Κραουνάκης εν αιθρία

Posted: 23 Ιουλίου, 2010 in Κραουνάκης Σταμάτης
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΝΑΣΤΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. | ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

  • Είτε ως πληθωρικός συνθέτης είτε ως αριστοφανικός πρωταγωνιστής, ο Σταμάτης Κραουνάκης μαθαίνει λόγια άλλων. Τα δικά του ωστόσο δεν τα κρύβει ποτέ. Με αφορμή την πρώτη εμφάνισή του ως ηθοποιός στους «Αχαρνής», μας μίλησε για πολιτική και άλλα… δαιμόνια.

Φλασκί, θερμός, πείτε το όπως θέλετε, αρκεί να είναι γεμάτο φασκόμηλο. Ετσι το θέλει και το χρειάζεται ο Σταμάτης Κραουνάκης, γιατί του κάνει καλό στις φωνητικές χορδές. Εφέτος δεν θα τις χρησιμοποιήσει για να δώσει τις ιδιοσυγκρασιακές ερμηνείες στα τραγούδια του, ούτε για να δώσει οδηγίες στα μέλη της Σπείρας-Σπείρας, της ομάδας με την οποία φτιάχνει μουσικό θέατρο εδώ και μία δεκαετία. Αυτό το καλοκαίρι αναλαμβάνει να υπηρετήσει ένα άλλο συλλογικό όραμα και να υποδυθεί τον οργισμένο Δικαιόπολι στην παράσταση «Αχαρνής» του Αριστοφάνη που ανεβάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με σκηνοθέτη τον Σωτήρη Χατζάκη. Με ξυρισμένα τα πλαϊνά της κεφαλής για τις ανάγκες του ρόλου, μας μίλησε στους Δελφούς δύο ημέρες πριν από την πρώτη εμφάνισή του ως ηθοποιός και δη πρωταγωνιστή.

  • Κύριε Κραουνάκη, σας ξάφνιασε η πρόταση από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος να πρωταγωνιστήσετε στους «Αχαρνής»;

«Φαίνεται ότι αυτή η παράσταση είναι η καλλιτεχνική παντρειά μου με τον Σωτήρη Χατζάκη, με τον οποίο γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Τώρα βάζουμε ένα μεγάλο στοίχημα και νιώθω ότι θέλουμε στην ηλικία μας να αφήσουμε ένα σημάδι για την υπόστασή μας, πιστεύοντας ταπεινά ότι έχουμε κάνει και οι δύο μια αρκετά ικανοποιητική θητεία στο συγκεκριμένο είδος. Εμένα με αφορούσε πάντα η κωμωδία η αττική, ο Αριστοφάνης. Από 20 ετών που μετέφραζα “Εκκλησιάζουσες” στο Πάντειο, για μια παράσταση που δεν ανέβηκε ποτέ, ως το 1986 που έκανα λιμπρέτο “Λυσιστράτη” με τη Λίνα Νικολακοπούλου ήταν μεγάλο το σκάσιμό μου με αυτό που λέγεται αριστοφανική σχολή».

  • Γιατί αυτό;

«Επειδή πιστεύω απόλυτα στους ρυθμούς και στην επιλογή λέξεων του αρχαίου κειμένου. Είχα έφεση στα αρχαία από το σχολείο, πιθανώς όχι τυχαία, έχω ψάξει και την καρμική πλευρά, δεν εξηγείται αλλιώς το πώς μετέφραζα αυθορμήτως αρχαίο κείμενο από την Α΄ Γυμνασίου σαν να ήταν μια πολύ γνωστή μου γλώσσα. Το ίδιο είπα και τώρα που μου είπαν: “Δεν φοβάσαι την Επίδαυρο;”. Ενδεχομένως να με καταπιεί κιόλας, μπορεί να χάσω τη φωνή μου, όλα παίζουν. Δεν νιώθω ωστόσο δέος απέναντι στο θέατρο, δέος απέναντι στη θεία παρουσία που εκείνη την ώρα εντέλλεται εμένα να χαθώ σε ένα σύμπαν και να επικοινωνήσω αυτό το κείμενο. Δεν έχω ίχνος φιλοδοξίας και το τονίζω».

