Κώστας Τσιάνος:35 χρόνια στο σανίδι

Posted: Σεπτεμβρίου 4, 2010 in Τσιάνος Κώστας

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεσσαλικού Θεάτρου, Κώστας Τσιάνος.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Κατερίνα Γιοσμά,
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Αρχείο Θεσσαλικού Θεάτρου

Το Θεσσαλικό Θέατρο, το πρώτο Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο της Ελλάδας ξεκίνησε ως ένα όνειρο ηθοποιιών με όραμα, που έκαναν πράξη την καλλιτεχνική αποκέντρωση το 1975. Σήμερα, ο καλλιτεχνικός του διευθυντής, Κώστας Τσιάνος, αναπολεί τις ημέρες της εκκίνησης…

  • Πώς γεννήθηκε η ιδέα της δημιουργίας του Θεσσαλικού Θεάτρου;

Ήταν το 1975 μετά την πτώση της Χούντας, σε μια εποχή κατά την οποία ήταν διάχυτος ο ενθουσιασμός και το κέφι για να δημιουργηθούν νέα πράγματα. Η λέξη κλειδί της εποχής ήταν η αποκέντρωση. Παρέα, λοιπόν, με την Άννα Βαγενά και τον Γιώργο Ζιάκα, όλοι Λαρισαίοι κι έχοντας ήδη μια πορεία στο θέατρο, αποφασίσαμε να μεταφέρουμε το επαγγελματικό θέατρο στην πόλη μας. Κάτι, πιστέψτε με, εντελώς τρελό για εκείνη την εποχή. Χωρίς καμία δραχμή και υποστήριξη.

  • Ξεκινήσατε με 152 ιδρυτικά μέλη. Ανάμεσά τους: Μάνος Χατζιδάκις, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Δήμητρα Γαλάνη, Θόδωρος Αγγελόπουλος κ.ά. Πως πείστηκαν για την «αγαθότητα» των προθέσεών σας;

Όλοι μας γνώριζαν και χωρίς δεύτερη σκέψη μάς ακολούθησαν. Κατάλαβαν ότι είναι μια σοβαρή ιστορία. Πρώτη και καλύτερη μάς βοήθησε η Μελίνα (σ.σ. Μερκούρη), προτού καν γίνει βουλευτής…

  • Ποιες ήταν οι δυσκολίες και πως υπερνικήθηκαν;

Αποφασίσαμε ότι όλο αυτό θα είναι μία εντελώς επαγγελματική ιστορία, ευθύς εξαρχής. Πρέπει να σας πω επίσης ότι ήμασταν το πρώτο θέατρο που πλήρωνε τους ηθοποιούς για τις πρόβες τους! Όλοι αμειβόντουσαν και αυτός θεωρώ ότι ήταν και ο λόγος της επιτυχίας μας. Εννοείται, βέβαια, πως και σήμερα και τότε το πιο βασικό πρόβλημα ήταν το οικονομικό, αλλά εμάς μας πίστεψαν, μας αγκάλιασαν, μας προέβαλαν. Ήταν ανάγκη της εποχής. Προβληματιζόμασταν για το ρεπορτόριο, τι θα παίξουμε, τι θα επιλεχθεί. Μην ξεχνάτε πως ο κόσμος στην επαρχία δεν ήταν συνηθισμένος στο να βλέπει θέατρο. Δε θέλαμε να παίξουμε μόνο στη Λάρισα, αλλά παντού. Μη νομίζετε, όμως, ότι και σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα… Όταν πηγαίνεις στο θέατρο μ’ ένα κιλό ποπκόρν, ποια η διαφορά; Επίσης, τα κάναμε όλα μόνοι μας: από αφισοκολλήσεις μέχρι ταξιθέτες.

  • Η Άννα Βαγενά, ένα επίσης από τα ιδρυτικά μέλη του Θεσσαλικού Θεάτρου, έγραψε ένα βιβλίο-μνήμης με τίτλο «Το Θεσσαλικό μου Θέατρο», το οποίο και θεατροποίησε. Αποτυπώνει όλη αυτή την ατμόσφαιρα;

Αν και η Αννούλα είναι φίλη μας, εγώ δε θα τολμούσα να πω «Το Θεσσαλικό ΜΟΥ θέατρο», αλλά «Το Θεσσαλικό ΜΑΣ θέατρο». Και είναι κάτι που το λένε και οι Λαρισαίοι εδώ… Από τη μια δεν μπορώ να της πω να μην το κάνει, αλλά δε θέλω να συμμετέχω κιόλας…

