέει. «Ωστόσο διέβλεπα ότι αυτή η ιδέα- που δεν ήταν δική μουαλλά μια παραγγελία της εταιρείας Οdeon- είχε ψωμί». Ψωμί για τον ίδιο σημαίνει ότι «η ιδέα ιντριγκάρει, σου δημιουργεί κλίμα ευφορίας, σε κάνει να πιστέψεις ότι κάτι μπορείς να πεις».

Πιστεύει ότι το θεατρικό του Ψαθά και η ταινία του Δαλιανίδη ήταν απλώς η αφορμή για τη νέα ταινία. Το πρώτο επίπεδο του έργου, η έννοια του πολιτικού ψεύδους, έμεινε άθικτο. «Η κακοδαιμονία όλου του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα,που είναι αυτή η πελατειακή σχέση των πολιτικών με τους πολίτες,είναι μια πολύ παλιά πληγή και δεν αλλάζει. Οι αλλαγές που έγιναν στη νέα ταινία αφορούν τις καινούργιες εκδοχές του πολιτικού ψεύδους με τη συμβολή των ΜΜΕ,των image makers,των επικοινωνιολόγων, στοιχείων δηλαδή της τελευταίας εικοσαετίας που βεβαίως δεν υπήρχαν στο έργο του Ψαθά».

Για τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη «το ψεύδος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής.Το τι είναι όμως ψέμα στον πολιτικό χώρο εί ναι μια μεγάλη φιλοσοφική κουβέντα στην οποία δεν ανοιχτήκαμε, όπως δεν ανοίχτηκε και ο Ψαθάς στο θεατρικό του. Τα θεμέλια των Ελλήνων είναι οι ψευδαισθήσεις.Ως έθνοςβαυκαλιζόμαστε,είναι δύσκολο να αυτοπαρατηρηθούμε,ιδίως τα τελευταία χρόνια. Γιατί παλιότερα οι Ελληνες, αν και λιγότερο μορφωμένοι, ήταν πιστεύω περισσότερο σκεπτόμενοι.Η γενιά των παππούδων μας ήταν αγράμματη αλλά διανοούμενοι.Σκέφτονταν τη ζωή.Τα τελευταία χρόνιαμε την ευμάρειανομίζω ότι σταματήσαμε να σκεπτόμαστε».

Ηδη από τότε που σπούδαζε στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (αποφοίτησε το 1982) ο Μιχαηλίδης είχε πάρει πολύ στα σοβαρά την κωμωδία. «Από τη φύση μου κωμικός δεν είμαι.Λόγω όμως της μεγάλης αγάπης που έχω για την κωμωδία αλλά και της ιδιαιτερότητάς τηςαπό πολύ νωρίς με απασχόλησε ο χώρος του καμπαρέ και του αμφιθεάτρου». Δούλεψε σε αυτούς τους χώρους παράλληλα με το θέατρο. «Η κωμωδία κρύβει μια μεγάλη παγίδα:αν δεν ορίσεις ένα ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθείςεύκολα μπορεί να πέσεις στη χυδαιότητα.Ο λόγος για τον οποίο με τους Αγαμους Θύτες δεν παίζουμε τακτικά είναι αυτός ο φόβος». Οσο για τον φόβο της επανάληψης, «έχει να κάνει με το πόσο συνομιλείς με τον ίδιο τον εαυτό σου.Αν το πρώτο κριτήριό σου είναι να επιβεβαιωθείς,να αρέσεις ή να γεμίσεις την αίθουσα, τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται επικίνδυνα.Πρέπει να μπορείς να αντιστέκεσαι στις επιταγές της αγοράς.Ενας από τους τρόπους είναι να μην παίζεις συχνάώστε να έχεις χρόνο για περισυλλογή αλλά και μεράκι για να το ξανακάνεις».

