Αρχείο για Νοέμβριος, 2010

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Στην κουζίνα της παγκοσμιοποίησης μας ξεναγεί ο Γερμανός Ρόλαντ Σίμελπφενιχ, με το βραβευμένο, θεατρικό του έργο «Ο χρυσός δράκος» που παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή, Νίκος Κούρκουλος), σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Η σκηνοθέτις αποκαλύπτει στο click@Life, τι κρύβεται πίσω από το παιχνίδι των ρόλων, του Γερμανού δημιουργού αλλά και γιατί πρέπει να ξεφορτωθούμε τις πάσης φύσεως ταμπέλες.

Η σπονδυλωτή ιστορία του «Χρυσού Δράκου» ξετυλίγεται σε ένα ασιατικό εστιατόριο, όπου συχνάζουν και εργάζονται άνθρωποι από διαφορετικές εθνότητες. Το έργο είναι μαύρη κωμωδία μπρεχτικών καταβολών και αντανακλά τις νευρώσεις και τα προβλήματα της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι Φιλαρέτη Κομνηνού, Νίκος Χατζόπουλος, Εύη Σαουλίδου, Δημήτρης Παπανικολάου και Νικόλας Αγγελής.

Πώς αποφασίσατε να μας συστήσετε τον Ρόλαντ Σίμελπφενιχ;

Η πρόταση για τον «Χρυσό δράκο» του Ρόλαντ Σίμελπφενιχ ήρθε από τον Γιάννη Χουβαρδά. Είχαμε συζητήσει και διάφορα άλλα έργα για τη φετινή σεζόν αλλά καταλήξαμε σε αυτό. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο και αξίζει τα δύο θεατρικά βραβεία που κέρδισε στη Γερμανία πέρυσι. Πραγματικά, έχει κάτι καινούργιο να πει.

Ποιες ιδιαιτερότητες παρουσιάζει το έργο;

Όλο το οικοδόμημα του βασίζεται σε μια απαίτηση του συγγραφέα. Ο Ρόλαντ Σίμελπφενιχ ορίζει πέντε ηθοποιούς με τις ηλικίες που θέλει και από κάτω γράφει ποιους ρόλους ερμηνεύει ο καθένας. Ο κάθε ηθοποιός ερμηνεύει τρεις με τέσσερις ρόλους.Οι άντρες υποδύονται τις γυναίκες, οι γυναίκες τους άντρες, οι πρεσβύτεροι τους νεότερους και οι νεότεροι τους πρεσβύτερους. Πρόκειται για απαίτηση του συγγραφέα, δεν είναι σκηνοθετικό τερτίπι. Θέλει λοιπόν, ειδική αντιμετώπιση από την πλευρά μου, αλλά αυτό το παιχνίδι των ρόλων αποτελεί μία από τις πολύ γοητευτικές πλευρές αυτού του έργου.

Στόχο έχει να μας βάλει να κατανοήσουμε τη θέση του άλλου;

Ακριβώς. Σε μια από τις κεντρικές στιγμές του έργου, μια ηρωίδα αναρωτιέται τι θα συνέβαινε, αν ήταν ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Υπάρχει στον πυρήνα του έργου αυτός ο στοχασμός. Σε δεύτερο επίπεδο, ως δραματουργός ο Σίμελπφενιχ ήθελε με αυτό το παιχνίδι των ρόλων να δημιουργήσει μια αποστασιοποίηση, ώστε να μπορέσει να φέρει τον θεατή πιο κοντά στο βάθος του προβληματισμού και της κρίσης των σχέσεων που περνάνε αυτοί οι χαρακτήρες. Ήθελε να μην δεσμευόμαστε από ταμπέλες (ο νέος, ο γέρος, η γυναίκα, ο άντρας κ.τ.λ.) κι αυτή η αντίληψη δεν είναι δική μου εκτίμηση αλλά την έχει δηλώσει ο συγγραφέας σε συνεντεύξεις του. Όπως καταλαβαίνετε, όλο αυτό ενέχει και μια έντονα χιουμοριστική πλευρά. Η αποστασιοποίηση δεν περιορίζεται στους ρόλους, οι ηθοποιοί εκφωνούν όλα τα μέρη στα οποία βρίσκονται. Οι σκηνές ξεκινάνε με την αναγγελία του τόπου, του χρόνου κ.τ.λ. Εκφωνούν ακόμη και τις παύσεις και όλο αυτό, επαναλαμβάνω, είναι ρητή απαίτηση του συγγραφέα, ο οποίος έχει επηρεαστεί από τον Μπρεχτ.

Σε τι συνίσταται όμως η προσωπική σφραγίδα του Σίμελπφνιχ;

Νομίζω στο πώς εμπλέκονται οι σκηνές η μία με την άλλη. Στο τέλος αποκαλύπτεται τι σχέση έχουν όλοι οι χαρακτήρες μεταξύ τους. Είναι περισσότερο κινηματογραφικό και μοντέρνο. Και σε αυτές τις ζωές που παρακολουθούμε, εντάσσεται ο μύθος του Αισώπου «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας».

Ποια τροπή δίνει στο μύθο ο συγγραφέας;

Στις πρώτες σκηνές ο μύθος ξεκινά όπως τον γνωρίζουμε, το μυρμήγκι δουλεύει το καλοκαίρι ενώ το τζιτζίκι τραγουδάει. Όταν όμως έρχεται ο χειμώνα, το τζιτζίκι ζητά να φάει και το μυρμήγκι του λέει, όλο το καλοκαίρι δεν δούλεψες ούτε μια μέρα, τώρα λοιπόν, χόρευε και πήδα. Αργότερα ο Σίμελπφενιχ δίνει νέα τροπή στον μύθο, σύμφωνα με τις αρχές του καπιταλιστικού, νεοφιλελεύθερου συστήματος και βάζει το μυρμήγκι να γίνει προαγωγός του τζιτζικιού. Το μυρμήγκι λοιπόν νοικιάζει το τζιτζίκι στα υπόλοιπα μυρμήγκια. Σιγά –σιγά αυτός ο μύθος έρχεται και κουμπώνει με δύο από τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορία μας. Το τζιτζίκι είναι μια νεαρή ασιάτισσα και το μυρμήγκι, ο προαγωγός, είναι ένας παντοπώλης μαστροπός, ο Χανς, που ζει κι αυτός πάνω από τον «Χρυσό δράκο».

Πώς αισθάνεστε που ο «Χρυσός δράκος» ανεβαίνει στη σκηνή της Αγίου Κωνσταντίνου, μια περιοχή με έντονη την παρουσία των μεταναστών;

Νομίζω ότι είναι πραγματικά σοφή επιλογή του Γιάννη Χουβαρδά να ανέβει αυτό το έργο σήμερα. Καταρχάς «Ο χρυσός δράκος» δεν αναφέρεται μόνο στη μετανάστευση και το trafficking-δύο από τα θέματα που θίγει -αλλά μιλάει και για τα δεινά της δυτικής κοινωνίας: για την αποξένωση, για την κρίση στις ανθρώπινες σχέσεις, για το πώς ζούμε χωρίς να κοιτάμε δεξιά και αριστερά μας. Και δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι δεν γυρίζουμε να κοιτάξουμε έναν άνθρωπο που προέρχεται από έναν τελείως διαφορετικό πολιτισμό από τον δικό μας, ας πούμε από την Ανατολή ή την Αφρική. Αλλά δεν κοιτάζουμε και κάποιον που είναι ηλικιωμένος ή φίλος μας, για παράδειγμα. Έχει μια πολύ έντονη πολιτική χροιά το έργο και αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη δυτική κοινωνία με όλα της τα προβλήματα.

Ελπίζετε ότι ο θεατής θα βλέπει κάπως διαφορετικά τα πράγματα, όταν θα βρεθεί ξανά έξω στην Αγίου Κωνσταντίνου;

Η μεγάλη ομπρέλα του έργου εκτός όλως αυτών των θεμάτων που ανέφερα, είναι η μοίρα, το πεπρωμένο, υπάρχει δηλαδή και μια φιλοσοφική διάσταση. Παράλληλα ο συγγραφέας έχει την ευφυϊα να θέτει τα θέματα μέσα από έναν καθρέφτη χιούμορ. Η ιλαρή ατμόσφαιρα διατρέχει το έργο και ελπίζουμε και την παράσταση. Ο «Χρυσός δράκος» έχει να κάνει με το πεπρωμένο, με τη θέση μας στον κόσμο και στην κοινωνία. Από πού έρχομαι, που πάω και ποιος θα με θυμάται όταν φύγω; Θα είναι σα να μην υπήρξα ποτέ; Το έργο τελειώνει με τη φράση, ότι χάνεται το δόντι. Το δόντι, -είναι ένα κεντρικό στοιχείο της πλοκής και ανήκει σε κάποιον από τους Κινέζους που δουλεύουν στο ασιατικό εστιατόριο. Το δόντι λοιπόν, χάνεται σα να μην υπήρξε ποτέ. Το έργο βέβαια μιλάει και για έναν άνθρωπο που χάθηκε σα να μην υπήρξε ποτέ. Οπότε ευελπιστώ ότι αν η παράσταση πετύχει το στόχο της, ο κόσμος βγαίνοντας θα είναι λιγάκι διαφορετικός.

Ποιες πτυχές του έργου νιώσατε ότι σας δυσκόλεψαν περισσότερο σκηνοθετικά;

Πρόκειται για μια αφήγηση που σταδιακά ζωντανεύει, αλλά χωρίς να παύει ποτέ να είναι αφήγηση. Αυτό λοιπόν θέτει ένα ζήτημα στο πώς το αντιμετωπίζεις σε σχέση με την τέχνη της υποκριτικής. Πώς γίνεται να το αποδώσουν οι ηθοποιοί, χωρίς να οδηγούνται σε πλήρη ταύτιση, ώστε να ξεφύγουν από τον αφηγηματικό τους ρόλο. Είναι μια πολύ λεπτή απόχρωση, με την οποία παλεύουμε διαρκώς στις πρόβες. Το δεύτερο στοιχείο που μας δυσκόλεψε, με μάλλον ευχάριστο τρόπο, είναι το πώς να διατηρήσουμε την ισορροπία μεταξύ της ιλαρής, χιουμοριστικής ατμόσφαιρας που προκύπτει-ενδεικτικά αναφέρω ότι ο Νίκος ο Χατζόπουλος παίζει μια 28χρονη αεροσυνοδό με το ψευδώνυμο Barbie και η Φιλαρέτη Κομνηνού τον προαγωγό Χανς-με το δραματικό και ποιητικό στοιχείο του έργου. Επιπλέον, επειδή το έργο εξελίσσεται σε 48 σύντομες σκηνές που αλλάζουν συνεχώς τόπο, προσπαθούμε να διατηρήσουμε μια αδιάλειπτη ροή για να μπορεί ο θεατής να ακολουθεί την ιστορία μας χωρίς να μπερδεύεται.

Πληροφορίες: «Ο χρυσός δράκος» στο Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή, Νίκος Κούρκουλος), ως τις 5 Δεκεμβρίου.

MANIA ΣΤΑΪΚΟΥ

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ζει μια «Φθινοπωρινή ιστορία» στο «Αλμα» και μιλάει για «σκηνοθεσίες που έχουν αποδειχθεί γυαλάκια και κομπολόγια για μαύρους», για «την τηλεόραση – τσίχλα ματιού», τη μοναξιά της νεολαίας, «δεν κοιτάει ο ένας τον άλλον στα κλαμπ», την κρίση αρχών, «το μόνο που σε κρατάει είναι το ταμπούρι της οικογένειάς σου», και τον «πολιτισμό – ποδόσφαιρο»

Είναι όαση το θέατρο στις δύσκολες εποχές
  • Συνέντευξη στην Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 28/11/2010

«Το θέατρο είναι έρωτας». Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος το λέει, το εννοεί και το αισθάνεται έπειτα από μισό αιώνα στο σανίδι. Από αυτόν τον «έρωτα» εκπορευόμενος μοιράζεται (και φέτος) τη σκηνή του θεάτρου «Αλμα», με την Κατερίνα Μαραγκού, ζώντας μια «Φθινοπωρινή ιστορία», σε μια παράσταση μέτρου, ήθους και ωραίων ερμηνειών. Το έργο του Αλεξέι Αρμπούζοφ, τρυφερό, ανθρώπινο, είναι ένα φως μέσα στη μουντάδα της εποχής, ανοίγει ένα παράθυρο αισιοδοξίας στον θεατή. Μιλάει για τη μοναξιά με χιούμορ, με τρυφεράδα, συγκίνηση, μέσα από την ιστορία δύο μοναχικών ανθρώπων, που συναντιούνται σε ένα παραλιακό θεραπευτήριο στις αρχές του φθινοπώρου, αλλά και στις αρχές του φθινοπώρου της ζωής τους. «Αρέσει πολύ στον κόσμο. Κάτι ανθίζει μέσα τους. Σε όλες τις ηλικίες και τα στρώματα. Στη νεολαία και τους μεγαλύτερους. Στη νεολαία ακόμα περισσότερο γιατί τα πράγματα είναι χειρότερα: υπάρχει απέραντη μοναξιά» λέει ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος.

Μιλήσατε για τη μοναξιά των νέων…

Δεν βλέπετε… Ο ένας δεν κοιτάει τον άλλον στα κλαμπ… Στην εποχή μου το φλερτ γινόταν αλλιώς. Βάζαμε στο πικ απ τα μεγάλα βινύλια με οκτώ, καραμπινάτα, τανγκό και είχαμε απέναντι την κοπέλα που μας άρεσε… Υπήρχε ανθρώπινη επαφή. Τώρα δεν υπάρχει επαφή. Δεν πιάνεις το χέρι του άλλου. Δεν το θέτω ερωτικά… Το τραγούδι χάθηκε στους δρόμους. Αυτές οι μικρογεύσεις, οι οποίες ήταν ουσιαστικές, απουσιάζουν… Τα παιδιά βρίσκονται μπροστά σε ένα κομπιούτερ. Τα καταλαβαίνεις, τα νιώθεις, αλλά δεν μπορείς να τα βοηθήσεις.

Γιατί όλη αυτή η μοναξιά, η έλλειψη επαφής, η απομόνωση;

Προϊόν του πολιτισμού μας. Εχουν χαθεί οι αξίες. Ζούμε μια γενική κρίση αρχών, θεσμών. Το μόνο που σε κρατάει είναι το ταμπούρι της οικογένειάς σου. Οποιοι καταφέρουν κλείνοντας την πόρτα του σπιτιού τους να έχουν μια ασφάλεια μέσα, παίρνουν δύναμη και βγαίνουν προς τα έξω. Οσοι δεν κατάφεραν να ισορροπήσουν τα του οίκου τους βρίσκονται σε ακόμη μεγαλύτερο αδιέξοδο από εμάς.

Ποιος είναι ο σημερινός πολιτισμός;

Το ποδόσφαιρο είναι ο πολιτισμός. Τίποτε άλλο. Παίζουμε σε ένα στημένο παιχνίδι. Το ξέρουμε όλοι. Αλλά το παιχνίδι γίνεται.

