Αρχείο για Ιουλίου, 2010

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010
  • Δημοκρατία σε παρακμή, πολιτικοί αμφισβητούμενοι, πολίτες αδρανείς και ο πόλεμος να μαίνεται μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης. Κάτι μας… θυμίζει η κωμωδία του Αριστοφάνη «Αχαρνής», που παρουσιάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος μεθαύριο και το Σάββατο στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του, Σωτήρη Χατζάκη.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης (Δικαιόπολις) σ' ένα απολαυστικό τετ α τετ με τον Κώστα Βουτσά (Μεγαρίτη)

Ο Σταμάτης Κραουνάκης (Δικαιόπολις) σ’ ένα απολαυστικό τετ α τετ με τον Κώστα Βουτσά (Μεγαρίτη)

Στον ρόλο του ευφάνταστου και απελπισμένου Δικαιόπολι, που προσπαθεί να κλείσει «ιδιωτική» ειρήνη με τους Σπαρτιάτες, ο Σταμάτης Κραουνάκης, που εκπλήσσει μ’ αυτό το υποκριτικό εγχείρημα έχοντας γράψει βεβαίως και τη μουσική της παράστασης. Ο Κώστας Βουτσάς και ο Γρηγόρης Βαλτινός ερμηνεύουν αντίστοιχα τον Μεγαρίτη και τον Λάμαχο.

  • Τι σας έκανε να επιλέξετε τον Κραουνάκη ως Δικαιόπολι; Η εξωτερική του εικόνα, που έχει κάτι το διονυσιακό-αριστοφανικό, κρύβει εσωτερικά κι έναν ηθοποιό;

«Επειδή το έργο αυτό αντιστοιχεί στο σήμερα και επιβεβαιώνει τις παθογένειες της ελληνικής διαχρονίας, χρειαζόταν πρώτα απ’ όλα μια περσόνα καταγγελτική που να λέει μέσω του Δικαιόπολι αυτά που ο κάθε άνθρωπος λέει στα σπίτια του τώρα για το σημερινό πρόβλημα της Ελλάδας.Ο Κραουνάκης είναι ένα αναγνωρίσιμο και αγαπητό πρόσωπο στην ελληνική κοινωνία μέσω της μουσικής του και ταυτόχρονα διαθέτει μια γενναία και τολμηρή γνώμη. Εχει τη μουσική παιδεία που τον βοηθά στο να δομεί τον ρόλο μέσα απ’ τη γνώση της μουσικής, αλλά και ως περφόρμερ τόσα χρόνια έχει την ικανότητα να γνωρίζει την υποκριτική της «πίστας», του καμπαρέ, του σόου. Αρα λοιπόν ήταν περίπου έτοιμος να εισέλθει στον στίβο της υποκριτικής. Τον παγανισμό ο Κραουνάκης τον έχει σύμφυτο μέσα του. Ισως να είναι μία απ’ τις μετενσαρκώσεις του Διονύσου».

  • Η συνεργασία σας με τον βετεράνο Κώστα Βουτσά;

«Πυκνώνει τη μακρόχρονη εμπειρία των μεγάλων ηθοποιών του ελληνικού κινηματογράφου αλλά και του θεάτρου, το οποίο έχει τη ρίζα του στην αριστοκρατία των μπουλουκιών, περνάει απ’ το νούτικο και το αυτοσχεδιαστικό θέατρο. Εχει όλα εκείνα τα στοιχεία του λαϊκού ηθοποιού της κομέντια ντελ άρτε, των λαϊκών συντεχνιών, των περιπλανώμενων θεάτρων. Τον χρειαζόμουν για το σπουδαίο ρόλο του Μεγαρίτη. Τέτοιες συνεργασίες πρέπει να γίνονται για να διδάσκονται οι νέοι ηθοποιοί απ’ αυτή τη σχολή των ηθοποιών που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα».

  • Ο πόλεμος αλλά και η λαϊκή «συνενοχή» είναι στο στόχαστρο του Αριστοφάνη σ’ αυτή την κωμωδία;

«Ο πόλεμος είναι ο πρώτος στόχος του Αριστοφάνη, όμως ταυτόχρονα τον πονάει η επικίνδυνη πτώση της δημοκρατίας. «Ηγέτης αδίστακτος, λαός πονηρός» λέει το Τάο Τε Κινγκ. Ας αποφύγουμε την παγίδα του λαϊκισμού. Ο λαός δεν είναι υπερκείμενη έννοια, αλλά πολλές φορές συμμέτοχος στις διαδικασίες κατάρρευσης των θεσμών».