  • Ως μη ηθοποιός και ως αναγνωρίσιμη περσόνα, πόσο «Κραουνάκης» θα είστε τελικά πάνω στη σκηνή;

«Δεν χρειάστηκε να μπω στη διαδικασία να υποδυθώ. Oπωσδήποτε μπήκα σε έναν κωμικό κώδικα που χοντρικά δανείστηκα από τον Ζαμπέτα, τον οποίο εμπεριέχω με έναν τρόπο ακόμη και στα τραγούδια μου. Είμαι ένα θεατροπαίδι και με το θέατρο κυρίαρχο στοιχείο για μένα πιο πάνω και από το τραγούδι, εξ ου και κυνήγησα τον Βουτσινά να ξεκινήσουμε τις μουσικές παραστάσεις το ’86. Το “ηθοποιός” βέβαια δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, παρά τις παραστάσεις με τη Σπείρα-Σπείρα όπου είχα κάνει ατακαδόρος και έχω πει νούμερα, όχι όμως γιατί δεν μου άρεσε. Μάλιστα, αναμιμνησκόμενος μια έκθεση που είχα γράψει στη Δ΄ Δημοτικού, ίσως τότε να έλεγα την αλήθεια, είχα πει πως θέλω να γίνω ένας πολύ μεγάλος ηθοποιός και χορευτής, άκουσον τώρα. Εναν χρόνο μετά ήρθε το πιάνο στο σπίτι και φαίνεται πως αυτό ήταν το κανάλι μου για την τέχνη. Ευτυχώς…».

  • «Ευτυχώς», επειδή είστε καλύτερος μουσικός απ’ ό,τι ηθοποιός;

«“Ευτυχώς”, γιατί πραγματικά βρίσκω τη δουλειά των ηθοποιών πάρα πολύ κουραστική, είναι κάτι που δεν θα μπορούσα να κάνω συνέχεια. Εδώ υποχρεωτικά πειθάρχησα, κυρίως για να μην εφαρμοστεί το “δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις”, επειδή λέω πάρα πολλά στα παιδιά εδώ και δέκα χρόνια που κάνω διδασκαλία στη Σπείρα για το τι χρειάζεται να κάνει ο περφόρμερ, και έχω και δύο παιδιά της Σπείρας στον χορό των Αχαρνέων, και με κοιτάζουν, και με κρίνουν. Για να μην παρεξηγηθεί αυτό που είπα πριν περί δέους, θα ήθελα να εξηγήσω ότι δεν νιώθω φόβο επειδή νομίζω ότι έχω ξαναπαίξει στην Επίδαυρο. Δεν με τρομάζει η σκέψη, ίσως να με τρομάξει η στιγμή που θα το ξαναζήσω, να ταραχτώ από την εσωτερική μου ανάμνηση, γιατί μια-δυο φορές στις πρόβες το έπαθα. Αφηνα τον εαυτό μου στις πρόβες ανοιχτό από την αρχή για να δούμε τα όρια, ήθελα να δείξω τα ανοίγματά μου, πόσο πάει η φωνή μου. Μας βγήκαν έτσι πολύ ωραία πράγματα στην αναζήτηση των στόχων της κωμωδίας χωρίς να χρειαστεί να καταφύγω σε τερτίπια κωμωδίας. Η παράσταση είναι πολιτική και κοιτάχτηκαν επιμελώς όλοι οι μικροί κόσμοι που γεννιούνται γύρω από ένα γεγονός προδοσίας. Αυτός ο τύπος, ο Δικαιόπολις, πάει και κλείνει ειρήνη μόνος του εν καιρώ πολέμου».

  • Χαρακτηρίσατε σε συνέντευξη αυτήν την κίνηση ως «εύκολο τσαμπουκά του Ελληνα». Δεν είναι ουσιαστικά ο τσαμπουκάς του… Ελληνάρα αυτός;

«Πολλές φορές είναι και ο τσαμπουκάς του Ελληνάρα. Ο Δικαιόπολις όμως είναι φορτωμένος με θυμό, έχει δικαιολογία την ώρα που το αποφασίζει. Το πρώτο σαφέστατο στοιχείο που μας απασχόλησε ήταν το πολιτικό και πώς αυτό το φέρνουμε και μιλάμε για το τώρα χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε αναχρονιστικές λεκτικές δονήσεις. Εχω έναν μονόλογο στη μέση του έργου ντυμένος ζητιάνος, όπου ο Αριστοφάνης δίνει δυνατά, καθώς λέει όλη την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, το αίσθημα μια μάχης που άρχισε τότε και δεν τελείωσε ποτέ».