Και η τηλεόραση; Κι αυτή δεν έχει μπει δυναμικά στη ζωή των ανθρώπων;

Ναι. Αλλά παίζει τον ρόλο τσίχλας ματιού. Βλέπουν οι θεατές αυτά που συμβαίνουν στην οθόνη και αλλάζουν κανάλια. Αυτή είναι η απόλαυση. Τίποτα παραπάνω. Εάν το μάσημα της τσίχλας είναι ενδιαφέρον, ας μασάμε τσίχλα… Από την άλλη, το τηλεοπτικό τοπίο βρίσκεται στο μηδέν… Στον κινηματογράφο προσπαθούν με αίμα.

Στο θέατρο, πάντως, υπάρχει, ακόμη και σήμερα που συζητάμε για κρίση, πλουραλισμός. Και το κοινό βλέπει παραστάσεις. Γιατί θεωρείτε ότι συμβαίνει αυτό;

Το θέατρο είναι μια όαση σε όλες τις δύσκολες εποχές… Ο άνθρωπος το έχει ανάγκη, γι’ αυτό κάνει τις προσωπικές του θυσίες για να έρθει. Κι αυτό είναι παρήγορο. Οχι για το θέατρο. Για τον ίδιο τον θεατή… Οσο για τις πολλές σκηνές, ευτυχώς που υπάρχουν αυτές οι μικρογκρούπες. Τα παιδιά ασκούνται. Αλλιώς θα βρίσκονταν στα πατάρια, θα πίνανε καφέ και θα κουτσομπόλευε ο ένας τον άλλον.

Τουλάχιστον τώρα έρχονται σε επαφή με το αντικείμενο κι αυτό είναι σπουδαία υπόθεση. Δεν μένουν αγύμναστοι.

Το ότι οι ηθοποιοί είναι πολλοί και δεν είναι εύκολο να απορροφηθούν είναι γεγονός. Θα απορροφηθούν, τελικά, οι ικανότεροι. Τώρα πίσω από το «ικανότεροι» κρύβονται πολλά… Γιατί η σύγκρουση σε κάθε έργο είναι σύγκρουση με το πρόβλημά σου και τον εαυτό σου. Κι αυτό σε κάνει καλύτερο.

Η παράστασή σας είναι δουλεμένη στην κάθε της λεπτομέρεια, ακολουθεί μια συγκεκριμένη φόρμα και δεν προδίδει στο ελάχιστο το κείμενο. Αν και σκηνοθετημένη από μια νέα σκηνοθέτιδα, την Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, καθόλου δεν μοντερνίζει. Είστε υπέρ των κλασικών αναγνώσεων στο θέατρο;

Υπάρχει μια γενική σύγχυση όσον αφορά στη φόρμα… Από την άλλη μεριά περνάμε μια κρίση σκηνοθετικής πόζας, μιας πόζας εντυπωσιασμού. Ο σκηνοθέτης αισθάνεται ότι βρίσκεται πάνω από τον Τσέχοφ, τον Σαίξπηρ, τον Ιψεν. Δεν υπηρετεί το κείμενο ουσιαστικά.

Προτιμά να δίνει άλλες λύσεις. Κι αν οι άλλες λύσεις βοηθάνε το έργο, καλώς.

Αν όμως αγνοούν το έργο βρισκόμαστε μπροστά σε ένα έγκλημα… Πόσες σκηνοθετικές απόψεις έχουμε δει που στη συνέχεια έχουν αποδειχθεί γυαλάκια και κομπολόγια για μαύρους; «Σοφό είναι το σαφές» έλεγε ο Κουν. Αλλά το σαφές είναι πολύ δύσκολη ιστορία, για να το παράγεις στην τέχνη.

Ο Μίνως Βολανάκης έλεγε: «Σκηνοθέτης σπουδαίος είναι αυτός που δεν φαίνεται στην παράσταση». Αυτά είναι δεδομένα. Τώρα, αν κάποιοι έχουν την εντύπωση ότι μπορούν να κάνουν ακροβατικά σε ένα έργο, καλώς. Αλλά το έργο πρέπει να κοιτάνε. Οχι το δικό τους έργο.

Μήπως πρόκειται για αγωνία στο να γίνει κάτι διαφορετικό; Ή αμηχανία μπροστά σε αυτά που έχουν γίνει ήδη;

Ανικανότητα είναι. Ο έρωτας είναι απλή ιστορία. Ή κάνεις έρωτα ή χρησιμοποιείς άλλα μέσα για να κάνεις έρωτα. Και το θέατρο είναι έρωτας.

Χωρίς ελπίδα

Ευτυχισμένος ως παππούς (σ.σ.: έχει δύο εγγόνια, 2,5 και 5 ετών);

Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα. Αν κάτι μου δίνει δύναμη είναι αυτό. Δεν ήμουν ποτέ πολίτης της παντόφλας, αλλά τα αδιέξοδα είναι αδιέξοδα… Πρώτη φορά αντιμετωπίζω ένα τέτοιο κλίμα, όπου απουσιάζει η ελπίδα. Πάντα, στις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής μου, ήξερα ότι θα συγκρουσθώ και ότι έχω μια ελπίδα. Τώρα ξέρω ότι πάλι θα συγκρουσθώ, αλλά δεν ξέρω αν έχω ελπίδα. Αλλά είμαι υποχρεωμένος να συγκρουσθώ. Για τον εαυτό μου ως πολίτης, για την οικογένειά μου, για την τέχνη μου, για τον πολιτισμό, για την ίδια την πατρίδα μου.

Οι πολιτικοί
Μας απειλούν και θέλουν να τους ψηφίζουμε

Πώς αισθανθήκατε όταν και οι δύο σας κόρες σας είπαν ότι θα ασχοληθούν με την τέχνη (η μία είναι σκηνοθέτις και η άλλη εικαστικός). Αν μπορούσατε, θα τις εμποδίζατε;

Εμένα δεν μου είπε κανένας να μην ασχοληθώ με αυτό που κάνω. Αντιθέτως με παρότρυναν. Πώς θα τολμήσω να πω στα παιδιά μου πήγαινε γίνε… Και τι να γίνουν; Μπαίνει ένα πελώριο ερωτηματικό. Μόνον οι βουλευτές παίρνουν 9.800 ευρώ τον μήνα μαζί με τις επιτροπές. Και συνταξιοδοτούνται με θητεία δύο τετραετιών, αντί να παίρνουν σύνταξη από το Ταμείο του κύριου επαγγέλματός τους. Και σε εμένα, τον απλό πολίτη, το κράτος μου λέει να εργάζομαι έως τα 65, τα 67. Και μας απειλούν. Και μας ζητούν να κάνουμε θυσίες. Και θέλουν να τους ψηφίζουμε. Είναι εικόνα αυτή; Βρίσκεται σε αρμονία η σχέση πολιτικών με τον λαό;

«Δεν μ’ αρέσει να κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου.  Μπήκα στο θέατρο λόγω ματαιοδοξίας», λέει ο Χρήστος Λούλης.

«Δεν μ’ αρέσει να κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου. Μπήκα στο θέατρο λόγω ματαιοδοξίας», λέει ο Χρήστος Λούλης.

Δεν έχει κλείσει ακόμα τα 35 του χρόνια και όμως έχει καταφέρει να αποσπάσει βραβεία για τις ερμηνείες του -ανάμεσά τους το «Δημήτρης Χορν»- μα και διθυραμβικές κριτικές για τις επιδόσεις του.

Ο Χρήστος Λούλης έχει πετύχει ζηλευτές «νίκες» σε έργα του κλασικού και του σύγχρονου ρεπερτορίου κι έχει εντυπωσιάσει και στο αρχαίο δράμα στην Επίδαυρο, ενώ έχει συνεργαστεί με πολλούς από τους επιφανέστερους σκηνοθέτες μας. Μπορεί να μπήκε στο θέατρο για να βρίσκεται ανάμεσα σε ωραίες γυναίκες και για να ποζάρει σε φωτογραφήσεις για εξώφυλλα, στη διαδρομή όμως και στα χιλιόμετρα που… έκαψε στο σανίδι, ένιωσε τη μέθεξη που προσφέρει η τέχνη. Αφησε τον στίβο, το μπάσκετ, το καράτε και το κολύμπι και… βούτηξε στα βαθιά νερά του θεάτρου, κερδίζοντας μετάλλια ανάλογα μ’ αυτά των πρωταθλητών της κολύμβησης.

Ο Χρήστος Λούλης πρωταγωνιστεί στη «Φρεναπάτη» του Πιερ Κορνέιγ  που παίζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Ο Χρήστος Λούλης πρωταγωνιστεί στη «Φρεναπάτη» του Πιερ Κορνέιγ
που παίζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
  • «ΜΠΗΚΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΚΟΜΕΝΕΣ!»

Εχει πετάξει τη μαύρη βελούδινη μπέρτα που έντυνε το γυμνό κορμί του λίγο μετά που είχε μείνει εκτεθειμένο στα φώτα μα και στα μάτια των θεατών της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου και με αφορμή την «Φρεναπάτη» του Κορνέιγ που πρωταγωνιστεί μου μιλά για το έργο, τον ρόλο, τον νέο ρόλο του στον «Σιρανό ντε Μπερζεράκ», το όχι που είπε στο «Νησί», το «Μάστερ σερ» που τον συγκινεί και για το «Μπιγκ Μπράδερ» που τον αηδιάζει, την οικονομική κρίση που αναμενόταν να έρθει, το καλάμι που καβάλησε μικρότερος.

Χρήστος Λούλης… χειμαρρώδης όσο ποτέ. Ο κατά γενική ομολογία καλύτερος ηθοποιός της γενιάς του, τα λέει όλα!

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος που σκηνοθέτησε τη «Φρεναπάτη», τη χαρακτηρίζει ύμνο στην αγάπη. Τονίζει μάλιστα πως πρόκειται για «μια κορυφαία μαρτυρία για τη δύναμη της τέχνης και της ομορφιάς, που δεν φιμώνεται από καμιά εξουσία, γονική ή άλλη»…

Με συνάρπασε από το πρώτο διάβασμα το έργο αλλά και η διαδρομή του Κλίνδωρα που «ντύνομαι». Είναι ένας εξεγερμένος νεαρός που μην αντέχοντας άλλο την αυταρχική καταπιεστική μητέρα του δραπετεύει προς το άγνωστο, αναζητώντας την τύχη του. Τον βλέπουμε λοιπόν να ψάχνει, να ψάχνεται, να ζει περιπέτειες, να αποκτά εμπειρίες, να γνωρίζει τον έρωτα, την ηδονή, την τέχνη… Η μάνα του τον ψάχνει για δέκα ολόκληρα χρόνια και τον βρίσκει στη σκηνή ενός θεάτρου να προστατεύεται από έναν υπερήλικα ηθοποιό – μάγο που υπερασπίζεται την τέχνη του αληθινού θεάτρου.

Ο Κλίνδωρας μοιάζει να έχει πολλά διαφορετικά επίπεδα…

Πιστεύω ότι είναι ο ορισμός του ηθοποιού – μια και αυτός δεν έχει σαφή προσωπικότητα, είναι… λίγο από όλα, αν θέλεις. Είναι και κωλόπαιδο, είναι και ήρωας, είναι και ευαίσθητος, είναι και αναίσθητος. Εχει πλάκα, είναι και συγκινητικός. Είναι… όλα και η προσπάθειά μου αυτή ήταν να φωτίσω όλες τις διαφορετικές πτυχές του…

Πόσο… «λίγο από όλα» είσαι εσύ Χρήστο; Πόσα είσαι, όλα;

Πολύ! Είμαι λίγο από όλα -και καλό αλλά και κακό παιδί- πιο παλιά ήμουν περισσότερο κακό [γέλια], αλλά μεγαλώνοντας διορθώθηκα. Ετσι δεν λένε; Οτι, όταν ωριμάζεις, γίνεσαι και καλύτερος άνθρωπος; Συντέλεσαν πολύ σ’ αυτό οι εμπειρίες που απέκτησα κάνοντας θέατρο – όχι από ρόλους, έργα, βιβλία και τέτοιες «παπαριές». Από τη συναναστροφή μου με τους ανθρώπους του θεάτρου – με καλές και με δύσκολες στιγμές.

Από τα χρόνια που ήσουν στη δραματική ακόμα σχολή του Θεάτρου Τέχνης, θυμάμαι ότι γινόταν μεγάλος θόρυβος γύρω από το όνομά σου και αποτελούσες μήλο της Εριδος για όσους σε διεκδικούσαν για δουλειές τους. Σου δόθηκαν ρόλοι μεγάλοι με το καλημέρα, έκανες μεγάλες επιτυχίες από πολύ μικρός, δούλεψες με τους καλύτερους σκηνοθέτες – ηθοποιούς. Υπήρξε κάποια στιγμή που να έχασες το μέτρο σε όλο αυτό;

Εννοείς αν καβάλησα το καλάμι; Το καβάλησα πολύ [γέλια]. Ηρθαν όλα με… το καλημέρα που λες κι εσύ. Συνεργασίες και ρόλοι, επιτυχία, χειροκρότημα, κριτικές. Πώς να μην καβαλήσω το καλάμι; Ημουν ένας φιλόδοξος πιτσιρίκος που είδε όλα τα φώτα να στρέφονται πάνω του – και ναι, το έχασα το μέτρο… Και το αποζητούσα να πάρω τους προβολείς πάνω μου… Ο λόγος που μπήκα στο θέατρο ήταν πολύ «ρηχός».

Πες μου ότι το έκανες ακολουθώντας ένα κορίτσι όπως άλλοι;

Οχι ένα κορίτσι, πολλά [γέλια]. Μου άρεσε αυτό το… παιχνίδι, οι φωτογραφήσεις, τα δημοσιεύματα. Μπορεί να στα γκρεμίζω όλα, αλλά δεν μπήκα στο θέατρο για την τέχνη. Αλλο αν μετά με κέντρισε το να υπάρχω σε αυτήν, να γίνομαι ρόλοι, να πλουτίζω από συνεργασίες και εμπειρίες, να μαθαίνω για τη ζωή από τη σκηνή. Τότε έκανα θέατρο για τις γκόμενες!

Αλλος στη θέση σου δεν θα το παραδεχόταν χαλαρά αυτό…

Δεν μ’ αρέσει να κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου. Σου λέω γιατί μπήκα στο θέατρο. Μπήκα σε αυτό λόγω ματαιοδοξίας.

Ασχολιόσουν πολύ με τον αθλητισμό πριν κάνεις θέατρο, έτσι;

Ναι. Εκανα στίβο, κολύμπι, έπαιζα μπάσκετ, καράτε. Μ’ άρεσε πολύ να ‘χω επαφή με το σώμα μου, να φροντίζω γι’ αυτό πολύ.

