Αρχείο για 20 Σεπτεμβρίου, 2010

  • Συνέντευξη της Έλενας Πατρικίου
Ένα θέαμα για τα εργατικά ατυχήματα

Φωτογραφία του Περικλή Αντωνίου, από τις πρόβες

Την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου και για δέκα μέρες (μέχρι και τις 3 Οκτωβρίου), στη Σχολής Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256) ανεβαίνει, με ελεύθερη είσοδο, η παράσταση «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον», με θέμα τα εργατικά ατυχήματα στη σημερινή Ελλάδα. Πρόκειται για μια παράσταση με εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο πολιτικό, αλλά και σκηνοθετικό και αισθητικό, καθώς εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση θεατρικής πρωτοπορίας και πολιτικού θεάτρου, που ξεκινάει τη δεκαετία του 1920 στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση και συνεχίζεται μεταπολεμικά με το θέατρο του δρόμου. Έτσι, ένας κατάλογος με τα εργατικά ατυχήματα των τελευταίων δυόμισι χρόνων (που φτιάχτηκε για την παράσταση) συμπλέκεται με το τραγούδι του «Γιοφυριού της Άρτας» και μικρές αφηγήσεις, και μετατρέπεται σε κίνηση και θέαμα, αποτελώντας σχόλιο πολιτικό και αισθητικό για την εργασία, τα «ατυχήματα», την ευθύνη, τη δυνατότητα να συναρμόσεις αισθητικές και νοήματα, να διερευνήσεις σκηνοθετικά και υποκριτικά όρια. Για όλα αυτά συζητήσαμε με τη σκηνοθέτιδα της παράστασης Έλενα Πατρικίου.

Στρ. Μπ.

* Πριν μιλήσουμε για τα εργατικά ατυχήματα και την παράσταση, θέλω να σε ρωτήσω κάτι που έχει σχέση με τις στοχεύσεις και το είδος της: σχετικά με την «αγκιτάτσια προπαγάνδα», που διαβάζω στο πρόγραμμα. Τι ακριβώς είναι;

Η «αγκιτάτσια προπαγάνδα» άνθησε στη Ρωσία και τη Γερμανία τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Ήταν μικρά θεάματα, σχεδόν αυτοσχεδιαστικά, χωρίς κείμενο ή με ένα υποτυπώδες κείμενο, που στήνονταν έξω από εργοστάσια ή και μέσα στα εργοστάσια, σε πλατείες και δρόμους. Όπου γινόταν μια απεργία ή μια διαδήλωση, οι καλλιτέχνες του θεάτρου, που το βράδυ μπορεί να έπαιζαν σε «κανονικά» θέατρα, ή τέλος πάντων στα πρωτοποριακά θέατρα της εποχής, πήγαιναν και έστηναν εκεί, επιτόπου, ένα θέαμα πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Μπορούμε να πούμε ότι η παράδοση αυτή συνεχίστηκε, κατά κάποιον τρόπο, μεταπολεμικά, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, με θέατρα όπως το Bread and Puppet στην Αμερική, το Living Theatre, κυρίως στην ευρωπαϊκή του φάση, ή με κάποια θέατρα του δρόμου στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Η «αγκίτ προπ» είναι ένα  πολιτικό θέατρο φτιαγμένο για το γεγονός και βασισμένο στη πολιτική και αισθητική στράτευση των ηθοποιών και των σκηνοθετών· γιατί πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για επαγγελματίες ηθοποιούς, όχι, λ.χ., για απεργούς. Είναι δηλαδή κάτι διαφορετικό από το «θέατρο των καταπιεσμένων» του Augusto Boal στη Λατινική Αμερική, που έστηνε μια παράσταση για ένα πρόβλημα σε ένα εργοστάσιο ή ένα χωριό, χρησιμοποιώντας όχι ηθοποιούς, αλλά εργάτες ή αγρότες. Στην «αγκίτ προπ» έχουμε  ένα θέατρο πολιτικό με ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, που ανήκαν στην αισθητική πρωτοπορία, εξερευνούσαν νέους αισθητικούς δρόμους και τεχνικές, και ενδιαφέρονταν ταυτόχρονα και να συμπορευτούν με την πολιτική πρωτοπορία και να ερευνήσουν τα όρια της επικοινωνίας με το κοινό και όλη την αυτοσχεδιαστική τεχνική που συνεπάγεται κάτι τέτοιο — γιατί θέλει πολύ γερή τεχνική, πολύ μαστοριά, για να αλλάζεις αυτά που κάνεις ανάλογα με αυτό που προσλαμβάνεις από κάτω, για να αντέχεις να παίξεις σε μη προετοιμασμένες συνθήκες. Το στοίχημα είναι διπλό, πολιτικό αλλά και αισθητικό: γιατί  η «αγκίτ προπ» χρησιμοποίησε πάρα πολύ όλες τις τεχνικές, τις ιδέες, τα οράματα της θεατρικής πρωτοπορίας του 1920 και του 1930 για πολιτικούς λόγους — όπως και ο Μπρεχτ κάποια στιγμή.

