Κατερίνα Ευαγγελάτου: «Να μη δεσμευόμαστε από ταμπέλες»

Posted: Νοέμβριος 30, 2010 in Ευαγγελάτου Κατερίνα
Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Στην κουζίνα της παγκοσμιοποίησης μας ξεναγεί ο Γερμανός Ρόλαντ Σίμελπφενιχ, με το βραβευμένο, θεατρικό του έργο «Ο χρυσός δράκος» που παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή, Νίκος Κούρκουλος), σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Η σκηνοθέτις αποκαλύπτει στο click@Life, τι κρύβεται πίσω από το παιχνίδι των ρόλων, του Γερμανού δημιουργού αλλά και γιατί πρέπει να ξεφορτωθούμε τις πάσης φύσεως ταμπέλες.

Η σπονδυλωτή ιστορία του «Χρυσού Δράκου» ξετυλίγεται σε ένα ασιατικό εστιατόριο, όπου συχνάζουν και εργάζονται άνθρωποι από διαφορετικές εθνότητες. Το έργο είναι μαύρη κωμωδία μπρεχτικών καταβολών και αντανακλά τις νευρώσεις και τα προβλήματα της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι Φιλαρέτη Κομνηνού, Νίκος Χατζόπουλος, Εύη Σαουλίδου, Δημήτρης Παπανικολάου και Νικόλας Αγγελής.

Πώς αποφασίσατε να μας συστήσετε τον Ρόλαντ Σίμελπφενιχ;

Η πρόταση για τον «Χρυσό δράκο» του Ρόλαντ Σίμελπφενιχ ήρθε από τον Γιάννη Χουβαρδά. Είχαμε συζητήσει και διάφορα άλλα έργα για τη φετινή σεζόν αλλά καταλήξαμε σε αυτό. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο και αξίζει τα δύο θεατρικά βραβεία που κέρδισε στη Γερμανία πέρυσι. Πραγματικά, έχει κάτι καινούργιο να πει.

Ποιες ιδιαιτερότητες παρουσιάζει το έργο;

Όλο το οικοδόμημα του βασίζεται σε μια απαίτηση του συγγραφέα. Ο Ρόλαντ Σίμελπφενιχ ορίζει πέντε ηθοποιούς με τις ηλικίες που θέλει και από κάτω γράφει ποιους ρόλους ερμηνεύει ο καθένας. Ο κάθε ηθοποιός ερμηνεύει τρεις με τέσσερις ρόλους.Οι άντρες υποδύονται τις γυναίκες, οι γυναίκες τους άντρες, οι πρεσβύτεροι τους νεότερους και οι νεότεροι τους πρεσβύτερους. Πρόκειται για απαίτηση του συγγραφέα, δεν είναι σκηνοθετικό τερτίπι. Θέλει λοιπόν, ειδική αντιμετώπιση από την πλευρά μου, αλλά αυτό το παιχνίδι των ρόλων αποτελεί μία από τις πολύ γοητευτικές πλευρές αυτού του έργου.

Στόχο έχει να μας βάλει να κατανοήσουμε τη θέση του άλλου;

Ακριβώς. Σε μια από τις κεντρικές στιγμές του έργου, μια ηρωίδα αναρωτιέται τι θα συνέβαινε, αν ήταν ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Υπάρχει στον πυρήνα του έργου αυτός ο στοχασμός. Σε δεύτερο επίπεδο, ως δραματουργός ο Σίμελπφενιχ ήθελε με αυτό το παιχνίδι των ρόλων να δημιουργήσει μια αποστασιοποίηση, ώστε να μπορέσει να φέρει τον θεατή πιο κοντά στο βάθος του προβληματισμού και της κρίσης των σχέσεων που περνάνε αυτοί οι χαρακτήρες. Ήθελε να μην δεσμευόμαστε από ταμπέλες (ο νέος, ο γέρος, η γυναίκα, ο άντρας κ.τ.λ.) κι αυτή η αντίληψη δεν είναι δική μου εκτίμηση αλλά την έχει δηλώσει ο συγγραφέας σε συνεντεύξεις του. Όπως καταλαβαίνετε, όλο αυτό ενέχει και μια έντονα χιουμοριστική πλευρά. Η αποστασιοποίηση δεν περιορίζεται στους ρόλους, οι ηθοποιοί εκφωνούν όλα τα μέρη στα οποία βρίσκονται. Οι σκηνές ξεκινάνε με την αναγγελία του τόπου, του χρόνου κ.τ.λ. Εκφωνούν ακόμη και τις παύσεις και όλο αυτό, επαναλαμβάνω, είναι ρητή απαίτηση του συγγραφέα, ο οποίος έχει επηρεαστεί από τον Μπρεχτ.

Σε τι συνίσταται όμως η προσωπική σφραγίδα του Σίμελπφνιχ;

Νομίζω στο πώς εμπλέκονται οι σκηνές η μία με την άλλη. Στο τέλος αποκαλύπτεται τι σχέση έχουν όλοι οι χαρακτήρες μεταξύ τους. Είναι περισσότερο κινηματογραφικό και μοντέρνο. Και σε αυτές τις ζωές που παρακολουθούμε, εντάσσεται ο μύθος του Αισώπου «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας».

