Αρχείο για 10 Δεκεμβρίου, 2010

  • ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΡΕΛΟΚΑΜΠΕΡΩ ΙΟΚΑΣΤΗ, ΥΠΟΔΥΕΤΑΙ ΜΙΑ ΤΥΦΛΗ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΣΣΑ
  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Αφού κατόρθωσε να γίνει της… Ιοκάστης για δύο χρονιές, ερμηνεύοντας την ομώνυμη εκκεντρική τρελοκαμπέρω ηρωίδα της κωμωδίας του Ακη Δήμου, η Σοφία Φιλιππίδου υποδύεται τώρα μια… τυφλή ζαχαροπλάστισσα.

Τα μάτια της δεκατέσσερα έχει η... τυφλή ζαχαροπλάστισσα της Σοφίας Φιλιππίδου

Τα μάτια της δεκατέσσερα έχει η… τυφλή ζαχαροπλάστισσα της Σοφίας Φιλιππίδου

Πρωταγωνιστεί στην κωμωδία του Θοδωρή Αθερίδη «Τυφλοσούρτης», που ανεβαίνει απόψε στο θέατρο «Μικρό Παλλάς». Εκτός από τον Θοδωρή Αθερίδη, που έχει κάνει και τη σκηνοθεσία, παίζουν οι Ζέτα Μακρυπούλια, Χρήστος Πλαΐνης, Νίκη Γαβριηλίδου.

  • Πώς είναι η ηρωίδα που ερμηνεύετε;

«Πολύ παράξενη, πολύ «ξένη», πολύ «μοιραία» και τυφλή! Η Αυγή Λαφαζάνη γεννήθηκε στην Αγριά του Βόλου από μάνα που ήρθε στη Νέα Ιωνία του Βόλου από τη Σμύρνη, ερωτεύτηκε στα 15 της έναν Γερμανό φυσιοδίφη 42 χρονώ, έμεινε έγκυος, γέννησε, τυφλώθηκε, την έδιωξαν οι γονείς της από το σπίτι. Κατέβηκε στην Αθήνα και έπιασε δουλειά σε ένα φούρνο. Πάνω από το φούρνο, που έγινε και ζαχαροπλαστείο, είναι μια τράπεζα και σ’ αυτό το σημείο αρχίζει ένα ριφιφί, που το εξιχνιάζει η Αυγή με τα γνωστά χαρίσματα των τυφλών».

  • Ο τίτλος του έργου πού παραπέμπει;

«Ο Θοδωρής Αθερίδης, ερμηνεύοντας δύο ρόλους, έναν… σκύλο εκπαιδευμένο να βρίσκει μπόμπες, αλλά νυν «κουφάλογο» λόγω ατυχήματος, και το συγγραφέα στο έργο, υποθέτω πως εννοεί ότι στη ζωή μας έχουμε έναν τυφλοσούρτη για να τη βολεύουμε! Ο σκύλος, όμως, που είναι «κρυφο-ερωτευμένος» με την αστυνομικίνα του έργου, γίνεται εν τέλει ο… «τυφλοσούρτης» της».

  • Μια κωμωδία πού αποσκοπεί…

«Στο να διασκεδάσει τον κόσμο, να τον κάνει να νιώσει παιδί, να γελάσει, να χαρεί, να παίξει μαζί μας, να συγκινηθεί, να έχει αγωνία, όπως στα αστυνομικά! Ποιος είναι ο κλέφτης; Ποιος είναι ο κακός, τι θα πάθει; Θα κερδίσει ο καλός; Και εν τέλει ποιος είναι ο καλός και ποιος είναι ο κακός;».

  • Το γέλιο είναι ένα αντίδοτο στις δύσκολες μέρες που περνάμε;

«Βεβαίως, όπως και το παραμύθι. Μεγάλη διαφυγή! Δεν υποφέρεται το ζοφερό κλίμα των ειδήσεων, ούτε και η πραγματικότητα. Η ζωή στην πόλη είναι δύσκολη και στα σπίτια μέσα περνάμε χάλια. Εχουμε μεγάλη ανάγκη μιας διεξόδου, έστω και προσωρινής, στο όνειρο και στο παραμύθι».

