Αρχείο για 5 Δεκεμβρίου, 2010

  • Ο 43χρονος ηθοποιός σκηνοθετεί και υποδύεται τον ρομαντικό ήρωα του Εντμόν Ροστάν στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Και λέει ότι υγεία είναι να τα σπας όλα, μήπως και γεννηθεί κάτι άλλο

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Προτιμούσε να ερμηνεύσει μόνο τον ρόλο παρά και να σκηνοθετήσει το έργο, αλλά όταν ξαναδιάβασε τον «Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντμόντ Ροστάν ο Νίκος Καραθάνος έβαλε τα κλάματα… Ετσι κι έγινε: «Το θέμα είναι να “ανοίξεις”, να νιώσεις ότι κάτι συμβαίνει εδώ. Βέβαια δεν ήξερα πού πήγαινα με το μέγεθος του έργου, τους στίχους, τον δεκαπεντασύλλαβο, με την ποίηση. Για μένα πάντα η σκηνοθεσία έχει να κάνει πολύ με την πραγματικότητα. Οπως και στις “Οκτώ γυναίκες”, δεν θα τις έκανα αν δεν ήταν αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι. Ωραίες ιδέες υπάρχουν, και;» αναρωτιέται… «Κι ο γάμος είναι μια ωραία ιδέα, και;» προσθέτει. «Οι ωραίες ιδέες είναι για να τις σκορπάς, όχι για να τις κρατάς. Ολη η ιστορία στη σκηνοθεσία είναι το δόσιμο. Οπως όταν ανακαλύπτεις ένα παιχνίδι και θες να το μοιρασθείς με τους άλλους».

Στην προκειμένη περίπτωση ο Νίκος Καραθάνος ξεκίνησε την περιπέτειά του με το έργο, τον στίχο, την ποίηση, το έμμετρο: Αλήθεια, από πού πιάστηκε για να στήσει την παράσταση; «Από τη μύτη του Συρανό» λέει γελώντας. Και συνεχίζει: «Δεν ήθελα καλούς επαγγελματίες, ήθελα ανθρώπους, προσωπικότητες, κάτι να ΄χουν, κάτι να μας συνδέει. Γι΄ αυτό πήρα τη Λένα, τον Χρήστο, τον Κοσμά, τον Αγγελο… Φυσικά είναι χαρά Θεού ότι είναι και επαγγελματίες…». Προτείνει ωστόσο να πάμε στην παράσταση, όπως και σε κάθε παράσταση, χωρίς να έχουμε τίποτε στο μυαλό μας «να τ΄ αφήσεις άδειο να σ΄ επισκεφθεί το έργο. Δυστυχώς για όλα τα πράγματα σήμερα έχουμε κάτι στο μυαλό μας, κι αυτό δεν μας βοηθάει να πάμε μπροστά». Ψάχνοντας για τον Συρανό, ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής διάβασε και έμαθε ότι πρόκειται για την ιστορία ενός πραγματικού ανθρώπου, ενός ποιητή του 1700, που έχει γράψει το «Ταξίδι στη Σελήνη». «Ηταν έτσι ως άνθρωπος, ως χαρακτήρας και πέθανε 35 χρόνων. Ενας περήφανος και ελεύθερος άνθρωπος, από αυτές τις ηρωικές, ονειροπόλες μορφές, τις απέραντες που έχουν μέσα τα νιάτα μας. Ενας Δον Κιχώτης, που σκέφτεται και μιλάει για τα πάντα, με μια τρέλα στο μυαλό, στη γλώσσα, στην καρδιά, σε όλα. Ενα άνοιγμα ουρανού κόντρα στον Θεό, συναντώντας τον Θεό τον ίδιο» λέει, εμφανώς επηρεασμένος από την ποίηση του ίδιου του έργου.

Αλήθεια, τι συμβολίζει σήμερα ο ήρωας; «Σήμερα Συρανό είναι μια μάρκα κρασιών, παγωτά, είδη μακιγιάζ, τηλεκάρτες από την Ιαπωνία, είναι ένα όνομα φραντσάιζ… Οταν όμως πρωτοπαρουσιάστηκε πήραν όλα φωτιά… ο Συρανό είναι ένας άνθρωπος με πρόβλημα και μια τεράστια ψυχή- όπως είναι γύρω μας όλοι οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες. Μια τεράστια καρδιά χωρίς πόδια ή χωρίς μυαλό. Κλαίμε χαζά μπροστά σε έναν άνθρωπο με μια αναπηρία, με ένα πρόβλημα, κοροϊδεύουμε… Λίγο παραπάνω να σταθείς μπροστά του, τρομάζεις. Από εκεί είναι η πόρτα της ζωής, απ΄ αυτή την αδυναμία. Αυτό ψάχνω και σε μένα και στους άλλους. Ολα τα άλλα, τα ωραία, τα κόλπα, όλοι τα ξέρουμε. Μπαίνουμε από την πόρτα της αναπηρίας για να εκτεθούμε κιόλας… Και βάζω στον Συρανό μεγάλη μύτη αλλά και ολόκληρο τον εαυτό μου, όλον τον Νίκο… Μέσα απ΄ αυτόν βλέπω και όλη την παράσταση. Λέει μια φράση ο Συρανό μέσα στο έργο,“Δεν μπορώ ό,τι αισθάνομαι πάντοτε να το πνίγω”. Ε, λοιπόν, σ΄ αυτή την παράσταση δεν πνίγω τίποτε….». Αφήνει τα λόγια του Ροστάν, «τα ωραιότερα ερωτικά λόγια που έχω ακούσει ποτέ», να ακουσθούν, να κυλήσουν… Αφήνει το μελό, το σαχλό, το παιδικό…

Ισως γιατί ο Νίκος Καραθάνος λυπάται λίγο που ζει σ΄ αυτή την εποχή, «που δεν έχει γίνει ενδιαφέρουσα ακόμη… Δύσκολα συνδέεται ο Συρανό με την εποχή μας- αυτοί οι άνθρωποι ήταν κάποτε θρησκεία. Κάθε χωριό και κάθε πλατεία είχε έναν Συρανό, εμείς σήμερα όχι. Δεν έχουμε πίστη. Είναι υπό καταστολή. Συντηρούμαστε, δεν πιστεύουμε σε κάτι. Δεν ξέρω…τριγυρνώ στην περιοχή, στο Εθνικό… Κάπου αλλού κάτι άλλο συμβαίνει, όχι εδώ… Εδώ μόνος του ο καθένας κάτι κάνει. Μαζί όμως; Τι να πω… Σήμερα πάντως ο Συρανό θα ήταν σπίτι του..» λέει. Κόντρα στο «μόνος», όλοι μαζί, στην παράσταση του Εθνικού, φτιάχνουν μια ορχήστρα: «Ο καθένας μας μαθαίνει ως εκεί που μπορεί. Χρησιμοποιούμε τη μουσική και τα όργανα για να μιλήσουμε. Κάνουμε ό,τι δεν μπορούμε. Σ΄ αυτούς άλλωστε αφιερώνεται η παράσταση, σ΄ αυτούς που δεν μπορούν. Αυτός είναι και ο Συρανό, αυτός που δεν μπορεί. Κάνουμε λοιπόν ό,τι δεν μπορούμε…» καταλήγει.

Ο 43χρονος ηθοποιός Νίκος Καραθάνος έδωσε το σκηνοθετικό στίγμα του με τις «Οκτώ γυναίκες», όταν ανέβασε το έργο με ανδρικό θίασο και κέρδισε τις εντυπώσεις. Από τους καλλιτέχνες της νεότερης θεατρικής γενιάς, συνδυάζει το ταλέντο με μια παιδεία και μια φαντασία, με μια τρέλα στην καρδιά και στην ψυχή… «Δεν έχεις νιώσει ότι, εδώ και χρόνια, την Ελλάδα που ζήσαμε στα νιάτα μας, την Ελλάδα που αγαπήσαμε και ερωτευθήκαμε, την κάναμε μνημόσυνο; Ολο τη μνημονεύουμε, όλο τη θυμόμαστε, της κάνουμε κόλλυβα…» ρωτάει, αναρωτιέται και συμπληρώνει: «Ζούμε σε μια χώρα που δεν ξέρει τι να κάνει τους ανθρώπους της. Αν καιγόταν το κτίριο της Βουλής, τι αλλαγή, τι ευτυχία… Μόνο το κτίριο,όχι οι άνθρωποι, γιατί τους ηρωοποιείς. Από το σχολείο μαθαίναμε ότι ως έθνος υπάρχουμε γιατί βάζουμε φωτιά… Ολοι οι ήρωές μου βάζανε φωτιές και σκοτώνονταν μετά. Πάντα προχωρούσε αυτή η χώρα χωρίς να ξέρει, χρεωμένη μεν, αλλά καίγοντάς τα όλα… αυτό ήταν υγεία. Υγεία είναι να τα σπας, όλα, μπας και γεννηθεί κάτι άλλο, κάτι καινούργιο…» – ή να ξαναγεννηθεί ένας Συρανό ντε Μπερζεράκ.

«Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντμόν Ροστάν. Παίζουν: Νίκος Καραθάνος, Χρήστος Λούλης, Λένα Κιτσοπούλου, Κοσμάς Φοντούκης, Αγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Κότσιφας κ.ά. Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή, τηλ. 210 5288.170-1.

  • Πρεμιέρα: Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου, 21.00.
  • Παραστάσεις, σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο, ως τις 17.4.2011.
  • Εισιτήρια: 26,21,15,13 ευρώ.

Πίτερ Μπρουκ: The Magic Brook

Posted: 5 Δεκεμβρίου, 2010 in Μπρουκ Πίτερ
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΜΑΚΗ ΠΡΟΒΑΤΑ | Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
  • Ενα βράδυ αυτού του Νοεμβρίου, στο Παρίσι, λίγη ώρα προτού το τελευταίο του έργο, «Ενας μαγικός αυλός» παρουσιαστεί για πρώτη φορά σε ένα ανυπόμονο κοινό. Ο μέγας Πίτερ Μπρουκ μάς περιμένει επάνω στη σκηνή. Και αποκαλύπτει τους διαδρόμους ενός μαγικού μυαλού.