  • Υπάρχουν αναλογίες στο έργο που θυμίζουν την εποχή μας;

«Πόλεμος τότε, οικονομική κατοχή σήμερα από συμφέροντα κερδοσκόπων που επιτίθενται στη χώρα. Δημοκρατία υψηλού κινδύνου. Το πολιτικό προσωπικό αμφισβητείται. Ηθική πτώση, πολιτιστική παρακμή, κυριαρχία του αμοραλισμού που αποπνέει η ατομική απόπειρα διαφυγής από τα προβλήματα. Το λάθος θα ήταν να τοποθετηθεί το έργο σε ένα παραμυθένιο μυθολογικό βάθος. Οι αντιστοιχίες υπάρχουν, είναι ορατές στη μετάφραση, στα τραγούδια, στη χορογραφία, στα σκηνικά και στα κοστούμια».

  • Η σκηνοθετική σας προσέγγιση;

«Με προβληματίζει πολύ η ανοχή των πολιτών και η συμμετοχή τους στην κάθετη πτώση της πόλης. Επίσης ο αμοραλισμός όταν γίνεται λαϊκό πλεονέκτημα. Με ενδιαφέρει ο Χορός που εισέρχεται στη σκηνή οργισμένος, επιθετικός, αδιάλλακτος εναντίον του Δικαιόπολι, συγκρούεται μαζί του και μεταστρέφεται ύστερα από τη μεταμφίεσή του σε ήρωα του Ευριπίδη. Αρα ο Χορός μεταστρέφεται μέσω της δημοφιλούς περσόνας του Ευριπίδη αλλά και μέσω του ποτού και του φαγητού σε ένα παγανιστικό σύνολο που παρακολουθεί χωρίς να έχει οφέλη απ’ αυτή την Ειρήνη, την άνοδο ενός καινούργιου ηγέτη, ο οποίος μεγαλώνει το μαγαζί του και έχει όλα τα οφέλη της προσωπικής ειρήνης. Ο Χορός πείθεται απ’ αυτή την ιδιωτική διαδρομή, κάτι που συμβαίνει και σήμερα: όταν πέφτει μια πολιτική δύναμη, ανεβαίνει άλλη και ο κόσμος παρακολουθεί αυτή τη διαδοχή αμέτοχος. Προσπάθησα να παραμείνω στο νόημα του έργου αφήνοντας ελεύθερο το κωμικό αλογάκι του Αριστοφάνη».

  • Η ιδιωτική… ειρήνη είναι μια ουτοπία;

«Η ιδιωτική ειρήνη είναι επικίνδυνη. Ο Δικαιόπολις μέχρι την παράβαση είναι απελπισμένος απ’ την κατάντια της πόλης, δεν έχει άλλη διαφυγή παρά να επιχειρήσει αυτή την ουτοπία. Δεν επιχειρεί κάτι συλλογικό για να απαλλάξει την πόλη από το πρόβλημα. Διακατέχεται από έναν αμοραλισμό ιδιωτείας που διαφαίνεται στο δεύτερο μέρος, όταν ο Δικαιόπολις από γεωργός χάνει την επαφή του με τη γη. Γίνεται μεταπράτης, ανοίγει μπακάλικο, εμπορεύεται τα προϊόντα της γης. Μεταμορφώνεται σε κάτι διαφορετικό κι αυτό φαίνεται όταν διώχνει τον γεωργό και όσους επιχειρούν να πάρουν τα οφέλη της ειρήνης. Ετσι γιγαντώνει την επιχείρησή του χωρίς να προσφέρει στο κοινό συμφέρον. Είναι απλοϊκό να μιλάμε για ένα αντιπολεμικό έργο μόνο. Μιλάμε ταυτόχρονα για το αδιέξοδο μιας ατομικής προσπάθειας που δεν περιέχει την αγωνία της συλλογικής αλλαγής».