Ποια τροπή δίνει στο μύθο ο συγγραφέας;

Στις πρώτες σκηνές ο μύθος ξεκινά όπως τον γνωρίζουμε, το μυρμήγκι δουλεύει το καλοκαίρι ενώ το τζιτζίκι τραγουδάει. Όταν όμως έρχεται ο χειμώνα, το τζιτζίκι ζητά να φάει και το μυρμήγκι του λέει, όλο το καλοκαίρι δεν δούλεψες ούτε μια μέρα, τώρα λοιπόν, χόρευε και πήδα. Αργότερα ο Σίμελπφενιχ δίνει νέα τροπή στον μύθο, σύμφωνα με τις αρχές του καπιταλιστικού, νεοφιλελεύθερου συστήματος και βάζει το μυρμήγκι να γίνει προαγωγός του τζιτζικιού. Το μυρμήγκι λοιπόν νοικιάζει το τζιτζίκι στα υπόλοιπα μυρμήγκια. Σιγά –σιγά αυτός ο μύθος έρχεται και κουμπώνει με δύο από τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορία μας. Το τζιτζίκι είναι μια νεαρή ασιάτισσα και το μυρμήγκι, ο προαγωγός, είναι ένας παντοπώλης μαστροπός, ο Χανς, που ζει κι αυτός πάνω από τον «Χρυσό δράκο».

Πώς αισθάνεστε που ο «Χρυσός δράκος» ανεβαίνει στη σκηνή της Αγίου Κωνσταντίνου, μια περιοχή με έντονη την παρουσία των μεταναστών;

Νομίζω ότι είναι πραγματικά σοφή επιλογή του Γιάννη Χουβαρδά να ανέβει αυτό το έργο σήμερα. Καταρχάς «Ο χρυσός δράκος» δεν αναφέρεται μόνο στη μετανάστευση και το trafficking-δύο από τα θέματα που θίγει -αλλά μιλάει και για τα δεινά της δυτικής κοινωνίας: για την αποξένωση, για την κρίση στις ανθρώπινες σχέσεις, για το πώς ζούμε χωρίς να κοιτάμε δεξιά και αριστερά μας. Και δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι δεν γυρίζουμε να κοιτάξουμε έναν άνθρωπο που προέρχεται από έναν τελείως διαφορετικό πολιτισμό από τον δικό μας, ας πούμε από την Ανατολή ή την Αφρική. Αλλά δεν κοιτάζουμε και κάποιον που είναι ηλικιωμένος ή φίλος μας, για παράδειγμα. Έχει μια πολύ έντονη πολιτική χροιά το έργο και αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη δυτική κοινωνία με όλα της τα προβλήματα.

Ελπίζετε ότι ο θεατής θα βλέπει κάπως διαφορετικά τα πράγματα, όταν θα βρεθεί ξανά έξω στην Αγίου Κωνσταντίνου;

Η μεγάλη ομπρέλα του έργου εκτός όλως αυτών των θεμάτων που ανέφερα, είναι η μοίρα, το πεπρωμένο, υπάρχει δηλαδή και μια φιλοσοφική διάσταση. Παράλληλα ο συγγραφέας έχει την ευφυϊα να θέτει τα θέματα μέσα από έναν καθρέφτη χιούμορ. Η ιλαρή ατμόσφαιρα διατρέχει το έργο και ελπίζουμε και την παράσταση. Ο «Χρυσός δράκος» έχει να κάνει με το πεπρωμένο, με τη θέση μας στον κόσμο και στην κοινωνία. Από πού έρχομαι, που πάω και ποιος θα με θυμάται όταν φύγω; Θα είναι σα να μην υπήρξα ποτέ; Το έργο τελειώνει με τη φράση, ότι χάνεται το δόντι. Το δόντι, -είναι ένα κεντρικό στοιχείο της πλοκής και ανήκει σε κάποιον από τους Κινέζους που δουλεύουν στο ασιατικό εστιατόριο. Το δόντι λοιπόν, χάνεται σα να μην υπήρξε ποτέ. Το έργο βέβαια μιλάει και για έναν άνθρωπο που χάθηκε σα να μην υπήρξε ποτέ. Οπότε ευελπιστώ ότι αν η παράσταση πετύχει το στόχο της, ο κόσμος βγαίνοντας θα είναι λιγάκι διαφορετικός.

Ποιες πτυχές του έργου νιώσατε ότι σας δυσκόλεψαν περισσότερο σκηνοθετικά;

Πρόκειται για μια αφήγηση που σταδιακά ζωντανεύει, αλλά χωρίς να παύει ποτέ να είναι αφήγηση. Αυτό λοιπόν θέτει ένα ζήτημα στο πώς το αντιμετωπίζεις σε σχέση με την τέχνη της υποκριτικής. Πώς γίνεται να το αποδώσουν οι ηθοποιοί, χωρίς να οδηγούνται σε πλήρη ταύτιση, ώστε να ξεφύγουν από τον αφηγηματικό τους ρόλο. Είναι μια πολύ λεπτή απόχρωση, με την οποία παλεύουμε διαρκώς στις πρόβες. Το δεύτερο στοιχείο που μας δυσκόλεψε, με μάλλον ευχάριστο τρόπο, είναι το πώς να διατηρήσουμε την ισορροπία μεταξύ της ιλαρής, χιουμοριστικής ατμόσφαιρας που προκύπτει-ενδεικτικά αναφέρω ότι ο Νίκος ο Χατζόπουλος παίζει μια 28χρονη αεροσυνοδό με το ψευδώνυμο Barbie και η Φιλαρέτη Κομνηνού τον προαγωγό Χανς-με το δραματικό και ποιητικό στοιχείο του έργου. Επιπλέον, επειδή το έργο εξελίσσεται σε 48 σύντομες σκηνές που αλλάζουν συνεχώς τόπο, προσπαθούμε να διατηρήσουμε μια αδιάλειπτη ροή για να μπορεί ο θεατής να ακολουθεί την ιστορία μας χωρίς να μπερδεύεται.

Πληροφορίες: «Ο χρυσός δράκος» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή, Νίκος Κούρκουλος), ως τις 5 Δεκεμβρίου.

MANIA ΣΤΑΪΚΟΥ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s