Από τα νερά της πισίνας, στα βαθιά νερά του θεάτρου. Αλλο… κολύμπι απαιτείται εκεί. Και υπάρχουν και εκεί μετάλλια…

Υπάρχουν ναι, αλλά την επόμενη μέρα, πρέπει να βουτήξεις ξανά, να κολυμπήσεις ακόμα πιο άρτια – να μην επαναπαυτείς…

Πολλές φορές, όπως τώρα, πρέπει να είσαι σε μια… διαδρομή στην πισίνα με τη «Φρεναπάτη» -και να περνάς χωρίς ανάσα σε μια άλλη- για το «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» που ετοιμάζετε για τα μέσα Δεκεμβρίου με τον Νίκο Καραθάνο. Εξοντωτικό;

Εξοντωτικό και συνάμα πολύ ενδιαφέρον. Πρόβες το πρωί για το έργο του Ροστάν ως Κριστιάν και έπειτα παραστάσεις στη Φρεναπάτη ως Κλίνδωρας. Μια «τρέλα» γοητευτικότατη.

Ο Κριστιάν είναι ο πολύ ωραίος που δεν ξέρει να μιλάει και που προσπαθεί να κερδίσει το αντικείμενο του πόθου του, τη Ρωξάνη, μέσα από στίχους που φτιάχνει γι’ αυτόν ο Σιρανό…

Δεν είναι χαζός ο Κριστιάν. Είναι έξυπνος, απλώς δεν ξέρει να μιλά επιτηδευμένα ή ποιητικά. Εχει καθαρά αισθήματα, είναι ερωτευμένος με τη Ρωξάνη. Ενα απλό λαϊκό παιδί που ‘χει αγαπήσει πολύ. Της λέει «Σ’ αγαπώ». «Μα πες μου και κάτι άλλο», του λέει εκείνη. «Σ’ αγαπώ, τι άλλο»; Θέλει και… κάτι άλλο. Είναι αγαθός, καλόπιστος, με καλή καρδιά, με αρετή, ανδρεία και την αγαπά, αλλά εκείνη θέλει κάτι άλλο. Θέλει και κάτι παραπάνω.

Θέλει το… παραμύθι και το θέλουν οι περισσότερες γυναίκες.

Ολες, τι οι… περισσότερες; Μόνο παραμύθι θέλουνε!

Γιατί δεν τους αρκεί ένα ντόμπρο και καθαρό «Σ’ αγαπώ»;

Γιατί χρειάζονται και το … σκηνικό τους, τις μουσικές τους, τους φωτισμούς τους, τα ωραία επιτηδευμένα λόγια. Θέλουν να φτιάχνουν γύρω τους μια ωραία εικονική πραγματικότητα.

Καθόμαστε εμείς τώρα σ’ αυτό το καφέ, σε ένα τραπεζάκι, με δύο καφέδες και φυτά δίπλα μας. Αυτές θέλουν το τραπέζι να είναι… δεκαπέντε μέτρα, τα φυτά να είναι εξωτικά, οι κούπες μοναδικής αισθητικής. Θέλουν τον σύντροφό τους ιδανικό και τη φωλιά τους, ιδανική φωλιά. Για αυτό και… τρώνε τα μούτρα τους πιο άσχημα, όταν… προσγειώνονται ανώμαλα.

Το «Σ’ αγαπώ» το λες φέτος στη γυναίκα σου Εμιλυ Κολιανδρή από σκηνής μιας και συμπρωταγωνιστείτε στη «Φρεναπάτη»…

Δεν της το λέω μόνο στη σκηνή. Χαίρομαι όμως που της το λέω και σ’ αυτήν – είχαμε καιρό να δουλέψουμε μαζί, από το έργο «Οι σχέσεις του κύριου Πίτερς», όπου γνωριστήκαμε.

Παιδί πότε θα κάνετε; Περνάει ο καιρός, το ξέρεις καλά αυτό.

Τι εννοείς; Οτι με πήραν τα χρόνια; Θέλουμε πολύ ένα παιδί και είναι σ’ αυτά που ονειρευόμαστε, αλλά τρέχουμε και οι δύο μας πολύ. Θα γίνει πάντως κάποια στιγμή. Το λαχταρώ.

Να γυρίσουμε στο θέατρο. Υπάρχουν ρόλοι που λαχταράς;

Ο Αμλετ είναι ένας ρόλος που θα ήθελα να παίξω, όπως και ο Ριχάρδος ο 2ος, αλλά ξέρεις τι έμαθα στη μέχρι τώρα πορεία μου στο θέατρο; Οτι σημασία δεν έχει τι ρόλο παίζεις, αλλά πού τον παίζεις και με ποιους – σε τι συνθήκες.

Τι άλλο «μαγειρεύεις» επαγγελματικά; Κάνεις ταινίες μαθαίνω

Εκανα δύο ταινίες που μου άρεσαν πολύ και που ακόμα δεν έχει προγραμματιστεί πότε θα βγουν… Πρόκειται γι’ αυτή του Παναγιώτη Φαφούτη που λέγεται «Παράδεισος» και αυτή του Μενέλαου Καραμαγγιώλη που ακούει στον τίτλο «J. A. C. E»…

Μου αρέσει το «Μάστερ σεφ», ξεφτίλα το «Μπιγκ Μπράδερ»

Εκτός τηλεόρασης φέτος από θέση κι από άποψη ή έτυχε;

Μα δεν γίνονται πια σειρές, το βλέπεις! Μου έγινε μια πρόταση δελεαστική να παίξω έναν βασικό ρόλο στο «Νησί», που μ’ αρέσει πολύ και το βλέπω, αλλά δυστυχώς οι χρόνοι μου δεν μου το επέτρεψαν να το κάνω. Είχα κλείσει δύο θεατρικές δουλειές για το Εθνικό και είπα τελικά το «Οχι».

Πες μου τι άλλο βλέπεις πέρα απ’ το «Νησί»;

Το «Μάστερ σεφ»… Με συγκινεί ο τρόπος που ετοιμάζουν τα πιάτα τους: με φροντίδα, με προσοχή, με μεράκι. Τους αφορά να φτιάξουν μια εύγευστη συνταγή όχι να επιδειχτούν οι ίδιοι όπως συμβαίνει σε άλλα ριάλιτι. Είδα μια φορά αυτό το… ανοσιούργημα το Μπιγκ Μπράδερ – το απόλυτο τίποτα, η απόλυτη… ξεφτίλα.

Ειδήσεις βλέπεις; Αυτό το θρίλερ της κρίσης σε φρικάρει;

Με φρικάρει απίστευτα. Σου κόβουν την ανάσα και τα πόδια αυτές οι ειδήσεις – θρίλερ. Την ξέρουμε την κρίση, τη νιώθουμε, τη βλέπουμε. Γιατί πρέπει να φτιάχνουν σκηνικό φόβου πάνω σ’ αυτή; Είναι αρκετά φοβιστική και από μόνη της.

Πες μου, το περίμενες ότι θα σκάσει τέτοια… βόμβα ξαφνικά;

Ποιος νοήμων άνθρωπος δεν το περίμενε; Βλέπεις τόσους… κλέφτες γύρω σου, βλέπεις τόση ρεμούλα και τόση διαπλοκή και δεν μυρίζεσαι ότι θα ‘ρθει η ώρα της κρίσης;

Απ’ την άλλη δεν μπορεί να παραμυθιάζεσαι ότι σ’ αγαπούν οι Γερμανοί, οι Γάλλοι κ.λπ. Ερχεται η στιγμή που δεν μπορείς και σε πατάνε! Γιατί να μας εντυπωσιάσει αυτό; Ηταν φυσικό να συμβεί…

«Δεν μ’ αρέσει να κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου. Μπήκα στο θέατρο λόγω ματαιοδοξίας», λέει ο Χρήστος Λούλης.

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

Η «Φρεναπάτη» του Πιερ Κορνέιγ φιλοξενείται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου. Πλάι στον Χρήστο Λούλη παίζουν οι Εμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Βογιατζής, Εύα Κοταμανίδου κ.ά.

Βασίλης Μπουζιώτης, ΕΘΝΟΣ, 28/11/2010

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Επτά, Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Μαρκ Ρόθκο. Ο αμερικανός ζωγράφος που σφράγισε την αφηρημένη εξπρεσιονιστική ζωγραφική, αφήνοντας πίσω του έργα μεγάλης εμπορικής αξίας. Το 2003 ο πίνακας «Homage to Matisse» (1953) πωλήθηκε προς 2,5 εκατ. δολάρια, σπάζοντας το ρεκόρ του πιο ακριβού έργου που πωλήθηκε σε πλειστηριασμό…

Η σημερινή κυβέρνηση κινείται πολύ αργά πιστεύει ο Σταμάτης Φασουλής. «μοιάζουν με ηθοποιούς σε ταινία του Αγγελόπουλου μέσα σε πολύ αργά μονοπλάνα» δηλώνει.

Η σημερινή κυβέρνηση κινείται πολύ αργά πιστεύει ο Σταμάτης Φασουλής. «μοιάζουν με ηθοποιούς σε ταινία του Αγγελόπουλου μέσα σε πολύ αργά μονοπλάνα» δηλώνει. Στις 25 Φεβρουαρίου 1970 ο Ρόθκο αυτοκτόνησε στα 66 του. Η ζωή του ενέπνευσε τον Τζον Λόγκαν να γράψει το «Κόκκινο», που από τις 3 Δεκεμβρίου ανεβαίνει στο θέατρο «Δημήτρης Χορν» σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, με τον ίδιον στο ρόλο του Ρόθκο και τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο δίπλα του να ερμηνεύει τον νεαρό βοηθό του.

Ο Λόγκαν είναι γνωστός κυρίως μέσα από τα πετυχημένα σενάριά του («Ο μονομάχος», «Ο τελευταίος Σαμουράι», «The Aviator», «Sweeney Todd»). Ομως έχει γράψει κάμποσα θεατρικά έργα. Το «Κόκκινο» έχει εντυπωσιακή πορεία. Μια πρόζα με δύο ηθοποιούς μέσα σε δύο μήνες αποσπά έξι από τα επτά Βραβεία Τόνι για τα οποία έχει προταθεί. Αλλά πώς έγινε η «γνωριμία» του Σταμάτη Φασουλή με τον Ρόθκο; Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη και μιλήσαμε για τον ζωγράφο, την παράσταση αλλά και όσα αλλάζουν ή δεν αλλάζουν στη χώρα μας:

«Για τον Ρόθκο γνώριζα ελάχιστα πράγματα. Μέχρι πέρσι που είδα έργα του στην Τέιτ Γκάλερι. Ο Λόγκαν, όπως κι εγώ, είδε τα έργα του και, μαθαίνοντας τη συγκλονιστική ζωή του, εφάμιλλη των δημιουργημάτων του, έγραψε το έργο. Υπάρχει ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ με πολλά στοιχεία για τον ζωγράφο. Ανάμεσά τους η ιστορία ενός νεαρού τεχνοκριτικού, που το 1969 βλέπει έκθεση έργων του ζωγράφου στην Τέιτ. Τότε είναι πολύ νέος, με χοντρά γυαλιά, λουλουδάτο πουκάμισο και παντελόνι καμπάνα. Στην κριτική του αναφέρεται χλιαρά σε κάποιον επηρμένο εξπρεσιονισμό. Μετά από τόσα χρόνια τον δείχνει ξανά, γερασμένο, να επισκέπτεται την ίδια έκθεση στον ίδιο χώρο, να μας κοιτάζει κατάματα και να ομολογεί: «Εκανα μεγάλο λάθος». Θα προσπαθήσω να προβάλλεται αυτό το ντοκιμαντέρ στο μπαρ του θεάτρου».

  • Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα

-Τι άνθρωπος ήταν ο Ρόθκο κατά τον συγγραφέα;

«Διπολικός, όπως όλοι οι γοητευτικοί απατεώνες του αισθήματος: Απεχθής, επηρμένος, γνώστης των πάντων και συγχρόνως ταπεινός, αμφισβητίας, εντελώς αδαής. Ενα παλλόμενο στοιχείο που διαρκώς μεταβάλλεται. Δεν έχουμε πολλές τέτοιες προσωπικότητες. Δεν καταλάβαινα πού έγκειται η τεράστια γοητεία του έργου που δένει το κοινό, το παρασύρει στην ταχύτητά του. Στις πρόβες συνειδητοποίησα τις υπόγειες διασυνδέσεις των πραγμάτων, μια πορεία διερεύνησης του τι σημαίνει πουλιέμαι, αγοράζομαι, επηρεάζω την αγορά».

-Ποιο είναι το διακύβευμα ανάμεσα στον Ρόθκο και τον νεαρό βοηθό του;

«Η ουσία των ανθρωπίνων σχέσεων. Οι δυο τους διεκδικούν κυρίαρχη θέση στον κόσμο. Εγώ φέρω το παρελθόν της γενιάς μου μέχρι τον Πικάσο. Μέσω του νεαρού καλλιτέχνη εισβάλλει η ποπ αρτ, ο Λιχτενστάιν, ο Αντι Γουόρχολ. Απέναντι στο καινούριο αντιδρώ με όλους τους δυνατούς τρόπους: σνομπάρισμα, σπαραγμό, επίθεση, δολιότητα, χλευασμό, παθητικότητα, αυτολύπηση, οίκτο. Το τέλος είναι φωτεινό σαν ανάσταση και τους αλλάζει όλους, ηθοποιούς και κοινό. Αν με ρωτήσετε ποιο έργο αντίστοιχου είδους ξέρουμε, θα έλεγα την παράσταση που βασίζεται στη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου».

-Εχουν ειπωθεί πολλά για τη ματαιοδοξία του Ρόθκο. Δέχτηκε να ζωγραφίσει τις «Τέσσερις Εποχές» για το εστιατόριο «Four Seasons» στο στιλάτο κτίριο της Σίγκραμ της Ν. Υόρκης, με αστρονομική αμοιβή και με επιχείρημα το όνειρό του για ένα τέμενος της τέχνης όπου οι άνθρωποι θα τρώνε βλέποντας ολόγυρα ζωγραφισμένο το υπαρξιακό τους χάος…

«Σε κάθε σελίδα του έργου ο Ρόθκο ανασκευάζει, αποδομεί και ξαναστήνει εκ νέου τη σκέψη του. Από τη μια βασανίζει ένα νέο παιδί με μαθήματα περί τέχνης κι απ’ την άλλη ξεπουλιέται σε μια μαμούθ παραγγελία τοιχογραφιών σε ρεστοράν. Είναι αυτό που ζούμε πολλοί τελευταία: να δουλεύουμε για πράγματα, ενώ μέσα μας πιστεύουμε τα εντελώς αντίθετα. Και όσο αυξάνεται η κρίση, αυτός ο διχασμός μεγαλώνει: Ο,τι υπηρετούσες και συγχρόνως πολεμούσες μέσα σου, τώρα σε κάνει υποτελή υπάλληλο ή σε διώχνει. Μια φράση του Γκόγια συνιστά το μότο του έργου: «Χρειαζόμαστε την τέχνη για να μη μας σκοτώσει η αλήθεια». Εχω δει ανθρώπους που έχουν σωθεί προστατευμένοι από την τέχνη τους».

