Επιβίωση και διαιώνιση έγιναν γκουρμέ και κάμα σούτρα

Posted: Σεπτεμβρίου 29, 2010 in Βασιλειάδης Νίκος, Μανέ Ηρώ
  • Η ΝΟΥΒΕΛΑ «Ο ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ» ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Σε μια συντηρητική βορειοελλαδίτικη πολίχνη τα χρόνια του ’50-’60 ζουν στο ίδιο σπίτι: η Ερασμία, χήρα από τα νιάτα της, κάτοχος περιπτέρου, σιτεμένη και κοτσονάτη, που υποφέρει κρυφά από έλλειψη συντρόφου. Η κόρη της Ματούλα, που χαίρεται φωναχτά τις συνευρέσεις με τον άντρα της. Ο σώγαμπρος Αργύρης, τσαγκάρης, κοντός, νταβραντισμένος, συνεπής (ο λόγος του συμβόλαιο). Το κακό δεν θ’ αργήσει. Αιτία τα απανωτά… κολοκυθάκια στο τραπέζι.

«Το χιούμορ μάς επαναφέρει στην τάξη, στην ιλαροτραγωδία που είναι η ζωή», λέει ο Νίκος Βασιλειάδης

«Το χιούμορ μάς επαναφέρει στην τάξη, στην ιλαροτραγωδία που είναι η ζωή», λέει ο Νίκος Βασιλειάδης

Η ιλαροτραγική νουβέλα του Νίκου Βασιλειάδη «Ο συμβολαιογράφος» ανεβαίνει στις 13 Οκτωβρίου στο Νέο Ελληνικό Θέατρο, στα Εξάρχεια, σε θεατρική διασκευή Εμμανουέλας Αλεξίου – Γιώργου Καραμίχου και σε σκηνοθεσία του δεύτερου. Με την Υρώ Μανέ μόνη, στον ρόλο της δεινοπαθούσας χήρας (κάθε Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Κυριακή).

Καταγόμενος από την Καβάλα, πολιτογραφημένος Θεσσαλονικιός εδώ και πενήντα χρόνια, ο Νίκος Βασιλειάδης (ψευδώνυμο του συνταξιούχου φιλόλογου Ιορδάνη Βλαχόπουλου) είναι ιδιαίτερα γνωστός από το μυθιστόρημά του «Αγάθος» και τη νουβέλα «Αγημα τιμών» (παίχτηκε πέρσι στη Θεσσαλονίκη από την ομάδα «Πανδαιμόνιο 7»).

Την Υρώ Μανέ περισσότερο απ' όλα γοήτευσε στον «Συμβολαιογράφο» η ατμόσφαιρα μιας εποχής που φεύγει, οι μυρωδιές και εικόνες που έχουν γραφτεί στο υποσυνείδητό μας

Την Υρώ Μανέ περισσότερο απ’ όλα γοήτευσε στον «Συμβολαιογράφο» η ατμόσφαιρα μιας εποχής που φεύγει, οι μυρωδιές και εικόνες που έχουν γραφτεί στο υποσυνείδητό μας

Η δύναμη του ερωτικού ενστίκτου πρωταγωνιστεί κρυφά και φανερά στις δύο ηρωίδες σας (μάνα, κόρη) και στον ήρωα (γαμπρό) στη σατιρική αυτή νουβέλα. Είναι τόσο ισχυρή και κυρίαρχη στη ζωή;

«Ποιες είναι οι θεμελιώδεις κινητήριες δυνάμεις της ζωής μας; Η επιβίωση και η διαιώνιση, όπως ισχύει για όλα τα ζωντανά αυτού του κόσμου. Απλώς εμείς, έχοντας εξασφαλισμένη την επάρκειά τους, τις μετουσιώσαμε σε απολαύσεις, τις εκλεπτύναμε σε γκουρμέ και κάμα σούτρα. Ομως η στέρηση της τροφής και του σαρκικού έρωτα μπορούν πολύ εύκολα να μας επαναφέρουν στο επίπεδο του ζώου. Η ερωτική πείνα είναι εξίσου αδήριτη με την πείνα του στομαχιού. Αυτό, άλλωστε, συμβαίνει στην πεθερά και τον γαμπρό, είναι και οι δυο ερωτικά πεινασμένοι, μονίμως η πρώτη, συγκυριακά ο δεύτερος, οπότε επέρχεται το μοιραίον».