  • Υπάρχει εύκολο γέλιο, υπάρχει και φινετσάτο. Τι κάνει τη διαφορά;

«Φυσικά και υπάρχει εύκολο και δύσκολο γέλιο… και υπόγειο! Υπάρχει και η σάτιρα, που σε βάζει να σκέπτεσαι και λίγο. Με τα χρόνια και λόγω εμπειρίας έμαθα να περνώ μαζί με το αστείο και κάτι ακόμα. Κι επειδή στο έργο είμαι τυφλή ζαχαροπλάστισσα, μπορώ να περάσω σαν αλχημίστρια -«μάγισσα» και άλλα πράγματα. Μην ξεχνάτε ότι η «ειδικότης» μου είναι το μεταφυσικό, το όνειρο, η μαντεία, το παραμύθι».

  • Πώς βλέπετε το πρωτόγνωρο πρεσάρισμα που υφίσταται ο σημερινός Ελληνας;

«Εχουν σχεδόν ειπωθεί όλα από τους δημοσιογράφους στις εφημερίδες. Και ευτυχώς! Εχουν ζουμί οι εφημερίδες πλέον! Και όλοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Δικαιοσύνη και τιμωρία. Δεν είναι δίκαιο να πιέζεται μόνο ο λαός, κι ας έκανε και ο λαός λάθη. Μες στο γλεντοκόπι, μέθυσε και ο λαός! Αλλά τι θα γίνει με τα πολλά λεφτά; Ποιος τα πήρε, πού τα πήγε και γιατί δεν τιμωρήθηκε κανένας; Αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα αναπάντητο!».

  • Αισιόδοξη ή απαισιόδοξη με τον καινούργιο χρόνο που έρχεται;

«Είμαι ψύχραιμη, γιατί μεγάλωσα και ωρίμασα. Βλέπω πίσω μου το «δράμα» των γονιών μου. Προσφυγιές, πόλεμοι, εμφύλιος, πείνα, αδικία, φτώχεια, δυστυχία. Και μετά βλέπω τη δική μου περιπέτεια. Ενα κορίτσι από το πουθενά να μπορεί σήμερα να μιλάει για τα πράγματα; Χα, χα, χα! Αυτό κι αν είναι αμερικάνικο όνειρο! Γι’ αυτό είμαι αισιόδοξη και ήρεμη. Στη δικιά μου περίπτωση, η φτώχεια μάς έκανε και καλό! Μπορεί οι νέες δυσκολίες να αναδείξουν νέες δυνάμεις, καινούργια ταλέντα, φρέσκιες ιδέες και να γίνει κάτι μαγικό… Να γίνει ένα θαύμα!».

info: Σκηνικά Μανώλη Παντελιδάκη, κοστούμια Νικολέτας Παναγιώτου, φωτισμοί Κατερίνας Μαραγκουδάκη. *

  • Ο σκηνοθέτης Αντώνης Αντύπας μιλάει για τη μαύρη κωμωδία του Πίντερ που ανεβάζει με τον Δημήτρη Καταλειφό στο «Απλό Θέατρο»
«Είναι μια λαμπρή κωμική μορφή»

«Την ιστορία της κοινωνικής ζωής, τις ανθρώπινες απόπειρες συμβίωσης και συνύπαρξης, αναλύοντας τα τεχνάσματα, τις παγίδες, τις μεταμορφώσεις, χρησιμοποιώντας όλο το οπλοστάσιο της λεκτικής και σωματικής βίας μέσα σε αυτό τον ατελείωτο πόλεμο για επιβίωση και επιβολή» αφηγείται ο Πίντερ με τον «Επιστάτη».

Η μαύρη κωμωδία που λειτούργησε σαν καταπέλτης και έφερε στον συγγραφέα της την εμπορική επιτυχία παρουσιάζεται από τις 16 Δεκεμβρίου στο «Απλό Θέατρο» (Νέα Σκηνή) από τον καλλιτεχνικό οργανισμό «Φάσμα», σε μετάφραση Κώστα Σταματίου, σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα και με τον Δημήτρη Καταλειφό στον ομώνυμο ρόλο. Γραμμένο το 1951, το έργο «Ο επιστάτης» παρουσιάστηκε στις 27 Απριλίου 1960 στο «Αρτς Θίατερ Κλαμπ» του Λονδίνου και έναν μήνα αργότερα μεταφέρθηκε στο «Ντάτσες Θίατερ» του Γουέστ Εντ, όπου έδωσε 444 παραστάσεις. Είναι το έργο που έκανε διάσημο τον Πίντερ στην Αγγλία και σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία το 1965 από το «Θέατρο Τέχνης» σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.