-Φοβάστε πώς μπορεί να μεταφραστεί η κρίση στο ταμείο του θεάτρου;

«Φοβάμαι πολύ. Και -αν θέλετε με πιστεύετε- όχι τόσο για το οικονομικό μέρος. Είναι δύσκολο να ανοίγεις την καρδιά σου και να βλέπεις ότι αυτό που εκθέτεις δεν αφορά κανέναν. Παρά την κρίση, βλέπω ότι παραστάσεις καλές, όπως ο «Βασιλιάς Λιρ», πάνε πολύ καλά και παίρνω κουράγιο».

-Είστε ευχαριστημένος από τον τρόπο που η κυβέρνηση διαχειρίζεται την κρίση;

«Θα αστειεύεστε… Οι άνθρωποι που κυβερνούν επί χρόνια εναλλάξ δεν ανταποκρίνονται στο ύψος των περιστάσεων. Στέκονται κάτω από το πρόβλημα και το αγναντεύουν. Ακόμα και σήμερα, συνεχίζουν τη μικροκομματική πολιτική. Ασχολούνται με τα μαγαζάκια τους. Τι είδους λογική συνδέει την επιθυμία να φτιάξω την πόλη μου με την εξάρτησή μου από κομματικούς υποψηφίους; Ούτε τώρα έχουν συνέλθει. Ανέντιμοι άνθρωποι που δεν αντιλαμβάνονται την περιφρόνηση που αποτύπωσε το ποσοστό της αποχής. Και πανηγυρίζουν επειδή εξελέγησαν με το 15% των ψήφων. Απ’ την άλλη, πάλι καλά που τη γλίτωσε η Αθήνα και η πολύπαθη Θεσσαλονίκη».

-Η αντιπολίτευση που κάνει ο Αντώνης Σαμαράς πώς σας φαίνεται;

«Τι φρασεολογία, τι περπάτημα! Ενα τίποτα σε επικίνδυνη θέση. Ο άνθρωπος που παράτησε το κόμμα του, έφυγε κι έφτιαξε καινούριο, απέτυχε και ξαναγύρισε ζητώντας συγνώμη και έγινε αρχηγός του ίδιου κόμματος που είχε εγκαταλείψει καθυβρίζοντάς το… Ο Παπανδρέου χαίρει εκτίμησης εκτιμήσεως έξω. Αλλά δεν μου άρεσε καθόλου ο προεκλογικός του εκβιασμός περί εθνικών εκλογών. Κι έπειτα, γιατί πρέπει όλα να τα κάνει απαντώντας στην αντιπολίτευση; Εγώ απλώς θα δούλευα σβέλτα και αποτελεσματικά».

  • Σαν ταινία του Αγγελόπουλου

-Πάντως, τίποτα δεν κινείται σβέλτα στην κυβέρνηση, αν εξαιρέσουμε τη σπουδή για την εφαρμογή των οικονομικών μέτρων.

«Πράγματι, μοιάζουν με ηθοποιούς σε ταινία του Αγγελόπουλου μέσα σε πολύ αργά μονοπλάνα. Και αυτή την εικόνα μού τη μετέφερε πολιτικός! Δεν θα έπρεπε επιτέλους να ασχοληθούν με το θέμα των μεταναστών; Ξέρουμε ότι η Ελλάδα αποτελεί πύλη Ανατολής-Δύσης, ότι είναι πέρασμα για χιλιάδες πρόσφυγες. Ποια είναι η πολιτική τους; Να τους στοιβάζουν σε άθλια γκέτο ή να τους μεταφέρουν, μαζί με το πρόβλημα, από γειτονιά σε γειτονιά;»

-Και οι προτάσεις της αριστεράς;

«Εδώ πια ντρέπομαι προσωπικά για την κατάστασή της. Το ΚΚΕ στην εποχή του Στάλιν αλλά και ο Τσίπρας δεν βλέπω να διαφέρουν πολύ απ’ την Αλέκα. Μετά ο Συνασπισμός διασπάται και δεν καταλαβαίνω ποιος είναι πού και γιατί».

-Αρα είμαστε… ΠΑΣΟΚ;

«Εγώ είμαι απλώς απελπισμένος. Βλέπω με συμπάθεια το ΠΑΣΟΚ χωρίς να περιμένω τίποτα. Δεν επενδύω πουθενά, άλλωστε πώς; Δεν υπάρχει μέσα μου… ρευστό ιδεολογίας. Και ο συναισθηματικός κόσμος όλων μας συρρικνώνεται».

-Τι μπορεί να κάνει κανείς;

«Εγώ ψηφίζω το θέατρο, τις προσωπικές σχέσεις, το σπίτι μου. Κάνω ζάπινγκ για ένα δεκάλεπτο και μετά παίζω σουντόκου. Για εξόδους δεν συζητώ πια. Οι επιλογές που έχεις, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, είναι άθλια εστιατόρια που μοστράρονται ως μοντέρνα και σε χαρατσώνουν για να φας αφρό γουρουνιού μέσα στην τσίκνα. Αυτό που ζει ο νεοέλληνας σήμερα είναι η καταστροφή του φαγητού και η ανάδειξή του ως… κάτι άλλο μέσα απ’ την τηλεόραση. Το γκουρμέ μάς μάρανε τρομάρα μας. Ξεχνάμε ότι το απλό είναι το δύσκολο. Φτιάξε μια κρεατόσουπα, μια σωστή φασολάδα, μια ωραία χωριάτικη ή ένα ντάκο με ντομάτα, λάδι, αλάτι, ραντισμένο με θάλασσα ή κρασί. Εκεί είναι το γκουρμέ: στη δοσολογία, στην αγάπη που βάζεις φτιάχνοντας κάτι, στη φαντασίωσή σου για το πώς θα τρίζει ο ντάκος στα χέρια εκείνου που τον τρώει». *

  • Η ταλαντούχα ηθοποιός μιλάει για τον ρόλο της («με πολύ ζουμί») στη νέα παράσταση «Τα ορφανά», αλλά και για το ευχάριστο σοκπου υπέστη όταν της ζητήθηκε να συμπρωταγωνιστήσει στην τηλεοπτική σειρά «Καρυωτάκης»
  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
  • «Oλα είναι θέμα επιλογών, προσωπικών στόχων, αλλά και ζήτημα εσωτερικής ανάγκης» λέει η Μαρία Κίτσου, η οποία εφέτος διανύει τη δεύτερη χρονιά συνεργασίας της με το Θέατρο του Νέου Κόσμου και τον δάσκαλό της (από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού) Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο. Τα «Ορφανά» του Ντένις Κέλι ήρθαν έπειτα από τη συμμετοχή της στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη- είχε προηγηθεί η συνεργασία της με την Πειραματική του Στάθη Λιβαθινού στον «Ηλίθιο» και αργότερα στην καλοκαιρινή «Μασκαράτα» του, ενώ συμμετείχε και στον «Βυθό» σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη.
  • «Οποιο επάγγελμα κι αν ξεκινήσειςνα κάνεις, αν είσαι τυχερόςκαι βρεις δουλειά, η επιλογή είναι δύσκολη» λέει η Μαρία Κίτσου, που προτιμά να δει το εισόδημά της να αυξάνεται μέσα από άλλες δουλειές παρά να κάνει κάτι σχετικό με την τέχνη της που δεν την εκφράζει. «Πρέπει να έχεις μια σταθερά μέσα σου, που να σε οδηγεί και να σε προστατεύει».
  • Η έγκαιρη και ξαφνική, όπως ομολογεί, είσοδός της στη μικρή οθόνη, όπου ερμήνευσε τη Μαρία Πολυδούρη στον τηλεοπτικό «Καρυωτάκη», ενείχε μια δόση… μοιραίου, αφού όπως εξηγεί η νεαρή ηθοποιός «όλο αυτό ήταν να γίνει. Ηξερα την Πολυδούρη, λάτρευατην ποίησή της, αλλά έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να τη γνωρίσω καλύτερα. Επαθα σοκ με την πρόταση και την αποδέχθηκααμέσως». Επαιξε ρόλο η εμφάνισή της, η οποία έτσι κι αλλιώς παραπέμπει σε μορφή άλλης εποχής; «Ξέρω ότι έχω πάνω μου κάτι… εποχής, αλλά πιστεύω ότι μπορώ να μεταμορφώνομαι ανάλογαμε τον ρόλο. Επιδιώκω να κάνω διαφορετικά πράγματα, όπως τώρα στα “Ορφανά”, και χαίρομαι όταν οι άλλοι βλέπουν σε μένα τι άλλο μπορώ να γίνω». Στα «Ορφανά» υποδύεται την Ελεν, που είναι παντρεμένη με τον Ντάνι ( Μιχάλης Οικονόμου ) και ζουν προστατευμένοι στον όμορφο κόσμο τους. Ολα θα ανατραπούν όταν θα εισβάλει μια μέρα στη ζωή τους ο αδελφός της Λίαμ ( Ομηρος Πουλάκης ) βουτηγμένος στα αίματα. «Αγάπησα πολύ αυτό το έργο» λέει. «Οι χαρακτήρεςτου είναι ιδιαίτερα ανάγλυφοι και συνεπείς, με διλήμματα που τους κάνουν να ξεπερνούν τον εαυτό τους και τις αξίες τους. Και όλα αυτά σε έναν σύγχρονο λόγο, που μιλιέται. Είναι πραγματική ευτυχία. Εχει πολύ υλικό για να δουλέψεις, πολύ ζουμί».

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

  • Θέατρο του Νέου Κόσμου, Αντισθένους και Θαρύπου, τηλ. 210-9212.900
  • Παραστάσεις: από Τετάρτη ως Σάββατο 21.15, Κυριακή 19.00
  • Τιμές εισιτηρίων: 20, 15, 12 ευρώ

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

  • Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου
  • Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
  • Σκηνικά- Κοστούμια: Μαργαρίτα Χατζηιωάννου
  • Παίζουν: Μαρία Κίτσου, Μιχάλης Οικονόμου, Ομηρος Πουλάκης

«Το θέμα είναι πώς διαχειρίζεσαι τη βία που δέχεσαι»

  • Με τον ρόλο τής Ελεν η Μαρία Κίτσου είναι κατενθουσιασμένη: «Εχει μια πορεία γεμάτη εκπλήξεις. Κάπως έτσι θα ήμασταν όλοι αν είχαμε ζήσει όπως εκείνη, μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Θεωρώ ότι τελικά, σε σχέση με όλα όσα έχει περάσει, παραμένει ισορροπημένη. Προσπαθεί άλλωστε να φτιάξει κάτι το υγιές. Και εν τέλει αποδεικνύεται μοιρασμένη ανάμεσα στον σύζυγο και στον αδελφό κάνει τα πάντα για να σώσει την οικογένειά της. Αυτό είναι που τελικά υπερασπίζεται».
  • Στην Ελεν βρίσκει διπλό ενδιαφέρον, υποκριτικό και ανθρώπινο. «Εχω πολλές φορές αναρωτηθεί για τη δική μου στάση απέναντι σε μεγάλα διλήμματα, σε μεγάλα ερωτήματα. Τι σημαίνει προδοσία ή κάλυψη; Δεν είναι απλό να δώσεις μια απάντηση. Η βία που δεχόμαστε καθημερινά μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τη σωματική. Το ζήτημα είναι πώς τη διαχειρίζεσαι».

  • Προβληματισμένη για την κρίση αλλά ευτυχισμένη για τη ζωή δηλώνει η πρωταγωνίστρια της ταινίας «Ταξίδι στη Μυτιλήνη»

Η Μαρία Ζορμπά ακούγεται αρκετά κουρασμένη. Τον τελευταίο καιρό δουλεύει εντατικά στα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς του Μega «Κούκλες», λόγος για τον οποίο αναγκάστηκε να ακυρώσει τη συμμετοχή της στην επερχόμενη ταινία του Φίλιππου Τσίτου, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στην «Ακαδημία Πλάτωνος». Το πρόγραμμά της δεν της το επέτρεπε. «Ευτυχώς, ανήκω ακόμη στους τυχερούς που δουλεύουν – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πληρωνόμαστε κιόλας » λέει χαμογελώντας πικρά.

Ο λόγος της επικοινωνίας μας είναι η τελευταία ταινία του Λάκη Παπαστάθη «Ταξίδι στη Μυτιλήνη», όπου η Ζορμπά υποδύεται τη μητέρα του κεντρικού ήρωα σε παιδική ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι σκηνές της έχουν φόντο τη Μυτιλήνη περασμένων εποχών. Είναι εξαιρετική, όπως και ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης που υποδύεται τον πατέρα του παιδιού. Ενδεχομένως οι δυο ηθοποιοί να διακριθούν στα επερχόμενα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

«Με έλκει πάρα πολύ η επαρχία, αλλά και το παρελθόν» λέει η ηθοποιός, που έκανε για πρώτη φορά αίσθηση στην εξαιρετικά σύγχρονη ταινία του Στράτου Τζίτζη «Σώσε με» (2001). « Μου αρέσει να μπαίνω στον κόσμο τού πριν.Σε ό,τι είναι έξω από την πόλη. Νομίζω όμως ότι το πριν είναι όπως και το τώρα. Απλώς κάποιες ταινίες που αναφέρονται στο παρελθόν γυρίζονται με έναν “απολιθωματικό” τρόπο. Ομως τα μόνα που αλλάζουν είναι τα κοστούμια και οι χρονολογίες. Η αμεσότητα των ανθρώπων δεν αλλάζει.Και αυτό είναι που προσωπικά με ενδιαφέρει να ανακαλύπτω. Το πώς ένα πράγμα που το βλέπω μέσα από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και μάλιστα φωτογραφίες στατικές και αγαλματώδεις, μπορεί να ζωντανέψει ».

Στο θέατρο βέβαια τα πράγματα διαφέρουν- αν και τα παλιά κλασικά έργα αποτελούν πάντα πρόκληση. Αυτή την περίοδο δουλεύει στο «Σύλβια και Τεντ», μια performance πάνω στη σχέση της Σίλβια Πλαθ και του συζύγου της Τεντ Χιουζ που θα ανεβεί τον προσεχή Μάρτιο στον νέο πολυχώρο Ολβιο στον Κεραμεικό.

Για την ίδια η οικονομική κρίση είναι κάτι « που όλοι εκμεταλλεύονται », όμως η ίδια είναι « από φύση αισιόδοξη.Ακόμη και όταν είμαι πολύ χάλια, τα θεωρώ όλα προσωρινά. Η ζωή είναι τόσο απρόβλεπτη, γιατί ρέει. Εκεί που πάνε όλα πάρα πολύ καλά,ένα απρόβλεπτο γεγονός μπορεί να τα διαλύσει ». Γι΄ αυτό άλλωστε εξακολουθεί να ευχαριστιέται με τα απλά, καθημερινά πράγματα, όπως ο καλοκαιρινός καιρός που τις τελευταίες ημέρες « είναι σχεδόν θεραπευτικός».