  • Σταθμός στην πορεία σας, αλλά και του Θεάτρου ήταν μεταξύ άλλων το ανέβασμα της «Ηλέκτρας» με τη Λυδία Κονιόρδου, ένα έργο κλασικό, αλλά δοσμένο διαφορετικά. Ποια είναι η γνώμη σας για τις νεωτερίζουσες προσεγγίσεις σκηνοθετών στην αρχαιοελληνική δραματουργία;

Όταν μιλάμε για «τεράστια» έργα όπως αυτά, πρέπει ο καθένας να μπορεί να τα προσεγγίζει όπως θέλει, χωρίς όμως να του ξεφεύγουν η ουσία, το πνεύμα και η ψυχή του έργου. Το πρόβλημα είναι να μη γίνεται αυτοσκοπός το καινούριο. Υπάρχουν για παράδειγμα σκηνοθέτες που προσπαθούν, σκέφτονται, μηχανεύονται ό,τι πιο περίεργο και ανατρεπτικό για να εντυπωσιάσουν τον κόσμο. Έρχονται και κάποιοι ξένοι σκηνοθέτες που οι εννιά στους δέκα… Έχει μαζευτεί πολύ σκουπιδαριό από απέξω! Το χειρότερο, όμως,όλων είναι οι θεατές που εγκωμιάζουν τέτοιες προσεγγίσεις και αν τους ρωτήσεις για το τι κατάλαβαν από την παράσταση, θα σου πουν τίποτα! Αντίθετα, γίνονται κι εξαιρετικές δουλειές που μας βοηθούν να ξεπεράσουμε και μια συγκεκριμένη αντίληψη που έχουμε για αυτά τα έργα, όπως αυτές των Στρέλερ, Μπρουκ, Στάιν.

  • Ποια συμμετοχή του κοινού θεωρείται τέτοια ώστε να χαρακτηρίσει μια παράσταση επιτυχημένη;

Αν είναι κάτι εξαιρετικό, το κοινό μένει άφωνο και σιωπηλό. Αυτό είναι το καλύτερο. Τα λέει όλα η ματιά τους, αλλά οι ίδιοι δεν μπορούν να μιλήσουν. Ο κόσμος, είτε είναι αγρότης, είτε είναι διανοούμενος, εκτιμά την αφοσίωση των συντελεστών της παράστασης προς το κείμενο και το έργο, ακόμα και αν η σκηνοθεσία για παράδειγμα είναι ακραία.

  • Είστε παρών στα 24 από τα 35 χρόνια του Θεσσαλικού Θεάτρου. Εσωτερική ανάγκη η μικρή αυτή παύση;

Είχαν αλλάξει πολλά από τα δεδομένα κάποια στιγμή, είχα θυμώσει κι εγώ με διάφορα, έτυχαν και κάποια οικογενειακά προβλήματα… Πάντοτε, ωστόσο, μου έλεγαν να επιστρέψω, αλλά μετά μπλέχτηκα με το Εθνικό, το Κρατικό Βορείου Ελλάδος κτλ…

  • Στο οποίο υπήρξατε καλλιτεχνικός διευθυντής.

Η αλήθεια είναι ότι ήρθα σε σας (σ.σ. στη Θεσσαλονίκη) γιατί ήθελα να φύγω από το Θεσσαλικό με ομαλό τρόπο. Ευκαιρία ν’ ανασάνω κι εγώ από αυτούς και αυτοί από εμένα!

  • Ποια είναι η γνώμη σας για τη σημερινή εξέλιξη του θεσμού των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων; Εκπληρώνουν το σκοπό τους ή «πνίγονται» ενδεχομένως στην ελλιπή χρηματοδότηση;

Τα περισσότερα τον εκπληρώνουν. Είναι φάροι πολιτισμού για τις πόλεις και τα χωριά της περιοχής. Δεν είναι όλα, βέβαια. Αλλά, πρέπει να σταματήσει η ματζιριά και η γκρίνια από τους Αθηναίους… Ξέρετε, έχουμε αρχίσει να έχουμε πρόβλημα με τη χρηματοδότηση, καθώς έχουμε δημιουργήσει πολλές υποχρεώσεις και σε προσωπικό και σ’ ενοίκια…

«Ηλέκτρα»

  • Συνεργαστήκατε με τη Δώρα Στράτου, εντρυφώντας με αυτόν τον τρόπο στη λαϊκή παράδοση. Πόσο μακριά είμαστε πλέον από τις ρίζες μας ως λαός;