Θεωρείται ο σημαντικότερος θεατρικός «εγκέφαλος» από την εποχή του Μπρεχτ: Πίτερ Μπρουκ, 85 ετών. Εγγλέζος, που ζει εδώ και 40 χρόνια στο Παρίσι. Σκηνοθέτης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας, ζωγράφος και πιανίστας. Ενας γίγαντας της παγκόσμιας τέχνης. Σε ηλικία 17 ετών σκηνοθέτησε Φάουστ και τον παρουσίασε στην Οξφόρδη με τεράστια επιτυχία. Στα 20 του έγινε ο νεαρότερος στην ιστορία σκηνοθέτης του RoyalShakespeareTheatre. Το 1968 έγραψε το βιβλίο «The Empty Space», του οποίου οι πρώτες 40 λέξεις είναι κάτι σαν τις «Δέκα Εντολές» του θεάτρου:

«Μπορώ να πάρω οποιονδήποτε άδειο χώρο και να τον ονομάσω “γυμνή σκηνή”. Ενας άνθρωπος περπατάει κατά μήκος αυτού του άδειου χώρου, ενώ κάποιος άλλος τον κοιτάζει, και αυτό είναι όλο που χρειάζεται σε μια θεατρική πράξη ώστε να συμβεί».

Το 1985 παρουσίασε στο κοινό το μνημειώδες, πλέον, «Μαχαμπαράτα». Εχει σκηνοθετήσει πάνω από 40 κύρια θεατρικά έργα, είναι δημιουργός δέκα ταινιών, ένας άνθρωπος της τέχνης μέχρι το μεδούλι. Οτιδήποτε πρόκειται να παρουσιάσει αναμένεται να είναι σταθμός και ορόσημο στα παγκόσμια θεατρικά πράγματα. Βρεθήκαμε στο Παρίσι με την ευκαιρία της πρεμιέρας, πριν από δύο εβδομάδες, της καινούργιας παραγωγής του «Ενας μαγικός αυλός», μια ποιητική διασκευή του στην «Οπερα» του Μότσαρτ. Μια δουλειά που το Παρίσι την υποδέχτηκε με τεράστιο ενθουσιασμό. Το σοκ του Απλού: «Ενας μαγικός Πίτερ Μπρουκ».

Τον συναντήσαμε στο θέατρό του, το Bouffes du Νord – για την πραγματοποίηση της συνέντευξης πολύτιμη υπήρξε η αρωγή της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας, η οποία μαζί με το Πίκολο του Μιλάνου, το Μπάρμπικαν του Λονδίνου και το Λίνκολν Σέντερ της Νέας Υόρκης συμμετέχουν στην παραγωγή της παράστασης.

Το σκηνικό σουρεαλιστικό: Ενα θέατρο που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά πριν από μερικά χρόνια, το πήρε ο Πίτερ Μπρουκ, ανακαίνισε μόνο τους κοινόχρηστους χώρους και το μπαρ, έβαλε καθίσματα, μαξιλάρια και τίποτε άλλο. Οι παραστάσεις του ανεβαίνουν σε αυτό το καμένο θέατρο, με τα τρία θεωρεία να έχουν ακόμη επάνω τους το μαύρο του καπνού. Μας υποδέχτηκε καθισμένος σε μια καρέκλα στη μέση της άδειας σκηνής, η οποία σε δύο ώρες θα υποδεχόταν την επίσημη πρεμιέρα του νέου του έργου. Καθήσαμε απέναντί του, στην καρέκλα που είχε ήδη τοποθετήσει για εμάς, και η μαγεία ξεκίνησε.

Στη ζωή πρέπει κάποιος να κάνει πάντα ό,τι θέλει. Πρώτα όμως πρέπει να είναι ένας από εκείνους που μπορούν να θέλουν. Εσείς από πάντα στο θέατρο, και στην τέχνη γενικότερα, μπορούσατε να θέλετε.

«Φοβάμαι ότι είναι πολύ απλό. Είναι φοβερό λάθος αν κάποιος υποτιμά την τρομακτική δύναμη που υπάρχει μέσα του, μέσα σε κάθε άνθρωπο. Βέβαια, το τραγικό λάθος είναι να υποτιμάς τη δύναμη που βρίσκεται μέσα σου. Εχουμε μέσα μας καταστάσεις που έρχονται από χιλιάδες χρόνια πριν και που πλέον περνούν γενετικά μέσα σε κάθε άνθρωπο. Ο καθένας μας έρχεται σε αυτόν τον κόσμο κουβαλώντας αυτές τις δυνατότητες και αυτά τα “προγράμματα”. Είναι απλό λοιπόν. Αποφασίζω να είμαι ό,τι είμαι και είναι τρελό να μην αποφασίζει κάποιος να είναι αυτό που μπορεί να είναι. Οι άνθρωποι ζουν μια συγκαταβατική και ταπεινωμένη ζωή, προσπαθώντας να βρουν την ισορροπία μεταξύ της ανάγκης τους για ελευθερία και της πραγματικότητας».

Ισως γι’ αυτό οι άνθρωποι σήμερα είναι τόσο εγκλωβισμένοι μεταξύ τρόμου και δικαιολογίας;

«Ακριβώς! Καθώς λίγοι άνθρωποι το αντιλαμβάνονται, το συνειδητοποιούν αυτό, έχουμε όλους αυτούς τους “τρόμους” στην ανθρωπότητα, ξεκινώντας από αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα. Πολλοί, επίσης, νομίζουν ότι μπορούν να εξαφανίσουν, να καταστρέψουν όλους αυτούς τους “τρόμους” χρησιμοποιώντας βία. Δεν γίνεται. Ο καθένας πρέπει πρώτα να ξεκινήσει την πορεία προς την ελευθερία ξεκινώντας από τον δικό του απειροελάχιστο χώρο, και έτσι να κάνει το πρώτο βήμα προς τους άλλους ανθρώπους».

Ναι, αλλά μερικές φορές οι επαναστάσεις δεν μπορούν – και δεν πρέπει – να περιμένουν. Πρέπει πρώτα να ανταποκρίνονται στην «ανάγκη» της εποχής και μετά να συναντούν τις ανάγκες του «νέου».

«Οπου οι επαναστάσεις ήταν αποτέλεσμα ιστορικής ανάγκης – και σωστά έγιναν – εκεί θα έπρεπε σχεδόν αμέσως να κάνουν και βήματα προς το “αντίθετο”, προς το “αντίπαλο”, αλλιώς καταστράφηκαν. Βλέπεις, είναι θέμα απλής λογικής».

Εχετε πει ότι η βία είναι η «απόλυτη τεμπελιά». Ποια είναι η «απόλυτη δράση»;

«Αυτή είναι μια ερώτηση που δεν μπορεί να οριστεί με σαφήνεια. Μπορούμε εύκολα να ορίσουμε ό,τι υπάρχει τριγύρω μας και το βλέπουμε, όμως τα υπαρξιακά θέματα πρέπει να τα αναζητήσεις, να τα “ψάξεις” και να τα επιβεβαιώσεις με έναν τρόπο που αλλάζει από άνθρωπο σε άνθρωπο και ακόμη από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, εσείς στην Ελλάδα έχετε αυτήν την τεράστια παράδοση, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, και όλα αυτά τα σπουδαία μυαλά, τις σπουδαίες ψυχές, και με μεγάλη αφέλεια και χωρίς σεβασμό τα αφήσατε να εκφυλιστούν, έτσι ώστε πλέον να μην είναι αυθεντικά. Και σε άλλες χώρες της Ευρώπης όμως, στις οποίες έχουν υπάρξει κάποια πολύ σπουδαία μυαλά στο παρελθόν, είναι πλέον γραπωμένοι από το “κιτς”. “Κιτς” φιλοσοφία, “κιτς” πνευματικότητα, “κιτς” θρησκεία».

«Κιτς» θρησκεία; Για πείτε μου…

«Φυσικά! “Κιτς” θρησκεία. Δεν υπάρχει μια μεγάλη θρησκεία στον πλανήτη. Από τότε που εμφανίστηκαν οι τρεις θρησκείες άρχισε η προοδευτική υποβάθμιση της θρησκείας από τους ανθρώπους σε ένα όλο και χαμηλότερο επίπεδο. Παλιά οι άνθρωποι έφτιαχναν ναούς έχοντας μεγάλη αντίληψη και γνώση τού τι κάνουν. Δείτε πώς έφτιαχναν τους ναούς οι αρχαίοι Ελληνες. Περιέχεται τόση γνώση και τόση αντίληψη στην κατασκευή τους. Οι διαστάσεις τους και οι μετρήσεις κατασκευής τους δεν ήταν απλοί αριθμοί, ήταν ένα μέρος του σύμπαντος. Πηγαίνεις σε τέτοια κτίσματα, όπως ο Παρθενώνας, και για μια στιγμή η αναπνοή σου κόβεται, και για μια στιγμή μπορείς να βιώσεις κάτι που πριν από χιλιάδες χρόνια ήταν ακόμη πραγματική αίσθηση και όλη η ουσία. Και αυτό συμβαίνει παντού όπου υπήρξαν σπουδαία μυαλά και σπουδαίες ψυχές, στην Αίγυπτο, στην Ινδία, παντού. Ψυχές πέρα από το χάος, πέρα από κάθε διαλεκτική αμφισβήτηση, πέρα από οτιδήποτε μπορεί να σου διδάξει οποιοσδήποτε καθηγητής».