  • Συνεχίζεται δηλαδή ως σήμερα;

«Ο Κλέων που διοικεί την Αθήνα, ανεβάζει τους μισθούς των δικαστών, αδειάζουν τα ταμεία, την “πέφτει” με φορολογία στους συμμάχους, οι σύμμαχοι πάνε με τη Σπάρτη? δεν είναι ορατό ότι περιγράφει τη σημερινή πραγματικότητα; Ας μην ξεχνάμε ότι και εκείνος ήταν ένας πολιτικά άδικος πόλεμος, δεν υπήρχαν αληθινά αίτια. Επρόκειτο για έναν εμφύλιο τραγικό, έγινε όλη η Ελλάδα σύχρηστη, τέλειωσε η αθηναϊκή δημοκρατία και δεν ορθοπόδησε ξανά τίποτε. Εχω την αίσθηση ότι αυτή η αιματοχυσία η τζάμπα, για μια πορδή, δεν σταμάτησε ποτέ. Αυτήν τη στιγμή ζούμε μια Ελλάδα δις πουλημένη στην Αμερική, ήταν 200 χρόνια, έγιναν με το ΔΝΤ 400, άλλα 400 η Τουρκοκρατία 800… Μου θυμίζει αυτή η κατάσταση τον μονόλογο του Χουρμούζη που αρχίζεις και αφαιρείς από την έγκυρη ζωή σου τον ύπνο κτλ. Αυτή η χώρα πότε έβγαλε τα μαύρα; Πότε δεν έκλαψε; Μέχρι και πρόσφατα, αν δεν είναι αυτό που ζούμε πόλεμος αυτήν τη στιγμή, τι είναι; Κανονικός πόλεμος και μάλιστα χωρίς τη θέλησή μας και χωρίς να τον έχουμε προκαλέσει».

  • Δεν ήμασταν ανυποψίαστοι πάντως. Εσείς, στην «AthensVoice», γράφετε εδώ και χρόνια ότι ο παράς τελειώνει.

«Οι Ελληνες δεν το έβλεπαν δυστυχώς, αν το είχαν δει σε όλες αυτές τις τελευταίες ψηφοφορίες τους θα είχαν συμπεριφερθεί διαφορετικά. Θα είχαν εκβιάσει άλλα αποτελέσματα, αντί για αυτές τις απόλυτες πλειοψηφίες είτε στο ΠαΣοΚ είτε στη Νέα Δημοκρατία. Μήπως δεν είμαστε τώρα επιρρεπείς στο να βάλουμε μια εύκολη ετικέτα “κρίση” σε όλα, η οποία δικαιολογεί την κάθε μαλακία; Ηδη συμβαίνει. Δεν έχει λυθεί το θέμα. Οι δολοφόνοι είναι ελεύθεροι, αυτοί που έφαγαν είναι ελεύθεροι και τελικά θα φάμε στη μάπα αυτό που έρχεται. Πρέπει να παλέψουμε. Οι καλλιτέχνες πρέπει να είμαστε αληθινά γιατρευτικοί για το αίσθημα του κόσμου, να μη λέμε ψέματα, να μην καλυπτόμαστε πίσω από τα φράγκα μας, όσοι τα έχουν πολλά, και είναι αρκετοί. Εγώ ρωτάω ευθέως, αυτοί που άνοιξαν τον λογαριασμό για να σωθεί η Ελλάδα, ρε γαμώ το, ο κύριος Παπανδρέου, η κυρία Μπακογιάννη, ο κύριος Σαμαράς, από τους προσωπικούς τους λογαριασμούς πόσα λεφτά έβαλαν; Να μάθουμε τι έχασαν από την τσέπη τους για να δώσουμε και εμείς το αντίστοιχο. Ο,τι κόβουν αυτήν τη στιγμή, για το ξαναπάρει ο λαός πίσω θα του βγει η Παναγία. Κόπηκε ένας τσαμπουκάς ο οποίος για να ξανακερδηθεί… πού σε είδα, πού σε ξέρω».

