Ελένη Κοκκίδου: Είμαι ακραίος άνθρωπος κι αυτό είναι προσόν στην τέχνη

Posted: Δεκέμβριος 11, 2010 in Κοκκίδου Ελένη
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Η Ελένη Κοκκίδου έχει αποκτήσει και πέρα από τη «φυλή» των θεατρόφιλων… υπερφυσικές διαστάσεις, μετά τη συγκλονιστική ερμηνεία, έναν προσωπικό θρίαμβο, στη «Γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, που επαναλαμβάνεται στο θέατρο «Βασιλάκου» (η σκηνοθεσία της Λένας Κιτσοπούλου).

Ενώ πηγαινοέρχεται φουριόζα στον ήρεμο ιδιωτικό χώρο της για να με τρατάρει πατρινό λουκουμάκι με τεντούρα μαζί με τον «τελειότερο» αμερικάνικο ντεκαφεϊνέ, προσπαθώ να ανακαλύψω πώς αυτή η γλυκιά, πληθωρική, ταλαντούχα γυναίκα μεταμορφώνεται στη σκηνή σε πόρνη- ανήμερο θεριό. Πριν φύγω, μου βάζει συνωμοτικά σε ένα βαζάκι μαγιονέζας λίγο από τον «τελειότερο καφέ».

– Βλέπατε θέατρο μικρή;

«Πολύ λίγο. Επαιζα κιθάρα, μάθαινα και πιάνο. Δεν συνέχισα όμως. Η αλήθεια, πάντως, είναι πως όταν πηγαίναμε στο θέατρο εγώ με αυτούς που ήταν πάνω στη σκηνή ένιωθα να είμαι. Και ήξερα ότι αυτό που βλέπω μπορώ να το κάνω».

– Αισθάνεστε καλύτερα πάνω στη σκηνή απ’ ό,τι κάτω;

«Ε, βέβαια. Τώρα πια είμαι εξοικειωμένη και με την πραγματικότητα της ζωής. Πιο παλιά δεν ήμουν. Κι ανυπομονούσα να είμαι στη σκηνή. Επάνω της αισθάνομαι τόσο καλά, γιατί ξαφνικά όλα τα πράγματα παίρνουν νόημα. Μπαίνουν όρια και υπακούς σε ένα σύστημα πραγμάτων. Εχει ένα νόημα να υπάρχεις εκείνη την ώρα εκεί. Ενώ στην πραγματικότητα της ζωής το νόημα πρέπει να το βρεις εσύ. Μόνος. Δύσκολα πράγματα!».

– Ενώ συνήθως δεν έχετε υλικό πρωτογενές από τη ζωή σας για τους ρόλους, όπως συμβαίνει και με την πόρνη Πανωραία, μπορείτε και τους εμψυχώνετε. Δεν είναι μια παραδοξότητα;

«Η σκηνή δεν είναι μίμηση της ζωής. Αν βάζαμε την αληθινή Πανωραία πάνω στη σκηνή, μπορεί να μας φόβιζε, μπορεί και να μας γοήτευε. Ο ηθοποιός πρέπει να παρατηρεί. Εγώ παρατηρούσα πάντα τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Από παιδί. Αμα με ρωτήσεις τι σπίτια έχει ο δρόμος μου, δεν θυμάμαι. Αλλά αν μου πεις «πώς ξύνει το μάγουλό της η κυρία τάδε;», θα σ’ την κάνω αμέσως».

– Τι ψάχνατε στους άλλους;

«Την ψυχή τους. Με ενδιέφερε πολύ πως αισθάνονται, πώς σκέφτονται, πώς ζουν. Πώς κάποιοι γελάνε πολύ, τρώνε πολύ, χαίρονται πολύ και φωνάζουν ενώ άλλοι είναι μίζεροι, μαζεμένοι, δεν σου δίνουν μεγάλο θάρρος. Γιατί εγώ δεν έβρισκα τρόπο να ζω. Μου ήταν πολύ δύσκολη η ζωή. Ημουν ένα βασανισμένο, πολύ ιδιαίτερο κι ευαίσθητο παιδί. Ενιωθα ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος για μένα μες στην οικογένειά μου. Δεν ήμουν στις προδιαγραφές της».

– Ποιες ήταν οι οικογενειακές προδιαγραφές;

«Οι αστικές. Ο πατέρας ήταν μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα που ξεκίνησε από το μηδέν, μετά τον πόλεμο, με όραμα κι έφτιαξε μια ζωή και τις βάσεις τα παιδιά του να γίνουν επιστήμονες, αυτόνομοι άνθρωποι με μια καλή ζωή. Εμενα, όμως, δεν με ενδιέφερε αυτή η ζωή. Εψαχνα να βρω άλλα πράγματα, στους λαϊκούς κυρίως ανθρώπους. Τους συναντούσα τα καλοκαίρια που πήγαινα στο χωριό της γιαγιάς μου, κοντά στην Τρίπολη, στους Αραχαμίτες, όπου πηγαίνω ακόμα. Και στο σχολείο μου, το Μαράσλειο, όπου συνυπήρχαν όλες οι κοινωνικές τάξεις».

– Τι ακριβώς ανακαλύπτατε στους λαϊκούς ανθρώπους;

«Τα πρωτογενή πράγματα της ζωής, χωρίς τον καθωσπρεπισμό που μου είχε επιβληθεί στην οικογένειά μου».