Ποια νομίζετε ότι είναι η χειρότερη στάση που μπορεί να έχει κάποιος απέναντι στη ζωή; Να είναι ανεπαρκής απέναντι στον έρωτα; Να είναι δειλός στις αποφάσεις του; Ή να φοβάται τον θάνατο;

«Ω! Δύσκολη ερώτηση, όλα αυτά όμως έχουν κόστος. Νομίζω ότι το πιο αφελές είναι να φοβάσαι τον θάνατο. Γεννιόμαστε σε μια στιγμή της αιωνιότητας, σε μια στροφή της Ιστορίας, ένα πρωινό, και μετά είναι φως, φως, φως και μετά σκοτάδι. Είναι όπως στην αρχή της ημέρας, που είναι πρωί και μετά μεσημέρι, απόγευμα και μετά βραδιάζει. Το σκοτάδι όμως δεν είναι τίποτε άλλο από τη στιγμιαία ή την παροδική απουσία του φωτός, ενώ κάπου αλλού, την ίδια στιγμή, υπάρχει φως. Το σκοτάδι δεν υπάρχει. Είναι η απουσία του φωτός, γιατί το φως υπάρχει. Ο θάνατος δεν υπάρχει. Είναι η απουσία ζωής, γιατί η ζωή υπάρχει. Το ξέρω ότι υπάρχουν μικρά παιδιά που πεθαίνουν προτού προλάβουν να ζήσουν και νεαρά άτομα που μπορεί να δολοφονηθούν από έναν τρελό στον δρόμο, όμως δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι γεννιόμαστε σε αυτήν τη στιγμή της αιωνιότητας που τα περιέχει όλα αυτά. Ετσι είναι και η άγνοια. Η άγνοια είναι σαν το σκοτάδι. Είναι η απουσία γνώσης, η μη κατανόηση των πραγμάτων, η έλλειψη σοφίας».

Εχετε κάνει αυτό που περιμένει η ζωή από έναν άνθρωπο: Να δουλεύει και να γερνάει, και να γίνεται σοφότερος, και να έχει κάνει την αρχή για να κατανοεί τα πάντα. Αυτό δεν είναι σοφία;

«Η αληθινή πραγματικότητα του να είσαι σοφός και του να υπάρχει σοφία στην πράξη είναι τόσο σπάνια εδώ και καιρό, που θα έπρεπε οι λέξεις “σοφός” και “σοφία” να έχουν ήδη εξαφανιστεί από τα λεξικά».

Να, εσείς όμως είστε ένας σοφός άνθρωπος.

«Δεν είναι πολύ σοφό να χρησιμοποιείς τη λέξη “σοφός”».

Ωραία! Πείτε μου τότε το εξής: Ζούμε αυτήν τη ζωή και στο τέλος ανακαλύπτουμε ότι χρειαστήκαμε όλα αυτά τα χρόνια απλώς για να συνειδητοποιήσουμε μόνο μία και μοναδική αλήθεια. Για εσάς ποια είναι αυτή η μία αλήθεια σας;

«Οτι ζούμε μέσα σε απεριόριστες δυνατότητες και συνθήκες. Αν αυτήν τη στιγμή θεωρήσουμε ότι αυτό το μικρόφωνο που κρατάτε και αυτή η φωτογραφική μηχανή (της φωτογράφου) και αυτή η κουβέντα μας μπορεί να μας οδηγήσει σε μια ανώτερη πνευματική κατάσταση, στον κόσμο του Βούδα, ας πούμε, τότε μπορεί και να γίνει. Και τότε μπορεί να έρθουμε σε επαφή και να γίνουμε λίγο πιο γνώστες αυτού που αποκαλέσατε “σοφία”, αλλά αυτό απαιτεί εμείς οι δύο τώρα να είμαστε ανοιχτοί σε όλες τις πιθανότητές μας».

Μου μοιάζει σαν να είστε η «μέλισσα του αοράτου». Σαν να φέρνετε το μέλι από το αόρατο. Πώς συμβαίνει αυτό;

«Αν το πιστεύετε αυτό, τότε είμαι τυχερός, γιατί δεν μπορείς ποτέ να πας προς το αόρατο, το αόρατο έρχεται προς εσένα, πιθανόν από τύχη, πιθανόν από κάποιες μυστηριώδεις καταστάσεις της ζωής. Το “αόρατο” σου έρχεται όταν είσαι έτοιμος, και εφόσον είσαι έτοιμος θα έρθει σίγουρα προς εσένα. Πάντα θα σου έρθει αυτό για το οποίο είσαι έτοιμος να παλέψεις και να το κατακτήσεις, αλλά πρέπει επίσης να είσαι ήρεμος. Αν είσαι ένας απελπισμένα φιλόδοξος, σε ένταση άνθρωπος, το “αόρατο” δεν θα έρθει ποτέ προς εσένα. Εχετε δει το έργο μου “Το 11 και το 12”; Αυτό το θέμα πραγματεύεται».

Κάποιος που ασχολείται με την τέχνη το κάνει περισσότερο για να καταστήσει τον εαυτό του κατανοητό στους άλλους ή για να κατανοήσει ο ίδιος τον εαυτό του;

«Δεν πρέπει να σκέφτεσαι καθόλου τον εαυτό σου. Οτιδήποτε παίρνεις από την τέχνη είναι ωριμότητα. Αν κάνεις τέχνη για να βελτιώσεις τον εαυτό σου, είναι ανόητο. Αν κάνεις τέχνη για να πεις στους ανθρώπους τι είναι σωστό και τι δεν είναι σωστό να ξέρουν, τότε η βλακεία είναι παρούσα. Αλλωστε, η τέχνη μπορεί να είναι παρούσα παντού και να την υπηρετεί ηθελημένα ή άθελά του οποιοσδήποτε σε οποιοδήποτε πεδίο, μικρό ή μεγάλο. Τέχνη είναι και το να ηγείσαι, με τον τρόπο που οφείλεις να το κάνεις, μιας χώρας, τέχνη μπορεί να είναι και μια νοικοκυρά σε κάποια κουζίνα. Βέβαια, στους πολιτικούς είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεις κάποιον που κάνει στην πολιτική πραγματική τέχνη, τραγικά συμπεριλαμβανομένου και του Ομπάμα. Εκτός από τον Μαντέλα. Ο Μαντέλα συνεχίζει να δίνει ελπίδα στους ανθρώπους, ακόμη και σε αυτό το σχεδόν αδύνατο πεδίο που λέγεται πολιτική στη Νότια Αφρική. Αυτή η οντότητα, ο Μαντέλα, έδινε ελπίδα στους ανθρώπους ακόμη και σε εποχές απόλυτου τρόμου και ενώ βρισκόταν στη φυλακή».

Αρα πιστεύετε ότι το όριο του κάθε ανθρώπου στη ζωή του πρέπει να είναι η μέγιστη δυνατότητά του;

«Πρέπει να ανακαλύψεις το πεδίο για το οποίο ήρθες να εργαστείς με το ταλέντο σου και τα καινούργια πεδία τα οποία θα φέρει μπροστά σου η δουλειά».

Πώς το κάνετε αυτό με τους ηθοποιούς; Βλέπετε την ικανότητά τους και τους δείχνετε τον τρόπο να την ανακαλύψουν και οι ίδιοι ή τους αφήνετε να ανακαλύψουν τις ικανότητές τους μόνοι τους;

«Μαζί το κάνουμε. Οι Ιταλοί έρχονται εδώ και με αποκαλούν “maestro”, δάσκαλο, επειδή αποκαλούν όλους τους σκηνοθέτες, διευθυντές ορχήστρας κτλ. Το αρνούμαι. Λέω ότι είμαι “συνεργάτης” των ηθοποιών και επίσης αρνούμαι να πιστέψω ότι η τέχνη είναι ιερή. Η τέχνη είναι όπως ένα χωράφι ενός αγρότη, όπως ένας κήπος όπου μαθαίνεις σταδιακά πώς να φυτεύεις. Η τέχνη δεν είναι πιο πολύτιμη από ένα χωράφι ή έναν κήπο και το χωράφι έχει αξία ζωής μόνο όταν μέσα από αυτό μπορείς να ταΐσεις άλλους ανθρώπους και τον εαυτό σου. Και πρέπει να μάθεις τον τρόπο να βγάζεις από αυτό τα “προς το ζην”. Ετσι και η αληθινή τέχνη, χωρίς συμβιβασμούς, μπορεί να κάνει κάτι πολύτιμο για τους ανθρώπους και να τους βοηθά να βγάλουν τα πνευματικά “προς το ζην”».

Θα επιμείνω, καθώς θεωρείστε ένας «δάσκαλος». Κάποιος μαθητής σας θα σας ανταμείψει άσχημα αν παραμείνει πάντα μαθητής και δεν μαδήσει τον «στέφανό» σας;

«Μα δεν είμαι δάσκαλος! Και πάντα το αρνιόμουν. Δεν έχω μαθητές, συνεχίζω να το λέω και στους ίδιους. Είναι άνθρωποι με τους οποίους συνεργαζόμαστε. Εχω κάνει σεμινάρια μόνο με νέους σκηνοθέτες, με τους οποίους μοιράζομαι εμπειρίες. Δεν διδάσκω σκηνοθεσία, δεν ξέρω τίποτε εκτός από το πρακτικό κομμάτι τού να είμαι σκηνοθέτης. Δεν ήμουν ποτέ σε δραματική σχολή, ποτέ δεν ήθελα να διδάξω. Ολο αυτό που μπορώ να εκφράσω το κάνω μέσα από τη δουλειά μου, έργο με το έργο. Ολη μου η ζωή είναι μια συγκεκριμένη γραμμή, την οποία ο καθένας μπορεί να ακολουθήσει, αν θέλει, μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία».

Για να κατανοήσει κάποιος τη ζωή πρέπει να διαχωρίζει τα πράγματα με έναν ξεκάθαρο τρόπο ή να τα ενοποιεί με έναν ξεκάθαρο τρόπο;

«Αν θέλεις να καταλάβεις πραγματικά, πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη. Αν το εννοείς αυτό που με ρωτάς, τότε πρέπει να “ψάξεις” – δοκιμάζοντας – και να γίνεις θεατής του εαυτού σου μέχρι να μπορείς να με κοιτάξεις μέσα στα μάτια και να πεις: “Εψαχνα τα τελευταία δέκα χρόνια και μέσα από αυτές τις εμπειρίες αυτή είναι σήμερα η κρίση μου για τη ζωή”. Αυτό μπορώ να το ακούσω με σεβασμό. Αν σου απαντούσα στην ερώτηση που μου έθεσες, θα έκανες πολύ μεγάλο λάθος αν πίστευες την απάντησή μου».