Τα… κολοκυθάκια είναι το κίνητρο του «εγκλήματος». Αυτό που λένε «περί ορέξεως» είναι σωστό; Οι δικές σας γαστρονομικές προτιμήσεις και απέχθειες;

«Είμαι καλοφαγάς και καλοπερασάκιας. Αγαπώ όλα τα παραδοσιακά φαγητά -ακόμη και τα κολοκυθάκια!- χωρίς να αποκλείω και τους πειραματισμούς με εξωτικές συνταγές. Η Βορειοηπειρώτισσα γυναίκα μου, δεινή μαγείρισσα εκ καταγωγής, έκανε μεταπτυχιακό στη μαγειρική δίπλα στη μητέρα μου και ο συγκερασμός που προέκυψε είναι υπεράνω περιγραφής. Οσον αφορά εμένα προσωπικά, θεωρώ ότι κατέχω τουλάχιστον διδακτορικό επί του θέματος, όπως μαρτυρούν και οι φίλοι που τραπεζώνουμε τακτικά. Απέχθεια: όλα τα νερόβραστα των Βορείων. Ειδική προτίμηση, το τσιπουράκι με θαλασσινά και επίλεκτη παρέα».

Ισορροπείτε επιδέξια ανάμεσα στη λόγια γραφή και τη δημοτική. Πού νιώθετε πιο καλά;

«Εχοντας το προνόμιο να είμαι φιλόλογος, αισθάνομαι το ίδιο άνετα με όλες τις φάσεις της ελληνικής. Εκείνο που με στενοχωρεί είναι ότι ο δικαιολογημένος αγώνας των δημοτικιστών εναντίον της κυριαρχίας της καθαρεύουσας κατέληξε σε έναν νέο «καθαρευουσιανισμό», της δημοτικής αυτή τη φορά, σε έναν νέο άτεγκτο κανόνα, ο οποίος μας αποστερεί το μεγαλύτερο μέρος της γλώσσας μας, ακόμη και την ευφωνία της. Αυτό φτωχαίνει απερίγραπτα τη δυνατότητα της έκφρασής μας, είναι σαν από τη μουσική οκτάβα να κόβεις τις πέντε νότες και να θέλεις να κάνεις μουσική. Ωστόσο, παρατηρώ με ελπίδα τον τελευταίο καιρό μια δειλή προσπάθεια συγγραφέων, αλλά και δημοσιογράφων, να χρησιμοποιήσουν ένα ευρύτερο φάσμα της γλώσσας μας».

Το χιούμορ στο βιβλίο σας είναι φινετσάτο και λαϊκό. Η αξία του για σας;

«Το χιούμορ προσγειώνει τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις, χωρίς να μειώνει την ατομική τους σημασία. Κάνει πολύ καλό, για παράδειγμα, όταν υψιπετούμε για κάποιο κατόρθωμά μας ή όταν θρηνούμε για μιαν αποτυχία, να μπορούμε να βλέπουμε ταυτόχρονα την κωμική πλευρά των πραγμάτων. Μας επαναφέρει στην τάξη, στην ιλαροτραγωδία που είναι η ανθρώπινη ζωή».

Σας γοητεύουν οι μικρές συντηρητικές κοινωνίες, άνθρωποι της καθημερινότητας, που έχουν να κάνουν με το παρελθόν και ιδιαίτερα του ’50-’60. Γιατί;

«Από πάντα το παρελθόν ασκούσε επάνω μου μιαν έντονη και παράξενη γοητεία. Οταν ήμουν μικρός πήγαινα συχνά στο νεκροταφείο της γενέτειράς μου και διάβαζα φωναχτά τα ονόματα των νεκρών, προσπαθώντας να φανταστώ πώς και τι ήταν αυτοί οι άνθρωποι. Το ’50 και εν μέρει το ’60 ήταν τα χρόνια που έζησα στην κωμόπολη της καταγωγής μου. Τα δικά μου γραπτά ξεκινούν από βιώματα, τα οποία δεινοπαθούν στα χέρια μου στη συνέχεια. Στα χρόνια της ακμής μου, που τα έζησα σε μεγαλούπολη, απέρριψα μετά βδελυγμίας αυτή την άθλια επαρχιακή κοινωνία που είχε επαρκώς μαυρίσει τα εφηβικά μου χρόνια. Μετά τα σαράντα μου όμως, έχοντας πλέον παρακάμψει τον ηλικιακό Μαλέα, μπόρεσα να δω αυτόν τον μικρόκοσμο, αν όχι με αγάπη, τουλάχιστον με κατανόηση, όχι μόνο σαν προσωπική μου ιστορία, αλλά σαν αντιπροσωπευτικό μιας εποχής και μιας κοινωνίας. Γράφοντας γι’ αυτούς τους ανθρώπους, είναι σαν να τους ανακαλώ, όπως τότε στο νεκροταφείο, κι επιτέλους να τους κατανοώ. Και μαζί μ’ αυτούς να κατανοώ την ανθρώπινη μοίρα».

