Λήδα Σάνταλα: «Η Σμαρώ η μπα-μα μου»

Posted: Νοέμβριος 21, 2010 in Σανταλα Λήδα

Λόγια και εικόνες μιας ζωής γεμάτης αγάπη και επιτυχία. Η Λήδα Σάνταλα, μοναχοκόρη της σπουδαίας ηθοποιού Σμάρως Στεφανίδου, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, ανοίγει την ψυχή της στην «Espresso της Κυριακής» και μιλάει με μοναδική τρυφερότητα για τη λατρεμένη της Σμάρω…

Η μητέρα της, η Σμάρω Στεφανίδου, ήταν για τη Λήδα Σάνταλα «η πιο στενή, η πιο μοντέρνα» φίλη της. Οι δύο γυναίκες έζησαν κοντά και αγαπημένα, αν και για πολλά χρόνια τις χώριζαν αμέτρητες αποστάσεις. Η Λήδα ταξίδεψε στη Γαλλία, στις Ινδίες και στην Αφρική και η Σμάρω έμεινε πίσω να την περιμένει. Λίγες μόνον ημέρες από τότε που η ηθοποιός έφυγε από τη ζωή, η Λήδα Σάνταλα μιλάει στην «Espresso της Κυριακής» για τη μητέρα της. Από τα παιδικά της χρόνια, έως τις τελευταίες στιγμές στο «Ιπποκράτειο». Με μια γλυκύτητα, απόσταγμα ζωής, που τη δίδαξε εκείνη. Και με την ικανοποίηση «ότι η μητέρα της έφυγε για τον ουρανό, μέσα από την αγκαλιά της, ευτυχισμένη».

– Τι ήταν η Σμάρω Στεφανίδου για τη Λήδα;

Ηταν σπουδαία, ο μέντοράς μου. Η Σμάρω είχε αναλάβει τη διαπαιδαγώγησή μου. Της οφείλω τόσα πολλά! Τον πατέρα μου τον έχασα όταν ήμουν δέκα χρόνων. Μείναμε οι δυο μας: εγώ και η μητέρα μου. Κάπου επαναστάτησα, αισθάνθηκα σαν δεκανίκι. Εσφιγγαν τα λουριά, γιατί χήρα και ορφανό έπρεπε να δεθούν. Εγώ ήμουν πολύ ανήσυχη, έψαχνα τον εαυτό μου. Επρεπε να παίξω τον ρόλο του μπαμπά, του συζύγου και συντρόφου. Τη Σμάρω τη φώναζα μπα-μα. Γιατί έβαλε τα δυνατά της και αύξησε τις παροχές. Αν και ζούσαμε με τον μισθό της, δεν μου έλειψε τίποτα. Την αποκαλούσα και Σμάρω και μανούλα και μαμά. Αισθανόμουν ότι ήταν κάτι πολύ παραπάνω από μαμά μου. Μου τη χάρισε ο Θεός.

– Η τελευταία εικόνα που έχεις για εκείνη;

Ηταν μία κούκλα, δεν ήταν γιαγιά. Στο νοσοκομείο την έβααφα συνέχεια, ακόμη και όταν ήταν σε λήθαργο. Είχε την αίσθηση της γυναίκας, θηλυκό! Δεν ήταν κομπλεξική.

– Ποιο είναι το πιο σημαντικό που σου έδωσε;

Το πιο σημαντικό που μου έδωσε είναι η εσωτερική μου κατεύθυνση. Μου είπε κάποτε: « παιδί μου, ό,τι κάνεις, ευδοκιμεί». Τα ταξίδια που έχω κάνει με τα πόδια και με τον σάκο, ήταν ταξίδια αναζήτησης, όχι τουρισμού, και τα πράγματα που διδάχτηκα εκεί δεν πήγαν χαμένα. Αυτό ήταν η Σμάρω. Είχε μία ζωή, όπου όλα οδηγούσαν κάπου.

– Μίλησέ μας για τις τελευταίες στιγμές.

