Γιάννης Μετζικώφ: Χάζευα επί ώρες το πανωφόρι ενός ζητιάνου

Posted: Σεπτεμβρίου 3, 2010 in Μετζικώφ Γιάννης

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 28 Αυγούστου 2010
  • Ο Γιάννης Μετζικώφ έχει τη δύναμη ενός μάγου. «Μάγο των ψευδαισθήσεων» τον αποκαλεί κι η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, η οποία τον γνωρίζει από τα πρώτα του βήματα, την εποχή που ήταν αριστούχος μαθητής της στην Καλών Τεχνών.

Ο Γιάννης Μετζικώφ στο μαγικό «βασίλειό» του. Εκεί όπου ο χρόνος σταματά...

Ο Γιάννης Μετζικώφ στο μαγικό «βασίλειό» του. Εκεί όπου ο χρόνος σταματά… Ο Μετζικώφ μπορεί να μεταμορφώσει ένα σπασμένο ασημένιο καθρέφτη σε εξωτικό κόσμημα κεφαλής και κουκούτσια ελιάς σε ένθετα ρινίσματα… χρυσού στο βαρύτιμο φόρεμα μιας τραγικής βασίλισσας.

Στέκεται πάνω από κάθε ένα ένδυμα ξεχωριστά, ακούραστος, ώρες ατέλειωτες, όχι μόνο κατά τη διάρκεια που ράβεται και το προβάρουν οι ηθοποιοί, οι χορευτές ή οι λυρικοί τραγουδιστές, αλλά και τη στιγμή που το κοστούμι πρόκειται να πηδήσει στα φώτα της σκηνής για την παρθενική συνάντησή του με το κοινό. Και τότε ακόμη μπορεί να του προσθέσει μια τελευταία πινελιά, μια ακόμη βελονιά. Ο ίδιος. Με τα χέρια του.

Εχει ήδη -πάντοτε- προηγηθεί ένα ολόκληρο «ταξίδι» απ’ τα «ρετιρέ» ώς τα «υπόγεια» των υφασματέμπορων της Αθήνας. Ολοι τον γνωρίζουν. Και κατεβάζουν «βροχή» τα υφασμάτινα τόπια, τα οποία ο Γιάννης Μετζικώφ ψηλαφεί τρυφερά. «Πόσος κόπος!» λέει σήμερα. «Γολγοθάδες, ώρες επί ωρών. Τους ξεχνάς, όμως, μετά».

Δεν αποτελεί, επομένως, παρά ελάχιστη δικαίωση για αυτόν τον άοκνο «εργάτη» της σκηνικής ενδυματολογίας, σκηνογράφο, ζωγράφο και γλύπτη, το γεγονός ότι εκατό από τα χιλιάδες κοστούμια -της Μήδειας, της Κλυταιμνήστρας, του Οιδίποδα- που φιλοτέχνησε για το θέατρο, την όπερα και το μπαλέτο την τελευταία 25ετία, «όχι τα ωραιότερα, ούτε τα σημαντικότερα», όπως διευκρινίζει, θα ξανασυστηθούν στο κοινό, γυμνά απ’ τη σάρκα των ηθοποιών. Η έκθεση «Γιάννης Μετζικώφ: θεατρικά ενδύματα και προσωπεία. Από τη σκηνή στο Μουσείο», εγκαινιάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη, σε επιμέλεια Τάκη Μαυρωτά, στις 14 Σεπτεμβρίου (διαρκεί ώς τις 20 Οκτωβρίου).

– Είστε ο άνθρωπος που δεν περιορίζεται σε ένα γραφείο ή ατελιέ. Χάνεστε στα παζάρια και τις κρυφές γωνιές της πόλης, προκειμένου να ανακαλύψετε «θησαυρούς» για τις συλλογές σας, τα σκηνικά και τα κοστούμια σας.

«Εχω το πάθος να συλλέγω πράγματα ετερόκλητα. Οι συλλογές μου περιέχουν τα πάντα. Η ικανότητα να επιλέξεις κι από τα σκουπίδια ένα πράγμα, το συγκαταλέγει, θεωρώ, στα έργα τέχνης».