«Δουλειά της σάτιρας είναι να θέτει ερωτήματα, όχι απαντήσεις» λέει. «Δεν είμαστε καθοδηγητές του έθνους ούτε πολιτικοί αγκιτάτορες.Απλώςμέσα από μερικά ερωτήματαπροσπαθείς να διατυπώσεις την ατμόσφαιρα που βλέπεις γύρω σου. Το κάνεις βέβαια μέσα στο πλαίσιο της ψυχαγωγίας και του χιούμορ,πάντα όμως η καλής ποιότητας κωμωδία έχει και μια πίκρα από κάτω, μια απογοήτευση. Είτε αφορά την ύπαρξή μας είτε τον κοινωνικό μας περίγυρο και την καθημερινότητά μας.Ετσι κι αλλιώς υπάρχουν αιώνια ερωτήματα που ποτέ δεν απαντώνται. Γι΄ αυτό κάνουμε τέχνη.Για να παρηγορηθούμε.Είναι πιο αποτελεσματικό αλλά και πιο θεραπευτικό να σκεφτόμαστε γελώντας».

Η ταινία του Ιεροκλή Μιχαηλίδη «Ζητείται ψεύτης»,με πρωταγωνιστή τον ίδιο και τους Ζέτα Μακρυπούλια και Οδυσσέα Παπασπηλιώπουλο,προβάλλεται στις αίθουσες από την περασμένη Πέμπτη σε διανομή Οdeon.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artId=374630&dt=24/12/2010#ixzz198fsyuVN

  • Ματζάνας Σ., Η ΑΥΓΗ: 26/12/2010

Δεν μπορούμε να μη χαιρετίσουμε με ενθουσιασμό την κυκλοφορία (διόλου συμπτωματικά από την ανεξάρτητη και προσηλωμένη στην ουσία και όχι στις πωλήσεις δισκογραφική εταιρεία Puzzlemusik) μιας αληθινά εξαιρετικής δουλειάς, μιας θεατρικής διασκευής του εμβληματικού έργου του Λιούις Κάρολ «Η Αλίκη Στη Χώρα Των Θαυμάτων», όπου συνυπάρχουν ο λόγος -αφηγηματικός μα και διαλογικός-, το τραγούδι και η μουσική. Συζητήσαμε την Αγγελική Δαρλάση (επίσης καθόλου συμπτωματικά πολύ γνωστή συγγραφέα παιδικών βιβλίων, με πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό της) η οποία είχε την ιδέα και έγραψε τα κείμενα και τους στίχους των τραγουδιών, για τις δυσκολίες, τις προκλήσεις αλλά και τους στόχους του εγχειρήματος, ενώ σε κάποια σημεία που αφορούσαν το μουσικό μέρος του έργου παρενέβη και ο συνθέτης Χρήστος Αλεξόπουλος που το υπογράφει.

* Πάντα είχα την περιέργεια να ρωτήσω συγγραφείς παιδικών βιβλίων, γονείς και οι ίδιοι, παιδιών σε μικρή ηλικία, όπως εσύ, αν αρχίζοντας να γράφεις κάτι έχεις στο μυαλό σου – ή έστω υποσυνείδητα – ότι πρέπει πριν απ’ όλα αυτό να είναι καλό μα και ενδιαφέρον για τα ίδια τα παιδιά σου.

Α.Δ. Ξεκίνησα να γράφω και για παιδιά πριν αποκτήσω δικά μου, επειδή με ενδιαφέρει η παιδική ηλικία, αγαπώ τα παιδιά, τα πιστεύω και θεωρώ ότι το παιδικό βιβλίο είναι ένα πολύ δύσκολο και απαιτητικό είδος, είσαι μόνιμα στην «κόψη». Δυστυχώς, το ταυτίζουμε πολλές φορές με το απλοϊκό ή το πρόχειρο – διαφωνώ κάθετα με αυτό. Ως ενήλικοι μπορεί π.χ. να φάμε πρόχειρο φαγητό, για τα παιδιά όμως μέλημά μας είναι να τρώνε καλομαγειρεμένα, θρεπτικά, νόστιμα, ζεστά φαγητά, τα οποία φυσικά τρώμε κι εμείς ευχάριστα. Τα ίδια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει και η πνευματική τροφή κάθε παιδιού.