Σκηνές από την παράσταση του Αντώνη Αντύπα που κάνει πρεμιέρα στις 16/12

Σκηνές από την παράσταση του Αντώνη Αντύπα που κάνει πρεμιέρα στις 16/12

«Εχει επιτύχει την απόλυτη σύνθεση μεταξύ του ρεαλισμού και της ποιητικής μεταφοράς, της ονειρικής εικόνας. Πολλή από την αρχική επιτυχία του έργου οφειλόταν αναμφισβήτητα στην ευστροφία και την ακρίβεια του διαλόγου, καθώς και στα γέλια που προκαλούσε» σημειώνει ο σκηνοθέτης. Κι αυτό γιατί ο «Επιστάτης», ο Ντέιβις, είναι μια «λαμπρή κωμική μορφή και οι θεατές τείνουν να γελάνε με τις αδυναμίες του, καθώς και με το γεγονός ότι δεν τις έχει συνειδητοποιήσει. Το κοινό, όπως λέει ο Πίντερ, χρησιμοποιεί το γέλιο για να εκλογικεύσει το τραγικό γεγονός της ύπαρξής μας. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει επ’ αυτού: «Οσον αφορά εμένα, θεωρώ ότι μέχρι ένα σημείο ο ‘Επιστάτης’ είναι αστείος. Πέρα όμως απ’ αυτό το σημείο σταματάει να είναι αστείος, και αυτός είναι μάλλον ο λόγος που τον έγραψα»».

Ενας γερο-αλήτης βρίσκει καταφύγιο σε ένα ακατάστατο δωμάτιο ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού. Πρόκειται για την εισβολή ενός παρείσακτου σε έναν χώρο που δύο αδέλφια τον διεκδικούν, μολονότι νιώθουν μετέωροι και οι ίδιοι. Ο ένας, ο Αστον, ο καλός Σαμαρείτης, ζει σε συναισθηματική απομόνωση, μαστορεύοντας τις διάφορες μηχανές του και κάνοντας όνειρα ότι θα φτιάξει στην αυλή ένα υπόστεγο. Ο άλλος, ο Μικ, με ανησυχίες επιχειρηματικές, μοιάζει πολυάσχολος, αλλά κατά βάση ζει σε έναν κόσμο ονειρικό-εφιαλτικό.

Ο εισβολέας δέχεται τη δουλειά του επιστάτη που του προσφέρουν τα δύο αδέλφια, χωριστά ο καθένας, αλλά δεν εμπιστεύεται κανέναν, μισεί τους ξένους, φοβάται και κρατάει σε απόσταση τα δύο αδέλφια και νιώθει να απειλείται ακόμη και μέσα από την προσφορά, υπονομεύοντας τη σχέση και των δύο αδελφών προς ίδιον όφελος.

«Στην πραγματικότητα οι σχέσεις των τριών ανθρώπων καθορίζονται από το αιώνιο παιχνίδι εξουσίας, κατοχής και επιβολής». Η χειροπιαστή πραγματικότητά τους και το γεγονός ότι η πραγματικότητα αυτή έχει την αναποφασιστικότητα, την ασάφεια και το μυστήριο της αληθινής ζωής, γίνεται η βάση τους και η εξαιρετική σαφήνεια και ειλικρίνεια με την οποία το έργο αναπαριστά τον πραγματικό κόσμο.

Ο «Επιστάτης» είναι έργο χωρίς γυναικείο ρόλο. «Αλλά το καταπιεσμένο μίσος-αγάπη προς τη μητέρα διαπερνά την πάλη των γιων με την πατρική φιγούρα». Το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του έργου είναι «η δραματουργική γλώσσα του Πίντερ. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να διαχωρίσουμε από τους χαρακτήρες ή τις καταστάσεις σαν να ήταν απλό χαρακτηριστικό αριστοτεχνίας ή φιγουρατζίδικο λεκτικό τέχνασμα».

  • ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
    «Ο επιστάτης» ανεβαίνει σε μετάφραση Κώστα Σταματίου, σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα, σκηνικά-κοστούμια Μαγιούς Τρικεριώτη, μουσική Ελένης Καραΐνδρου, φωτισμούς Ανδρέα Σινάνου και με βοηθό σκηνοθέτη τον Νίκο Πασχίδη. Παίζουν: Δημήτρης Καταλειφός, Λαέρτης Βασιλείου, Χάρης Φραγκούλης.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 09/12/2010