Νιώθω ότι πήρα την καλύτερη απάντηση που θα μπορούσα να περιμένω. Απλά.

«Απλά: Η ζωή είναι… ζωή!».

Και αυτό είναι όλο;

«Και αυτό είναι όλο. Πώς είναι η λέξη στα ελληνικά;».

Ζωή, zoe.

«“Zωή, ζωή, ζωή”! (στα ελληνικά). Αυτή η λέξη είναι απλώς ένας ήχος μέχρι να “γεμίσει” με κάτι που έχεις ζήσει. Δεν μπορείς να αρνηθείς τη ζωή, γιατί τη ζεις».

Υπάρχει ένα μυστήριο της ζωής που θα προτιμούσατε να μην αποκαλυφθεί στους ανθρώπους, γιατί χωρίς αυτό το μυστήριο η ζωή θα έχανε τον μυστικισμό της;

«Οχι. Αυτά δεν μπορούν να κλειστούν μέσα σε κουτιά, όπως με το κουτί της Πανδώρας. Δεν θα σας πω εγώ. Εσείς θα μου πείτε τι μυστικά μπορεί να φανερώσει η ζωή μέχρι να τη γνωρίσουμε. Δεν ξέρω περισσότερα από εσάς. Πρέπει να ξέρετε όμως ότι, όπως σε όλα τα πράγματα, όσο πιο δυνατό είναι κάτι τόσο πιο επικίνδυνο είναι».

Τι είναι αυτό που έχετε βελτιώσει σε αυτήν τη δουλειά που παρουσιάζετε τώρα, «Ενας μαγικός αυλός», σε σχέση με την προηγούμενη;

«Τίποτε! Απλώς και σε αυτήν τη δουλειά προσπαθώ να κάνω το καλύτερο που μπορώ. Σε όλες τις δουλειές αυτό προσπαθώ να κάνω, ό,τι καλύτερο μπορώ».

Τι είδους μαγεία μάς επιφυλάσσετε σε αυτόν τον «Μαγικό αυλό»;

«Αυτός είναι “Ενας μαγικός αυλός” μακριά από τους αναμενόμενους “οπερατικούς” δρόμους. Εχουν μπει στην άκρη όλα τα σκηνικά εφέ και οι βαρείς συμβολισμοί».

Και το «κενό» αυτό πώς το συμπληρώσατε; Ολα τα «κενά» συμπληρώνονται κάπως…
«Στη θέση αυτών το κοινό θα συναντήσει έναν παντοτινά νέο Μότσαρτ να περιστοιχίζεται από μια νεαρή και ταλαντούχα ομάδα τραγουδιστών και μουσικών. Παρουσιάζουμε έναν “Αυλό” που βράζει από ενθουσιασμό και όπου η επαφή του κοινού με τους ηθοποιούς θα επιτρέψει στην τρυφεράδα και στο βάθος του έργου να φανερωθούν».

Από όλες τις δόξες που έχετε εισπράξει, ποια ήταν η λιγότερο απατηλή;

«Αυτό με αφήνει παγερά αδιάφορο. Εκτιμώ το ότι ο κόσμος έρχεται και μου λέει καλά λόγια. Ποτέ δεν έχω υπάρξει αγενής απέναντί τους και πάντα λέω “ευχαριστώ”. Αλλά ίσως θα έλεγα τώρα για τον εαυτό μου ότι γεννήθηκα με ένα πράγμα, δόξα τω Θεώ, τη δυνατότητά μου να γελάω τόσο με τον εαυτό μου όσο και με τους άλλους, ώστε να μη με παίρνω τόσο στα σοβαρά. Οπότε, αν κάτι που έχω κάνει είναι μια τεράστια επιτυχία, δεν είναι και για να το γιορτάζω. Φυσικά είναι χρήσιμο και καλό για όλους. Αν κάποια δουλειά μου είναι αποτυχία για κάποιους και ο Τύπος είναι ωμός και επιθετικός, τον ακούω, γιατί ίσως να υπάρχει ένα κομμάτι αλήθειας σε αυτό. Αλλά δεν παίρνω τίποτε από αυτά στα σοβαρά».

Αν είχατε ένα μικρό παιδί τώρα στα πόδια σας και σας ζητούσα να του ψιθυρίσετε μία μόνο λέξη στο αφτί, ποια θα ήταν αυτή;

(Σκύβει προς το μέρος μου και μου ψιθυρίζει): «Αγάπη…».

Αγάπη; Κύριε Μπρουκ, νιώθω ενθουσιασμένος με αυτό που μόλις συνέβη. Θα ήταν πολύ ποιητικό να τελειώσει η συνέντευξή μου μαζί σας εδώ, αλλά έχω ακόμη μερικές ερωτήσεις.

«Πείτε μου».

Η ανθρωπότητα – και νομίζω ότι το ίδιο συμβαίνει και στην τέχνη – βρίσκεται άλλοτε σε μια άμπωτη και άλλοτε σε μια παλίρροια, χωρίς να μπορούμε να αντιληφθούμε πού ακριβώς βρισκόμαστε σε κάθε περίοδο. Πού πιστεύετε ότι βρισκόμαστε αυτήν την περίοδο;

«Δεν έχω ιδέα! Θα πρέπει όμως να είσαι τυφλός για να μη συνειδητοποιείς ότι ο κόσμος διέρχεται μια παρακμάζουσα φάση παντού γύρω μας? κοινωνικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά, ανθρωπιστικά, τα πάντα κατρακυλούν και πάει πολύς καιρός πλέον που στον κόσμο υπάρχει τόσο λίγη ελπίδα και τόσο πολλή απελπισία, οργή και αγανάκτηση. Ο καθένας μας μπορεί να το δει αυτό, σε κάθε εφημερίδα, σε κάθε τηλεόραση, μπορείς να το δεις στους δρόμους. Εσείς ζείτε στην Ελλάδα, και ξέρετε πολύ καλά για τι πράγμα μιλάω. Εκεί βρισκόμαστε. Αλλά όταν τα πράγματα πάνε ακόμη πιο κάτω, τότε πάντα υπάρχει η δυνατότητα να πας κόντρα στο ρεύμα. Αυτή τη θεωρώ μια πολύ σημαντική φράση ζωής: “κόντρα στο ρεύμα”. Φυσικά, υπάρχουν περιορισμοί και δεν μπορούμε να το αρνηθούμε, αλλά μπορείς να βρεις έναν τρόπο να πορευτείς όσο περισσότερο μπορείς κόντρα στον περιορισμό».

Οι δύο πλευρές της ζωής, η μεταφυσική και η πρακτική, είναι το ίδιο απαραίτητες για να απαντηθούν τα δύο βασικά ερωτήματα της ζωής, «ποιος είμαι» και «τι έχω να κάνω σε αυτήν τη ζωή». Εσείς έχετε απαντήσει σε αυτά τα δύο ερωτήματα;

«Φυσικά όχι! Είναι ερωτήματα που πρέπει πρώτα να τα ανακαλύψεις και μετά να τα “κουβαλάς” όλο και περισσότερο. Και αν διαλέξεις το ένα από τα δύο ερωτήματα και ξεχάσεις το άλλο, τότε αρνείσαι τη ζωή. Στην πραγματικότητα, θα ήμουν αρκετά ανόητος, αρκετά αδαής, για να απαντήσω στην ερώτησή σου λέγοντας: “Ναι, τα έχω απαντήσει αυτά τα δύο βασικά ερωτήματα”. Αν το έκανα αυτό, θα έπρεπε να αρπάξεις τα χαρτιά σου και το κασετοφωνάκι σου και να αρχίσεις να τρέχεις μακριά από μένα».

Εχετε να πείτε κάτι στους Ελληνες; Ξέρω ότι νοιάζεστε για εμάς.

«Ναι, νοιάζομαι παρά πολύ για εσάς τους Ελληνες και νομίζω ότι όλοι οι αληθινοί Ευρωπαίοι υποφέρουν από το γεγονός ότι περνάτε μια τόσο επώδυνη περίοδο. Νομίζω ότι όλοι θα περάσουμε μέσα από αυτήν τη στενωπό στα επόμενα χρόνια. Το γεγονός όμως ότι περνάτε μέσα από μια τέτοια στενωπό αυτήν την περίοδο δεν μπορεί να πλήξει την όλη σας παρουσία. Θα το βρουν μπροστά τους όλοι αυτοί, θα βρουν την “παγκόσμια συνείδηση”».

Θεωρείτε ότι η Ελλάδα παίζει τον «Μαγικό αυλό» και θα ακολουθήσουν και άλλες χώρες, όπως η Ιρλανδία, για παράδειγμα, τη δική μας μοίρα;

«Αυτό θα γίνει, και θα γίνει επειδή “κάποιος” θα θέλει να συμβεί αυτό. Οπως εσάς σας έβαλε “κάποιος” να μου κάνετε αυτές τις ερωτήσεις. Η ψυχή σας ελπίζω».

Ελπίζω να βρήκατε τις ερωτήσεις κάπως ενδιαφέρουσες.

«Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι η ελπίδα μου για εσάς ότι έχοντας θέσει αυτές τις ερωτήσεις θα ξαναγυρίσετε σε αυτές και θα τις ξανακοιτάξετε. Είναι ερωτήσεις που απαντώνται μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα, μέσα από την εμπειρία της ζωής. Είναι αληθινές ερωτήσεις που δεν απαιτούν απάντηση, και αυτό δείχνει ότι οι Ελληνες για αυτά τα θέματα νοιάζονται. Από τις απαντήσεις μου όμως να μην πιστέψετε καμία»…

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΑΣΤΡΑΠΕΛΛΟΥ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΒΟΥΤΥΡΟΠΟΥΛΟΥ | Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010
  • Ηθοποιός, σκηνοθέτις αλλά βεβαίως και συγγραφέας και, γιατί όχι, και λίγο τραγούδι. Η πολυπράγμων Λένα Κιτσοπούλου, μια ξεχωριστή γυναίκα της εποχής μας, φιλοξενείται εδώ σε μία εκ βαθέων συζήτηση, με αφορμή όλα αυτά με τα οποία καταπιάνεται και της επιτρέπουν μιαιδιαίτερη οπτική και γλωσσική ερμηνεία της πραγματικότητας.