  • Info: Μετάφραση Κ.Χ.Μύρη, σκηνικά Γιώργου Πάτσα, κοστούμια Ερσης Δρίνη, χορογραφία Φωκά Ευαγγελινού, φωτισμοί Ελευθερίας Ντεκώ. Συμμετέχουν δεκαοκτώ ακόμη ηθοποιοί και πενταμελές μουσικό συγκρότημα. Στην Αθήνα οι «Αχαρνής» θα παιχτούν στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη» στις 28 του μηνός στον Βύρωνα. *
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΝΑΣΤΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. | ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

  • Είτε ως πληθωρικός συνθέτης είτε ως αριστοφανικός πρωταγωνιστής, ο Σταμάτης Κραουνάκης μαθαίνει λόγια άλλων. Τα δικά του ωστόσο δεν τα κρύβει ποτέ. Με αφορμή την πρώτη εμφάνισή του ως ηθοποιός στους «Αχαρνής», μας μίλησε για πολιτική και άλλα… δαιμόνια.

Φλασκί, θερμός, πείτε το όπως θέλετε, αρκεί να είναι γεμάτο φασκόμηλο. Ετσι το θέλει και το χρειάζεται ο Σταμάτης Κραουνάκης, γιατί του κάνει καλό στις φωνητικές χορδές. Εφέτος δεν θα τις χρησιμοποιήσει για να δώσει τις ιδιοσυγκρασιακές ερμηνείες στα τραγούδια του, ούτε για να δώσει οδηγίες στα μέλη της Σπείρας-Σπείρας, της ομάδας με την οποία φτιάχνει μουσικό θέατρο εδώ και μία δεκαετία. Αυτό το καλοκαίρι αναλαμβάνει να υπηρετήσει ένα άλλο συλλογικό όραμα και να υποδυθεί τον οργισμένο Δικαιόπολι στην παράσταση «Αχαρνής» του Αριστοφάνη που ανεβάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με σκηνοθέτη τον Σωτήρη Χατζάκη. Με ξυρισμένα τα πλαϊνά της κεφαλής για τις ανάγκες του ρόλου, μας μίλησε στους Δελφούς δύο ημέρες πριν από την πρώτη εμφάνισή του ως ηθοποιός και δη πρωταγωνιστή.

  • Κύριε Κραουνάκη, σας ξάφνιασε η πρόταση από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος να πρωταγωνιστήσετε στους «Αχαρνής»;

«Φαίνεται ότι αυτή η παράσταση είναι η καλλιτεχνική παντρειά μου με τον Σωτήρη Χατζάκη, με τον οποίο γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Τώρα βάζουμε ένα μεγάλο στοίχημα και νιώθω ότι θέλουμε στην ηλικία μας να αφήσουμε ένα σημάδι για την υπόστασή μας, πιστεύοντας ταπεινά ότι έχουμε κάνει και οι δύο μια αρκετά ικανοποιητική θητεία στο συγκεκριμένο είδος. Εμένα με αφορούσε πάντα η κωμωδία η αττική, ο Αριστοφάνης. Από 20 ετών που μετέφραζα “Εκκλησιάζουσες” στο Πάντειο, για μια παράσταση που δεν ανέβηκε ποτέ, ως το 1986 που έκανα λιμπρέτο “Λυσιστράτη” με τη Λίνα Νικολακοπούλου ήταν μεγάλο το σκάσιμό μου με αυτό που λέγεται αριστοφανική σχολή».

  • Γιατί αυτό;

«Επειδή πιστεύω απόλυτα στους ρυθμούς και στην επιλογή λέξεων του αρχαίου κειμένου. Είχα έφεση στα αρχαία από το σχολείο, πιθανώς όχι τυχαία, έχω ψάξει και την καρμική πλευρά, δεν εξηγείται αλλιώς το πώς μετέφραζα αυθορμήτως αρχαίο κείμενο από την Α΄ Γυμνασίου σαν να ήταν μια πολύ γνωστή μου γλώσσα. Το ίδιο είπα και τώρα που μου είπαν: “Δεν φοβάσαι την Επίδαυρο;”. Ενδεχομένως να με καταπιεί κιόλας, μπορεί να χάσω τη φωνή μου, όλα παίζουν. Δεν νιώθω ωστόσο δέος απέναντι στο θέατρο, δέος απέναντι στη θεία παρουσία που εκείνη την ώρα εντέλλεται εμένα να χαθώ σε ένα σύμπαν και να επικοινωνήσω αυτό το κείμενο. Δεν έχω ίχνος φιλοδοξίας και το τονίζω».