Είχα εγκατασταθεί στο νοσοκομείο, γιατί είχα πει ότι θέλω να τη συνοδεύσω. Τη γύρισα στο πλευρό και της έκανα μασάζ στην πλάτη. Η φίλη της, η Ελένη, της τραγουδούσε «σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία» και εκείνη την ώρα μού είπε: «πως ξεκουράστηκε το πουλάκι μου!» μιλώντας για τη μητέρα μου. Την κοίταξα και της είπα: «Ελένη, “έφυγε”. Μην τρομάξεις». Δεν ξέρω πού βρήκα αυτήν τη δύναμη! Μείναμε οι δυο μας και της τραγουδήσαμε. Της τραγούδησα μέχρι και ινδικούς ύμνους! Γνωρίζω ότι πρέπει να βοηθάς την ψυχή όταν φεύγει. Της έλεγα «Σμαράκι μου, έχεις φύγει, μη φοβάσαι, προχώρα στο φως, όλα είσαι εσύ, θα έρθουν να σε συναντήσουν. Χαίρομαι για σένα, είμαι ευτυχισμένη, φύγε, θα έρθουν να σε πάρουν!» Δεν το είπαμε στον γιατρό, ούτε στους φίλους που ήταν έξω. Ηθελα να είναι ήσυχη. Σκέφτηκα, ότι όπως στη γέννα είναι καλό να είναι ήσυχο το μωράκι, έτσι πρέπει να είναι ήσυχος και ο άνθρωπος όταν φεύγει. Είχα πει και στους προγόνους και στον Θεό και στους αγγέλους, όποιοι να είναι, σας παραδίδω το χέρι της μανούλας μου, εγώ θα σας το δώσω κι εσείς θα το πιάσετε. Γι’ αυτό δεν κοιμόμουν, από φόβο μη φύγει και δεν είμαι ξύπνια! Προσπάθησα να ζήσω εκείνη τη στιγμή όσο πιο δυνατά μπορούσα.

– Πώς αισθάνεσαι τώρα;

Ακόμη δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Αλλοτε είμαι ευγνώμων και ήσυχη επειδή θεωρώ πολύ σημαντικό για τη συνέχεια να φύγει ο άνθρωπος ήρεμος. Προσπαθώ να μείνω σε αυτό το επίπεδο, το πνευματικό, υπάρχει όμως και το ψυχολογικό που με παίρνει από κάτω. Ολα έγιναν ευλογημένα γιατί η Σμάρω ήταν άνθρωπος της αγάπης. Δεν είχε κακό στην καρδιά της.

– Αντέδρασε όταν έφυγες για τη Γαλλία;

Υπήρχε η αντίληψη ότι μια κόρη ορφανή πρέπει να στέκεται δίπλα στη μαμά της. Της έκαναν παρατηρήσεις και από τον περίγυρο, του στιλ «την αφήνεις να κάνει ό,τι θέλει». Οταν της είπα ότι φεύγω για Ινδία, τρόμαξε, αλλά τελικά και αυτό έγινε με τις ευλογίες της.

– Στην Ινδία πόσο έμεινες;

Εμεινα τέσσερα χρόνια χωρίς να έρθω πίσω και μετά πήγα στην Αφρική και έζησα στη ζούγκλα. Μολονότι ζούσα πάμφτωχα σε ένα ψαροχώρι στο Μαντράς, είχα λίγα χρήματα. Τα είχα μαζέψει στο Παρίσι, μου έστελνε και η Σμάρω, και έτσι είχα κάνει ένα μικρό κομπόδεμα. Με αυτό έζησα για χρόνια. Από τις έξι το πρωί ώς τις 12 το βράδυ έκανα μαθήματα. Κοιμόμουν σε ένα στρώμα που ήταν κάτω στο χώμα και μαγείρευα σε γκαζάκι με κηροζίνη. Ημουν ευτυχισμένη και αφιερωμένη. Αυτά όλα είναι της Σμάρως. «Να είσαι συνεπής σε αυτό που κάνεις, να το σέβεσαι να το αγαπάς». Είχα όλη κι όλη μία φούστα χιλιομπαλωμένη και στα αφτιά μου είχα καλαμάκια για να μην κλείσουν οι τρύπες. Ξοδεύαμε ίσα ίσα για το φαγητό, που ήταν πολτός από αραχίδες, κανένα αβοκάντο και μανιό, κάτι σαν ζελέ που βγαίνει από έναν βολβό. Οταν επέστρεψα, η Ελλάδα μου φάνηκε παράδεισος. Η Ινδία με έκανε να αγαπήσω την Ελλάδα. Οχι τη φτηνιάρικη! Πιστεύω ότι η χώρα αυτή έχει κάτι το σπάνιο και λυπάμαι που δεν στρέφουμε προς τα εκεί τη σκέψη μας.

– Η Αφρική πώς προέκυψε;

Αυτό το ταξίδι ήταν «αφήνομαι και με κατευθύνουν τα γεγονότα». Το ’85 δεν υπήρχαν οδηγοί σε αυτά τα μέρη. Φτάσαμε με τον φίλο μου, τον Ζαν Μαλ, με τον οποίο είχαμε κάνει και πολιτικό γάμο στο Κογκό, για να μάθουμε για τις ομάδες θεραπείας μέσω του χορού. Ηταν κομμουνιστικό το Κογκό, αλλά όταν άκουγαν ότι ερχόμασταν από Ινδία, μας προστάτευαν, αλλιώς θα μας περνούσαν για κατασκόπους. Ταξιδεύαμε με τα καμιόνια που μετέφεραν κακάο, είχαμε γίνει κόκκινοι! Στην Καμπόν μπήκα σε μία ιστορία αρχέγονου τρόπου ίασης μέσω βοτάνων και τελετών, που μοιάζουν με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Αυτά όμως είναι για μένα, δεν μεταφέρονται.