Παίζει, σκηνοθετεί, γράφει – όχι απαραίτητα με αυτήν τη σειρά προτεραιότητας για την ίδια. Συναντηθήκαμε με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου της βιβλίου «Μεγάλοι δρόμοι», μια συλλογή δέκα άκρως εθιστικών διηγημάτων γραμμένων με μια γλώσσα ζωντανή, χειμαρρώδη αλλά καθόλου επιτηδευμένη. Μια γλώσσα γνήσια, που αποπνέει αβίαστα την αυθεντικότητά της, χαρακτηριστικά που ευθύς αμέσως διακρίνει κανείς στην ίδια τη συγγραφέα. Εμφανίζεται ατημέλητη στο ραντεβού μας. Αφοπλιστικά ατημέλητη, γιατί ακτινοβολεί τη βαθιά σιγουριά που αισθάνεται. Μιλάει ήρεμα, αλλά παθιάζεται. Βρίζει, αλλά δεν είναι χυδαία. Δύσκολο να περιγράψεις την προσωπικότητά της σε λίγες γραμμές. Πτυχές της θα ξεδιπλώσει υποδυόμενη τη Ρωξάνη στην παράσταση «Σιρανό ντε Μπερζεράκ», στο Εθνικό Θέατρο από τον Δεκέμβριο, αλλά και ως σκηνοθέτις για δεύτερη χρονιά σε δύο παραστάσεις που έχουν ήδη κλέψει τις εντυπώσεις: τη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» και τη «Γυναίκα της Πάτρας».

«Είναι κάτι άλλο που κάνετε και μου διαφεύγει;» τη ρωτάω. «Τραγουδούσα σε ένα ρεμπετάδικο στη Σαντορίνη μέχρι πέρυσι, τα καλοκαίρια. Και σε κανέναν γάμο. Εχω γράψει δυο-τρεις στίχους. Τώρα, ας πούμε, έγραψα ένα τραγουδάκι συμπαθητικό, αλλά έτσι, ρε παιδί μου, απλό πολύ, δεν είμαι μουσικός».

Οταν ασχολείται κάποιος με πολλά δεν υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορεί να εμβαθύνει τελικά σε κανένα από αυτά;

«Ξεκίνησα ως ηθοποιός, αλλά πλέον δεν είμαι τόσο ενεργή. Δεν έχω την καθημερινότητα του ηθοποιού που δουλεύει με ωράριο και λίγο σαν στρατιώτης, που δεν έχει διακοπές. Εγώ θέλω χρόνο να φεύγω, να ταξιδεύω. Οπότε το κάνω επιλεκτικά. Ισως επειδή το πρώτο που έκανα ήταν η ηθοποιία και έχω φάει χρόνια σε αυτό και το αγαπάω, δεν φεύγει το μικρόβιο. Πέρασα όμως φάσεις που έλεγα “τα παρατάω, ρε παιδί μου”. Αλλά δεν μπορώ. Τώρα παίζω με μεγάλη χαρά τη Ρωξάνη».

Γιατί να τα παρατήσετε;

«Με κούραζαν λίγο οι συνεργασίες. Αυτές οι δουλειές, νομίζω, θέλουν μια ελευθερία απόλυτη. Για να τις κάνεις μαζί με άλλους πιστεύω ότι χρειάζεται να είναι και οι άλλοι λίγο σαν και εσένα. Οταν μπαίνουν πολλά άτομα, μπορεί κάποιος να σε ευνουχίζει, μπορεί κάποιος να σε κρίνει ή κάποιος να μη σου πάει».

Φαντάζομαι ότι είναι δύσκολη η συνύπαρξη με ανθρώπους που έχουν μεγάλο εγώ.

«Ναι, υπάρχουν άνθρωποι περίεργοι στον χώρο του θεάτρου. Μπορεί να είναι νάρκισσοι ή με διάθεση να εξουσιάσουν τους άλλους. Μεγαλώνοντας όμως, είμαι πιο αυτάρκης και πιο δυνατή, μου είναι πιο εύκολο πλέον να αντιμετωπίζω τέτοιες καταστάσεις. Παλαιότερα αυτό με πίεζε λίγο. Οταν βρήκα τη χαρά της μοναχικής δημιουργίας, η ηθοποιία μού φαινόταν σαν μαρτύριο. Εκτός αν κάτι είναι δικό μου ή η σκηνοθεσία κάποιου φίλου, όπως τώρα με τον Νίκο τον Καραθάνο στο Εθνικό. Οι ταινίες μου αρέσουν πάντα, το γύρισμα το απολαμβάνω. Είναι πιο ελεύθερο, είσαι συνήθως εκτός Αθηνών. Eίναι λίγο σαν πενταήμερη. Οι κινηματογραφιστές είναι άλλωστε τεχνικοί, άνθρωποι της πράξης, δεν έχουν τόση αρρώστια. Ή δεν τη δείχνουν τουλάχιστον».

Στον χώρο των γραμμάτων πάντως μπήκατε πολύ δυναμικά. Με το πρώτο σας βιβλίο, τις «Νυχτερίδες», κερδίσατε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω». Αυτό πώς αντιμετωπίστηκε από τους συναδέλφους σας, τόσο τους ηθοποιούς όσο και τους συγγραφείς;

«Δεν ασχολήθηκα πολύ με το πώς με είδαν. Με ενδιαφέρει η κριτική από ανθρώπους που ενδιαφέρονται για μένα. Κάποιος που θα κρίνει κακόβουλα δεν με αφορά. Σίγουρα έχουν ακουστεί διάφορα αρνητικά, τύπου “τι θέλει αυτή τώρα;”, αλλά δεν με νοιάζει, όπως εμένα δεν με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι. Είμαι συγκεντρωμένη στον εαυτό μου και στους ανθρώπους που με ενδιαφέρουν. Διάβασα ένα ωραίο βιβλίο του Ροντέν. Λέγεται “Διαθήκη” και είναι σαν γράμμα προς νέους καλλιτέχνες. Και λέει ένα ωραίο για τους φίλους. “Οι φίλοι θα θριαμβεύσουν. Αυτοί ξέρουν γιατί σας αγαπούν. Οι εχθροί αγνοούν γιατί σας απεχθάνονται”. Μου φάνηκε πολύ σπουδαίο. Δείχνει ότι είναι ένα δικό τους πρόβλημα, που ούτε και οι ίδιοι μπορούν να καταλάβουν τι είναι. Δεν φθονούν αυτό που κάνεις εσύ, φθονούν τον εαυτό τους».

Με τα βιβλία σας εκθέτετε ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού σας και διαφαίνεται ότι είστε αυθόρμητη, εκρηκτική, χειμαρρώδης. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος να περιμένει το κοινό να σας δει σε ρόλους που συνάδουν προς την προσωπικότητά σας;

«Σίγουρα υπάρχει τάση απ’ έξω να σε κατηγοριοποιήσουν. Πολύ συχνά, για παράδειγμα, με παίρνουν και μου ζητούν από εφημερίδες την άποψή μου για κάτι, γιατί ξέρουν ότι εγώ θα βρίσω, ότι θα πω μια μαγκιά. Το αποφεύγω και το κάνω μόνο εκεί που με ενδιαφέρει. Πάντα βρίσκω το κέντρο και την ησυχία μου, δεν παρασύρομαι».

Δεν θα ήταν πιο εύλογο να παίξετε εσείς τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.;

«Η πρόταση από το Εθνικό ήταν να γράψω κάτι, όχι και να παίξω. Και μετά προέκυψε η Μαρία για τον ρόλο, που είναι ένας άνθρωπος δικός μου, την αγαπώ πολύ και τη σέβομαι. Νομίζω ότι είναι καλύτερα που έγιναν έτσι τα πράγματα».

Με τη Ρωξάνη που υποδύεστε εφέτος πόσα κοινά έχετε;

«Κάθε φορά βάζεις τον εαυτό σου σε κάθε ρόλο, δεν έρχεται να σε βρει ο ρόλος. Και, τελικά, κανένας ρόλος άμα τον ψάξεις δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται εξαρχής. Η Ρωξάνη είναι καλή, γλυκιά, ερωτευμένη. Εχει όμως και αυτή πολλές πτυχές. Βλέπεις και πονηριά, δύναμη, αγριάδα. Τον κόμη Ντε Γκις τον βάζει να την ερωτευτεί, να την καψουρευτεί, για να μπορεί αυτή να βλέπει τον άλλον. Γι’ αυτό νομίζω ότι ο Νίκος σκέφτηκε να το κάνω εγώ, που δεν είμαι μικρή. Θα μπορούσε να πάρει μια εικοσιπεντάρα που μόλις έχει βγει από τη σχολή. Ηθελε μια ψυχή γυναίκας και όχι ένα κοριτσάκι, μια αθώα παρθένα».

Φαντάζομαι ότι αν είσαι περίπλοκος και πολυεπίπεδος ως χαρακτήρας, είσαι πάντα, είτε είσαι 25 είτε μεγαλύτερος. Απλώς μαθαίνεις να ανακαλείς πιο συνειδητά αυτά τα χαρακτηριστικά σου.

«Eτσι νομίζω και εγώ. Τα χαλιναγωγείς και μαθαίνεις να προστατεύεσαι. Αλλά είσαι ο ίδιος άνθρωπος. Είναι πολύ μικρό το διάστημα που ζούμε για να προλάβουμε να αλλάξουμε. Και ένας γέρος είναι ένα παιδί ουσιαστικά. Δεν νομίζω ότι είναι κάτι άλλο απ’ ό,τι ήταν στα 15 του. Ετσι νομίζω ότι θα είμαι και εγώ».