– Ποια αντικείμενα σας συγκινούν κυρίως;

«Τρέφω έναν έμφυτο, βαθύ σεβασμό στα έργα των ανθρώπων. Ο,τι έχει ανθρώπινο μόχθο, είναι κάτι στο οποίο θα σκύψω με κατανόηση κι αγάπη. Υπάρχουν άνθρωποι που βάφουν με τα χέρια τους, που πλέκουν, δένουν -από καλαθάδες μέχρι υφαντές. Είναι ένα «κεφάλαιο» που με ενδιαφέρει όχι στενά στον ελλαδικό χώρο. Εξ ου και έχω ταξιδέψει τόσο πολύ σ’ όλο τον κόσμο. Κι έχω καταλήξει στο ότι το να δημιουργείς πράγματα δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με το αν είσαι φτωχός ή πλούσιος. Σχετίζεται με τη θρησκεία σου, με το αν είσαι ελεύθερος ή φυλακισμένος, άνδρας ή γυναίκα σε μια μουσουλμανική χώρα, παιδί ή γέρος. Είναι περίπλοκο».

– Από τα αντικείμενα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι, τι προτιμάτε;

«Οτιδήποτε φτιάχνεται για να φορεθεί. Κάποτε είχα συναντήσει σε μια ισλαμική χώρα ένα ζητιάνο, ο οποίος είχε βάλει τόσες πολλές βελονιές, προκειμένου να συγκρατήσει τα καταρρέοντα τμήματα των υφαδιών του πανωφοριού του, που είχε φτιάξει, χωρίς να το γνωρίζει, ένα παλίμψηστο από χιλιάδες αγγίγματα. Είχε μετατρέψει το πανωφόρι σε ένα ιερό αντικείμενο, το οποίο είχε αποφασίσει να τον συντροφεύει μέχρι την τελευταία του στιγμή… Καθόμουν και τον χάζευα».

– Τα ρούχα, γενικότερα τα αντικείμενα, τα αντιμετωπίζετε ως παλίμψηστα;

«Κατά κάποιο τρόπο. Εμείς σιγά σιγά ανήκουμε στη γενιά των τελευταίων ρομαντικών. Είμαστε από τους τελευταίους που διαβάσαμε ένα βιβλίο που τείνει να γίνει μουσειακό είδος και φορέσαμε κάτι που έφτιαξε με τα χέρια της η μάνα μας. Σιγά σιγά τα πράγματα τακτοποιούνται σε μια νέα τάξη πραγμάτων. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Δεν θα μας φέρει καμιά θεία μας σήμερα δώρο γάμου ένα κέντημα!».

– Πώς έγινε η μετάβασή σας απ’τις εικαστικές τέχνες στο θέατρο, το οποίο είναι πια για σας τρόπος ζωής;

«Το θέατρο για μένα ήταν η μεγάλη φυγή. Δεν την άντεχα την παιδική μου ζωή. Ζούσα σε ένα άδειο σπίτι στην Καστέλλα. Δεν είχε στολίσματα. Ούτε κάδρα. Ηταν έρημο. Αυτή ήταν η άποψη του πατέρα μου. Εγώ όμως δεν είμαι μινιμαλιστής. Ονειρευόμουνα όσα είχα διαβάσει στα βιβλία. Το θέατρο μού έδωσε τη μεγάλη ελευθερία να δραπετεύω και να φτιάχνω κόσμους. Το θέατρο είναι φυγή. Είναι η συγκλονιστική τέχνη της ετερότητας. Σε ποια άλλη τέχνη μπορείς να είσαι το πρωί εσύ και το βράδυ άλλος, και να είναι πάντα αλήθεια; Δεν έλεγα ψέμα όταν πήρα ελιές και στόλισα πριν από 20 χρόνια το κοστούμι της Ιοκάστης. Κανένας δεν αμφισβήτησε ότι αυτά τα κουκούτσια ήταν αληθινά ψήγματα χρυσού».

– Σας ενοχλούσε η μοναξιά του ζωγράφου;

«Ενας ζωγράφος μπορεί να έχει τη δωρεά να είναι βασιλιάς στο καμαράκι του και αποκλειστικός υπεύθυνος του αποτελέσματός του, αλλά έχει την κατάρα να μην έχει κοινό. Στο θέατρο το κοινό σου είναι μεγάλη δύναμη. Σε προσδιορίζει. Βεβαίως, στο θέατρο δεν ορίζεις το αποτέλεσμά σου. Φτιάχνεις κάτι πολύ καλό και η παράσταση ενδέχεται να μην είναι το ίδιο. Τότε όλο το οικοδόμημα καταρρέει».