  • Δεν είναι μια ευκαιρία και το ζόρισμα όμως; Πενία τέχνας κατεργάζεται.

«Εγώ το έμαθα καλά με τη Σπείρα αυτό. Είμαι της άποψης να σταματήσουν οι επιχορηγήσεις. Ετσι θα αλλάξουν πολλών ανθρώπων οι καλλιτεχνικές επιλογές. Αν αποφασίσει το κράτος να επιχορηγήσει, ας το κάνει ως συμπαραγωγός για να έχει και κέρδος σε κάποιες περιπτώσεις. Ηταν θέμα συγκυριών το ποιος θα κυβερνά στην κρίση. Ο Καραμανλής δεν ήθελε να είναι παρών την ώρα που θα συνέβαινε αυτό. Νομίζω ότι φέρθηκε με προσωπικό κόστος και πολύ εντάξει απέναντι στους δικούς του ανθρώπους. Αντί να ρίξει δέκα χαστούκια, έφαγε προσωπικά το κόστος και δεν “έδωσε” τους δικούς του».

  • Δεν νομίζω ότι τιμά τον κυβερνήτη ενός τόπου μια τέτοια επιλογή.

«Κανέναν κυβερνήτη δεν τιμά. Στην ανθρώπινη πλευρά του όμως δεν μπορώ να του το καταλογίσω. Δείχνει ότι δεν είναι παλιάνθρωπος. Ο Παπανδρέου είναι υποχρεωμένος να τα βγάλει πέρα. Σε αυτόν έλαχε ο κλήρος. Εχει ανθρώπους όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη, δίπλα του. Οσο και αν φαίνεται ρομαντικό και βλακώδες αυτό που θα πω, το παράδειγμα είναι ο Γιώργος Φούρλας από το Χρισσό εδώ κοντά στους Δελφούς. Αυτός ο άνθρωπος, 70 ετών, βασταγερός, νεότατος, μου λέει: “Παιδί μου, ακόμη είμαι ζωντανός, έχω δέκα κατσίκια, ένα μποστάνι, ένα σπίτι για μένα και ένα για την κόρη μου, δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο, μου φτάνει η ψησταριά που έχω και ψήνω τα κρέατά μου, βγαίνω, θέλω μόνο την υγεία μου, δεν θέλω παραπάνω” και διατιμά 65 ευρώ ένα τραπέζι για τέσσερα άτομα, μαζί με τα κρασιά, φάγαμε του σκασμού, όλα πρώτης ποιότητας. Αν αυτό το δείγμα Ελληνα ήταν το δείγμα που κυκλοφορεί, θα είχαμε καλύτερη χώρα, δεν γίνεται να πληρώνουμε 7 ευρώ τον εσπρέσο. Η μόνη που κουνήθηκε ήταν η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, με κίνδυνο της ζωής της. Τυχαίνει να ξέρω κάποιους προκατόχους της και έμπαιναν στα γραφεία τους οι μαφιόζοι με τα όπλα, δεν τολμούσε κανείς να σηκώσει κεφάλι. Και ο Χρυσοχοΐδης έκανε μια γενναία πράξη, για να τα λέμε όλα. Εγώ δεν είμαι ΠαΣοΚ».

  • Εχετε εκφράσει πολλάκις την αδυναμία σας στην Αλέκα.

«Και εκεί είμαι κατ’ ανάγκην, για να πω την αλήθεια, δεν ανήκω ιδεολογικά στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την πολιτική του το ΚΚΕ, καθόλου μάλιστα, διαφωνώ σε πάρα πολλά σημεία, αλλά οφείλω να είμαι ψηφοφόρος ενός καταστήματος που ενδιαφέρεται για το μεροκάματο».

  • Τι θα αλλάζατε λοιπόν στην οργανωμένη Αριστερά σήμερα;

«Θα άλλαζα το επικοινωνιακό, λιανά τα πράγματα για να καταλαβαίνουμε τι λέμε, δεν χρειάζεται πολλή θεωρία, ούτε τόση αγριότητα, μαλακά. Ο θυμός περισσεύει. Εχουμε πολλά βάσανα για να ακούμε και μαλώματα. Πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να μας πουν τι θα κάνουμε χωρίς να μας δέρνουν συνέχεια».