 

* Δεν φοβήθηκες να αναμετρηθείς με ένα τόσο κλασικό κείμενο, όπως αυτό του Λιούις Κάρολ; Κάποιος κακόβουλος θα μπορούσε ίσως να μιλήσει ακόμα και για «δημιουργική αυθάδεια»…

Α.Δ. Μα για ποια αναμέτρηση μιλάμε; Και γιατί; Και ειδικά στην μετά και από την μεταμοντέρνα εποχή όπου σκηνοθέτες έχουν «διαλύσει» κλασικά κείμενα! Λατρεύω το συγκεκριμένο βιβλίο, με εμπνέει, και γι’ αυτό θέλησα να ασχοληθώ μαζί του… Από αγάπη και θαυμασμό. Αν δεν πίστευα ότι είναι τόσο καλό, γιατί να ασχοληθώ καν; Θα έγραφα κάτι δικό μου. Εδώ πρόκειται για τη μεταγραφή, τη μεταφορά σε ένα άλλο είδος κι ένα άλλο μέσο, με όλες τις δραματουργικές και τεχνικές ιδιαιτερότητες που αυτό συνεπάγεται.

* Ποιες δυσκολίες, τόσο από πλευράς μορφής όσο και περιεχομένου, παρουσιάζει η διασκευή, προσαρμογή, ή όπως αλλιώς προτιμάς να το ονομάσεις, ενός τέτοιου κειμένου από τα αγγλικά στα ελληνικά, και πώς τις αντιμετώπισες;

Α.Δ. Το κείμενο είναι γεμάτο από ιδιωματισμούς, νεολογισμούς ή και αναφορές σε θέματα της εποχής του που έχουν το …«αμετάφραστο». Από τη στιγμή όμως που δεν έκανα μετάφραση του βιβλίου, δεν στάθηκα εκεί, εφόσον δεν χρειαζόταν. Για εμένα η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν πώς σελίδες διαλόγων θα χωρέσουν σε λίγες γραμμές ή και να γίνουν στίχοι τραγουδιού (όποτε αυτό ήταν δραματουργικά σωστό). Έπρεπε λοιπόν να βρω το «ζουμί» ας πούμε, το πνεύμα του κάθε επεισοδίου. Όμως, έτσι κι αλλιώς, ο θεατρικός λόγος είναι πυκνός κι ευτυχώς το ίδιο ισχύει και για το ύφος μου. Χρειάστηκε παρ’ όλα’ αυτά να αφαιρέσω αρκετά επεισόδια, δεδομένου ότι απευθυνόμαστε σε ακροατές πια και όχι αναγνώστες. Οι συνθήκες πρόσληψης είναι εξ’ ορισμού διαφορετικές και όφειλα να τις λάβω υπ’ όψιν μου. Κατά τα άλλα, προσπάθησα να μείνω όσο πιο πιστή μπορούσα στο αρχικό κείμενο.

* Προέρχεσαι από τον χώρο του θεάτρου και η συγκεκριμένη δουλειά σαφέστατα δεν είναι απλά ένα CD με παιδικά τραγούδια, αλλά έχει την δομή μια παράστασης, θα έλεγα μάλιστα ενός μιούζικαλ. Είναι εύλογο λοιπόν να ρωτήσει κανείς αν είναι μόνο οικονομικοί λόγοι που την έκαναν να καταλήξει να γίνει δίσκος και όχι στη σκηνή.

Α.Δ. Ποιος σου είπε ότι στοίχισε λίγο, συγκριτικά μιλώντας; Ηθοποιοί, μουσικοί, στούντιο… Δεν μιλάμε για μία ακόμη φτηνή ή άρπα κόλα παραγωγή! Ο λόγος που προσωπικά ήθελα να το κάνω, σε αυτή τη μορφή, ήταν επειδή μεγάλωσα ακούγοντας ανάλογες διασκευές στο κρατικό ραδιόφωνο («Ιστορίες θαυμαστών ηρώων») σε κείμενα του Κώστα Δαρλάση και μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη. Θεωρώ ότι είναι ωραίος τρόπος να φέρεις σ’ επαφή παιδιά μικρότερης ηλικίας με μεγάλα κείμενα. Δεν γίνεται πια κάτι ανάλογο για παιδιά, και μάλιστα στο ραδιόφωνο, καθώς το συγκεκριμένο μέσον αγνοεί επιδεικτικότατα την ύπαρξή των παιδιών. Γιατί λοιπόν όχι ανάλογες διασκευές σε CD;