* Η  παράσταση που ανεβάζετε εντάσσεται σε αυτή την παράδοση;

Θα το θέλαμε πάρα πολύ, γιατί πρόκειται για μια λαμπρή παράδοση. Αλλά η «αγκίτ προπ» χρειάζεται, για να υπάρξει, και ένα αντίστοιχο κοινό, χρειάζεται αντίστοιχες κοινωνικές συνθήκες. Εμείς δεν μπορούμε να ενταχθούμε ακριβώς σε αυτή την παράδοση, γιατί δεν παίζουμε σε πραγματικό εργοστάσιο, σε συνθήκες πραγματικής κρίσης και με κοινό το οποίο να αισθάνεται εκ των προτέρων πως το αφορά η σύνδεση του πολιτικού και του κοινωνικού προβλήματος με το αισθητικό στοίχημα. Κι επειδή ένα σημαντικό κομμάτι του εν δυνάμει κοινού μιας τέτοιας παράστασης είναι η Αριστερά και τα συνδικάτα, θα έλεγα ότι τα αριστερά κόμματα, οι αριστερές οργανώσεις, τα συνδικάτα φταίνε που δεν μπορούμε να παίξουμε σε τέτοιους χώρους, με τέτοιο κοινό και μέσα στις συνθήκες κρίσης.

Αν αύριο σκάσει και άλλο καζάνι έξω από τη ΛΑΡΚΟ, εμείς δεν μπορούμε, μόνοι μας, να πάμε απέξω να στήσουμε την παράσταση, παρόλο που θα το θέλαμε. Είναι μια πρόκληση που την αναλαμβάνουμε. Η Αριστερά και τα συνδικάτα την αναλαμβάνουν όμως; Όταν κάναμε πρόβες για το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το 2008, έγινε μια μεγάλη έκρηξη στο Πέραμα, σε ένα γκαζάδικο και σκοτώθηκαν οχτώ εργάτες σε ένα αμπάρι. Θέλαμε να κάνουμε μια παράσταση  στο Πέραμα με το Μανιφέστο, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατον. Αν δεν είσαι σε έναν χώρο λίγο ή πολύ κοντινό στο συνδικάτο –το συγκεκριμένο ελέγχεται από το ΚΚΕ–, δεν θα σε αφήσουν να μπεις. Και τόσο τα συνδικάτα όσο και τα κόμματα δεν καταλαβαίνουν πως η αισθητική, η τέχνη, δεν είναι το κερασάκι στην τούρτα, αλλά η ουσία, το κουκούτσι της πολιτικής ουσίας. Προτιμούν προφανώς τις προκηρύξεις, που δεν τις διαβάζει πια κανείς, ή τις τηλεοπτικές ανακοινώσεις, γιατί αυτά τα πράγματα τα ελέγχουν, ακόμα κι αν είναι διατυπωμένα σε έναν λόγο που δεν λέει απολύτως τίποτα.

Θα σου πω κάτι ακόμα πολύ χαρακτηριστικό για τη στάση των συνδικάτων. Στην αρχή απευθύνθηκα στη ΓΣΕΕ, ζητώντας  έναν κατάλογο με τα εργατικά ατυχήματα των τελευταίων χρόνων, με ημερομηνίες, ονόματα, τόπους κλπ. Το μόνο που είχαν –γιατί δεν νομίζω ότι τα είχαν και δεν ήθελαν να μου τα δώσουν– ήταν τα στατιστικά της Επιθεώρησης Εργασίας. Το ίδιο και στο Ινστιτούτο Ασφάλειας και Υγιεινής για την Εργασία. Κατέληξα λοιπόν στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου είχαν τα στοιχεία που ήθελα, αλλά αρνήθηκαν να τα δώσουν με το επιχείρημα ότι πρόκειται για «προσωπικά δεδομένα». Έτσι, στο τέλος, ψάχνοντας ηλεκτρονικά, αποδελτίωσα την Αυγή και τον Ριζοσπάστη των τελευταίων δυόμισι χρόνων και έφτιαξα τον κατάλογο που χρειαζόμασταν. Αλλά τι είδους συνδικαλισμός είναι αυτός που δεν έχει αποδελτιωμένα τα ατυχήματα; Με τι ακριβώς περνάνε την ώρα αυτός στην ΓΣΕΕ;

* Τι είναι αυτός ο κατάλογος;

Είναι η βάση της παράστασης. Ένας κατάλογος ατυχημάτων με βάση τα δημοσιεύματα της Αυγής και του Ριζοσπάστη, από το 2008 μέχρι το καλοκαίρι του 2010: όνομα, ημερομηνία, ηλικία, επάγγελμα, τόπος,  εταιρεία (τις κατονομάζουμε), τα ονόματα των εργοστασίων, των υπεργολάβων και η κατάληξη του ατυχήματος. Υπάρχει μια μεγάλη έλλειψη στον κατάλογο, που δεν μπορέσαμε να την καλύψουμε: οι τραυματισμοί. Οι τραυματισμοί γράφονται πολύ λιγότερο στις εφημερίδες. Μοιάζει λοιπόν, και στον κατάλογό μας, σαν να είναι ελάχιστοι οι τραυματισμοί, πράγμα βέβαια που δεν είναι αλήθεια.