Η ταινία «Ταξίδι στη Μυτιλήνη» του Λάκη Παπαστάθη προβάλλεται κατ΄ αποκλειστικότητα στην αίθουσα Αττικόν (Σταδίου 19).

  • «Μπορούμε να φέρουμε τούμπα τα πράγματα»

Η Μαρία Ζορμπά ακούγεται αρκετά προβληματισμένη για τη γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα. « Πιστεύω ότι ο ελληνικός λαός έχει την ικανότητα μεν να φέρνει τούμπα τα πράγματα, το κακό όμως είναι ότι για να γίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να φτάσουμε στον πάτο » λέει. «Ολο αυτό που ειπώθηκε, ότι πρέπει να είμαστε πιο συνεπείς,να προσέχουμε ο ένας τον άλλον, να προσέχουμε τα χρέη μας κ.ο.κ., δεν το ξέραμε ήδη; Και γιατί δεν το κάναμε; Αυτό για μένα είναι στάση πολίτη. Είναι στάση πολιτική».

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=368964&dt=23/11/2010#ixzz165DCyxhp

  • Οι Ελληνες δαιμονοποιούμε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό μας
    Γιάννης Χουβαρδάς, καλλιτεχνικός διευθυντής Εθνικού

  • Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 21 Nοεμβρίου 2010

Eνα ηλιόλουστο φθινοπωρινό μεσημέρι, στο διάλειμμα από την πρόβα του έργου «Εμίλια Γκαλότι» του Γκότχολντ Εφρεμ Λέσινγκ, που σκηνοθέτησε και ήδη παρουσιάζεται στην Kεντρική Σκηνή του Eθνικού, ήταν το ραντεβού μου με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του πρώτου θεάτρου της χώρας, τον Γιάννη Χουβαρδά. Επειδή θα ξαναεπέστρεφε στην πρόβα, επιλέξαμε το μπαρ του Εθνικού, έναν κομψό χώρο με μίνιμαλ διακόσμηση και με πολύ νόστιμα πιάτα. Η συμφωνία ήταν σαφής: παρότι βρισκόμασταν στον χώρο του, το γεύμα ήταν της «Κ». Aπό τα παράθυρα φαινόταν η απέναντι, εντελώς διαφορετική όψη της Αγίου Κωνσταντίνου. Αυτονόητα η συζήτηση ξεκίνησε από τις δύο εικόνες, του μέσα και του έξω. «Σας ενοχλεί;», τον ρώτησα.

«Μ’ ενοχλεί φυσικά, και γιατί το Εθνικό στην ουσία είναι σαν να βρίσκεται σ’ ένα πολιορκημένο γκέτο, αλλά και γιατί η δουλειά που κάνουμε θα ’πρεπε να είναι μια επικοινωνία με τον κόσμο του κέντρου. Το θέατρο θα ’πρεπε να είναι σε διάλογο κοινωνικό και πολιτισμικό και, δυστυχώς, δεν μπορούμε να το κάνουμε στον βαθμό που θα θέλαμε γιατί η κατάσταση είναι δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά, όπως είδατε, έχει βελτιωθεί πάρα πολύ».

– Τι έχει βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση;

– Επειτα από συντονισμένες προσπάθειες που έγιναν από το Εθνικό Θέατρο και το Υπουργείο Πολιτισμού, βελτιώθηκε κατά πολύ η αστυνόμευση. Δυστυχώς, όμως, μόνο αυτή. Και λέω δυστυχώς, γιατί το πρόβλημα είναι σύνθετο και δεν είναι μόνο πρόβλημα αστυνόμευσης, αλλά δεν έχει γίνει πέραν αυτού τίποτε άλλο παρά η εντατικοποίηση της αστυνόμευσης και η αύξηση της αποτελεσματικότητάς της. Ο κόσμος δεν έχει να φοβηθεί τίποτα ερχόμενος στο Εθνικό.

– Διακρίνω μια αγωνία…

– Βέβαια, και επαγρυπνούμε συνέχεια γιατί δεν θέλουμε να ξαναγυρίσουμε εκεί που ήμασταν. Ξέρετε, μεγάλωσα σ’ αυτή την πόλη, την ξέρω καλά και πλέον δεν την αναγνωρίζω. Tώρα, μένω εκτός κέντρου, αλλά μέχρι τα 45 μου ζούσα στο κέντρο της Aθήνας. Aπό Φωκίωνος Nέγρη και Mάρνη μέχρι και Kολωνάκι… Αυτή η αλλαγή ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν άρχισε να διαμορφώνεται όλη η κατάσταση με του Ψυρρή και το Γκάζι που έφερε μια επίφαση ελευθερίας και εξάπλωσης των ζωτικών πόρων ψυχαγωγίας και κοινωνικής δραστηριότητας των νέων κυρίως. Αμέσως επενέβησαν οι δυνάμεις οικονομικής αξιοποίησης ή εκμετάλλευσης και δημιούργησαν άλλου τύπου γκέτο. H Aθήνα είναι μια σειρά από γκέτο, διαφόρων ειδών και ποιοτήτων. Eίναι ένα κολάζ η Aθήνα αυτή τη στιγμή. Aν δείτε τις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60, θα διακρίνετε στα βλέμματα των ανθρώπων κάτι πολύ πιο αθώο και υγιές. Τότε, παρά τις ταξικές, οικονομικές και πολιτισμικές διαφορές, υπήρχε ένας κοινωνικός ιστός. Aκόμα και την περίοδο της χούντας, κάτι μας ένωνε. Aισθάνομαι, εδώ και πολλά χρόνια, ότι αυτά που μας χωρίζουν είναι περισσότερα από αυτά που μας ενώνουν κι αυτό δεν έχει σχέση με τους μετανάστες. Γι’ αυτό και από την αρχή που βρέθηκα σ’ αυτή τη δουλειά και τώρα στο Eθνικό παλεύω προς αυτή την κατεύθυνση. H τέχνη κάνει τους ανθρώπους ηπιότερους, τους ανοίγει, για να δεχθούν τον άλλο. Το θέμα της πόλης, αλλά και των μεταναστών απασχολεί πολύ τη συζήτησή μας. «Θεωρώ ότι είναι ένα από τα δύο κορυφαία προβλήματα της χώρας για τις πιθανές συνέπειες που θα έχει για το μέλλον της Eλλάδας. Δεν είναι αυτονόητο;».

– Aν μείνει έτσι όπως είναι, ναι, είναι αυτονόητο. Aλλά εξαρτάται από τη βούληση την πολιτική και τη διαχείριση.

– Δεν εννοώ μόνο αρνητικές συνέπειες. Kατ’ αρχάς μπαίνουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι, που δεν έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα, την ίδια γλώσσα με μας. O ρυθμός εισδοχής δεν μπορεί να εξισορροπηθεί με τον ρυθμό αφομοίωσης. Σε πέντε – δέκα χρόνια μπορεί να δημιουργηθούν ενδιαφέροντα κοινωνικά μείγματα και πολιτισμικές επιρροές, αλλά και εντάσεις μαζί μ’ ένα τεράστιο οικονομικό ζήτημα. Διότι, πού θα δουλέψουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι σε μια χώρα που δεν αναπτύσσεται και δεν έχει υποδομές να τους αφομοιώσει; Eίμαι πολύ ανήσυχος γιατί πιστεύω ότι αντιμετωπίζουμε το θέμα είτε φοβικά είτε απλουστευτικά, συνθηματολογικά. Eπί της ουσίας δεν το αντιμετωπίζουμε. Ή θα τους δούμε και θα τους φοβηθούμε ή θα τους δούμε σαν μια ευκαιρία να προωθήσουμε τη δική μας ατζέντα. Tους ίδιους τους ανθρώπους και την ουσιαστική σχέση τους μαζί μας, την έχει ξεχάσει ο πολύς κόσμος. Oι μετανάστες είναι μια ευκαιρία να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Πόσο είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε αυτούς τους ανθρώπους σαν ίσους προς ίσους;

  • Το Εθνικό έχει φθάσει στα όρια των οικονομικών αντοχών του

– Ποιο είναι το μεγάλο σας άγχος ως διευθυντής του Eθνικού;

– Tο άγχος, χωρίς συζήτηση, είναι το οικονομικό, γιατί μας έχει φέρει στα όρια των αντοχών μας. Tο Eθνικό Θέατρο δεν ήταν μία πλούσια ΔEKO, που δαπανούσε ανεξέλεγκτα. Hταν ένας οργανισμός που υπέφερε οικονομικά, ακόμα και πριν από την κρίση. Θυμάμαι ότι όταν πρωτοήρθα, η πρώτη μου αντίδραση ήταν: είναι δυνατόν το Eθνικό Θέατρο να εισπράττει επιχορήγηση ίση με το 1/4 ενός αντίστοιχου μεγάλου κρατικού θεάτρου στη Γερμανία, τη Γαλλία ή τη Σκανδιναβία; Kαι ναι μεν οι μισθοί ήταν και είναι χαμηλότεροι, και ναι μεν τα έξοδα παραγωγής ήταν, αλλά δεν είναι πια, χαμηλότερα, αλλά η παραγωγή και το αποτέλεσμα της εργασίας του Eθνικού δεν υπολειπόταν και δεν υπολείπεται σε τίποτα με αντίστοιχα του εξωτερικού. Φανταστείτε, λοιπόν, ότι αυτά τα ποσά έχουν πια φτάσει στο μείον 30%. Tο αντίστοιχο θέατρο της Bιέννης παίρνει ετησίως 32 εκατ. ευρώ και το αντίστοιχο γερμανικό, 24 εκατ. ευρώ. Στη Σκανδιναβία, το Eθνικό Θέατρο παίρνει 30 εκατ. Eμείς, προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να κρατήσουμε τα πράγματα σ’ ένα στοιχειώδες επίπεδο συντήρησης και λειτουργίας. Kαι βάζουμε συνεχώς σε δεύτερη μοίρα τον παράγοντα «καλλιτεχνικό έργο». Tα έξοδα παραγωγής αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο 18% του προϋπολογισμού. Eχω μοιραστεί τον προβληματισμό μου με το υπουργείο, και πιστεύω ότι ο υπουργός έχει αντιληφθεί, πριν καν προκύψει το πρόβλημα, πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση και πιστεύω ότι θέλει να δώσει θετική λύση. Aπολύσεις δεν συζητώ να γίνουν, ο αριθμός του προσωπικού είναι ήδη οριακός, άρα ο μόνος άλλος τομέας που μπορούν να γίνουν περικοπές είναι ο τομέας της παραγωγής. Kαι ήδη δεν λειτουργεί μια μεγάλη σκηνή, το PEΞ, γιατί δεν έχουμε τα χρήματα να τη συντηρήσουμε σωστά αλλά και για τις απαραίτητες επισκευές. Εχει αρχίσει ένας διάλογος με το υπουργείο, και ελπίζω ότι σύντομα θα πάρει τον σωστό δρόμο κι αυτό το θέμα, να το εντάξουμε δηλαδή στο EΣΠA. Πιστεύω ότι θα βρεθεί η χρυσή τομή για να μπορέσει το Eθνικό Θέατρο να ολοκληρώσει την αποστολή του.

– Και τι πιστεύετε ότι έχετε πετύχει;

– Αυτό που έχω πετύχει είναι να μη θεωρείται η δουλειά που γίνεται εδώ αναμενόμενη. Να έρχεται δηλαδή το κοινό στο Εθνικό Θέατρο με περιέργεια και ενδιαφέρον για το τι θα δει και πώς θα το δει. Δηλαδή, γίνονται και παραστάσεις που δεν είναι αυτονόητο ότι θα γίνονταν σ’ ένα κρατικό θέατρο, πιο τολμηρές, πιο αιχμηρές και, επίσης, συμβαίνουν και γεγονότα που δεν είναι αμιγώς θεατρικά, όπως αυτά που εντάσσονται στην ενότητα «Αλλη διάσταση».

  • Ως λαός είμαστε πολύ στατικοί και αφόρητα βραδυπορούντες

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενός Εθνικού Θεάτρου κρίνεται, φυσικά, και από τις καλλιτεχνικές του επιλογές. Τα πολλά κλασικά έργα που υπάρχουν στο φετινό ρεπερτόριο προκρίθηκαν ως αντίδοτο στην κρίση;

«Ναι, ήταν ένα μέλημα, αλλά όχι το κύριο. Για μένα το κύριο μέλημα του ρεπερτορίου ήταν με την επιλογή των έργων να μην επιβαρύνουμε περισσότερο το κοινό, που είναι ήδη επιβαρυμένο από μια κατάθλιψη που υπάρχει γενικώς, αλλά αντίθετα να του δώσουμε κάποιες ανάσες. Ταυτόχρονα, όμως, θέλαμε να συνδυάσουμε ρεπερτόριο, θεματολογία και παραστάσεις που έχουν απαιτήσεις. Τα έργα θίγουν το θέμα της μετανάστευσης, τα κοινωνικά θέματα που έχουν σχέση με την εξουσία, τις κοινωνικές ανισότητες, τη συμπεριφορά του νεοπλουτισμού. Από την αρχή προσπάθησα στην κατάρτιση του ρεπερτορίου να υπάρχουν έργα που έχουν άμεση σχέση με το παρόν. Δεν ανεβάζουμε, δηλαδή, έργα επειδή είναι ωραία μόνον, αλλά κι επειδή έχουν κάτι να πουν για το σήμερα. Αυτή είναι η βασική αρχή και δεν αφίσταμαι».

– Tο έργο που σκηνοθετήσατε για την Kεντρική Σκηνή, η «Eμίλια Γκαλότι», πώς ακουμπάει στην εποχή μας;

– Aναφέρεται στους μηχανισμούς εξουσίας που αφορούν όλους εμάς που λειτουργούμε στα γρανάζια ενός συστήματος –κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, ερωτικό, εργασιακό– υπάρχουν πάρα πολλά συστήματα. Tο έργο έχει να κάνει με τους μηχανισμούς εκείνους που μας εγκλωβίζουν και μας αποστερούν τη δυνατότητα να ολοκληρωθούμε ως οντότητες. Eχει δηλαδή, εκτός από το άμεσα πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο, κι ένα υπαρξιακό-μεταφυσικό επίπεδο. Eίναι έργο του Διαφωτισμού και συνδέεται με τον τρόπο που έβλεπαν εκείνη την εποχή τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο, αλλά και με κάτι που εγώ διακρίνω όλο και περισσότερο να «σκάει μύτη»: μοιάζει, σαν όλα αυτά τα συστήματα και τους μηχανισμούς να τους κινούν κάποια νήματα που κρατάει ένα χέρι που δεν το βλέπουμε. Mιλάω για την ανάγκη που έχουμε όλοι μας να βρίσκουμε μια συγκεκριμένη πηγή του κακού, είτε αυτό λέγεται τρόικα είτε λέγεται ιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση, Aγκελα Mέρκελ, κ.ά. Xωρίς να αντιλέγω στο ότι όλα αυτά που συζητάμε είναι γρανάζια, παρενέργειες ή εκφάνσεις του «κακού», πιστεύω ότι δεν είναι το ίδιο το «κακό». Kαι το ίδιο το «κακό» βρίσκεται μέσα μας. Aυτό λέει το έργο.