Όσο ήμασταν και τότε. Ίσως υπάρχει μια μικρή διαφορά. Δε νομίζω πάντως ότι έχουν αλλάξει δραματικά τα πράγματα. Και την εποχή εκείνη, πηγαίναμε στα χωριά για να έρθουμε σ’ επαφή με την παράδοσή μας. Τώρα, βλέπω με χαρά πως πάρα πολλοί νέοι πηγαίνουν στα χορευτικά-πολιτιστικά συγκροτήματα και μαθαίνουν για την πατρίδα τους. Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο, εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης. Όλοι πρέπει να γίνουμε περισσότερο εσωστρεφείς και να κοιτάξουμε την πατρίδα μας. Τι είναι αυτό το χώμα που πατάμε;

  • Μεγάλη μερίδα του κοινού, πάντως, σάς γνώρισε μέσα από τη συμμετοχή σας στους «Δέκα Μικρούς Μήτσους» του Λάκη Λαζόπουλου. Τι θυμάστε από τότε;

Μην ξεχνάμε ότι και ο Λάκης ξεκίνησε από το Θεσσαλικό Θέατρο, με δική μας παραίνεση. Και η αλήθεια είναι πως δεν το έχει ξεχάσει ποτέ και μέχρι και σήμερα βοηθάει με τον τρόπο του. Όσο για τους «Μήτσους»… δε θυμάμαι τίποτα! Είχα τόσο τρακ… ένα τεράστιο τρακ. Δεν κάναμε και πολλές πρόβες, τα κείμενα γράφονταν τελευταία στιγμή και λόγω επικαιρότητας. Αφήστε που βοηθούσα κι εγώ στο τελικό αποτέλεσμα… Λέξεις όπως «επί του καναπέως» ή «οσονούπω» ήταν δικές μου προσθήκες, αυτοσχεδιασμοί της στιγμής που τους κρατήσαμε γιατί μας άρεσαν. Κάναμε μια πλάκα, όμως. Έτσι το είδα, γι αυτό και δεν κράτησε πολύ.

  • Παρακολουθείτε την εκπομπή του στον Alpha, το «Αλ Τσαντίρι Νιούζ»;

Ναι, την παρακολουθώ. Αυτό που κάνει ο Λάκης, κακά τα ψέματα, είναι μοναδικό και λίγοι μπορούν να το κάνουν… Τόσες ώρες ζωντανής εκπομπής, με αυτοσχεδιασμούς, με κόσμο, με απρόοπτα.

  • Σας έχει γίνει πρόταση να συμμετέχετε; Το έκανε, άλλωστε, αρκετές φορές η Ελένη Γερασιμίδου τους τελευταίους μήνες.

Α, με τίποτα! Με αγχώνει πάρα πολύ όλα αυτό…

  • Ως προς την τρέχουσα και γενέθλια παράστασή σας, «Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας», επιλέξατε να είναι επιθεώρηση. Για ποιο λόγο;

Είχαμε την ανάγκη να κάνουμε και κάτι άλλο. Προσωπικά, αλλά και το Θεσσαλικό Θέατρο, είχαμε εντρυφήσει στο συγκεκριμένο είδος στο παρελθόν, με το «Μας πήρε το ποτάμι» για παράδειγμα. Θέλαμε κάτι χαρούμενο, να είναι σα γιορτή, καλοκαιρινό κι ευχάριστο για τον κόσμο. Η συγκεκριμένη μάλιστα επιθεώρηση θα εντασσόταν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και θα παίζαμε και στο Ηρώδειο, αλλά μας «έφαγαν» τα… οικονομικά.


«Προμηθέας Δεσμώτης»

  • Η ΝΕΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

«Οι αγαπητικοί της Βοσκοπούλας», σε σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου. Η «Βοσκοπούλα», μπορεί να είναι η Πηνελόπη ή η Ελλάδα και οι «αγαπητικοί», οι 300 μνηστήρες ή οι βουλευτές ή οι Ευρωπαίοι κερδοσκόποι…Τα κείμενα είναι των Λάκη Λαζόπουλου, Θανάση Παπαθανασίου- Μιχάλη Ρέππα, Κώστα Τσιάνου και Άννας Χατζησοφιά. Η μουσική και τα τραγούδια είναι του Διονύση Τσακνή, το σκηνικό και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, οι χορογραφίες του Φωκά Ευαγγελινού και βοηθός σκηνοθέτη είναι η Λουκία Στεργίου. Παίζουν, τραγουδούν και χορεύουν οι ηθοποιοί με αλφαβητική σειρά: Φανή Γέμτου, Χάρης Γρηγορόπουλος, Τζένη Διαγούπη, Μάνος Ιωάννου, Ελένη Καρακάση, Φωτεινή Ντεμίρη, Ελένη Ουζουνίδου, Πάνος Σταθακόπουλος, Γρηγόρης Σταμούλης, Γιάννης Στόλλας, Αλίκη Τσάκου και Γιώργος Ψυχογιός.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s