– Από το θέατρο τι ζητούσατε; Τι ζητάτε;

«Ηταν πάντα ο χώρος ο δικός μου, εκεί όπου μπορούσα να εκφραστώ. Σαν να πήγα στο θέατρο για να συναντήσω τον εαυτό μου. Να ενηλικιωθώ, να μεγαλώσω, να αναπτυχθώ ως αυτόνομος οργανισμός. Διότι το ένιωθα ότι ως κατασκευή ήμουν φτιαγμένη για να είμαι εκεί. Ημουν καλλιτεχνική φύση. Δεν ήταν τυχαίο ότι πριν πάω στο θέατρο σπούδασα ψυχολογία. Πήγα και στη σχολή ξεναγών, δούλεψα ως ξεναγός και μετά πήγα στο θέατρο».

– Βλέποντάς σας κάποιος ως Γυναίκα της Πάτρας θαυμάζει πρωτίστως το θάρρος της αυτοέκθεσης. Πώς οδηγείστε σ’ αυτή την υπέρβαση;

«Μου είναι απόλυτα φυσιολογικό. Κι εγώ είμαι ακραίος άνθρωπος, τα δίνω όλα. Το εκατό τοις εκατό. Αυτό δεν σημαίνει ότι βγαίνω κερδισμένη. Τις περισσότερες φορές, το αντίθετο. Ομως στην τέχνη αυτό είναι ένα προσόν».

– Το να τα δίνεις όλα;

«Ε, βέβαια. Τώρα που έχω μεγαλώσει λίγο, έχω κατεβάσει αρκετά τις μηχανές. Ομως στη σκηνή εξακολουθώ να είμαι εσωτερικά πυρακτωμένη. Και όταν κάνεις κι έναν άνθρωπο, όπως η Πανωραία, που πέρασε διά πυρός και σιδήρου και ό,τι κάνει το κάνει πολύ -κλαίει πολύ, αγαπάει πολύ, μισεί πολύ, εκδικείται πολύ-, είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί. Είχα ένα κοστούμι έξτρα έξτρα έξτρα large να φορέσω, οπότε μπορούσα να ανοιχτώ όσο ήθελα. Ημουν ελεύθερη. Δεν είχα περιορισμούς. Μπορούσα να είμαι η Ελένη, με όλη της την αίγλη, που να γελάει πολύ, να κλαίει πολύ, να χορεύει, να τα σπάει. Αυτό το «πώς το κάνει, δεν ντρέπεται;», για μένα είναι τρομερή ελευθερία. Και νομίζω ότι αυτό νιώθει ο κόσμος και τον δονεί η παράσταση».

– Ερχονται και οι κυρίες των βορείων προαστίων και εκστασιάζονται με τη φοβερή ιερόδουλη! Περιμένατε τέτοια παλλαϊκή απήχηση;

«Ναι. Γιατί η Πανωραία δεν έχει σχέση με κανένα βόρειο, νότιο ή δυτικό προάστιο. Ούτε με το κοινωνικό status των ανθρώπων. Ο αγώνας που κάνει κάποιος για τη ζωή του είναι πανανθρώπινος. Δεν έχει σχέση με το αν είναι πλούσιος ή φτωχός. Μιλάει για τον αγώνα επιβίωσης και αξιοπρέπειας. Είναι μια αξιοπρεπής γυναίκα. Ακόμη και ο τρόπος που μιλά για τα πράγματα, παρ’ όλο που τα κατονομάζει, δεν είναι καθόλου χυδαίος».

– Η σχέση που έχετε με το πληθωρικό σώμα σας φαίνεται στη σκηνή εξαιρετικά καλή. Είναι εξίσου καλή και εκτός σκηνής;

«Στη ζωή με έχει πάρα πολύ βασανίσει το βάρος μου, γιατί έχω μια συναισθηματική εξάρτηση με το φαγητό. Στη σκηνή τα πράγματα είναι αλλιώς, γιατί η σκηνή είναι ελευθερία. Κι αυτή είναι η διαφορά μου με τους άλλους. Οι άλλοι αν τους ανεβάσεις στη σκηνή θα πάθουν εγκεφαλικό. Ενώ εμένα εκεί πάνω όλα μού φαίνονται πολύ πιο φυσικά».

– Η απήχηση του κοινού, το βραβείο του «Αθηνοράματος», η υποψηφιότητα για τα βραβεία Κουν, ήταν μια ηθική ανταμοιβή;

«Αποδείχτηκε ότι ένας καλλιτέχνης που υπηρετεί αθόρυβα την τέχνη του, γίνεται τελικά αποδέκτης της αγάπης και κυρίως της εκτίμησης του κόσμου. Μέσω εμού ανταμείβει, αισθάνομαι, όλους όσοι έχουν παρόμοια σχέση με την τέχνη τους».

– Τι θα επιθυμούσατε καλλιτεχνικά, από εδώ και πέρα;

«Θα ήθελα να ξαναπαίξω στην Επίδαυρο. Επαιξα το καλοκαίρι στη «Λυσιστράτη» και γοητεύτηκα. Στη ζωή μου θα ήθελα να είμαι συνεχώς ανθηρή. Να μη χάσω τη δυνατότητα να δημιουργώ. Είναι το μόνο αντίβαρο στα σκοτάδια της ψυχής μου». *

*Θέατρο Βασιλάκου: Προφήτη Δανιήλ 3 και Πλαταιών, Μεταξουργείο, 210-3467735. Τετάρτη, Πέμπτη και Σάββατο στις 9.15 μ.μ. Κυριακή στις 6.15 μ.μ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s