Κάθε εγγραφή είναι και μια μικρή ιστορία, που ανακινεί ερωτήματα. Μια κατασκευαστική, π.χ.,  έχει ένα θανατηφόρο ατύχημα κάθε τετράμηνο, σε έργα του δημοσίου. Ερώτηση κρίσεως: τα μέτρα ασφάλειας και τα ποσοστά ατυχημάτων μιας εταιρείας δεν είναι μια από τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη στους μειοδοτικούς διαγωνισμούς; Προφανώς όχι! Αλλά αν είναι πιο φτηνή ή όχι μια εταιρεία σε έναν τέτοιο διαγωνισμό, προφανώς έχει σχέση και με τα μέτρα ασφαλείας που παίρνει, έτσι δεν είναι;

Άλλο ερώτημα: Γιατί η Κως και η Κρήτη έχουν τόσο πολλά ατυχήματα; Και δεν πρόκειται για κάποιες ιδιαιτέρως βιομηχανικές περιοχές… Κι ακόμα: Πόσο επικίνδυνο είναι να κατασκευάζεις στρώματα; Φανταζόμουν όχι πολύ. Αλλά, μέσα σε δύο χρόνια, υπάρχει μια βιομηχανία στρωμάτων, στην οποία έχουν καεί δύο άνθρωποι σε δύο χωριστές πυρκαγιές. Είναι φυσιολογικό; Στα εργοστάσια ξυλείας υποθέτω ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ατυχημάτων στα χέρια. Γιατί όμως έχουμε ειδικά μία βιομηχανία με  τρία ατυχήματα μέσα σε δύο χρόνια, ενώ σε άλλες δεν έχουν συμβεί;

Προφανώς, ατυχήματα θα υπάρχουν πάντα. Η έννοια του ατυχήματος είναι, υποθέτω, σύμφυτη με την έννοια της ζωής. Αλλά το θέμα είναι τι κάνεις, τι μέτρα παίρνεις. Και υπάρχουν ορισμένα ατυχήματα που είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένα.

* Και, όπως μου έλεγες πριν, ένα άλλο θέμα που ανακύπτει από τον κατάλογο αυτό είναι  οι ανώνυμοι…

Υπάρχουν δημοσιεύματα που δίνουν το όνομα του νεκρού ή του τραυματισμένου. Αλλά, σε πάρα πολλά, εντυπωσιακά πολλά, οι νεκροί ή οι τραυματίες είναι ανώνυμοι. Στην αρχή, όταν συγκέντρωνα τα στοιχεία –γιατί όλοι έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε με κλισέ–, νόμιζα ότι οι ανώνυμοι είναι μετανάστες. Προφανώς, πολλοί των οποίων το όνομα δεν αναφέρεται είναι ξένοι: «Ιρανός εργάτης», «Αλβανός οικοδόμος». Αλλά πολλοί είναι και Έλληνες: «το παλικάρι από τη Λάρισα θρηνεί η τοπική κοινωνία…». Πώς,  με ποια κριτήρια, ο ένας άνθρωπος αναφέρεται με το όνομά του και ο άλλος χωρίς όνομα; Πότε δικαιούται κάποιος να έχει όνομα και πότε, ακόμα και για τους αριστερούς, ένας άνθρωπος είναι απλώς μια επικολυρική κοινοτοπία του είδους «άλλος ένας εργάτης, πατέρας τριών ανήλικων παιδιών, νεκρός στον βωμό του κέρδους»;

Το καλοκαίρι του 2009, σε ένα ατύχημα στην Κοζάνη σκοτώθηκε μια εργάτρια. Έγινε μεγάλο θέμα, έκανε  ανακοίνωση ο Παπακωνσταντίνου (τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ), κατέθεσε ερώτηση ο Κουβέλης (τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ) στη Βουλή. Μου πήρε έξι μήνες για να βρω το όνομά της: την έλεγαν Βίκη Γκατσούφα. Κι ακόμα δεν είμαι σίγουρη για το μικρό της, αν είναι Βίκη ή Βάγια. Μετά το ατύχημα, υπήρχαν καταγγελίες για τις άθλιες συνθήκες στο εργοστάσιο που δημοσιεύτηκαν στον Ριζοσπάστη, αναδημοσιεύτηκαν στο Indymedia, μετά δημοσιεύτηκαν απαντήσεις εργαζομένων ότι δεν είναι ακριβώς έτσι, ανταπαντήσεις άλλων εργαζομένων ότι όντως είναι φρικτές οι συνθήκες… Πέρασε μια βδομάδα, και μετά η απόλυτη σιωπή. Κανείς δεν ξαναασχολήθηκε. Και αναρωτιέμαι: Πώς δουλεύει τελικά αυτό το εργοστάσιο; Ποια είναι η αλήθεια; Πόσο μακριά, εν τέλει, είναι η Κοζάνη;

* Σε ποια κείμενα βασίζεται η παράσταση;

Ο κατάλογος με τα εργατικά ατυχήματα είναι η βάση, το ηχητικό χαλί που ενορχηστρώθηκε κατά κάποιον τρόπο, ώστε πάνω του να γίνονται δράσεις. Κάποια στιγμή μάς χρειάστηκε κάτι που να έχει πιο γερή φόρμα να πατήσουμε, και χρησιμοποίησα το τραγούδι του «Γιοφυριού της Άρτας». Λέει κάπου (όχι στην εκδοχή του Νικολάου Πολίτη, από μια τραγουδισμένη παραλλαγή): «Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει» και προσδιορίζει: «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον» —  από εκεί βγαίνει και ο τίτλος της παράστασης. Υπάρχουν ακόμα δύο μικρές αφηγήσεις για το ατύχημα του Περάματος το 2008 και τα ατυχήματα της ΛΑΡΚΟ το 2009.