  • Ως μη ηθοποιός και ως αναγνωρίσιμη περσόνα, πόσο «Κραουνάκης» θα είστε τελικά πάνω στη σκηνή;

«Δεν χρειάστηκε να μπω στη διαδικασία να υποδυθώ. Oπωσδήποτε μπήκα σε έναν κωμικό κώδικα που χοντρικά δανείστηκα από τον Ζαμπέτα, τον οποίο εμπεριέχω με έναν τρόπο ακόμη και στα τραγούδια μου. Είμαι ένα θεατροπαίδι και με το θέατρο κυρίαρχο στοιχείο για μένα πιο πάνω και από το τραγούδι, εξ ου και κυνήγησα τον Βουτσινά να ξεκινήσουμε τις μουσικές παραστάσεις το ’86. Το “ηθοποιός” βέβαια δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, παρά τις παραστάσεις με τη Σπείρα-Σπείρα όπου είχα κάνει ατακαδόρος και έχω πει νούμερα, όχι όμως γιατί δεν μου άρεσε. Μάλιστα, αναμιμνησκόμενος μια έκθεση που είχα γράψει στη Δ΄ Δημοτικού, ίσως τότε να έλεγα την αλήθεια, είχα πει πως θέλω να γίνω ένας πολύ μεγάλος ηθοποιός και χορευτής, άκουσον τώρα. Εναν χρόνο μετά ήρθε το πιάνο στο σπίτι και φαίνεται πως αυτό ήταν το κανάλι μου για την τέχνη. Ευτυχώς…».

  • «Ευτυχώς», επειδή είστε καλύτερος μουσικός απ’ ό,τι ηθοποιός;

«“Ευτυχώς”, γιατί πραγματικά βρίσκω τη δουλειά των ηθοποιών πάρα πολύ κουραστική, είναι κάτι που δεν θα μπορούσα να κάνω συνέχεια. Εδώ υποχρεωτικά πειθάρχησα, κυρίως για να μην εφαρμοστεί το “δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις”, επειδή λέω πάρα πολλά στα παιδιά εδώ και δέκα χρόνια που κάνω διδασκαλία στη Σπείρα για το τι χρειάζεται να κάνει ο περφόρμερ, και έχω και δύο παιδιά της Σπείρας στον χορό των Αχαρνέων, και με κοιτάζουν, και με κρίνουν. Για να μην παρεξηγηθεί αυτό που είπα πριν περί δέους, θα ήθελα να εξηγήσω ότι δεν νιώθω φόβο επειδή νομίζω ότι έχω ξαναπαίξει στην Επίδαυρο. Δεν με τρομάζει η σκέψη, ίσως να με τρομάξει η στιγμή που θα το ξαναζήσω, να ταραχτώ από την εσωτερική μου ανάμνηση, γιατί μια-δυο φορές στις πρόβες το έπαθα. Αφηνα τον εαυτό μου στις πρόβες ανοιχτό από την αρχή για να δούμε τα όρια, ήθελα να δείξω τα ανοίγματά μου, πόσο πάει η φωνή μου. Μας βγήκαν έτσι πολύ ωραία πράγματα στην αναζήτηση των στόχων της κωμωδίας χωρίς να χρειαστεί να καταφύγω σε τερτίπια κωμωδίας. Η παράσταση είναι πολιτική και κοιτάχτηκαν επιμελώς όλοι οι μικροί κόσμοι που γεννιούνται γύρω από ένα γεγονός προδοσίας. Αυτός ο τύπος, ο Δικαιόπολις, πάει και κλείνει ειρήνη μόνος του εν καιρώ πολέμου».

  • Χαρακτηρίσατε σε συνέντευξη αυτήν την κίνηση ως «εύκολο τσαμπουκά του Ελληνα». Δεν είναι ουσιαστικά ο τσαμπουκάς του… Ελληνάρα αυτός;

«Πολλές φορές είναι και ο τσαμπουκάς του Ελληνάρα. Ο Δικαιόπολις όμως είναι φορτωμένος με θυμό, έχει δικαιολογία την ώρα που το αποφασίζει. Το πρώτο σαφέστατο στοιχείο που μας απασχόλησε ήταν το πολιτικό και πώς αυτό το φέρνουμε και μιλάμε για το τώρα χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε αναχρονιστικές λεκτικές δονήσεις. Εχω έναν μονόλογο στη μέση του έργου ντυμένος ζητιάνος, όπου ο Αριστοφάνης δίνει δυνατά, καθώς λέει όλη την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, το αίσθημα μια μάχης που άρχισε τότε και δεν τελείωσε ποτέ».