  • Τη μουσική της παράστασης πού τη βρήκατε; Φοβηθήκατε καθόλου την αναμέτρηση με το κλασικό πια έργο του Διονύση Σαββόπουλου;

«Αν είχα μόνο τον ρόλο του μουσικού, ίσως και να είχα κωλώσει, διότι μεγάλωσα με τη μουσική του Σαββόπουλου, την οποία λατρεύω, και ιδεολογικά για την εποχή σήμαινε πάρα πολλά γιατί τόλμησε σε εκείνα τα χρόνια που γινόταν αποθέωση του Θεοδωράκη να σατιρίσει αυτόν, τον Ρίτσο και την “πατριδίλα” της μεταπολιτευτικής έντασης. Το γεγονός ότι είχα τρομερή έννοια για τον ρόλο με απελευθέρωσε μουσικά. Πήγα επιθετικά προς μια καθαρόαιμη λαϊκή γραμμή, με μονόχορδο τρόπο. Η μουσική αυτή μπορεί να παιχτεί από τα σώματα και από τις φωνές χωρίς καν υποστήριξη. Το να μάθω τα λόγια ήταν βέβαια εφιάλτης. Ο Βαλτινός την πρώτη ημέρα της ανάγνωσης γύρισε και μου είπε: “Γολγοθάς”. Από το άγχος μου ήμουν ο πρώτος που έμαθε το έργο. Ούτε στο πανεπιστήμιο δεν είχα διαβάσει τόσο. Με ένοιαξε πάνω από όλα η δραματική πλευρά του ήρωα, όχι η αστεία. Το πρώτο που ήθελα να κατακτήσω ήταν η ερημία του, ένας άνθρωπος μόνος και έρημος μπροστά σε μια πόλη ολόκληρη, σε μια χώρα ίσως ολόκληρη. Και εκεί κατέβηκα αρκετά βαθιά, με καταβύθισα ενσυνείδητα και άρχισα να αντλώ τα πρώτα στοιχεία δεδομένου ότι αυτός είναι ο ίδιος ο Αριστοφάνης ο οποίος και έπαιξε τον ρόλο το 425 π.Χ. σε ηλικία 25 ετών».

  • Τη δύναμη του ενός πώς τη βλέπετε; Δεδομένου ότι ανήκετε σε μια γενιά που έδωσε αξία στους συλλογικούς αγώνες και διαψεύστηκε.

«Θα σου απαντήσω λίγο μεταφυσικά. Πιστεύω ότι η ζωή και ο Θεός μου στη φάση αυτή που είμαι τώρα ήθελαν σε σχέση με την αποστολή μου να με περάσουν μέσα από αυτό το σκοτεινό δωμάτιο, να σκανάρω ξανά τον εαυτό μου. Αυτό είναι το προσωπικό μου κέρδος από το ταξίδι αυτό. Νομίζω πως έπρεπε να μάθω τη μηχανή από μέσα. Εύχομαι να αξιωθώ να κάνω και τις 11 κωμωδίες, μουσικά τουλάχιστον, εκτός ίσως από τους “Ορνιθες”».

  • Επειδή θεωρείτε την εκδοχή του Χατζιδάκι αξεπέραστη;

«Είναι αξεπέραστο το διάβασμα το συγκεκριμένο, ίσως κάποιος από τη νεότερη γενιά να ασχοληθεί κάποια στιγμή με αυτό: η Μόνικα ή ο Μιχάλης Δέλτα, έχουμε παιδιά αξιότατα. Η πιτσιρίκα αυτή, χωρίς εμένα να με έχει ξετρελάνει, είναι ένα κορίτσι που μελωδεί πάρα πολύ όμορφα και θα τη χαρακτήριζα σύγχρονη Αρλέτα».