Αυτή η ανάγκη για την παρατεταμένη εφηβεία δεν μπορεί να γίνει παγίδα;

«Ναι, από την άλλη όμως γιατί να μην είσαι πάντα παιδί μέχρι να γεράσεις; Γιατί να μη διατηρήσεις την αθωότητα, την έκπληξη; Και αυτό το άλλο πράγμα που σε βάζει σε καλούπια; Η κοινωνία, που σου λέει ότι στα 40 τέλειωσες. “Γιατί δεν έκανες ένα παιδί;”. Και η μάνα σου, που σου λέει “παιδί μου, μόνη σου θα μείνεις;”. Εχουν αποφασίσει οι άνθρωποι ότι πέντε πράγματα πρέπει να κάνεις στη ζωή σου: σπουδές, επάγγελμα, παιδί, οικογένεια και να πάρεις σύνταξη. Αυτό είναι μεγάλη κατάθλα. Μπορείς να είσαι ένας τρελός σε ένα παγκάκι, και τι έγινε;».

Εσείς έχετε καταφέρει να αντισταθείτε στο κυρίαρχο αυτό ρεύμα;

«Προσπαθώ, αλλά δεν το έχω καταφέρει. Και εγώ επηρεάζομαι, γιατί είναι πολύς ο βομβαρδισμός από γύρω. Ολος αυτός ο περίγυρος σε ρίχνει, και να μην είσαι σε μουρλάδικο τρελαίνεσαι κάποια στιγμή. Oπως η ασχήμια αυτής της πόλης. Κουράζει. Δεν μπορείς εσύ να είσαι στον κόσμο σου και όλη την ημέρα να ταλαιπωρείσαι. Κάποια στιγμή θα έρθει το βράδυ και θα πεις “… τον Χριστό μου”».

Είχατε πάει στη Γερμανία για κάποιο διάστημα πριν από μερικά χρόνια. «Ο σταθμός του Μονάχου», που περιλαμβάνεται στους «Μεγάλους δρόμους», είναι απόρροια αυτής της εμπειρίας;

«Oχι, είναι μια ιστορία βιωματική απ’ όταν είχα πάει στα 18 μου για πρώτη φορά για να σπουδάσω στο Μόναχο».

Γιατί γυρίσατε;

«Τότε ήμουν ακόμη στην εφηβεία και δεν είχα την κρίση που έχω τώρα, ότι εδώ είναι σκατά και ότι εκεί είναι μια χώρα που έχει να σου προσφέρει δέκα πράγματα. Σκεφτόμουν πολύ ενστικτωδώς».

Γιατί επιστρέψατε τη δεύτερη φορά;

«Τη δεύτερη φορά εκτίμησα πολύ περισσότερο τα καλά αυτής της χώρας, αλλά επειδή τη δουλειά μου την κάνω με τη γλώσσα μου κατάλαβα ότι δεν είναι ο τόπος που θα μου φέρει κάτι διαφορετικό, αλλά μόνο ο εαυτός μου. Σε μια ξένη χώρα το σύστημα είναι πολύ κλειστό, δεν μπορεί να έρθει κάποιος από το πουθενά. Είδα όμως ότι δεν θα με ενδιέφερε κιόλας. Εδώ είναι το μέρος για το οποίο μπορώ να γράψω. Εδώ έχω ερωτευτεί, έχω ζήσει όλη μου τη ζωή, έχω βρίσει… Το καλό είναι να έχεις μια ελευθερία, να μην είσαι πολύ κολλημένος. Να πεις: “Θα φύγω αύριο για έναν χρόνο”. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, να πάω να ζήσω κάπου στην επαρχία, σε ένα νησί».

Το κεφάλαιο επαρχία λοιπόν. Εχετε γεννηθεί στην Αθήνα, αλλά στα κείμενά σας συχνά σκιαγραφείτε με πολύ διεισδυτικό τρόπο τη ζωή στην επαρχία…

«Ολοι έχουμε μια επαφή με την επαρχία. Εγώ έχω φλέβα από τον πατέρα μου, ο οποίος είναι από το Αντίρριο. Εχω περάσει όλη την εφηβεία μου σε διακοπές στην επαρχία. Εκεί ελευθερωνόμουν, ερχόμουν σε επαφή με τους ντόπιους, με μούρλα, με μηχανάκια, με μεθύσια. Εκεί έγιναν όλα. Νομίζω ότι χτυπάει αυτή η φλέβα μέσα μου. Νιώθω οικειότητα με την επαρχία και με τους ανθρώπους. Πολύ άνετα κάθομαι σε μια ταβέρνα όλη την ημέρα με έναν ντόπιο».

Αν είχατε μεγαλώσει όμως σε μια μικρή πόλη, θα χτυπούσε με τον ίδιο τρόπο αυτή η φλέβα;

«Και τώρα ακόμη που πηγαίνω στη Σαντορίνη, βλέπω ότι εγώ είμαι πολύ προστατευμένη. Γράφω και δεν ανήκω σε αυτόν τον κόσμο. Είναι δύσκολο να ζεις εκεί και να έχεις το κουτσομπολιό και τις μικροπρέπειες. Οσο πιο απαίδευτος είναι ο κόσμος και υπανάπτυκτος, τόσο η αρρώστια του βγαίνει στη φόρα, δεν χαλιναγωγείται».

Εχετε έρθει σε επαφή με τα οικογενειακά εγκλήματα που περιγράφετε;

«Oχι απαραίτητα. Κάποια τα έχω ακούσει, άλλα τα έχω διαβάσει, άλλα τα έχω δει. Η αρρώστια είναι στη φύση του ανθρώπου. Γι’ αυτό και στα μεγαλύτερα έργα οι αρχαίοι συγγραφείς ασχολήθηκαν με την αρρώστια. Με τον γιο που πηδάει τη μάνα, τη μάνα που σκοτώνει τα παιδιά της. Οι εξαιρέσεις των ανθρώπων είναι υγιείς. Ο άνθρωπος βασανίζει, καταστρέφει. Τους άλλους, τη φύση. Κάνει πολέμους, κάνει το Γκουαντάναμο, βγάζει τα νύχια του αλλουνού. Ανθρωποι τα έκαναν αυτά, και μάλιστα πολύ εύκολα. Δεν ξέρω να το εξηγήσω ψυχαναλυτικά, μια παρατήρηση κάνω».

Και όσον αφορά την οικογενειακή βία;

«Τελευταία έγραψα ένα κείμενο στο “κοντέινερ”. Και έλεγα εκεί ότι κάθε ημέρα αυτό το καλοκαίρι στην παραλία κάποιος κακοποιούσε ένα παιδί. Μια οικογένεια, μια μάνα σε υστερία. Και σκέφτεσαι: “Αυτοί οι άνθρωποι πώς κάνουν παιδιά;”. Είναι παράνοια».

Εσάς σας έχει αποτρέψει από το να γίνετε η ίδια μητέρα ο φόβος ότι μπορεί να ασκήσετε κάποιου είδους βία στο παιδί σας;

«Δεν μπορώ να λέω μεγάλες κουβέντες, γιατί δεν το έχω κάνει. Εχω βιώσει προσωπικά μια σχετικά υγιή κατάσταση. Αισθάνομαι ότι αυτό είναι που θα μετέδιδα. Νομίζω ότι ως γονιός δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο από το να επαναλάβεις ακριβώς την ιστορία. Αντε, να πούμε ότι θα είσαι κάνας τρομερός σοφός και να καταφέρεις ένα εκατοστό να προχωρήσεις. Αλλά δεν το πιστεύω ούτε αυτό. Οπότε, από αυτήν την άποψη πιστεύω ότι έχω δοτικότητα, έχω αγάπη, γιατί την έχω εισπράξει και εγώ. Μαζί με πολλή εμπιστοσύνη, ελευθερία, θαυμασμό. Δεν έχω βιώσει κάτι τραγικό. Δεν μου είπε κανείς τι να κάνω και δεν πιέστηκα να ακολουθήσω το επάγγελμα του γονιού μου».

Δεν αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό την απόφασή σας να γίνετε ηθοποιός;

«Οχι, καμία σχέση. Οι γονείς μου ήθελαν να αγαπώ τη δουλειά μου. “Να αγαπάς αυτό που κάνεις, και ας πουλάς φιστίκια στον δρόμο”».

Στις ιστορίες σας ο έρωτας δεν ευδοκιμεί ποτέ. Διακόπτεται, είτε επειδή οι εμπλεκόμενοι είναι ατελείς προσωπικότητες είτε από απρόβλεπτους εξωτερικούς παράγοντες. Γιατί δεν υπάρχει ποτέ αίσιο τέλος;

«Γιατί δεν υπάρχει ποτέ αίσιο τέλος. Υπάρχει θάνατος. Θάνατος των πάντων. Και στον έρωτα. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση και να πορευτούμε».

Οσο μεγαλώνει κανείς δεν αισθάνεται ότι ίσως θα έπρεπε να βρει τρόπους να συμβιβαστεί με αυτόν τον θάνατο;

«Θέλω να έχω ωραίες σχέσεις, όπως τις θέλω εγώ. Δεν θέλω ντε και καλά να είμαι με κάποιον. Ας γεράσω, ας ζω σε μια τρώγλη. Δύσκολο να βρεθεί κάτι ωραίο, όπως είναι δύσκολη μια δυνατή φιλία. Πόσους φίλους έχεις γνωρίσει στη ζωή σου που θα μείνουν; Εγώ έχω δύο. Για να έχεις μια καλή ερωτική σχέση πρέπει να είσαι πολύ συγγενής με τον άλλον. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Μπορεί να μην υπάρχει αυτός ο άνθρωπος. Μπορεί να μην τον γνωρίζεις. Μπορεί να υπάρχει και να είναι στην Κίνα. Μπορεί να γεννιέται τώρα. Μία στο δισεκατομμύριο μπορεί και να τον συναντήσεις. Μπορεί να έχει ζήσει πριν από 300 χρόνια. Εγώ πιστεύω ότι ο μεγάλος μου έρωτας είναι ο Ορσον Γουέλς. Πλάκα κάνω…».