Αλλά το «Γιοφύρι της Άρτας» μας έδωσε, εκτός από την φόρμα του, και μια άλλη διάσταση για να κατανοήσουμε την δική μας θέση απέναντι στο εργατικό ατύχημα. Ένα γεφύρι ενώνει τους ανθρώπους, επιτρέπει την επαφή, την επικοινωνία, αλλά επιτρέπει και το εμπόριο, άρα το κέρδος. Όλες οι κοινωνίες ξέρουν ότι υπάρχει και το κέρδος· καμιά κοινωνία δεν είναι αθώα. Απλώς οι κοινωνίες του «γεφυριού», οι «προκαπιταλιστικές» κοινωνίες, ξέρουν ότι και το κέρδος έχει κόστος. Για να βγάλεις κέρδος πρέπει να θυσιάσεις κάτι πολύτιμο. Σήμερα ζούμε σε κοινωνίες όπου πληρώνουμε όσο γίνεται λιγότερο για το κέρδος. Εμείς, στα γεφύρια μας, χτίζουμε τον φτωχό, τον ορφανό και τον ξένο. Αυτόν για τον οποίο δεν θα μας ζητήσει κανείς λογαριασμό, που δεν μας πονάει, τον  απροστάτευτο.

Το «γεφύρι» παίζει ένα κρίσιμο ρόλο στην παράσταση: Επειδή δεν μπορούμε να παραστήσουμε τους εργάτες –ακόμα και αν κάποιοι από τους ηθοποιούς, όπως πολλά αγόρια στην Ελλάδα, έχουν δουλέψει και λίγο οικοδομή!– το «γεφύρι» μάς προσφέρει το σημείο από το οποίο κοιτάζουμε τα πράγματα. Η Γυναίκα του Πρωτομάστορα καταριέται την ώρα που τη χτίζουν: «ως τρέμει το καρυόφυλλο να τρέμει το γεφύρι, κι ως τρέμουν τα δεντρόφυλλα να τρέμουν οι διαβάτες»· εμείς είμαστε οι διαβάτες. Κάθε μέρα περνάμε το «γεφύρι», μπαίνουμε λ.χ. στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», στο τάδε κτίριο. Κι αν τρέμει, τι θα γίνει; Αυτό είναι το ερώτημα.

Μπορείς ίσως να πεις «δεν με αφορά, επειδή δεν ξέρω κανέναν από τη ΛΑΡΚΟ», «δεν θα μπω στο αμπάρι για να καθαρίσω το γκαζάδικο», σε αφορά όμως το αποτέλεσμα. Δέχεσαι όμως να αποκομίσεις, έστω εμμέσως, οφέλη από αυτήν τη φτηνή εργασία; Δέχεσαι να περνάς ως διαβάτης από στοιχειωμένα πεζοδρόμια, από κτίρια στα οποία έχουν χτιστεί άνθρωποι, χωρίς αυτό να σημαίνει για σένα τίποτα; Προφανώς δεν είμαστε όλοι το ίδιο υπεύθυνοι, αυτοί που δεν παίρνουν μέτρα έχουν πολλαπλάσια ευθύνη, αλλά και ο διαβάτης δεν είναι αθώος. Δεν είναι θέμα ενοχής, αλλά ευθύνης: τι μας αφορά και τι όχι.

* Τι είναι αυτό που επιδιώκεις με την παράσταση;

Καταρχάς την ευθύνη· την αίσθηση πως ο διαβάτης δεν είναι άσχετος, πως σε μια κοινωνία δεν υπάρχουν μόνο ένοχοι και αθώοι, υπάρχουν και οι υπεύθυνοι, αυτοί που αναλαμβάνουν την ανθρώπινη ευθύνη της συνείδησης. Θα ήθελα όμως, και αισθητικά, να φαίνεται η σχέση με όλη την παράδοση της «αγκίτ προπ» και της θεατρικής πρωτοπορίας. Γιατί με ενδιαφέρει όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και η αισθητική μορφή: το τι λες έχει απόλυτη σχέση με τον τρόπο που το λες. Δεν με ενδιαφέρει απλώς μια προκήρυξη.  Και όταν περνάς και μια πιο επεξεργασμένη φόρμα –το «Γιοφύρι» βοήθησε πάρα πολύ σε αυτό–, φτάνεις και σε πιο επεξεργασμένους στόχους. Δεν σκέφτεσαι μόνο πόσο κακό είναι που γίνονται ατυχήματα, αρχίζεις και βλέπεις διαφορετικά την εμπλοκή σου μέσα σε αυτό.

Βρίσκω λοιπόν –όπως και στο Μανιφέστο, πριν από δύο χρόνια –ότι το θέμα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, ενώ ταυτόχρονα σου δίνει τη δυνατότητα να διερευνήσεις και σκηνοθετικά όρια και υποκριτικά όρια και αισθητικά όρια, με την έννοια του πώς συναρμόζεις αισθητικές με νοήματα.