  • Ποιους άλλους ξεχωρίζετε από τη νεότερη γενιά;

«Δεν έχω δει μελωδούς με ταυτότητα. Ενδιαφέροντα λόγια θα βρω, ενδιαφέροντες τρόπους έκφρασης, αλλά όχι κάτι να μαγευτώ. Τα αγαπημένα μου τωρινά ακούσματα είναι ο Αντονι (σ.σ.: από τους AntonyandtheJohnsons) και ο Ρούφους Γουέινραϊτ, και αισθάνομαι ότι έχω ακουστική και ιδεολογική συγγένεια και με τους δύο. Βλέπεις, έξω δεν υπάρχει αυτή η βλακεία τού να γίνει πρώτα ένα ίδιο με αυτό που ξεπετιέται και μετά ακόμη ένα για να έχουν κοινό. Από φωνές μου άρεσε η Αντιγόνη Ψυχράμη από το “GreekIdol”. Είναι η πρώτη γυναικεία φωνή μετά τις δικές μου αγαπημένες Δήμητρα, Αλκηστη και Ελευθερία που μου έκανε εντύπωση και είπα “να μια φωνή που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει”».

  • Πόσο αλλαγμένος νιώθετε που έπειτα από πάνω από δέκα χρόνια στον ρόλο του δασκάλου γίνατε για λίγο ξανά μαθητής;

«Αυτό με απελευθέρωσε, γιατί και στο επόμενο βήμα της Σπείρας αφήνω κάποιον άλλον, τον Φωκά Ευαγγελινό, να μας σκηνοθετήσει. Θέλω λίγο να ξεκουραστώ από το να περνάνε όλα από μένα. Το έχω ανάγκη. Ο,τι έχω κάνει το έχω κάνει μόνο από ανάγκη. Η παρέα είναι που με φέρνει να κάνω κάτι και μετά η επιθυμία η δική μου. Δεν ξέρω πόση γαϊδουριά μπορεί να είναι στην πάρτη μου. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έγραψε κάτι στο βιβλίο του για μένα που είναι μεγάλη αλήθεια: “Ο Σταμάτης μπορεί να σου φέρει δύο πράγματα και εσύ να διαλέξεις το λιγότερο καλό. Δεν θα κάνει τίποτε για να υπερασπιστεί το άλλο, αν νομίζει ότι η δουλειά γίνεται με αυτό που άρεσε σε εσένα”. Ισως επειδή θεωρώ ότι και το καλύτερο κάπου θα χρησιμοποιηθεί, δεν θα χαθεί».

  • Αυτή είναι μια ενστικτώδης γνώση;

«Νομίζω ότι στοχεύω πια στην ουσία, χωρίς να με ενδιαφέρει να δείξω αν ζορίστηκα για να την ανακαλύψω. Με τα χρόνια που περνάνε και με την εμπειρία το κατακτά κανείς αυτό και ίσως στο τέλος να ονομάζεται ένστικτο».

  • Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου όπου μένετε έχει έναν πίνακα με δελφικά παραγγέλματα. Νομίζω ότι ένα από αυτά, το «Κινδύνευε φρονίμως», σας ταιριάζει στην παρούσα φάση.

«Μου πάει αυτό, η ισορροπία του μου πάει πολύ. Ρισκάρω με αυτόν τον ρόλο, έχω δουλέψει όμως πάρα πολύ. Διαισθάνομαι τώρα που πλησιάζει η πρεμιέρα ότι θα μας ατακάρει δυνατά η κερκίδα. Εχω και πολύτιμους συμμάχους. Με τον Κώστα Βουτσά, για παράδειγμα, υπήρξε ακαριαίος έρως. Καμαρώνω πολύ που μοιραζόμαστε τη σκηνή, αν και δυσκολεύτηκα πολύ να γίνω συμπαίζων από θεατής. Θέλω, γερνώντας, να γίνω ένας άνθρωπος σαν τον Βουτσά. Διαθέσιμος, έξω καρδιά και γλεντζές. Γι’ αυτό και θα σου πω ότι από τα από τα δελφικά παραγγέλματα που έχει στη ρεσεψιόν μού πάει ακόμη περισσότερο το “γήρας προσδέχου”. Ενας από τους λόγους που είπα ναι στην πρόταση ήταν γιατί δεν ήμουν σίγουρος αν θα είχα τη δύναμη να το κάνω του χρόνου».

Οι «Αχαρνής» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και με πρωταγωνιστή τον Σταμάτη Κραουνάκη, ανεβαίνουν από το ΚΘΒΕ στις 23-24 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και στις 28 Ιουλίου στο Θέατρο Βράχων στον Βύρωνα.

  • Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 508, σελ. 38-41, 11/07/2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s