* Πώς ήταν η μεταξύ σας συνεργασία; Αγγελική, είχες κάποια συγκεκριμένη άποψη ή έστω έδωσες κατευθύνσεις, κυρίως για τη μουσική των τραγουδιών αλλά και συνολικά για την ηχητική επένδυση; Και αντίστοιχα, Χρήστο, πόσο δύσκολο ήταν ή έστω συνιστούσε δημιουργική πρόκληση το να γράψεις τραγούδια επάνω σε στίχους κάποιου άλλου -έστω και αν αυτή ήταν η σύζυγος σου- και όχι δικούς σου, όπως συνέβαινε στις μέχρι τώρα δουλειές σου;

Α.Δ. Τον Χρήστο τον εκτιμώ ιδιαίτερα ως συνεργάτη από την πρώτη δουλειά που κάναμε μαζί, πριν καν γίνουμε ζευγάρι. Και έχω το «θράσος» να πω ότι τον θαυμάζω και λατρεύω τη μουσική του. Δεν του δίνω κατευθύνσεις, απλά είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος, αλληλοσυμπληρωνόμαστε και αλληλοεκτιμούμαστε. Τα πράγματα, μετά από τόσες συνεργασίες, κυλούν και προκύπτουν σχεδόν από μόνα τους, μέσα από δημιουργικές συζητήσεις και προβληματισμούς.

Χ.Α. Τα τρία πρώτα albums μου είχαν και τραγούδια σε στίχους άλλων εκτός από τους δικούς μου. Έχω άρα ξανασυνεργαστεί με στιχουργούς και με την Αγγελική, συγκεκριμένα στο «Και Μετά;» του 2003. Επίσης στο πρώτο άλμπουμ είχα μελοποιήσει Σουρή, στο δεύτερο Μουντέ. Είμαι εξοικειωμένος με τη διαδικασία αυτή και είναι ευχάριστη. Σου διευρύνει τους ορίζοντες, σου δίνει ιδέες. Απλά για πρώτη φορά έγινε σε επίπεδο ολόκληρου album.

* Περιγράψτε την δημιουργική διαδικασία που υπήρχε ανάμεσα σας, ιδιαίτερα κατά το γράψιμο των τραγουδιών.

Α.Δ. Διαβάσαμε στα παιδιά το κείμενο και τα βάζαμε να ακούσουν το demo για να δούμε αν λειτουργεί όπως υποθέταμε. Ειδικά μας ενδιέφερε η αντίδρασή τους στα τραγούδια.

X.Α. Ήταν πολύ δημιουργική. Υπήρξε πάρε δώσε και ανατροπές. Η ιδέα ο Ποντικός να τραγουδάει hip-hop ήταν της Αγγελικής. Σε μία περίπτωση, καταλήξαμε να γράψουμε τη μουσική μαζί («Οι Τάρτες») και σε μία άλλη καταλήξαμε να γράψουμε τους στίχους μαζί («Σε Πείσμα Των Καιρών»).

* Ήταν εύκολο να βρεις ηθοποιούς -και ιδιαίτερα φυσικά για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Αλίκης- και ποιες δυσκολίες αντιμετώπισες ως προς τη σκηνοθεσία/διδασκαλία τους; Δεν αισθάνθηκες αλήθεια σε εκείνο το σημείο να σε δεσμεύει το γεγονός ότι δεν είχες στην διάθεση σου την μία από τις δύο διαστάσεις της ερμηνείας ενός ηθοποιού, δηλαδή την οπτική;