Υπάρχει μια σκηνή με γάζες όπου ο ένας τυλίγει τα χέρια του άλλου, με τις  γάζες να λειτουργούν κάπως σαν ιμάντες… Προσπαθούσαμε να βρούμε μια κίνηση που κάνει ένας άνθρωπος κάθε μέρα, την πιο απλή καθημερινή κίνηση και καταλήξαμε στο γδύσιμο. Και καθώς βλέπεις ανθρώπους χωρίς χέρια να προσπαθούν να γδυθούν, ξαναβλέπεις από την αρχή την αριστερή «κοινοτοπία» ότι ο εργάτης είναι τα χέρια του, το μόνο που έχει να πουλήσει είναι τα χέρια του. Την ξαναβλέπεις από την αρχή, με έναν πολύ απτό τρόπο, εφιαλτικό. Γιατί αν δεν μπορείς να βγάλεις την μπλούζα σου ή τα παπούτσια σου, πολύ περισσότερο δεν μπορείς να  δουλέψεις, άρα δεν μπορείς πια να ζήσεις.

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ  ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

  • «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον»
  • Ένα θέαμα για τα εργατικά ατυχήματα
  • Σκηνοθεσία-Δραματουργία: Έλενα Πατρικίου
  • Χορογραφία: Παναγιώτης Ανδρονικίδης
  • Φωτισμοί: Θόδωρος Μαργκάς

Παίζουν:

  • Παναγιώτης Ανδρονικίδης
  • Βίκυ Βασιλοπούλου
  • Χαρά Γαλενιανού
  • Μπήλιω Καλιακάτσου
  • Σταύρος Κολοκούρης
  • Μάρα Λαγγουράνη
  • Λεωνίδας Παπαβασιλάκης
  • Αλφόνσο Τιάμπυ
  • Παναγιώτης Τσετσώνης
  • Η παράσταση γίνεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256)
  • Διάρκεια: 25 Σεπτεμβρίου μέχρι και 3 Οκτωβρίου
  • Ώρα έναρξης: 21:00
  • Η είσοδος είναι ελεύθερη
  • Πληροφορίες και κρατήσεις θέσεων: 6947046861
  • Η ΑΥΓΗ: 19/09/2010

  • ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΟΥΡΤΗ ΕΙΧΕ ΠΡΩΤΟΑΝΕΒΕΙ ΤΟ ’70 ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010
  • Με δύο έργα «σταθμούς» της νεοελληνικής δραματουργίας επανακάμπτει ο Γιάννης Ιορδανίδης στη σκηνή.

Σκηνοθετεί τους ιστορικούς «Νταντάδες» του Γιώργου Σκούρτη, ένα πολιτικό έργο με καταβολές από τον Οργουελ που έσπαγε κόκαλα το 1970 στο «Υπόγειο» του Καρόλου Κουν και έκανε εν μιά νυκτί γνωστό τον νεαρό και άσημο συγγραφέα του. Και το «Καλιφόρνια ντρίμινγκ» του Βασίλη Κατσικονούρη, ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα θεατρικά κείμενα για τα αδιέξοδα των νεότερων γενεών, με το οποίο άρχισε ουσιαστικά να ανατέλλει το «άστρο» τού επίσης άγνωστου συγγραφέα του – διότι ακολούθησε αμέσως μετά το θρυλικό «Γάλα» που τον έκανε να «μεσουρανήσει».

Οι «Νταντάδες» ανεβαίνουν στο θέατρο «Ζίνα» στις 22 Νοεμβρίου, με τον ίδιο πρωταγωνιστή της πρώτης μυθικής παράστασης του ’70, τον Θύμιο Καρακατσάνη. Σαράντα χρόνια μετά συμπράττει με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τον Τάκη Χρυσικάκο. Σχεδόν τις ίδιες ημέρες θα κάνει πρεμιέρα και το «Καλιφόρνια ντρίμινγκ» στο Θεσσαλικό Θέατρο, με πρωταγωνιστές τους Στέλιο Καλαϊτζή, Αντώνη Καλογύρου, Αρετή Ντάλιου και Ιωάννα Κουτρουλή. «Είναι ένα έργο που επιλέχθηκε για τη δυναμική που κουβαλάει και όπου έχει παιχτεί εισέπραξε τον ενθουσιασμό των νέων. Γιατί είναι η εποχή, οι νέοι να ξαναμπούν στο θέατρο», τονίζει ο Γ. Ιορδανίδης.

Είστε ένας άνθρωπος με χιούμορ. Είναι κάτι που σας φάνηκε χρήσιμο τόσα χρόνια στο θέατρο;

«Με έχει σώσει πάρα πολλές φορές. Γιατί, ιδίως στο ελεύθερο θέατρο, οι συνεργασίες δεν είναι πάντα εύκολες. Στα κρατικά θέατρα δεν αντιμετωπίζεις τα ίδια προβλήματα. Το ελεύθερο θέατρο θέλει αντοχές. Γι’ αυτό είναι ελάχιστοι οι σκηνοθέτες που κατάφεραν να επιβιώσουν και στα κρατικά και στο ελεύθερο θέατρο».

Σήμερα είναι εύκολο να κάνει κάποιος θέατρο;

«Οχι. Εχει πάρα πολλές αντιξοότητες. Σκέπτομαι κυρίως τα νέα παιδιά που βγαίνουν τώρα από τις σχολές και θέλουν να πραγματοποιήσουν ένα όνειρο. Και είναι το μόνο πράγμα που δεν τους επιτρέπεται να κάνουν! Εχω δει ως καθηγητής σε πολλές δραματικές σχολές, μεταξύ άλλων και του Εθνικού Θεάτρου, ακόμη και ταλαντούχα παιδιά να εγκαταλείπουν τον χώρο, γιατί δεν τους δίνεται μια ευκαιρία. Ιδίως σήμερα, που τα πράγματα είναι τόσο δύσκολα».