– Και η επιστροφή στην Ελλάδα;

Οταν ήρθα στην Ελλάδα, αισθανόμουν σαν UFO. Πήγα στο σπίτι της Σμάρως, στην οδό Αριστοτέλους. Χάρηκε πολύ. Τότε ζούσε ο Τσαρούχης και έκαναν μία βραδιά με τον Ρίτσο, τον Μιγάδη, τον πρέσβη της Ινδίας και πολλούς ζωγράφους. Ο Τσαρούχης γύρισε και μου είπε: «Χόρεψε μωρέ!» γιατί γνώριζε ότι ήμουν στην Ινδία και ήταν και αυτός μέντοράς μου. Χόρεψα, και τότε μου είπε: «με αυτό θα ασχοληθείς». Ετσι ξεκίνησα και βρήκα μία ρίζα εδώ.

Το παλιό σπιτάκι στο Χαλάνδρι και το Σάντομ

– Τι είναι το Σάντομ;

Αυτό δημιουργήθηκε το 2003. Είχαμε το πατρικό σπίτι των προγόνων μου, το μοναδικό σπίτι στο Χαλάνδρι του ’25, το οποίο έχω κρατήσει όπως ήταν. Εχει πηγάδι, ανώι, κατώι και όταν μπεις μέσα, νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε άλλον κόσμο. Το παλιό σπιτάκι μοιάζει με σκηνικό. Βλέπεις μέσα από τις τζαμαρίες τούς κήπους. Δίπλα έχτισα το Σάντομ, το οποίο εμπνεύστηκα σε μια ώρα αυτοσυγκέντρωσης. Με μηδέν χρήματα, δεν ξέρω κι εγώ πώς τα κατάφερα. Και πάλι με βοήθησε ο Θεός. Πιστεύω στον Θεό πάρα πολύ. Τώρα ακόμη πιο πολύ! Και η Σμάρω πίστευε. Την Παναγία την έλεγε «η φιλενάδα μου». Προσευχόταν για μισή ώρα και της έλεγα «μαμά, εσύ είσαι μεγασφάλεια, όχι απλώς ασφάλεια ζωής!».

– Τι διδάσκονται οι άνθρωποι που έρχονται κοντά σας;

Στη σχολή γίνονται όλα τα μαθήματα: γιόγκα, ινδικός χορός, χοροθεραπεία, όλα τα είδη χορού. Οι τιμές είναι πολύ λογικές. Πιστεύω ότι όλα αυτά χρειάζονται, γιατί η κρίση δεν είναι μόνον οικονομική. Χρειάζεται μια προσπάθεια να κρατήσει κανείς την ψυχραιμία του, γιατί ένας λόγος από όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι να μην πανικοβληθούμε.

– Με τη διαδρομή που έχετε πίσω, η κρίση αντιμετωπίζεται ευκολότερα;

Δεν μου φαίνεται καθόλου εύκολη, απλώς αισθάνομαι ότι έχω ένα έδαφος μέσα μου, κάπου πατάω. Τα έξοδα είναι τεράστια. Παίρνω καλοκαιρινό δάνειο και ελπίζω ότι τον χειμώνα θα το πληρώσω.

– Η σχέση σου με τα χρήματα;

Εκτιμώ τα χρήματα, γιατί σου δίνουν τη δυνατότητα να κάνεις πράγματα, αλλά δεν έχω καμία προσκόλληση και κανέναν θαυμασμό. Τα σέβομαι, δεν τα σκορπώ, αλλά σίγουρα καταλαβαίνω ότι η ευτυχία είναι αλλού. Αυτό είναι ένα μέσον και μάλιστα ευτελές, που καμιά φορά ντρέπομαι και να τα πιάσω.

– Πώς δημιουργήθηκε το Σάντομ;

Με τεράστιο δάνειο και με ενθουσιασμό. Στο τέλος είχαν τελειώσει τα χρήματα, είχα κόψει επιταγές και δεν είχαμε να πληρώσουμε. Τότε, το πουλάκι μου, η Σμάρω, μου είπε: «μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, εγώ θα τα βρω τα λεφτά». Εκεί κατάλαβα ότι η μητέρα μου με λατρεύει.

– Εγινε απόσβεση;

Απόσβεση; Θα φύγω από τη ζωή και δεν θα έχω κάνει ακόμη! Ούτε που με νοιάζει. Θέλω απλώς να υπάρχει ο χώρος, τον οποίο έχω αφιερώσει στη μητέρα μου. Το ισόγειο το έχω ονομάσει «Θέατρο Σμάρως Στεφανίδου», που είναι γραμμένο με δικά της γράμματα.

  • ΧΡΥΣΑ ΔΟΤΣΙΟΥ, «Espresso της Κυριακής», 21/11/2010
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s