X.A. Μα είναι «θέατρο για το ραδιόφωνο» και είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένο. Αν το έγραφα για θέατρο θα ήταν σίγουρα διαφορετική η διασκευή. Για το ρόλο της Αλίκης έψαχνα μια νεανική φωνή, κι όταν άκουσα το demo της ενθουσιάστηκα. Δεν με παίδεψε καθόλου η Σάρα Ψάλτη∙ αν και είναι τριτοετής ακόμα σπουδάστρια υποκριτικής σχολής εκτός από ταλαντούχα είναι και πολύ εργατική. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για όλους τους άλλους. Καμία δυσκολία, ίσα ίσα ήταν απολαυστικότατη εμπειρία. Έχει άλλη γοητεία το θέατρο στο ραδιόφωνο και για τους ίδιους τους ηθοποιούς. Άλλωστε μιλάμε για πολύ καλούς κι έμπειρους ηθοποιούς, σωστούς επαγγελματίες, με ήθος και συνέπεια. Ίσως η μόνη δυσκολία ήταν ότι είχαν τόσες καλές ιδέες που ήταν δύσκολο να επιλέξω (ο Άρης Τσαμπαλίκας ως Καπελάς, για παράδειγμα, είχε τουλάχιστον τρεις διαφορετικές εκδοχές να προτείνει και ήταν και οι τρεις ενδιαφέρουσες!).

* Τέλος, υπάρχουν κάποια μηνύματα, πέραν βέβαια από αυτά που ήδη υπάρχουν στο αυθεντικό κείμενο, τα οποία προσπαθείς να δώσεις στα παιδιά μέσα από αυτή την δουλειά; Και εκτός από την εμπορική της απήχηση που είναι άλλο θέμα, ποιες αντιδράσεις από τα παιδιά, μα ίσως και τους γονείς, θα σε ικανοποιήσουν ως τη βασική δημιουργό της;

Α.Δ. «Παιδί είμαι, δεν είμαι ανόητη! Και τα παιδιά έχουν μυαλό και μπορούν μια χαρά να το χρησιμοποιούν…», που λέει κι η Αλίκη (του Κάρολ μα και η δική μου)! Η μεγαλύτερη ικανοποίηση θα ήταν για εμένα να τους δημιουργηθεί η επιθυμία να διαβάσουν το πρωτότυπο κείμενο. Και φυσικά να μου ζητήσουν να φτιάξω κι άλλο CD!

Σκηνή από το «Γλυκό πουλί της νιότης», που παρουσιάζεται από τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου
  • Της Μαρίας Αδαμοπούλου, Η ΑΥΓΗ: 26/12/2010

Όταν η Έφη Θεοδώρου αποφάσισε να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία ήταν ακόμη νεαρή φοιτήτρια. Τότε ένιωσε ότι το θέατρο είναι φως και έτσι μόνο ήθελε να συνδιαλεχθεί μαζί του.

Από τότε πέρασαν περισσότερα από είκοσι χρόνια. Και η Έφη Θεοδώρου, καλλιτεχνική σύμβουλος στο Εθνικό Θέατρο σήμερα, με αρκετές σκηνοθεσίες στο ενεργητικό της, επιμένει να αναζητά αυτό το φως, μέσα σε έργα και χαρακτήρες, σε παραστάσεις που την συγκινούν γιατί έχουν αναφορές στη καθημερινότητά μας.

Έτσι, ένα χρόνο μετά το ανέβασμα του περίφημου έργου του Πέτερ Βάις Μαρά/Σαντ στη Νέα Σκηνή του Εθνικού, η Έφη Θεοδώρου προτείνει στο κοινό το Γλυκό πουλί της νιότης του Τενεσί Ουίλιαμς, που ανεβαίνει από σήμερα στη Νέα Σκηνή.

Γραμμένο το 1959, το Γλυκό πουλί της νιότης, από τα πιο γνωστά και αγαπημένα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς, ανεβαίνει για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο.

Ο νεαρός και φιλόδοξος Τσανς Γουέιν επιστρέφει στην πόλη που γεννήθηκε μαζί με την άλλοτε διάσημη ηθοποιό Αλεξάνδρα Ντελ Λάγκο – σε μια πόλη μεταλλαγμένη, υποταγμένη στους σκληρούς νόμους μιας πραγματικότητας όπου βασιλεύει η βία, το δίκαιο του ισχυροτέρου και ο ρατσισμός. Οι δυο τους, κυριευμένοι από τρόμο μπροστά στον χρόνο που κυλάει αδυσώπητα, βρίσκουν καταφύγιο μέσα από τεχνητούς παραδείσους σε μια απατηλή ζωή που προσδοκούν ότι θα τους χαρίσει η τέχνη και η δόξα. Όμως αυτή η απόδραση τους αφήνει με άδεια χέρια.