– Θέλετε να πείτε ότι το «κακό» δεν είναι πάντα τόσο προφανές…

– Nα το πω λίγο αλλιώς, εξηγώντας λίγο περισσότερο το κίνητρο που διαμόρφωσε την παράσταση όπως είναι. Tο κακό στις μέρες μας έχει πολλές μορφές. Aυτές που ήδη ανέφερα, αλλά και άλλα πιο άγρια, όπως η εγκληματικότητα η τρομοκρατία, οι βόμβες του ταχυδρομείου. Yπάρχει μια διάχυτη ανασφάλεια, ακόμα και οι εκλογές γίνονται ένα ζήτημα καλού ή κακού. Tο θέμα του κακού, που μας απειλεί, μας κατατρώει, μας εξοντώνει, απασχολεί τους πάντες. Aυτό λοιπόν το κακό, πιθανόν να έχει τέτοια διαβολική δεξιοτεχνία ώστε να φανερώνει κάποια κακά άλλα, δευτέρας κατηγορίας, χωρίς να φανερώνεται το ίδιο. Kαι λέω ότι αυτό είναι μέσα μας.

– Εχουμε δαιμονοποιήσει πράγματα ως κοινωνία, που πλέον λειτουργούν ανασταλτικά;

– Nαι, πολύ σωστά.

– Nα τα ονομάσουμε;

– Tα ξέρουμε όλοι πολύ καλά. Mοιάζει να δαιμονοποιούμε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό μας. Δεν θέλω να είμαι αρνητικός με τον σύγχρονο άνθρωπο και τον σύγχρονο Eλληνα. Πιστεύω ότι όντως έχουμε υποφέρει πολλά, αλλά τη γνώση την έχουμε, την ικανότητα την έχουμε, όμως δεν έχουμε τη δύναμη και τη θέληση να δούμε το κακό μέσα μας. Yπάρχει δηλαδή μια εθελοτυφλία, που κυριαρχεί, γιατί φοβόμαστε πάρα πολύ τι θα ανακαλύψουμε αν συμβεί αυτό. Eίναι πολύ πιο εύκολο να πεις ότι ο άλλος είναι το πρόβλημα κι όχι εγώ.

– Aυτό δεν κυριαρχεί στο θυμικό της κοινωνίας αυτόν τον καιρό;

– Nαι, μόνο που αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Nομίζω όμως ότι σε άλλες εποχές οι «εχθροί», οι «κακοί», όπως π.χ. οι Πέρσες, γίνονταν κίνητρα για να πάμε μπροστά. Bέβαια, δεν ζήσαμε τότε, και δεν ξέρουμε πώς η ιστορία το έχει περάσει στα κατάστιχά της και το έχει ηρωοποιήσει, γιατί οι ιστορίες των πολέμων και των μαχών είναι λίγο ακραίες καταστάσεις, αλλά καλό είναι να παραδειγματιζόμαστε από αυτές. Nα νιώθουμε ότι –και θα πω κάτι που ακούγεται κλισέ– ότι η κρίση ή το κακό είναι ευκαιρίες για αλλαγή, για να πάμε μπροστά. Nα μη βλέπουμε από ’κει ένα γεγονός, αλλά από ’δω. N’ αλλάξουμε την οπτική μας γωνία. H κρίση δεν πρέπει να μας κάνει στατικούς. Πρέπει να μας δίνει αφορμή για κίνηση.

– Mέχρι τώρα τι βλέπετε;

– Eίμαστε πολύ στατικοί και αφόρητα βραδυπορούντες.

Προς το τέλος της συνάντησης, τον ρωτάω αν η σχέση του με το θέατρο έχει οικογενειακές επιρροές. «Προέρχομαι από εμπορική οικογένεια. Oι γονείς μου ήταν από τη Mικρά Aσία. Στην εφηβεία έψαξα διεξόδους έξω από το σπίτι. Mου πήγαινε περισσότερο ένας κόσμος που θα μπορούσα να ζήσω άλλες πραγματικότητες, να φαντασιωθώ όλων των ειδών τους κινδύνους χωρίς να κινδυνεύω πραγματικά, να ζήσω διαφορετικές ζωές. Eπειδή είχα μια επαναστατική φλέβα, ήθελα να μην ακολουθήσω τον δρόμο της οικογένειας και να ξεκινήσω από το μηδέν».

  • Oι σταθμοί του

1975
Aποφοιτά από την RADA (Bασιλική Aκαδημία Δραματικής Tέχνης) του Λονδίνου και δύο χρόνια αργότερα κάνει την πρώτη του επαγγελματική σκηνοθεσία στο KΘBE.

1981
Σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο εξωτερικό, στο Nορβηγικό Θέατρο του Oσλο.

1984
Πρώτη σκηνοθεσία στην Eπίδαυρο, όπου προκαλεί βίαιες θετικές και αρνητικές αντιδράσεις.

1991
Iδρύει το Θέατρο του Nότου που στεγάζεται στο Aμόρε.

2007
Aναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση του Eθνικού Θεάτρου. H θητεία του ανανεώθηκε το 2010 για άλλα τρία χρόνια.

2008
Tο Θέατρο του Nότου αναστέλλει τη λειτουργία του, ύστερα από 17 χρόνια συνεχούς δραστηριότητας.

  • Η συνάντηση

Eνας κίτρινος κύβος από πλεξιγκλάς φιλοξενεί στις πλευρές του τον τιμοκατάλογο του εστιατορίου του Eθνικού. Παραγγείλαμε και οι δύο ένα από τα πιάτα ημέρας: σολομό με βραστά λαχανικά – νόστιμο πιάτο. O Γιάννης Xουβαρδάς ήπιε νερό, αφού μετά είχε πρόβα, εγώ λευκό κρασί. Στο τέλος, παραγγείλαμε από έναν καπουτσίνο. Oλα στοίχισαν μόλις 28 ευρώ!

  • Είναι ζωντανός θρύλος του μουσικού θεάτρου και την αποκάλεσαν «βασίλισσα της νύχτας». Ετοιμάζεται να διηγηθεί τη ζωή της στη σκηνή και μιλάει στο «Βήμα» για τη δική της εποχή αλλά και για το σήμερα

ΙΣΜΑ Μ. ΤΟΥΛΑΤΟΥ | Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

«Εχω μεγάλη ζήτηση και γίνεται συζήτηση γύρω απ΄ τ΄ όνομά μου» τραγουδούσε κάποτε η Ζωζώ Σαπουντζάκη προκαλώντας πραγματική ταραχή στον ανδρικό πληθυσμό κάθε ηλικίας. Κάμποσα χρόνια αργότερα η πάλαι ποτέ «βασίλισσα της νύχτας», η οποία σφράγισε μια ολόκληρη εποχή τόσο στη νυχτερινή διασκέδαση όσο και στην επιθεώρηση και τη μεγάλη οθόνη, δηλώνει ευτυχής για την αγάπη που εξακολουθεί να απολαμβάνει από τον κόσμο. «Είναι υπέροχο όταν ύστερα από τόσο πολλά χρόνια οι άνθρωποι μου μιλούν ακόμη στον δρόμο, με χαϊδεύουν, με ρωτούν πού εμφανίζομαι…» λέει και τα μάτια της λάμπουν.

Συναντηθήκαμε ένα απόγευμα της περασμένης εβδομάδας στο «Αγγέλων Βήμα», έναν ζεστό χώρο κοντά στην Ομόνοια όπου αυτόν τον καιρό κάνει πρόβες για την παράσταση-μουσική βιογραφία την οποία ετοιμάζει. Συνεπής στην ώρα του ραντεβού, η Ζωζώ Σαπουντζάκη εμφανίστηκε ντυμένη σε στυλ κομψό casual: τζιν παντελόνι, μεταξωτό πουκάμισο στις αποχρώσεις του κόκκινου- μαύρου και, φυσικά, προσοχή στη λεπτομέρεια. Φωτογραφήθηκε με χαρακτηριστική άνεση και όταν αργότερα ήρθε η ώρα της συνέντευξης, οι ερωτήσεις σχεδόν δεν χρειάστηκαν. Φεύγοντας και αφήνοντάς την στην πρόβα της, δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ τη φράση που επανέλαβε αρκετές φορές την ώρα της κουβέντας μας: «Οταν έχεις κέφι για ζωήη ηλικία, πραγματικά, δεν παίζει κανένα ρόλο…».

– Πέρα από αυτοβιογραφική, η παράσταση που ετοιμάζετε είναι, θα λέγατε, και ένα είδος απολογισμού;

«Είναι αυτό που λέει ο τίτλος: “Ζωζώ… Ζωή σαν παραμύθι”. Πιστεύω πως η ζωή μου είναι πραγματικά ένα παραμύθι που θα μπορούσε να διηγηθεί κανείς στα μικρά παιδιά. Εγώ η ίδια δεν είχα ποτέ χρόνο για παραμύθια, για κούκλες, για παιχνίδια. Δούλευα από επτά χρόνων. Επαιζα ακορντεόν, έπαιζα κιθάρα, μάθαινα γαλλικά, πήγαινα στο σχολείο, χόρευα… Είχα έναν εκπληκτικό χορογράφο, τον Γιάννη Δαλιανίδη, τότε Νταλ, ο οποίος ήταν 30 χρόνια μπροστά. Γενικότερα όμως ό,τι έκανα στην καριέρα μου ήταν, θαρρώ, πρωτότυπο: όταν χόρευα, όταν έσπαγα, όταν πετούσα τα παπούτσια μου, όταν αυτοσχεδίαζα χωρίς φωτιστικά εφέ και μικροφωνικές εγκαταστάσεις αλλά με ένα πάθος που μου ΄βγαινε φυσικά. Δεν σκεπτόμουν τίποτε άλλο, μόνο δουλειά από μικρό παιδί. Να πηγαίνω, ας πούμε, στη μοδίστρα να με ράβει και να φορώ κάθε εβδομάδα ένα καινούργιο ρούχο που ήταν, βεβαίως, πανάκριβο. Γι΄ αυτό με βάφτισαν και “βασίλισσα της νύχτας”…».

– Θα αφηγηθείτε μια ζωή λουσμένη στο φως, λοιπόν, σε μια εποχή βαθιάς οικονομικής κρίσης…

«Θεωρώ ότι ακριβώς αυτή τη στιγμή ο κόσμος έχει ανάγκη κάτι τέτοιο. Εχει ανάγκη, δηλαδή, να ξεχαστεί. Εδώ είναι ένας μικρός χώρος, όμορφος, ζεστός, συνεργάζομαι με νέους ανθρώπους, πράγμα που μου αρέσει πολύ… Ταυτόχρονα είναι και κάτι που μπορεί να προσεγγίσει ο κόσμος. Με 20 ευρώ μπορεί να πιει το ποτό του, να ακούσει τραγούδια που ξέρει κι αγαπά, να μ΄ ακούσει να του μιλώ, να με δει να αλλάζω όμορφα φορέματα. Για δύο ώρες, τουλάχιστον, θα ξεφύγει από τη σκληρή καθημερινότητα και τα προβλήματα, θα ξεδώσει».

– Προσωπικά σάς έχει αγγίξει η κρίση;

«Πάρα πολύ. Και δεν μιλώ μόνο για μένα, αλλά και για τους ανθρώπους γύρω μου που τους βλέπω να υποφέρουν. Μου τηλεφωνεί κόσμος και μου λέει ότι πεινάει, ότι δυστυχεί. Είναι μια κατάσταση πρωτόγνωρη, εγώ τουλάχιστον δεν την έχω ξαναζήσει. Στην Κατοχή ήμουν βεβαίως μικρό παιδί αλλά στο σπίτι μας δεν έλειψε ποτέ τίποτε, γιατί οι γονείς μου ήταν πολύ νοικοκυραίοι: Κωνσταντινουπολίτης ο πατέρας, Σμυρνιά η μάνα, νοικοκυρά. Θυμάμαι κελάρια ολόκληρα γεμάτα με όλα τα καλά. Τώρα όλο αυτό που ζούμε με τρομάζει, με αγχώνει. Δεν χάνω όμως το κουράγιο μου. Αυτό και η πολλή δουλειά με κρατούν σε εγρήγορση. Ακόμη κι όταν δεν εργάζομαι, ξέρετε, μου αρέσει να δημιουργώ…».

– Ο κόσμος του θεάματος κατά πόσο έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν;

«Σαν τη μέρα με τη νύχτα, δεν υπάρχει σύγκριση. Οι νέοι σήμερα είναι δυστυχισμένοι. Δεν είχαν την τύχη να ζήσουν αυτό που ζήσαμε εμείς: το φλερτ, την ξενοιασιά, το ξενύχτι το όμορφο. Θυμάμαι τον εαυτό μου να χορεύει στην αμμουδιά ως το πρωί ξυπόλυτη, να τελειώνω τη δουλειά, να παίρνω την παρέα μου και να πηγαίνουμε για νυχτερινό μπάνιο έτσι, αυθόρμητα. Αυτή η ομορφιά πλέον δεν υπάρχει: το να ζεις ωραία, να σε περιποιούνται οι άνδρες, να ανοίγουν σαμπάνιες, να παίζουν βιολιά…».

– Γιατί άραγε;

«Ε, άλλαξαν οι καιροί. Πάρτε για παράδειγμα τη μουσική. Πήγα τις προ άλλες στην παράσταση του Ρουβά και της Βίσση που τους αγαπώ και τους δύο και τους θαυμάζω. Αυτός ο θόρυβος όμως στο μαγαζί, η ένταση που σε εμποδίζει να μιλήσεις με την παρέα σου… τι να σας πω, φεύγεις με πονοκέφαλο. Κι εγώ δούλευα αργά και ξενυχτούσα αλλά ήταν διαφορετική η εποχή. Εβλεπες, ας πούμε, όλους αυτούς τους ωραίους ανθρώπους… τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, για παράδειγμα, ο οποίος καθόταν σε μια άκρη κι έγραφε μέχρι τα ξημερώματα. Αντλούσε έμπνευση από την ατμόσφαιρα του μαγαζιού. Μιλώ βεβαίως για μια εποχή όπου η Φιλαδέλφεια ήταν ακόμη εξοχή. Δεν το καταλάβαινες τότε το ξενύχτι. Εβλεπες τον κόσμο και γελούσε, χαιρετούσε ο ένας τον άλλον. Για βγες τώρα στον δρόμο. Μιλούν όλοι στο κινητό με hands free και καθώς η συσκευή δεν φαίνεται, τους παίρνεις για τρελούς. Πάει, λες, ο κακομοίρης, τα ΄χασε».