Με την κρίση θα αλλάξουν κάποιες θεατρικές συνήθειες;

«Σίγουρα. Δεν ξέρει κανένας προς τα πού πάει το πράγμα. Αυτή η χρονιά είναι μια μεταβατική περίοδος. Εσκασε όλη αυτή η ιστορία λίγο ξαφνικά. Βρήκε «εργάτες» του θεάτρου και παραγωγούς απροετοίμαστους. Και δημιούργησε έναν πανικό. Εξ ου πολλοί σκέφτονται να καταφύγουν στην εύκολη λύση της κωμωδίας, με το επιχείρημα «το κοινό έχει προβλήματα και χρειάζεται κωμωδία για να ξεφύγει». Θεωρώ ότι δεν είναι λύση. Νομίζω ότι το κοινό χρειάζεται τόσο την κωμωδία όσο και το δράμα, από το οποίο μπορεί τελικά να λυτρωθεί».

Σ’ αυτό το πνεύμα, καταλήξατε στους θρυλικούς «Νταντάδες»;

«Ακριβώς. Δεν κατέφυγα σε μια κωμωδία αλλά σε ένα έργο «σημαδεμένο», που έχει επίσης σημαδέψει το νεοελληνικό θέατρο. Δεν είναι εύκολο κείμενο. Αφησε εποχή όταν το ανέβασε ο Λαζάνης επί δικτατορίας, με τον Θύμιο Καρακατσάνη, τον Γιάννη Μόρτζο και τον Νίκο Μπουσδούκο. Νομίζω πάντως ότι και το δίδυμο Καρακατσάνης-Κωνσταντίνου θα λειτουργήσει. Πίσω από τη διανομή μας υπάρχει και μια πονηριά. Και οι τρεις ηθοποιοί είναι παιδιά του Θεάτρου Τέχνης κι επομένως έχουνε κοινούς κώδικες».

Οι «Νταντάδες», ένα έργο που καταγγέλλει την οργουελική εξουσία, είχε λόγο να ανεβεί επί δικτατορίας. Μάλιστα, δύο χρόνια μετά, έκανε πρεμιέρα και στο off off Broadway, με μεγάλη επιτυχία. Είναι το ίδιο επίκαιρο σήμερα;

«Το έργο μιλά για πολλές μορφές εξουσίας περιγράφοντας τι μπορεί να πάθει από αυτές ο άνθρωπος. Σήμερα η οικονομική κρίση είναι μια μορφή εξουσίας κάτω από την οποία συνθλίβεται το άτομο, όπως στη δικτατορία. Οι «Νταντάδες» είναι ένα μεγάλο έργο γιατί κάθε εποχή μπορεί να το διαβάσει διαφορετικά. Πάντα, θα σημαίνει κάτι».

Το «εκσυγχρονίσατε» καθόλου;

«Ναι. Στις σχέσεις, στους συμβολισμούς των προσώπων και στο σκηνικό χώρο, που τον έχει αναλάβει ο Γιώργος Πάτσας. Ετσι κι αλλιώς, αυτού του είδους τα έργα πρέπει, χωρίς να τα πειράξεις και να τα βλάψεις, να τα δεις διαφορετικά. Δεν μπορεί, δηλαδή, μια παράσταση του 2010 να είναι ίδια με του 1970».

Εχει αλλάξει και η δική σας «ματιά» στο θέατρο από την εποχή που ξεκινούσατε, πριν από 30 χρόνια;

«Επηρεάζεσαι. Οι εποχές και η αισθητική αλλάζουν και σε αλλάζουν. Αλίμονο αν παραμείνεις αυτός που ήσουνα. Κατ’ αρχάς, μέσα στα χρόνια επέρχεται μια ωριμότητα και μια εμπειρία, που, όπως και να το κάνουμε, παίζει καταλυτικό ρόλο. Δεν έχω ούτε τις ίδιες ευκολίες, ούτε τις ίδιες δυσκολίες, όπως τότε που ξεκίναγα. Τα 30 αυτά χρόνια με τις 80 παραστάσεις, άλλοτε επιτυχίες, άλλοτε αποτυχίες, λειτουργούν εποικοδομητικά. Θα ήθελα βεβαίως από εδώ και στο εξής να αγγίξω συγγραφείς που δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να σκηνοθετήσω, όπως Τσέχοφ και Τένεσι Ουίλιαμς… Βεβαίως, σημασία δεν έχει πόσα και ποια έργα έχεις κάνει, αλλά πώς, κι αν έχεις κάτι να πεις στην εποχή που τα ανεβάζεις . Εγώ νομίζω ότι κάτι έχω να πω για τον «Γλάρο». Είναι ένα έργο που θέλω πολύ να κάνω».*

  • Ο σκηνοθέτης επιστρέφει στην ασφάλεια της συνεργασίας του με την Ξένια Καλογεροπούλου στη Μικρή Πόρτα και μιλάει για την αρνητική εμπειρία του στη σκληρή αγορά του ελεύθερου θεάτρου