Πώς κρίνετε την τάση απαξίωσης της τέχνης εν μέσω κρίσης;

«Είναι γεγονός ότι οι τέχνες ακμάζουν σε τόπους προηγμένους. Στην Αφρική που πεθαίνουν από την έλλειψη νερού δεν νομίζω ότι σκέφτεται κανείς “να δω τι λέει ο Τσέχοφ”. Η τέχνη θέλει οργάνωση και χρήματα».

Τελευταία κυκλοφορεί η άποψη ότι εν μέσω κρίσης ευδοκιμεί η δημιουργία…

«Ναι, προκύπτει και μια ελευθερία. Oταν όλα είναι μπάχαλο και δεν υπάρχουν ιδανικά, λες “θα κάνω ό,τι γουστάρω”. Δεν φοβάσαι ποιος θα σε κρίνει. Λες “δεν βγάζω και τον κώλο μου;”. Αυτό συμβαίνει σε ορισμένες στιγμές. Δεν μπορεί σε διάρκεια να δημιουργήσει θεσμούς, χώρους, σύνολα ανθρώπων που να δουλεύουν. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα οι άνθρωποι οι κάπως σκεπτόμενοι κουράζονται νωρίς και μέχρι τα 40 θέλουν να αποχωρήσουν. Λέμε “μαλάκα, πάμε στα χωριά να κοιτάμε το υπερπέραν”. Είναι μια παραίτηση. Η ορμή του νιάτου και η πρώτη σου κάβλα, ε, φεύγουν κάποια στιγμή. Είναι σαν να σου ρουφάει αυτή η χώρα τα νιάτα και το αίμα».

Είστε αισιόδοξη ότι τα πράγματα θα αλλάξουν κάποια στιγμή;
«Oχι. Πάντα έτσι θα είναι ο κόσμος. Δεν είμαι μάντις, αλλά αυτή είναι η γνώμη μου. Εντάξει, πάντα κάτι γίνεται. Πάντα υπάρχει φως, γι’ αυτό και συνεχίζουμε και ζούμε. Ενας, δυο άνθρωποι. Δεν πειράζει, δεν είναι λίγοι. Ποτέ δεν ήταν διαφορετικά. Σε όλες τις εποχές όλοι οι συγγραφείς περιγράφουν μια κοινωνία άθλια. Είμαι όμως αισιόδοξη μέσα από αυτό που λέω. Είναι αισιόδοξο να το καταλάβεις ότι είναι όλα σκατά. Σημαίνει ότι είσαι έξυπνος».

Δεν σκέφτεστε ποτέ «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι»;
«Oχι. Τους καταλαβαίνω βέβαια. Κοιμούνται καλύτερα τα βράδια. Δεν καπνίζουν εκατό τσιγάρα ούτε πίνουν εκατό σφηνάκια για να συνέλθουν».

Με τον αντικαπνιστικό νόμο πώς τα πάτε;

«Ευκαιρία να πω και ένα ωραίο της Ελλάδας. Βλέπω ότι δεν φτουράει αυτός ο νόμος, τα τασάκια άρχισαν να ξαναβγαίνουν και πολύ χαίρομαι. Δεν είναι ότι είμαι εναντίον του νόμου εντελώς, αλλά το θεωρώ πολύ ρατσιστικό να γίνονται τόσο ακραία τα πράγματα. Το τσιγάρο δεν είναι απαγορευμένο πράγμα, δεν είναι πρέζα, το πουλάς, ρε φίλε, πού θα το καπνίσω εγώ; Με έναν τρόπο στην Ελλάδα διατηρείται μια ανθρωπιά σε σχέση με άλλες χώρες όπου είναι τόσο αυστηροί οι νόμοι. Υπάρχει ανθρωπιά, υπάρχει το “έλα μωρέ, δεν έχεις να φας; Ελα σπίτι μου!”. Είναι και αυτό κάτι».

Θα αποφασίζατε να συμμετάσχετε στα κοινά για να βοηθήσετε να αλλάξουν τα πράγματα με πιο ενεργό τρόπο;
«Οχι, ποτέ. Εχω μια απέχθεια για όλα τα κομματικά, δεν τα ξέρω κιόλας».

Σε ορισμένες περιπτώσεις η ορμή μπορεί να αποδειχθεί καλύτερη από τη σχολαστική πολιτική παιδεία…

«Είναι μια κλίση την οποία εγώ δεν έχω. Και το θέατρο μπορεί να είναι μια πολιτική πράξη. Σε προσωπικό επίπεδο είναι ο τρόπος που συμπεριφέρεσαι, που στέκεσαι, το πώς μιλάς στον περιπτερά. Το πώς μιλάς στον άνθρωπό σου, στη γυναίκα σου, στο παιδί σου».

Τι είναι αυτό που σας κάνει να επιστρέφετε στη Σαντορίνη;

«Εχουμε ένα σπιτάκι στο Ακρωτήρι. Αρχισα να πηγαίνω και κόλλησα. Τείνω προς το να ζήσω μόνιμα σε ένα τέτοιο μέρος. Εχει μια δύναμη η φύση και δεν σε ρίχνει ποτέ. Είναι τόσο μεγαλύτερη από σένα οπότε ο εαυτός σου αποκτά τις κανονικές του διαστάσεις. Δεν παθαίνω ποτέ κατάθλιψη στη Σαντορίνη, δεν ξυπνάω το πρωί να πω “ρε πούστη μου!”. Ανοίγεις το παράθυρο και βλέπεις τον ουρανό και τα βράχια μέσα στη θάλασσα. Εχω νιώσει πολλές φορές ευτυχία εκεί χωρίς λόγο. Μόνο από το ότι υπάρχω και άνοιξα τα μάτια μου…».

Το βιβλίο «Μεγάλοι δρόμοι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Γεννήθηκε στα Καλουδιανά Κισσάμου του νομού Χανίων. Οι βιοπαλαιστές γονείς του Μανώλης και Ειρήνη κρατούσαν πάντα την πολυμελή οικογένεια δεμένη και αγαπημένη. Στα δεκαοκτώ του χρόνια αποφάσισε να φύγει από την Κρήτη και να έρθει στην Αθήνα.  Κάτι τον τράβηξε να ασχοληθεί με την ηθοποιία. Σπούδασε στη σχολή του Πέλου Κατσέλη και μαγεύτηκε. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει τριάντα έξι χρόνια, αλλά ο Γιώργος Παρτσαλάκης συνεχίζει να συναρπάζει τους θεατές με την ερμηνεία του. Φέτος μπορεί να απέχει από την τηλεόραση αλλά κάνει «Στοπ καρέ» στο θέατρο.

– Ποιον ρόλο υποδύεστε στην παράσταση;

Κάνω τον Ρίτσαρντ, ο οποίος είναι ένας εκπρόσωπος του συστήματος. Το έργο καταπιάνεται με ένα ζευγάρι που είναι ρεπόρτερ, πολεμικοί ανταποκριτές, η γυναίκα είναι φωτογράφος και ο σύντροφός της σχολιαστής. Στέλνουν υλικό από την πρώτη γραμμή της εμπόλεμης ζώνης, ενώ ο Ρίτσαρντ ως διευθυντής εντύπου πρέπει να περάσει κάποια πράγματα και κάποια άλλα όχι.

– Πότε βγήκατε για πρώτη φορά στη σκηνή;

Το καλοκαίρι του 1973 στο «Κλασικό Θέατρο Ρόδου», μόλις τελείωσα τη σχολή. Μιλάμε για τριάντα επτά χρόνια στο θέατρο, τα δεκαπέντε από αυτά στο Εθνικό, όπου ήμουν από το 1977 μέχρι το 1992. Στα τόσα χρόνια μού δόθηκε η ευκαιρία να παίξω πάρα πολλά έργα και τα έχω χαρεί, γιατί το θέατρο είναι η ζωή μου.

– Πάντως, εκτός από το χειροκρότημα του κόσμου, έχετε κερδίσει και το Βραβείο Ερμηνείας «Κάρολος Κουν»…

Σωστά. Το 2000 και έχοντας φύγει από το Εθνικό Θέατρο μου τηλεφώνησε ο Νίκος Κούρκουλος, που ήταν διευθυντής του, μου είπε πως θα ανεβάσει στην Επίδαυρο την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη και πως θέλει να παίξω τον «Τρυγαίο». Κάποιοι άνθρωποι θεώρησαν ότι γι’ αυτήν την ερμηνεία πρέπει να μου δώσουν ένα πάρα  πολύ σημαντικό βραβείο. Γιατί ο Κάρολος Κουν καθόρισε τη θεατρική πραγματικότητα στην Ελλάδα για περισσότερο από μισό αιώνα και έχει αφήσει σπουδαίες παρακαταθήκες. Οπότε ένα τέτοιο βραβείο με το όνομά του ήταν για εμένα πραγματικά μεγάλη τιμή. Είχα συγκινηθεί πολύ.

– Η Τέχνη είναι μέσο αντίστασης;

Φυσικά. Ηταν, είναι και ελπίζω ότι θα εξακολουθήσει να είναι, με την έννοια ότι το θέατρο είναι ελεύθερο να καταθέτει τις ιδέες, τις απόψεις και τα μηνύματά του ακριβώς για να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων. Μόνο που δεν μπορεί να τα κάνει πράξεις, διότι δεν είναι εκτελεστική εξουσία.

– Ποιες είναι οι αμοιβές των ηθοποιών σήμερα;

Ολα είναι κάτω. Τα θέατρα δεν γεμίζουν πια καθώς ο κόσμος δεν ξοδεύει λεφτά για τη διασκέδασή του. Προτιμά να καλύπτει τις πρώτες καθημερινές ανάγκες του, για να μπορέσει να τα φέρει βόλτα.