– Ως θεατής βρίσκετε πράγματα που σας ενδιαφέρουν; Θέατρο, ας πούμε, πηγαίνετε; Τηλεόραση παρακολουθείτε;

«Για να είμαι ειλικρινής, τηλεόραση δεν βλέπω. Οχι ότι σνομπάρω, αλλά έχω άλλα ενδιαφέροντα και την ξεχνώ. Μόνο αν μου τηλεφωνήσει κάποιος και μου πει “Ζωζώ, είσαι στην τηλεόραση”, την ανοίγω έτσι, από περιέργεια. Μου αρέσει όμως ο κινηματογράφος. Πρόσφατα είδα αυτή την ταινία με τη ζωή της Σανέλ, τη “Ζωή σαν τριαντάφυλλο” με θέμα την Πιαφ. Μου αρέσει ο Ρίτσαρντ Γκιρ, η Τζούλια Ρόμπερτς… Και θέατρο πηγαίνω, ναι. Πάω στη Δανδουλάκη, στον Βαλτινό, είδα την “Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου” με τη Μεντή, την παράσταση της Μαρινέλλας στο Παλλάς… Γενικά ό,τι μου φαίνεται καλό, φροντίζω να το παρακολουθώ».

– Την προσπάθεια ορισμένων νέων παιδιών να κάνουν καριέρα στον χώρο του θεάματος μέσα από τη συμμετοχή τους σε παιχνίδια ριάλιτι ή διαγωνισμούς ομορφιάς πώς τη βλέπετε;

«Δύσκολη, πολύ δύσκολη. Σήμερα βγαίνουν πολλά παιδιά με δυνατότητες, με καλές φωνές, κορίτσια όμορφα και ταλαντούχα αλλά, επαναλαμβάνω, η ίδια η εποχή δεν βοηθά. Εγώ όταν βγήκα ήμουν μία και μοναδική στο είδος μου. Υπήρχαν άλλου τύπου τραγουδίστριες, στημένες, αλλά δεν είχαν καμία σχέση μ΄ εμένα. Γενικά δεν μου άρεσε να μιμούμαι, ποτέ δεν το έκανα. Τώρα η μια αντιγράφει την άλλη, είναι όλες ξανθιές, ντύνονται ομοιόμορφα, περίεργα πράγματα…».

– Αλήθεια, υπάρχει κάποια που τη θεωρείτε διάδοχό σας;

«Οσο γι΄ αυτό τι να σας πω… Γιατί, δηλαδή, πρέπει να βγει η διάδοχός μου και όχι κάτι άλλο, καινούργιο;».

– Σταρ πραγματικοί υπάρχουν σήμερα κατά τη γνώμη σας;

«Πολλοί άνθρωποι του θεάτρου έχουν πλέον φύγει και ο χώρος φτώχυνε πολύ. Σήμερα, επαναλαμβάνω, υπάρχουν άνθρωποι ταλαντούχοι αλλά το ζήτημα είναι αν θα καταφέρουν να αντέξουν στον χρόνο. Γι΄ αυτό και όταν μου προτείνουν διάφορες δουλειές λέω, “πού να πάω, με ποιον;”. Και όχι ότι δεν έχω ανάγκη να δουλεύω. Εχω, και όχι μόνο για τη χαρά της δημιουργίας».

 

– Εννοείτε, υποθέτω, και για λόγους βιοποριστικούς… 

«Εχω ένα σπίτι μεγάλο στην Κινέτα με έξοδα τεράστια, το οποίο χρειάζεται συντήρηση. Υστερα, κακά τα ψέματα, είμαι γυναίκα που έχει μάθει στα πολλά έξοδα. Με τις κολόνιες μου π.χ. οι οποίες δεν υπάρχουν εδώ και πρέπει κάποιος να μου τις φέρει από το εξωτερικό, με τις γούνες μου, με τα κοσμήματα, με όλα. Ετσι συνήθισα και δεν μπορώ να τα απαρνηθώ όλα αυτά. Υπάρχουν άλλες που λένε: “Δεν βαριέσαι, τώρα πια μεγάλωσα, δεν μ΄ ενδιαφέρουν αυτά”. Ε, λοιπόν, εγώ δεν είμαι έτσι. Τα φυλάω τα πράγματά μου με ευλάβεια. Το βεστιάριό μου είναι από μόνο του ένα ολόκληρο θεατρικό μουσείο. Το λέω τώρα και συγκινούμαι. Εχω υπέροχα κομμάτια: τουαλέτες, καπέλα, γάντια. Μου δίνουν ενέργεια όλα αυτά. Εχω όμως και ένα άλλο καλό…».

– Το οποίο είναι;

«Είμαι πολύ αισιόδοξος άνθρωπος. Και τη μεγαλύτερη δυσκολία να έχω, ένα οικονομικό στρίμωγμα ας πούμε, θα καθήσω το πρωί μόνη μου στην Κινέτα, θα πιω τον καφέ μου, θα σκεφθώ και θα βρω τη λύση. Είμαι ζωντανός άνθρωπος και ταυτόχρονα πολύ δοτική, πράγμα το οποίο είναι και καλό και κακό. Και στη ζωή μου, ξέρετε, οι έρωτές μου ήταν μετρημένοι. Υπήρξα επιλεκτικό άτομο. Σήμερα η εποχή θέλει προσοχή, δεν μπορείς να αφεθείς. Εγώ, ξέρετε, είμαι και δειλό άτομο. Μόνο στη σκηνή δεν καταλαβαίνω τίποτε, εκεί δεν με πιάνεις».
– Τελικά,ποια είναι η Ζωζώ Σαπουντζάκη; Η γυναίκα με τη λαμπερή καριέρα, το μοιραίο θηλυκό ή μήπως κάτι άλλο; 

«Το πρώτο. Μια γυναίκα με μεγάλη καριέρα. Θυμάμαι, όταν ήμουν στην Αμερική, περπατούσα στον δρόμο και λέγανε “ Ζόζο μάμα”. Είχα πάντοτε μαζί μου τη μητέρα μου γιατί, όπως είπα, ήμουν δειλή και ήθελα στήριγμα. Από την άλλη, ήμουν και σπάταλη και χρειαζόμουν κάποιον να με συγκρατεί. Οπου εμφανιζόμουν μαζεύονταν εφοπλιστές, ισχυροί άνθρωποι… Ποτέ δεν ζητούσα τίποτε, αλλά η αλήθεια είναι ότι μου πρόσφεραν πολλά πράγματα».

– Να λοιπόν που υπήρξατε πράγματι μοιραία γυναίκα…

«Για τη ζωή μου, όχι, δεν ισχύει. Είμαι σαν παιδί: χαδιάρα, περιποιητική. Αυτό που λέτε είχε να κάνει με τη δουλειά μου, με τους τύπους που ερμήνευα, με τα σκιστά που φορούσα… έτσι μου κόλλησαν την ετικέτα της “ μοιραίας”, της “ σπάταλης”, της γυναίκας που “τρώει λεφτά” κ.λπ. Ισως όμως αν ήμουν διαφορετική να μην είχα κάνει αυτή την καριέρα. Ισως ο κόσμος δεν ήθελε να με βλέπει με το πασουμάκι και με το απλό ντύσιμο του σπιτιού. Μπορεί να ήθελε τη Ζωζώ την ντίβα, αυτή που οι άνδρες έπιναν γαλλική σαμπάνια από το γοβάκι της…».

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

  • Η παράσταση «Ζωζώ… Ζωή σαν παραμύθι» κάνει πρεμιέρα στις 3 Δεκεμβρίου και θα παίζεται ως τις 2 Ιανουαρίου, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στο «Αγγέλων Βήμα» (Σατωβριάνδου 36, τηλ. 210 5242.211). Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Δημήτρης Μαλισσόβας.
  • Ο ίδιος συνυπογράφει και τα κείμενα από κοινού με τον Πάνο Μπρατάκο. Στο πιάνο ο Βασίλης Τσαντής και στο μπουζούκι ο Δημήτρης Τζανετής.

EIΠΕ
Για τη Σοφία Βέμπο: «Η Βέμπο με αγαπούσε πολύ και με πίστευε. Κάθε φορά που το θέατρο δεν πήγαινε καλά, με έπαιρνε για “σωσίβιο”. Μια φορά της είπαν ότι έχω δεσμό με τον άνδρα της, τον Μίμη Τραϊφόρο. Στην πραγματικότητα εγώ ποτέ δεν είχα κάποιον άνθρωπο του χώρου για να με σπρώξει,που λέμε,να με προωθήσει. Ηρθε λοιπόν η Βέμπο να δει τι γίνεται. Με παρακολούθησε, κατάλαβε ότι της είχαν πει ψέματα και τότε βρίσκει τη μάνα μου που στεκόταν κάπου παράμερα και της λέει “Σαπουντζάκαινα, έχεις πολύ καλό κορίτσι, το ξέρεις;». Οταν έκανα κάποιο ωραίο νούμερο στην επιθεώρηση, καθόταν στην πρώτη σειρά και φώναζε “Μπράβο, Ζωζώ!”. Είναι σαν να τη βλέπω ολοζώντανη μπροστά μου».

Για τον Γιώργο Ζαμπέτα: «Ο Ζαμπέτας ήταν ψυχούλα.Πέρα από καλλιτέχνη,τον έζησα πολύ και ως άνθρωπο. Περνούσε από την Κινέτα με τη γυναίκα του,με τα παιδιά του, ζούσε τότε και ο άνδρας μου, μας έλεγε ιστορίες, γελούσαμε. Η καλύτερη στιγμή όμως ήταν όταν έβγαινα και τραγουδούσα λαϊκά μαζί του. Κυριολεκτικά “κεντούσε”. Ως το τέλος της ζωής του, με τα σωληνάκια, περνούσε από την Κινέτα και ήθελε να βγω έξω να του μιλήσω. Οταν κάποτε πήγε στις Κάννες και επέστρεψε, τον ρώτησαν οι δημοσιογράφοι πώς ήταν το ταξίδι, ποιες επώνυμες ήταν εκεί. “Ολες οι Σαπουντζάκες του κόσμου” απάντησε εκείνος. Επί λέξει, έτσι το είπε».

Για τον Μάνο Χατζιδάκι: «Τον θυμάμαι που με πήγε στην Columbia όπου τραγούδησα πρώτη το “Αγάπη που ΄γινες δίκοπο μαχαίρι”. Εχω στ΄ αφτιά μου τη φωνή του να μου λέει“το θέλω λιτό, λιτό…” και γω να λέω μέσα μου “μα τι θέλει επιτέλους αυτός ο άνθρωπος;”. Αγνωστος τότε ακόμη ο Μάνος. Αργότερα, όλες τις φορές που ειδωθήκαμε, είτε εδώ είτε στην Αμερική, η συνάντησή μας ήταν γλυκιά. Αλλο αν εγώ είχα μεθύσει με τη δουλειά που έκανα και με τα λεφτά που έβγαζα και δεν κυνήγησα ορισμένα πράγματα όπως θα μπορούσα. Αυτό ήταν δικό μου θέμα…».

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artid=368652&dt=21/11/2010#ixzz15tEV4gux

Λόγια και εικόνες μιας ζωής γεμάτης αγάπη και επιτυχία. Η Λήδα Σάνταλα, μοναχοκόρη της σπουδαίας ηθοποιού Σμάρως Στεφανίδου, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, ανοίγει την ψυχή της στην «Espresso της Κυριακής» και μιλάει με μοναδική τρυφερότητα για τη λατρεμένη της Σμάρω…

Η μητέρα της, η Σμάρω Στεφανίδου, ήταν για τη Λήδα Σάνταλα «η πιο στενή, η πιο μοντέρνα» φίλη της. Οι δύο γυναίκες έζησαν κοντά και αγαπημένα, αν και για πολλά χρόνια τις χώριζαν αμέτρητες αποστάσεις. Η Λήδα ταξίδεψε στη Γαλλία, στις Ινδίες και στην Αφρική και η Σμάρω έμεινε πίσω να την περιμένει. Λίγες μόνον ημέρες από τότε που η ηθοποιός έφυγε από τη ζωή, η Λήδα Σάνταλα μιλάει στην «Espresso της Κυριακής» για τη μητέρα της. Από τα παιδικά της χρόνια, έως τις τελευταίες στιγμές στο «Ιπποκράτειο». Με μια γλυκύτητα, απόσταγμα ζωής, που τη δίδαξε εκείνη. Και με την ικανοποίηση «ότι η μητέρα της έφυγε για τον ουρανό, μέσα από την αγκαλιά της, ευτυχισμένη».

– Τι ήταν η Σμάρω Στεφανίδου για τη Λήδα;

Ηταν σπουδαία, ο μέντοράς μου. Η Σμάρω είχε αναλάβει τη διαπαιδαγώγησή μου. Της οφείλω τόσα πολλά! Τον πατέρα μου τον έχασα όταν ήμουν δέκα χρόνων. Μείναμε οι δυο μας: εγώ και η μητέρα μου. Κάπου επαναστάτησα, αισθάνθηκα σαν δεκανίκι. Εσφιγγαν τα λουριά, γιατί χήρα και ορφανό έπρεπε να δεθούν. Εγώ ήμουν πολύ ανήσυχη, έψαχνα τον εαυτό μου. Επρεπε να παίξω τον ρόλο του μπαμπά, του συζύγου και συντρόφου. Τη Σμάρω τη φώναζα μπα-μα. Γιατί έβαλε τα δυνατά της και αύξησε τις παροχές. Αν και ζούσαμε με τον μισθό της, δεν μου έλειψε τίποτα. Την αποκαλούσα και Σμάρω και μανούλα και μαμά. Αισθανόμουν ότι ήταν κάτι πολύ παραπάνω από μαμά μου. Μου τη χάρισε ο Θεός.

– Η τελευταία εικόνα που έχεις για εκείνη;

Ηταν μία κούκλα, δεν ήταν γιαγιά. Στο νοσοκομείο την έβααφα συνέχεια, ακόμη και όταν ήταν σε λήθαργο. Είχε την αίσθηση της γυναίκας, θηλυκό! Δεν ήταν κομπλεξική.

– Ποιο είναι το πιο σημαντικό που σου έδωσε;

Το πιο σημαντικό που μου έδωσε είναι η εσωτερική μου κατεύθυνση. Μου είπε κάποτε: « παιδί μου, ό,τι κάνεις, ευδοκιμεί». Τα ταξίδια που έχω κάνει με τα πόδια και με τον σάκο, ήταν ταξίδια αναζήτησης, όχι τουρισμού, και τα πράγματα που διδάχτηκα εκεί δεν πήγαν χαμένα. Αυτό ήταν η Σμάρω. Είχε μία ζωή, όπου όλα οδηγούσαν κάπου.

– Μίλησέ μας για τις τελευταίες στιγμές.