  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Με το αγαπημένο του είδος, που λέγεται θέατρο για παιδιά, ο Θωμάς Μοσχόπουλος επιστρέφει στη Μικρή Πόρτα και μαζί με την Ξένια Καλογεροπούλου ετοιμάζουν τη νέα τους δουλειά με τίτλο «Ο τυχερός στρατιώτης». Ενα παραμύθι, ή καλύτερα ένας ρωσικός μύθος, βρίσκονται στην αφετηρία της ιδέας που ξεκίνησε και δουλεύεται κατά τη διάρκεια των προβών από όλους μαζί- δημιουργούς και ηθοποιούς. «Δεν χρειάζεται να έχεις παιδιά για να κάνεις θέατρο γι΄ αυτά» λέει ο σκηνοθέτης προσδοκώντας να μου εξηγήσει τη ρίζα της αφοσίωσής του στο είδος. «Στην ουσία όταν ασχολείσαι με τα παιδιά ασχολείσαι με τα παιδικά σου κομμάτια. Σκέφτομαι ότι είναι καλύτερα να μην ταυτίζεσαι με τους μικρούς θεατές, αλλά να κρατάς μια μικρή απόσταση. Είναι όπως όταν διαβάζεις από πολύ κοντά και δεν βλέπεις καλά τα γράμματα» λέει ύστερα από μια ακόμη πρόβα και συνεχίζει: «Τελικά σκέφτομαι ότι και η λειτουργία που έχω εγώ για το θέατρο μέσα μου έχει να κάνει με μια λειτουργία παιχνιδιού.Ετσι γνώρισα το θέατρο και έτσι συνδέομαι.Και αυτό δεν έχει να κάνει με την αντικειμενική γνώση που έχεις για ένα παιδί αλλά με την αθωότητα που αυτό κουβαλά.Και αυτή αναζητώ.Οπως αναζητώ την καθαρότητα… Αλλωστε οι παραστάσεις που κάνουμε με την Ξένια είναι, όπως επισημαίνει πάντα η ίδια, και για παιδιά.Λειτουργείς ίσως πιο επιστημονικά, βάζεις τον εαυτό σου σε μια απόσταση και δεν εμπλέκεσαι συναισθηματικά. Πιστεύω ότι είναι καλό να μην έχεις τη συναισθηματική εμπλοκή που έχει ο γονιός με το θέμα, γιατί έτσι ίσως χάσεις την ψυχραιμία σου».

Μια αλληγορία για την ιστορία ενός ανθρώπου που για να ξεπεράσει τον φόβο του νομίζει ότι φθάνει σε μια αίσθηση παντοδυναμίας και ότι θα ξεγελάσει ακόμη και τον θάνατο… «Μόνο που ο θάνατος δεν ξεγελιέται» μονολογεί. Για μια ακόμη φορά, ο Θωμάς Μοσχόπουλος γράφει μαζί με την Ξένια Καλογεροπούλου και όλοι μαζί με τον εξαμελή θίασο εξελίσσουν τη γραφή στις πρόβες. «Πρόκειται για μια καταπληκτική ιστορία, για την οποία έπρεπε να αναζητηθούν λύσεις ώστε να αντιμετωπισθούν οι δυσκολίες.Χρησιμοποιήθηκαν λοιπόν κούκλες:τρεις κούκλες και έξι ηθοποιοί, που άλλοτε κινούν τις κούκλες και άλλοτε παίζουν ρόλους». Ενας στρατιώτης που γυρίζει από τον πόλεμο είναι ο βασικός ήρωας της ιστορίας. Μη μπορώντας να ξαναβρεί το χωριό του, είτε γιατί αυτό καταστράφηκε είτε γιατί ο ίδιος χάθηκε, πηγαίνει λοιπόν στην πόλη όπου όλοι τον υποδέχονται με τιμές. Κάποια στιγμή, παίζοντας χαρτιά, νομίζει ότι ξεγελάει τον Διάβολο και τότε αποκτά μια δύναμη με την οποία θεωρεί ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. «Αλλά τότε συντελείται μια μικρή ύβρις…» εξηγεί ο σκηνοθέτης που επισημαίνει ότι «το έργο έχει ένα φιλοσοφικά διδακτικό χαρακτήρα, μια επική λειτουργία και απευθύνεται σε ευρύ, το ευρύτερο ίσως ως τώρα, κοινό της Μικρής Πόρτας, ξεκινώντας από την ηλικία των 4 ετών… Τόσο πρακτικά όσο και σε ύφος είναι η πιο ψαγμένη παράσταση. Κυρίως λόγω θιάσου» λέει και αναφέρεται στην Αννα Μάσχα, στον Αργύρη Ξάφη, στον Κώστα Μπερικόπουλο, στην Αννα Καλαϊτζίδου, στον Σωκράτη Πατσίκα και στον Βαγγέλη Χατζηνικολάου. Μαζί με τους ηθοποιούς δοκιμάζουν πολλά και φθάνουν στα άκρα.