– Μεταξύ σκηνογραφίας και ενδυματολογίας, η μεγάλη σας αγάπη είναι το ένδυμα. Γιατί;

«Από αγάπη στον ηθοποιό. Νιώθω πιο κοντά στον ηθοποιό και πιο κοντά στο ρόλο. Αν δεν υπήρχαν οι σπουδαίοι συγγραφείς, δεν θα γινόμουν σκηνογράφος. Μαγεμένος πήγα στο θέατρο. Τα κείμενα μου πήραν την ψυχή. Εβλεπα τη «Μήδεια» και έμενα άναυδος».

– Ομως πέρα από τα μεγάλα κείμενα, έχετε να κάνετε και με κάτι πολύ πιο απτό. Με τα σώματα των ηθοποιών.

«Πιστεύω ότι το πάσχον σώμα έχει τη δύναμη να το αξιολογήσει αυτό που φτιάχνω. Είμαι τυχερός όταν ντύνω ένα μεγάλο πρωταγωνιστή και περνά στο κοστούμι την ανάσα και τον ιδρώτα του. Ενας ατάλαντος ηθοποιός δεν εμψυχώνει, δεν ζωντανεύει. Χάσκει μέσα σ’ αυτό που του έχω φτιάξει. Και είναι κάποιες φορές που πραγματικά ντρέπομαι. Γιατί μοιάζει να τον έχω κουκουλώσει. Χάλασα τα ζύγια. Κι έπεσε ο χαρταετός!».

– Γιατί επιμένετε στις λεπτομέρειες των ενδυμάτων;

«Η Ειρήνη Παπά μού είχε πει: «Δούλευε όπως οι λαϊκοί άνθρωποι». Εννοούσε όπως οι τεχνίτες που χάθηκαν και επέμεναν στη λεπτομέρεια των πραγμάτων. Σε μια συζήτηση με τον Κακογιάννη για τις «Τρωάδες» του που θα παρουσιάζονταν στην Επίδαυρο, μου είπε ότι δεν έπρεπε να έχω αγοράσει για τα κοστούμια τα πανάκριβα ολομέταξα υφάσματα που πήρα. «Ποιος θα το καταλάβει;», με ρώτησε «Οι ηθοποιοί»» του είπα. Στις λεπτομέρειες υπάρχει αλήθεια. Γεμάτοι λεπτομέρειες είμαστε».

– Υπάρχουν απαγορεύσεις στο κοστούμι;

«Στο θέατρο δεν μπορείς να αυθαιρετείς. Εχεις κληθεί να υπηρετήσεις συγκεκριμένα πράγματα. Ακόμη και στο διαμορφωμένο, στο «πειραγμένο» κείμενο. Τώρα, αν εμένα μου αρέσει πολύ η επεξεργασία πάνω στα κοστούμια, δεν σημαίνει ότι αυτό συνιστά και ορισμό του καλού κοστουμιού. Ολοι όμως έχουν τη «γραφή» τους».

– Βλέπετε να επιβάλλεται η αισθητική της… ακαλαισθησίας στις παραστατικές τέχνες;

«Η ακαλαισθησία στις μέρες μας δεν είναι όπως παλαιότερα. Οι άνθρωποι είναι πιο επιεικείς σε ζητήματα αισθητικής. Ακόμη κι εγώ. Γιατί τα ακαλαίσθητα πράγματα έχουνε άλλες προθέσεις. Αλλού εντοπίζεται το πρόβλημα. Νομίζω ότι οι καινούργιοι σκηνογράφοι κι ενδυματολόγοι έχουν γίνει -όχι όλοι- θύματα ενός εύκολου αποτελέσματος. Σπάνια συναντώ ανθρώπους να ψαχουλεύουν… Πηγαίνουν σε ένα μαγαζί, βρίσκουν, αγοράζουν, φτιάχνουν. Δεν ερευνούν. Αν δεν ψαχουλέψεις, όμως, αν δεν δουλέψουν τα μάτια σου παρατηρώντας ανθρώπινες συμπεριφορές και αντιδράσεις, τότε δεν μπορείς να φτιάξεις το σωστό κοστούμι. Δεν μπορείς να επαναπαύεσαι «θα πάω στη σχολή του Λονδίνου ή του Παρισιού και θα γυρίσω σκηνογράφος, ενδυματολόγος». Χρειάζεται έρευνα υλικών, συμπεριφορών και ζωής. Ερχονται τα νέα παιδιά και μου δείχνουν τα ντοσιέ τους κι εγώ τους λέω, «βγείτε στους δρόμους, δείτε τους ανθρώπους, πηγαίνετε στο Ζεφύρι να δείτε τους Τσιγγάνους και τα λαϊκά τα γλέντια». Γιατί όλα πρέπει να τα δούμε μες στον κόσμο τους».