Το έργο αναφέρεται στην ελεύθερη πτώση δύο ανθρώπων από το όνειρο στην ωμή πραγματικότητα και η παράσταση υπόσχεται να φωτίσει με ξεχωριστό τρόπο αυτό το κλασικό πια αριστούργημα.

  • Ανακαλύπτοντας τον Τενεσί Ουίλιαμς

Ο Τενεσί Ουίλιαμς δεν ανήκε στους αγαπημένους συγγραφείς της Έφης Θεοδώρου. «Έβλεπα με καχυποψία τα αυτοκαταστροφικά πάθη του», λέει. Η εικόνα της για τον πολυγραφότατο Αμερικανό συγγραφέα άλλαξε όταν είδε τη δουλειά δύο μεγάλων ξένων σκηνοθετών -του Όστερμαγιερ και του Βαλικόφσκι- πάνω στον Ουίλιαμς. «Ένιωσα ότι ήταν ένας Τσέχωφ της Δύσης. Θέλησα να ξαναδιαβάσω το σύνολο του έργου του. Σταμάτησα στο Γλυκό πουλί της νιότης. Πρόκειται για τραγικό θέατρο, για μια σύγχρονη αλληγορία. Οι ήρωές του θέλουν να φτιάξουν μια άλλη ζωή, απατηλή. Κατασκευάζουν έναν ονειρικό κόσμο κι αναμετριούνται με τον χρόνο. Πίσω από αυτή τη θεματική υπάρχει η μεταφυσική αγωνία του θανάτου. Πίστεψα ότι είναι ένα πολύ σύγχρονο έργο».

Στην Αλεξάνδρα Ντελ Λάγκο αναγνώρισε μια γυναίκα αποσυρμένη από την τέχνη της που ασφυκτιά από την έλλειψή της, μια γυναίκα που αναμετριέται με την εικόνα της και τη φθορά του χρόνου. Στον Τσανς Γουέιν, έναν νεαρό άντρα που σπατάλησε τα νιάτα του και την ομορφιά του, που ονειρεύεται τη δόξα αλλά δεν κάνει τίποτα για να την αποκτήσει. «Είναι και οι δύο», λέει η Έφη Θεοδώρου, «απελπισμένοι, προσπαθούν να διασωθούν αλλά δεν τα καταφέρνουν. Γύρω τους η πραγματική ζωή όχι μόνο δεν τους αφορά αλλά δεν τους προσφέρει και τίποτα. Ο Τενεσί Ουίλιαμς εδώ αγγίζει και το θέμα της μοναξιάς. Διαβάζοντας το Γλυκό πουλί της νιότης, θυμήθηκα τον Κολτές που σημείωνε στον Ρομπέρτο Τσούκο: Πεθαίνουμε και γεννιόμαστε μόνοι».

Στο έργο τα πρόσωπα αλληλοσπαράζονται, ασκούν βία ο ένας στον άλλο. Το θέμα της πάλης των δύο φύλων είναι προσφιλές στον Ουίλιαμς. «Όταν το ένα τέρας συναντά το άλλο», σημειώνει η ίδια, «κάποιο από τα δύο πρέπει να υποχωρήσει. Η Αλεξάνδρα Ντελ Λάγκο δηλώνει ότι είναι πιο δυνατή από τη φύση της και ως εκ τούτου ο Τσανς Γουέιν μένει να υποστεί. Τα δύο πρόσωπα αλληλοχρησιμοποιούνται μέχρι να επιβιώσουν. Βέβαια, ο συγγραφέας πιστεύει σε μια ηθική δικαίωση των έργων του, εφόσον η βία εξαγνίζεται στη σκηνή».