Μέρος της ομάδας του μεγάλου θιάσου του Αμόρε που έκλεισε πριν από δυόμισι χρόνια, ο θίασος συνεχίζει να δουλεύει με τον Θωμά Μοσχόπουλο, «σαν να μην πέρασε μια μέρα….». «Ξέρεις με τι χαρά δουλεύω, με τι χαρά δουλεύουμε όλοι μαζί; Η επικοινωνία με καινούργιους ηθοποιούς είναι πάντα ενδιαφέρουσα αλλά σου βάζει και μερικά φρένα. Τώρα με τα παιδιά δεν βάζω κανένα φρένο.Ο θίασος φτιάχθηκε μέσα σε λίγα λεπτά, όταν εγώ τους ανακοίνωσα ότι θα κάνω μόνο παιδικό, οπότε τους πρότεινα να αναζητήσουν δουλειά… Και τότε είπαν όλοι μαζί “ερχόμαστε μαζί σου!..”. Ρισκάρω και υφολογικά πράγματα στην πρόβα γιατί όπως καταλήγω, όλα τα πράγματα που με έχουν πάει πιο μπροστά στη δουλειά μου ξεκινούσαν από το παιδικό- σαν αν ήταν και να είναι εκεί το εργαστήριό μου. Και αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί ο θεατής δεν έρχεται με προκατασκευασμένη την εικόνα. Δεν ξέρει τίποτε. Αν αυτό λειτουργήσει στο παιδί, θα λειτουργήσει και στους άλλους, τους γονείς, τους δασκάλους» .

  • «ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΓΙΑ ΝΟΡΒΗΓΙΑ ΚΑΙ ΒΡΕΘΗΚΑ ΣΤΟ ΣΟΥΔΑΝ»

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος ξέρει ότι έμαθε και μαθαίνει πολλά από το παιδικό θέατρο,όπως και από την πρόσφατη εμπειρία του στην ελεύθερη αγορά, σε συνεργασία με την Ελληνική Θεαμάτων: «Μια τεράστια παρεξήγηση συνέβη πέρυσι, χωρίς κακές προθέσεις. Εχω κάνει πολλές διαπιστώσεις,πικρές ή γλυκές,αλλά επειδή είναι ακόμη εν τω γίγνεσθαι, δεν έχω καταλήξει. Το σίγουρο είναι ότι διαπίστωσα πως ό,τι είναι καλό για μένα δεν είναι και για τους άλλους. Και μιλάω για εσωτερικές διεργασίες και με τους ανθρώπους που συνεργάστηκα. Η κίνηση προς το κοινό ήταν μια λάθος σχεδιασμένη κίνηση, γιατί είχε αλλιώς φτιαχθεί από την αρχή. Δεν διάλεξα το θέατρο Αλίκη, βρέθηκα στο Αλίκη. Ούτε τα έργα τα διάλεξα για εκεί. Ξεκίνησα να πάω στη Νορβηγία και βρέθηκα στο Σουδάν. Μαζί μου είχα χειμωνιάτικα… Τουλάχιστον το αεροπλάνο δεν έπεσε» προσθέτει ενώ τονίζει ότι ο χώρος «παίζει μεγάλο ρόλο στην παράσταση». Οσο για τις ευθύνες, «κάποιοι δεν άντεξαν. Αλλά όχι, δεν προδόθηκα από συνεργάτες. Απλώς κατάλαβα ότι όταν αλλάζουν τα πράγματα δεν μπορούν να λειτουργήσουν όλοι σε αυτό. Για μένα έπαιξε ρόλο το γεγονός να μη μείνουν και άνθρωποι χωρίς δουλειά,τους οποίους είχα κλείσει μήνες νωρίτερα». Πάντως αν γυρνούσε τον χρόνο πίσω, «αν ήξερα ότι θα παίζαμε στο Αλίκη, μπορεί να μην έλεγα “ναι”», λέει σήμερα «όχι γιατί είχε προβλήματα με την εταιρεία παραγωγής,την Ελληνική Θεαμάτων,αλλά γιατί όλα είχαν σχεδιασθεί διαφορετικά.Η “Δωδέκατη νύχτα” του Σαίξπηρ και το “Τι είδε ο υπηρέτης” του Τζο Ορτον επρόκειτο να ανέβουν στις δύο σκηνές του καινούργιου θεάτρου με το όνομα Π (Πειραιώς και Περσεφόνης) που θα λειτουργούσε από πέρυσι. Οι εργασίες στο θέατρο δεν προχώρησαν- η ολοκλήρωσή του παραμένει σε εκκρεμότητα- οπότε οι δύο παραγωγές που αρχικά είχε αποφασιστεί να μεταφερθούν στον χώρο της Πειραιώς 260, στο Φεστιβάλ, κατέληξαν στο θέατρο Αλίκη της οδού Αμερικής».

Τελικά εφέτος θα επαναληφθεί μόνον το «Τι είδε ο υπηρέτης», στο θέατρο Χορν- μια που η διανομή στο σαιξπηρικό έργο θα έπρεπε να αλλάξει ριζικά, λόγω άλλων υποχρεώσεων των ηθοποιών. Πού καταλήγει; «Η έννοια της ομάδας δεν υφίσταται με όλους» είναι ένα πρώτο συμπέρασμα.«Με κάποιους είναι θαυμαστό αυτό που συμβαίνει, με κάποιους άλλους όχι. Φυσικό είναι να βλέπει ο καθένας διαφορετικά τα πράγματα. Στο κάτω κάτω είναι πολύ αλαζονικό να θέλεις όλοι οι άλλοι να είναι προέκταση του εαυτού σου».

  • «Ο τυχερός στρατιώτης» της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου στο θέατρο Πόρτα.
  • Σκηνογραφία Ελλη Παπαγεωργακο- πούλου, μουσική Κορνήλιος Σελαμσής, κίνηση Χρήστος Παπαδόπουλος.
  • Στο Θέατρο Πόρτα, πρεμιέρα στα μέσα Νοεμβρίου 2010.
  • Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artid=355369&dt=19/09/2010#ixzz1051VhiIt