– Αναρωτιέμαι, δεν αισθάνεστε να καταπιέζεστε από τον μινιμαλισμό που έχει επικρατήσει στις τέχνες και την αισθητική του θεάτρου τα τελευταία χρόνια;

«Οχι. Γιατί και ο μινιμαλισμός μια «γραφή» μόνο είναι. Δεν προσδιορίζει τα πράγματα καθολικά. Ο μινιμαλισμός όπως και ο μαξιμαλισμός δεν υιοθετούνται ούτε κωδικοποιούνται. Είναι ζήτημα κυτταρικό. Γεννιέσαι μινιμαλιστής, είτε το αντίθετο, με τον τρόπο που κάποιος γεννιέται τενόρος ή βαρύτονος». *

Φανταστείτε τους Ζητάδες με σορτσάκια. Δεν θα μας φόβιζαν καθόλου

– Οταν ξαναβλέπετε παλιά σας κοστούμια, όπως τώρα που προετοιμάζετε την έκθεση στην Πινακοθήκη, πώς αισθάνεστε;

«Είναι σαν λέξεις που είπαμε κάποτε και τις θυμόμαστε πάλι σε μια διήγηση. Αλλά δεν θες να ξαναγυρίσεις. Με τα χρόνια, βελτιώνεται το βλέμμα σου, η γνώση σου. Εχω δουλέψει τρεις φορές τη «Μήδεια». Αν την έκανα τώρα θα την έκανα καλύτερα. Γιατί σήμερα έχω πιστέψει σε άλλα πράγματα. Εκεί που έψαχνα τα χίλια δυο, τις οικουμενικές ή τις θεόπνευστες και θεοπροστατευτικές διαστάσεις του κειμένου, τώρα μπορώ να πω απλά «ήταν η πιο σπαραχτική ερωτική ιστορία που γράφτηκε ποτέ». Βλέπω πλέον τα πράγματα πιο απλά, πιο ταπεινά».

– Αν έπρεπε να διαλέξετε ένα κοστούμι από την έκθεση που σας εκφράζει απόλυτα ακόμη και σήμερα, ποιο είναι;

«Αυτό που δεν έχω κάνει ώς τώρα. Θα είναι σίγουρα το πιο καλό απ’ όλα. Γιατί είναι ταυτότητα το κοστούμι. Πολύ δυνατό στις δηλώσεις του. Βλέπετε τους Ζητάδες πώς γκαζώνουν στις λεωφόρους. Φανταστείτε τους με σορτσάκια. Δεν θα μας φόβιζαν καθόλου. Το κοστούμι τους έχει τόσα πετσιά και γαζιά για να ξυπνάει φόβο. Οπως ο αρχιεπίσκοπος πρέπει μέσα από το κοστούμι του να λάμπει».

– Το σκεπτικό της έκθεσης στην Εθνική Πινακοθήκη ποιο είναι;

«Είναι μια περιπλάνηση. Δεν μπορέσαμε να συμπεριλάβουμε όλα τα κοστούμια που έχω φτιάξει. Είναι χιλιάδες. Διάλεξα μερικά που ήταν εύκαιρα και μάλιστα έτσι όπως ήταν την πρώτη ημέρα που φορέθηκαν -γιατί πολλά ίδρωσαν, καταπονήθηκαν, φθάρηκαν. Πολλές φορές σκίτσαρα μάσκες, οι οποίες δεν μπόρεσαν να παίξουν στο θέατρο. Τις έφτιαξα και αυτές. Είναι μια σειρά μασκών για μια παράσταση που δεν θα δοθεί ποτέ, σε μια έκθεση-περιπλάνηση 25 χρόνων».

– Τι ονειρεύεστε από εδώ και στο εξής;

«Να κάνω μια καλή παράσταση στο επόμενο έργο που θα με συγκινήσει. Με ένα νέο θεατρικό έργο αισθάνομαι όπως την πρώτη φορά. Η συγκίνηση δεν έχει μετακινηθεί ούτε ένα εκατοστό. Δεν ξέρω τι θα πει διακοπές. Δεν μπόρεσα να τις ζήσω καλά. Είναι όμως ευλογία να σε κάνει ευτυχισμένο η δουλειά σου. Βεβαίως, το θέατρο δεν σε συγχωρεί. Θα σου δώσει μια ευκαιρία και θα σου πάρει πίσω 50. Αλλά η ικανοποίηση που θα σου δώσει κάποιες στιγμές, είναι το πιο γενναιόδωρο κρασί».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s