Ποιες φράσεις θα χαρακτήριζαν το έργο; «Το Γλυκό πουλί της νιότης χαρακτηρίζεται από την προσωπικότητα των δύο ηρώων του: Η φράση ‘Μήπως η ζωή δεν είναι ένα ξέφρενο όνειρο;’ αντιπροσωπεύει τον Τσανς Γουέιν. Η φράση ‘Δεν μπορείς να αποσυρθείς όταν η καρδιά του καλλιτέχνη σπαράζει μέσα στα νεύρα σου, μέσα στη καρδιά σου’, την Αλεξάνδρα Ντελ Λάγκο».

Τα τελευταία χρόνια την Έφη Θεοδώρου απασχολεί το πολιτικό θέατρο. Πέρσι η επιλογή της να σκηνοθετήσει το περίφημο έργο του Πέτερ Βάις Μαρά/Σαντ δεν ήταν τυχαία. Ο Μαρά είναι ο ηγέτης της Γαλλικής Επανάστασης, που δολοφονήθηκε στην μπανιέρα του από τη Σαρλότ Κορντέ. Και ο Σαντ, ο εξίσου γνωστός σαδιστής μαρκήσιος, στο συγκεκριμένο έργο αναλαμβάνει έναν διαφορετικό ρόλο: του διανοούμενου που συγκρούεται με τον στρατευμένο αριστερό, αμφισβητώντας τη χρησιμότητα της βίας.

Όπως και η ίδια. Άλλωστε ακριβώς κάτω από τα παράθυρα του γραφείου της στο Εθνικό Θέατρο, εκεί, στην Αγίου Κωνσταντίνου, δύο βήματα μόλις από την Ομόνοια κι άλλα τόσα από την πλατεία Κουμουνδούρου, καθημερινά διαδραματίζονται ιστορίες βίας και ρατσισμού, ιστορίες μιας αδιέξοδης πολιτικής για τους μετανάστες.

Η Έφη Θεοδώρου έχει τη δική της εμπειρία να καταθέσει. Και οι αγωνίες της γύρω από το ζήτημα αυτό περισσεύουν.

«Τον περασμένο Ιούνιο – Ιούλιο βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη: καθημερινά, από το πρωί ώς το βράδυ, οι χώροι γύρω από το Εθνικό Θέατρο έγιναν το κέντρο διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών. Φαινόμενο καθόλου άγνωστο, αλλά την περίοδο εκείνη είχε μεταφερθεί ακριβώς δίπλα μας. Άνθρωποι χωρίς μοίρα και προοπτική, που έφτασαν στη χώρα μας αναζητώντας ‘καλύτερες μέρες’ εμπορεύονταν ‘τη ζωή και το όνειρο’. Πελάτες τους άνθρωποι κάθε ηλικίας, φύλου και φυλής, ανάμεσά τους πολλά νέα παιδιά, 16-17 ετών. Η εικόνα αυτής της απελπισμένης ομαδικής παράκρουσης που παρακολουθούσα καθημερινά, αμήχανη και παροπλισμένη, μου γεννούσε ανάμεικτα αισθήματα, θλίψης, ενοχής οργής, καθώς και πολλά ερωτηματικά γύρω από τον ρόλο και τη θέση της τέχνης όταν η ‘πραγματική ζωή’ γύρω ‘κραυγάζει’. Ίσως αυτό να με οδήγησε στην επιλογή αυτού του έργου».

«Πώς κάνεις λοιπόν θέατρο όταν η πραγματικότητα είναι τόσο ζοφερή γύρω σου;» αναρωτιέται. «Πιθανόν η διέξοδος είναι η τέχνη, όταν αδυνατείς να παρέμβεις…»

  • ΓΛΥΚΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ του Τενεσί Ουίλιαμς. Σκηνοθεσία: Έφη Θεοδώρου. Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου. Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη. Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Ερμηνεύουν: Μαρία Σκουλά, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Μάνος Βακούσης, Υβόννη Μαλτέζου, Θεοδώρα Τζήμου, Λένα Παπαληγούρα, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Κώστας Βασαρδάνης, Θέμης Πάνου, Μιχάλης Αφολαγιάν, Γιώργος Τζαβάρας, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Γιωργής Τσουρής. ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ (17/12-30/1).