Γιατί τελευταία απέχετε από την τηλεόραση;

Ολα κάποια στιγμή τελειώνουν και αυτό αποδεικνύεται με το ότι τελειώνει και η ίδια η ζωή μας. Ολα έχουν ένα τέλος. Και καλό είναι να το πεις εσύ, προτού σ’ το πουν οι άλλοι. «Παιδιά, τελειώσαμε»… Καλό είναι να το πεις, για να είσαι προετοιμασμένος. Εγώ έκανα είκοσι χρόνια στην ιδιωτική τηλεόραση και είναι πάρα πολλά.

Πριν από αυτά έκανα είκοσι θεατρικά έργα στο «Θέατρο της Δευτέρας» στην ΕΡΤ. Κατά συνέπεια, έχω κάνει πολλή τηλεόραση. Ενώ έχω κάνει ελάχιστο κινηματογράφο. Δεν έτυχε, δεν πέτυχε, δεν με εμπιστεύτηκαν; Δεν έχει σημασία. Και λόγω περιορισμού των δαπανών, επειδή έχουν περιοριστεί τα πράγματα αφάνταστα. Δεν μπορώ αυτήν τη στιγμή, εξήντα χρόνων άνθρωπος, να πάρω τα χρήματα ενός νεαρού ηθοποιού. Ντρέπονται οι άνθρωποι του χώρου να μου το προτείνουν. Επειδή έχουν μειωθεί τα πάντα, έχουν κοπεί και τα πάντα.

– Πο ιο εφόδιο κουβαλάτε από την παιδική ηλικία;

Το εφόδιό μου είναι ο κόπος. Θέλω να κοπιάσω για να μου προκύψει κάτι. Δεν μου αρέσουν τα εύκολα πράγματα γιατί χάνω το νόημα της ζωής. Εχω μάθει να αγωνίζομαι, αυτό ήταν το προσόν και ο οδηγός της ζωής μου.

– Και ποιο θεωρείτε ότι είναι το σημαντικότερο που έχετε κάνει;
Δεν έχω κενά. Εκανα τριάντα επτά χρόνια θέατρο, έχω τα παιδάκια μου, έχω -από ό,τι ξέρω- την υγειά μου, γιατί έκανα εξετάσεις τώρα τελευταία, επομένως τίποτε δεν μου λείπει…

  • «Ο γάμος “εφευρέθηκε” για να μεταφέρονται περιουσίες»

– Εχετε κάνει τρεις γάμους. Πιστεύετε ότι είναι δύσκολο να πετύχει μια σχέση;

Ο θεσμός τού γάμου είναι πάρα πολύ δύσκολος. Αυτή η σχέση «εφευρέθηκε» για να μπορούν να μεταφέρονται περιουσίες. Είναι τεχνικό το θέμα, δεν έχει να κάνει με τις ανθρώπινες σχέσεις και τα αισθήματά τους. Οι άνθρωποι είναι μαζί γιατί νιώθουν καλά ή δεν είναι μαζί γιατί δεν νιώθουν καλά και εδώ τελειώνει το θέμα. Από κει και πέρα, τους δένουν άλλα πράγματα, τα οποία έπρεπε να νομιμοποιήσουν με κάποιον τρόπο και αντί να κάνουν μια συμβολαιογραφική πράξη, πηγαίνουν στον παπά ή στο δημαρχείο.

Επομένως ο γάμος είναι δύο πράγματα: το ένα είναι το τεχνικό μέρος, είμαστε μαζί για να διεκπεραιώσουμε κάποια πράγματα, ή διότι το έχουμε ανάγκη. Το να νιώθεις την ανάγκη να είσαι με έναν άνθρωπο συνέχεια είναι θεϊκό, όμως είναι και παρά πολύ δύσκολο. Χρειάζεται μεγάλος αγώνας, μεγάλη προσπάθεια και από τον έναν και από τον άλλον. Και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να καλύπτεις τον άλλον σε αυτό που έχει ανάγκη και όχι σε αυτό που νομίζεις ότι πρέπει να τον καλύπτεις. Αυτή είναι η ιδανική σχέση για μένα, που όμως προσωπικά δεν την κατάφερα ποτέ, στους τρεις γάμους μου. Και ούτε είδα κάποιον δίπλα μου που να τα έχει καταφέρει.


– Είστε από τους ανθρώπους που χαλιναγωγούν τα πάθη τους ή τα αφήνετε να σας πάνε… όπου σας πάνε;

Δεν νομίζω ότι τα χαλιναγωγώ. Πολλές φορές, αν και βλέπω ότι είναι υπερβολικά, τα ακολουθώ. Είναι λίγες οι φορές που κατάφερα κάτι που ήθελα πολύ με την ψυχή μου να το χαλιναγωγήσω και να το περάσω από μια λογική επεξεργασία. Δεν υπάρχει όμως λογική επεξεργασία, υπάρχει αυτό που έχω ανάγκη. Και αν αυτό είναι έντονο, τότε το ζητώ και το κάνω.

– Ενα από τα πάθη σας ήταν και ο τζόγος;

Θεωρώ ότι η υπερβολή είτε στο ποτό είτε στον τζόγο ή και στο τσιγάρο ακόμη κάνει κακό. Ομως από τη στιγμή που αυτό το κρατάς για τον εαυτό σου και δεν ενοχλείς, δεν κάνεις κακό στο άλλον, δεν του το περνάς ως άποψη, στάση και θέση ζωής, τότε δεν αφορά κανέναν παρά μόνον τον εαυτό σου. Δεν προσπάθησα ποτέ να περάσω τις απόψεις, τις ιδέες και τα δικά μου πράγματα σε σχέση με τα πάθη μου. Τα θεωρώ ελαττώματα. Και ελαττώματα και πάθη έχουμε όλοι οι άνθρωποι, μικρά ή μεγάλα. Ομως διαφωνώ κάθετα με όλους αυτούς που προσπαθούν αυτά τα ελαττώματα να τα προβάλλουν σαν στάση ζωής.

  • «Η “μύτη του βράχου”, ένα κομμάτι από τον κρητικό εαυτό μου»

– Εδώ και δύο χρόνια έχετε ανοίξει και ένα εστιατόριο…

Ναι, στον Αλιμο, το «Τζουγκρί».

– Τι σημαίνει «Τζουγκρί»;

Σημαίνει «μύτη του βράχου» και το όνομα ήταν ιδέα του Λουδοβίκου των Ανωγείων. Μάλιστα, υπάρχει ένα σχετικό ριζίτικο τραγούδι «τ’ αγρίμι βγαίνει στο τζουγκρί». Το μαγαζί αυτό είναι ένα κομμάτι από τον εαυτό μου. Είναι ένας πολιτισμένος χώρος, ο οποίος σέβεται τον άνθρωπο που μπαίνει. Θα μπορούσα να φέρω έναν αργαλειό, ένα αλέτρι, μαντίλια και χιλιάδες αλλά πράγματα. Δεν το έκανα. Οχι επειδή δεν τα εκτιμώ, αλλά γιατί προτίμησα τις εικόνες που έχουν καθορίσει εμένα, όπως των Κατράκη, Μινωτή, Ελ Γκρέκο, Ξυλούρη, Καζαντζάκη, της μάνας μου και του πατέρα μου. Ολοι αυτοί είναι η δική μου Κρήτη και αυτά θέλω να μεταδώσω. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται τίποτε άλλο παρά μόνον ένα καλομαγειρεμένο φαγητό.

– Πώς αποφασίσατε να κάνετε αυτό το εστιατόριο;

Οσο και να σας φαίνεται παράδοξο, το έκανα για επιχειρηματικούς λογούς. Ξέρω ότι το εστιατόριο είναι μια παρά πολύ δύσκολη υπόθεση, ότι έχει φθορές και το να το κουλαντρίσεις είναι ένα τεράστιο θέμα. Αλλά έχω μια απίστευτη αγάπη για την πατρίδα μου, την Κρήτη, πιστεύω ότι τα προϊόντα που βγάζουν εκεί είναι πολύ σπουδαία και έχουν σχέση με την καλή διατροφή. Επίσης, πιστεύω ότι το φαγητό είναι πολιτισμός. Η αίσθηση, λοιπόν, να φιλοξενώ έναν άνθρωπο με γεμίζει. Αυτό που έχω εισπράξει στο θέατρο και στην τηλεόραση από το κοινό είναι ότι έχω προσφέρει κάτι στη μοναξιά τους, στο αδιέξοδό τους, στην πίκρα τους. Οσο και αν φαινομενικά δεν έχει σχέση, κάτι ανάλογο θέλω να κάνω και εδώ. Είναι το μεράκι μου.

– Αλήθεια, πώς σχολιάζετε το ότι υπάρχουν τόσες εκπομπές μαγειρικής;

Είμαι πάρα πολύ εντυπωσιασμένος με αυτό, γιατί άνθησε και ανθεί, και επιβιώνει, και αναπτύσσεται σε μια εποχή που υπάρχει τεράστιο οικονομικό πρόβλημα. Μου φαίνεται ότι στο τέλος θα μαγειρεύουν όλοι στις τηλεοράσεις και στα σπίτια τους, αλλά δεν θα έχουν τίποτε να βάζουν μέσα επειδή δεν θα έχουμε φαγητό. Αναρωτιέμαι τι θα κάνουν, τι θα φτιάχνουν στην κατσαρόλα; Σκέτο βραστό νερό; Δεν ξέρω τι να πω…

– Εσείς ως επιχειρηματίας πώς αντιμετωπίζετε την οικονομική κρίση;

Στο εστιατόριο έκανα ό,τι ήταν δυνατό. Ζήτησα από τον ιδιοκτήτη του χώρου τη μείωση του ενοικίου και από τους προμηθευτές τη μείωση των τιμών στα προϊόντα. Ετσι κι αλλιώς, και εκείνοι περνούν την ιδία κρίση, όλα είναι μια αλυσίδα πραγμάτων. Κατά συνέπεια, «κόβοντας» προμηθευτές και ενοίκια κατάφερα να μειώσω τις τιμές, ακριβώς επειδή νιώθω ότι πρέπει να συμμετέχω στη διαδικασία να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Γιατί αλλιώς πάμε χαμένοι…

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΟΣΜΑΝΗΣ, ESPRESSO, 05/12/2010