Συνταξιούχος καθηγητής πλέον. Οι ενασχολήσεις σας; Τι γίνεται με το μυθιστόρημα «Η περιώνυμος» που ετοιμάζατε;

«Ασχολούμαι κυρίως με τη μεγαλύτερη ευλογία της ζωής μου, του δύο γιους μου. Επίσης καλλιεργώ λαχανικά (όχι κολοκυθάκια!) στην ταράτσα και μαγειρεύω συστηματικά. Παράλληλα, κάνω μεταφράσεις για λόγους καθαρά βιοποριστικούς, ενώ για το προσωπικό μου κέφι κάνω ιστορικές έρευνες αναδιφώντας ξεχασμένα αρχεία που αφορούν τη γενέτειρά μου. Το αστείο είναι ότι εγώ, που στο Πανεπιστήμιο ήμουν διαβόητα ανεπίδεκτος στα μαθήματα Ιστορίας, έχω γίνει ο… ιστορικός της πόλης!

»Η περιώνυμη «Περιώνυμος» έπεσε θύμα της τεχνολογίας και της τσαπατσουλιάς μου. Ο υπολογιστής μου κατέρρευσε και έχασα και τις 180 σελίδες που είχα γράψει (και φυσικά δεν είχα φροντίσει για αντίγραφο ασφαλείας). Καθώς το γράψιμό μου είναι έμπνευση περισσότερο της στιγμής παρά προγραμματισμού, μου είναι αδύνατο να την ξαναγράψω. Τώρα, μεταξύ λαχανοκομίας και μαγειρικής, περιορίζομαι σε διηγήματα». *

  • Χήρα και περιπτερού σήμαινε πρόκληση

Η Υρώ Μανέ μόνη της επί σκηνής υποδύεται την Ερασμία του «Συμβολαιογράφου», αλλά ζωντανεύει και τα άλλα δύο πρόσωπα του έργου

Ο χαρακτήρας της ηρωίδας που ερμηνεύετε;

«Εχει στοιχεία μιας Ελληνίδας της επαρχίας, χήρας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, που μεγάλωσε τη μοναχοκόρη της δουλεύοντας σκληρά ως περιπτερού, δυναμική, αλλά και υποταγμένη σε όλα τα κοινωνικά πρέπει τής μικρής πόλης που ζει».

Η χήρα, ιδιαίτερα στις μικρές κοινωνίες, έχει κάτι το ελκυστικό και απαξιωτικό μαζί;

«Συνήθως σε κλειστές κοινωνίες και εποχές κυρίως ανδροκρατούμενες, σαν κι αυτή που εκτυλίσσεται το έργο μας, επειδή η σεξουαλικότητα είναι καταπιεσμένη και δύσκολα εκφράζεται, η χήρα λειτουργεί ως πρόκληση για τους άντρες. Επίσης, επειδή δεν υπάρχει ο άντρας-σύζυγος-προστάτης, την αντιμετωπίζουν απαξιωτικά, κοινώς γίνεται εύκολο «θύμα». Κι όπως λέει και η Ερασμία: «τα βλέμματα των πελατών στο περίπτερο άλλαξαν περιεχόμενο και απέκτησαν κάτι το βιαστικό, το πιεστικό και το πρόστυχο»».

Τι σας γοητεύει περισσότερο στη νουβέλα του Βασιλειάδη;

«Η ατμόσφαιρα της εποχής που ζωντανεύει, γιατί είναι πράγματα που έχουν φύγει ανεπιστρεπτί. Μυρωδιές και εικόνες που έχουν γραφτεί στο υποσυνείδητό μας και έτσι δεν είναι μόνο πρόσωπα μιας νουβέλας, αλλά και μνήμες που μπορεί να τις ανακαλέσει κανείς από το οικείο περιβάλλον του».

Ενώ πρωταγωνιστούν στο βιβλίο τρία πρόσωπα (μάνα, κόρη και γαμπρός), επί σκηνής έχουμε ένα μονόλογο. Τι γίνεται με τα άλλα δύο πρόσωπα;

«Η διασκευή έχει γίνει σε πρώτο πρόσωπο, της μάνας Ερασμίας, και τα υπόλοιπα πρόσωπα ζωντανεύουν διά στόματός της. Ο ηθοποιός, όταν έχει να κάνει με μονόλογο που περιλαμβάνει κι άλλα πρόσωπα, το στοίχημά του είναι να μπορέσει να τα ζωντανέψει σαν να είναι παρόντα στη σκηνή, όταν αυτό χρειαστεί. Με τη σκηνοθεσία του Γιώργου Καραμίχου, καθώς προσεγγίζει τους ρόλους σωματικά, ελπίζω και εύχομαι να μη λείψουν στους θεατές».

Η τηλεοπτική σας δραστηριότητα υπερισχύει της θεατρικής;

«Εχω την τύχη να έχω παίξει σε πέντε τηλεοπτικές σειρές με μεγάλη επιτυχία. Αυτό δημιουργεί την εντύπωση ότι έχω κάνει πολλή τηλεόραση. Ομως, η παρουσία μου στη σκηνή, από τότε που τελείωσα τη σχολή μου στο Θέατρο Τέχνης, είναι σταθερή και αδιάκοπη. Προσπαθώ, όσο μου επιτρέπεται, η ζυγαριά να κλίνει προς τις καλές και δημιουργικές συνεργασίες».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s