Είχα εγκατασταθεί στο νοσοκομείο, γιατί είχα πει ότι θέλω να τη συνοδεύσω. Τη γύρισα στο πλευρό και της έκανα μασάζ στην πλάτη. Η φίλη της, η Ελένη, της τραγουδούσε «σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία» και εκείνη την ώρα μού είπε: «πως ξεκουράστηκε το πουλάκι μου!» μιλώντας για τη μητέρα μου. Την κοίταξα και της είπα: «Ελένη, “έφυγε”. Μην τρομάξεις». Δεν ξέρω πού βρήκα αυτήν τη δύναμη! Μείναμε οι δυο μας και της τραγουδήσαμε. Της τραγούδησα μέχρι και ινδικούς ύμνους! Γνωρίζω ότι πρέπει να βοηθάς την ψυχή όταν φεύγει. Της έλεγα «Σμαράκι μου, έχεις φύγει, μη φοβάσαι, προχώρα στο φως, όλα είσαι εσύ, θα έρθουν να σε συναντήσουν. Χαίρομαι για σένα, είμαι ευτυχισμένη, φύγε, θα έρθουν να σε πάρουν!» Δεν το είπαμε στον γιατρό, ούτε στους φίλους που ήταν έξω. Ηθελα να είναι ήσυχη. Σκέφτηκα, ότι όπως στη γέννα είναι καλό να είναι ήσυχο το μωράκι, έτσι πρέπει να είναι ήσυχος και ο άνθρωπος όταν φεύγει. Είχα πει και στους προγόνους και στον Θεό και στους αγγέλους, όποιοι να είναι, σας παραδίδω το χέρι της μανούλας μου, εγώ θα σας το δώσω κι εσείς θα το πιάσετε. Γι’ αυτό δεν κοιμόμουν, από φόβο μη φύγει και δεν είμαι ξύπνια! Προσπάθησα να ζήσω εκείνη τη στιγμή όσο πιο δυνατά μπορούσα.

– Πώς αισθάνεσαι τώρα;

Ακόμη δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Αλλοτε είμαι ευγνώμων και ήσυχη επειδή θεωρώ πολύ σημαντικό για τη συνέχεια να φύγει ο άνθρωπος ήρεμος. Προσπαθώ να μείνω σε αυτό το επίπεδο, το πνευματικό, υπάρχει όμως και το ψυχολογικό που με παίρνει από κάτω. Ολα έγιναν ευλογημένα γιατί η Σμάρω ήταν άνθρωπος της αγάπης. Δεν είχε κακό στην καρδιά της.

– Αντέδρασε όταν έφυγες για τη Γαλλία;

Υπήρχε η αντίληψη ότι μια κόρη ορφανή πρέπει να στέκεται δίπλα στη μαμά της. Της έκαναν παρατηρήσεις και από τον περίγυρο, του στιλ «την αφήνεις να κάνει ό,τι θέλει». Οταν της είπα ότι φεύγω για Ινδία, τρόμαξε, αλλά τελικά και αυτό έγινε με τις ευλογίες της.

– Στην Ινδία πόσο έμεινες;

Εμεινα τέσσερα χρόνια χωρίς να έρθω πίσω και μετά πήγα στην Αφρική και έζησα στη ζούγκλα. Μολονότι ζούσα πάμφτωχα σε ένα ψαροχώρι στο Μαντράς, είχα λίγα χρήματα. Τα είχα μαζέψει στο Παρίσι, μου έστελνε και η Σμάρω, και έτσι είχα κάνει ένα μικρό κομπόδεμα. Με αυτό έζησα για χρόνια. Από τις έξι το πρωί ώς τις 12 το βράδυ έκανα μαθήματα. Κοιμόμουν σε ένα στρώμα που ήταν κάτω στο χώμα και μαγείρευα σε γκαζάκι με κηροζίνη. Ημουν ευτυχισμένη και αφιερωμένη. Αυτά όλα είναι της Σμάρως. «Να είσαι συνεπής σε αυτό που κάνεις, να το σέβεσαι να το αγαπάς». Είχα όλη κι όλη μία φούστα χιλιομπαλωμένη και στα αφτιά μου είχα καλαμάκια για να μην κλείσουν οι τρύπες. Ξοδεύαμε ίσα ίσα για το φαγητό, που ήταν πολτός από αραχίδες, κανένα αβοκάντο και μανιό, κάτι σαν ζελέ που βγαίνει από έναν βολβό. Οταν επέστρεψα, η Ελλάδα μου φάνηκε παράδεισος. Η Ινδία με έκανε να αγαπήσω την Ελλάδα. Οχι τη φτηνιάρικη! Πιστεύω ότι η χώρα αυτή έχει κάτι το σπάνιο και λυπάμαι που δεν στρέφουμε προς τα εκεί τη σκέψη μας.

– Η Αφρική πώς προέκυψε;

Αυτό το ταξίδι ήταν «αφήνομαι και με κατευθύνουν τα γεγονότα». Το ’85 δεν υπήρχαν οδηγοί σε αυτά τα μέρη. Φτάσαμε με τον φίλο μου, τον Ζαν Μαλ, με τον οποίο είχαμε κάνει και πολιτικό γάμο στο Κογκό, για να μάθουμε για τις ομάδες θεραπείας μέσω του χορού. Ηταν κομμουνιστικό το Κογκό, αλλά όταν άκουγαν ότι ερχόμασταν από Ινδία, μας προστάτευαν, αλλιώς θα μας περνούσαν για κατασκόπους. Ταξιδεύαμε με τα καμιόνια που μετέφεραν κακάο, είχαμε γίνει κόκκινοι! Στην Καμπόν μπήκα σε μία ιστορία αρχέγονου τρόπου ίασης μέσω βοτάνων και τελετών, που μοιάζουν με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Αυτά όμως είναι για μένα, δεν μεταφέρονται.

– Και η επιστροφή στην Ελλάδα;

Οταν ήρθα στην Ελλάδα, αισθανόμουν σαν UFO. Πήγα στο σπίτι της Σμάρως, στην οδό Αριστοτέλους. Χάρηκε πολύ. Τότε ζούσε ο Τσαρούχης και έκαναν μία βραδιά με τον Ρίτσο, τον Μιγάδη, τον πρέσβη της Ινδίας και πολλούς ζωγράφους. Ο Τσαρούχης γύρισε και μου είπε: «Χόρεψε μωρέ!» γιατί γνώριζε ότι ήμουν στην Ινδία και ήταν και αυτός μέντοράς μου. Χόρεψα, και τότε μου είπε: «με αυτό θα ασχοληθείς». Ετσι ξεκίνησα και βρήκα μία ρίζα εδώ.

Το παλιό σπιτάκι στο Χαλάνδρι και το Σάντομ

– Τι είναι το Σάντομ;

Αυτό δημιουργήθηκε το 2003. Είχαμε το πατρικό σπίτι των προγόνων μου, το μοναδικό σπίτι στο Χαλάνδρι του ’25, το οποίο έχω κρατήσει όπως ήταν. Εχει πηγάδι, ανώι, κατώι και όταν μπεις μέσα, νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε άλλον κόσμο. Το παλιό σπιτάκι μοιάζει με σκηνικό. Βλέπεις μέσα από τις τζαμαρίες τούς κήπους. Δίπλα έχτισα το Σάντομ, το οποίο εμπνεύστηκα σε μια ώρα αυτοσυγκέντρωσης. Με μηδέν χρήματα, δεν ξέρω κι εγώ πώς τα κατάφερα. Και πάλι με βοήθησε ο Θεός. Πιστεύω στον Θεό πάρα πολύ. Τώρα ακόμη πιο πολύ! Και η Σμάρω πίστευε. Την Παναγία την έλεγε «η φιλενάδα μου». Προσευχόταν για μισή ώρα και της έλεγα «μαμά, εσύ είσαι μεγασφάλεια, όχι απλώς ασφάλεια ζωής!».

– Τι διδάσκονται οι άνθρωποι που έρχονται κοντά σας;

Στη σχολή γίνονται όλα τα μαθήματα: γιόγκα, ινδικός χορός, χοροθεραπεία, όλα τα είδη χορού. Οι τιμές είναι πολύ λογικές. Πιστεύω ότι όλα αυτά χρειάζονται, γιατί η κρίση δεν είναι μόνον οικονομική. Χρειάζεται μια προσπάθεια να κρατήσει κανείς την ψυχραιμία του, γιατί ένας λόγος από όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι να μην πανικοβληθούμε.

– Με τη διαδρομή που έχετε πίσω, η κρίση αντιμετωπίζεται ευκολότερα;

Δεν μου φαίνεται καθόλου εύκολη, απλώς αισθάνομαι ότι έχω ένα έδαφος μέσα μου, κάπου πατάω. Τα έξοδα είναι τεράστια. Παίρνω καλοκαιρινό δάνειο και ελπίζω ότι τον χειμώνα θα το πληρώσω.

– Η σχέση σου με τα χρήματα;

Εκτιμώ τα χρήματα, γιατί σου δίνουν τη δυνατότητα να κάνεις πράγματα, αλλά δεν έχω καμία προσκόλληση και κανέναν θαυμασμό. Τα σέβομαι, δεν τα σκορπώ, αλλά σίγουρα καταλαβαίνω ότι η ευτυχία είναι αλλού. Αυτό είναι ένα μέσον και μάλιστα ευτελές, που καμιά φορά ντρέπομαι και να τα πιάσω.

– Πώς δημιουργήθηκε το Σάντομ;

Με τεράστιο δάνειο και με ενθουσιασμό. Στο τέλος είχαν τελειώσει τα χρήματα, είχα κόψει επιταγές και δεν είχαμε να πληρώσουμε. Τότε, το πουλάκι μου, η Σμάρω, μου είπε: «μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, εγώ θα τα βρω τα λεφτά». Εκεί κατάλαβα ότι η μητέρα μου με λατρεύει.

– Εγινε απόσβεση;

Απόσβεση; Θα φύγω από τη ζωή και δεν θα έχω κάνει ακόμη! Ούτε που με νοιάζει. Θέλω απλώς να υπάρχει ο χώρος, τον οποίο έχω αφιερώσει στη μητέρα μου. Το ισόγειο το έχω ονομάσει «Θέατρο Σμάρως Στεφανίδου», που είναι γραμμένο με δικά της γράμματα.

  • ΧΡΥΣΑ ΔΟΤΣΙΟΥ, «Espresso της Κυριακής», 21/11/2010
  • Η ηθοποιός μιλάει για την πολύ ιδιαίτερη εμπειρία που έζησε ως αναγνώστρια-πρωταγωνίστρια αλλά και συνδημιουργός, μαζί με τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς, της παράστασης «Ημερολόγια μιας θλιμμένης βασίλισσας»

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Τα αναλόγια που έκανε στο παρελθόν λειτούργησαν θετικά: η Μαρία Ναυπλιώτου έχει μάθει πλέον να δουλεύει από μόνη της κείμενα, χωρίς σκηνοθέτη. Ετσι, όταν ήρθε η πρόταση για τη συνεργασία με τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς στα «Ημερολόγια μιας θλιμμένης βασίλισσας», ανταποκρίθηκε θετικά και απόλαυσε την πρώτη φάση του θεατρικού ταξιδιού, για μια βραδιά, τον περασμένη Σεπτέμβριο στο Ηρώδειο. Τώρα που έρχεται η σειρά της Θεσσαλονίκης- την προσεχή Δευτέρα θα δοθεί στο εκεί Μέγαρο Μουσικής η μοναδική παράσταση- η ηθοποιός έχει ήδη πίσω της εμπειρία.

Ολα ξεκίνησαν από την ιδέα του βόσνιου συνθέτη να χρησιμοποιήσει κείμενα αντιπολεμικού χαρακτήρα και, μέσα από μια γυναίκα, να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν, θέλοντας να δώσει το στίγμα του για όλα όσα συνέβησαν πρόσφατα στην πρώην Γιουγκοσλαβία- και όχι μόνο. Ο Μπρέγκοβιτς, που έστησε την παράσταση αφού προηγουμένως η ηθοποιός είχε δουλέψει καλά το έργο, διευθύνει και την ορχήστρα που αποτελείται από κρουστά, μπάσο, τρομπέτες, σαξόφωνο και κουαρτέτο εγχόρδων, ενώ συμμετέχουν δύο βαρύτονοι και έξι χορωδοί.

«Είναι εμπειρία το να δουλεύεις μόνος σου» λέει η Μαρία Ναυπλιώτου.

Ενα μπαούλο, μια βαλίτσα, ένα φόρεμα, δύο βιβλία: «Με αυτά τα στοιχεία καλείσαι να φτιάξεις έναν ολόκληρο κόσμο από την αρχή» εξηγεί.

Και αν διαβάζει το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου είναι επειδή «πρέπει να το κάνω ανάγλυφο και ενδιαφέρον για τον θεατή». Αν κρίνουμε από την παράσταση του Ηρωδείου, τα κατάφερε: με τη μουσική να παίζει καθοριστικό ρόλο, απαντά, μέσα από μια προσωπική ματιά, στο πώς αντιλαμβάνονται τον πόλεμο οι γυναίκες. «Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ μπλέκονται τρεις γυναίκες,οι οποίες μιλούν για τα ίδια πράγματα σε διαφορετικές εποχές, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποια λέει τι και για πότε. Είναι τόσο αληθινό όλο αυτό και τόσο κοινό μέσα στα χρόνια» επισημαίνει η Μαρία Ναυπλιώτου, τονίζοντας ότι μόνο από τα ονόματα και τις ημερομηνίες καταλαβαίνει κανείς τις διαφορετικές εποχές.

«Η μάνα κατέληξε στο ψυχιατρείο,η κόρη στα ναρκωτικά, αν και στο τέλος είναι εκείνη που θα εγκαταλείψει τον πό λεμο, αναζητώντας λίγο φως. Είναι σημαντικό που κάποιος σώζεται ή θέλει να σωθεί μέσα από όλο αυτό, και προσωπικά ταυτίζομαι και με τις δύο,μάνα και κόρη.Εχει μέσα του ζωή». Προσθέτει, μάλιστα, ότι κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της αθηναϊκής παράστασης ένιωθε την ικανοποίηση μιας δουλειάς που αντλεί στοιχεία από προσωπικές της εμπειρίες και την οδηγεί σε νέους δρόμους.

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

  • Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, τηλ. 2310 895 938/9
  • Στις 22 Νοεμβρίου, στις 21.00
  • Εισιτήρια: 70, 50, 40, 30, 20 ευρώ
  • Από τη βασίλισσα Μαργκό στην Ντούσανκα

Τα κείμενα που χρησιμοποιούνται- του βόσνιου νομπελίστα συγγραφέα Ιβο Αντρις, του ποιητή και κειμενογράφου Σιντράν, του γάλλου ποιητή Πιερ Ρονσάρ και του Σαίξπηρ συνδέουν τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και τη βασίλισσα Μαργκό με την Ντούσανκα, την ηρωίδα του έργου, κόρη και σύζυγο ανδρών που πολέμησαν, αλλά και τη μητέρα της, της οποίας τα ημερολόγια διαβάζει η ίδια. Η παράσταση έχει τη μορφή ενός recitando accompagnato, μιας δημοφιλούς φόρμας του 16ου αιώνα, η οποία λειτούργησε και ως προπομπός στην πρώτη όπερα του Μοντεβέρντι. Οσο για τη Μαρία Ναυπλιώτου, διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την κλασική μουσική, λόγω της πολυετούς ενασχόλησής της με το μπαλέτο: «Υπάρχει πάντα μέσα στη ζωή μου» λέει.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=368467&dt=20/11/2010#ixzz15qdJXjiv