  • Συνεχίζεται δηλαδή ως σήμερα;

«Ο Κλέων που διοικεί την Αθήνα, ανεβάζει τους μισθούς των δικαστών, αδειάζουν τα ταμεία, την “πέφτει” με φορολογία στους συμμάχους, οι σύμμαχοι πάνε με τη Σπάρτη? δεν είναι ορατό ότι περιγράφει τη σημερινή πραγματικότητα; Ας μην ξεχνάμε ότι και εκείνος ήταν ένας πολιτικά άδικος πόλεμος, δεν υπήρχαν αληθινά αίτια. Επρόκειτο για έναν εμφύλιο τραγικό, έγινε όλη η Ελλάδα σύχρηστη, τέλειωσε η αθηναϊκή δημοκρατία και δεν ορθοπόδησε ξανά τίποτε. Εχω την αίσθηση ότι αυτή η αιματοχυσία η τζάμπα, για μια πορδή, δεν σταμάτησε ποτέ. Αυτήν τη στιγμή ζούμε μια Ελλάδα δις πουλημένη στην Αμερική, ήταν 200 χρόνια, έγιναν με το ΔΝΤ 400, άλλα 400 η Τουρκοκρατία 800… Μου θυμίζει αυτή η κατάσταση τον μονόλογο του Χουρμούζη που αρχίζεις και αφαιρείς από την έγκυρη ζωή σου τον ύπνο κτλ. Αυτή η χώρα πότε έβγαλε τα μαύρα; Πότε δεν έκλαψε; Μέχρι και πρόσφατα, αν δεν είναι αυτό που ζούμε πόλεμος αυτήν τη στιγμή, τι είναι; Κανονικός πόλεμος και μάλιστα χωρίς τη θέλησή μας και χωρίς να τον έχουμε προκαλέσει».

  • Δεν ήμασταν ανυποψίαστοι πάντως. Εσείς, στην «AthensVoice», γράφετε εδώ και χρόνια ότι ο παράς τελειώνει.

«Οι Ελληνες δεν το έβλεπαν δυστυχώς, αν το είχαν δει σε όλες αυτές τις τελευταίες ψηφοφορίες τους θα είχαν συμπεριφερθεί διαφορετικά. Θα είχαν εκβιάσει άλλα αποτελέσματα, αντί για αυτές τις απόλυτες πλειοψηφίες είτε στο ΠαΣοΚ είτε στη Νέα Δημοκρατία. Μήπως δεν είμαστε τώρα επιρρεπείς στο να βάλουμε μια εύκολη ετικέτα “κρίση” σε όλα, η οποία δικαιολογεί την κάθε μαλακία; Ηδη συμβαίνει. Δεν έχει λυθεί το θέμα. Οι δολοφόνοι είναι ελεύθεροι, αυτοί που έφαγαν είναι ελεύθεροι και τελικά θα φάμε στη μάπα αυτό που έρχεται. Πρέπει να παλέψουμε. Οι καλλιτέχνες πρέπει να είμαστε αληθινά γιατρευτικοί για το αίσθημα του κόσμου, να μη λέμε ψέματα, να μην καλυπτόμαστε πίσω από τα φράγκα μας, όσοι τα έχουν πολλά, και είναι αρκετοί. Εγώ ρωτάω ευθέως, αυτοί που άνοιξαν τον λογαριασμό για να σωθεί η Ελλάδα, ρε γαμώ το, ο κύριος Παπανδρέου, η κυρία Μπακογιάννη, ο κύριος Σαμαράς, από τους προσωπικούς τους λογαριασμούς πόσα λεφτά έβαλαν; Να μάθουμε τι έχασαν από την τσέπη τους για να δώσουμε και εμείς το αντίστοιχο. Ο,τι κόβουν αυτήν τη στιγμή, για το ξαναπάρει ο λαός πίσω θα του βγει η Παναγία. Κόπηκε ένας τσαμπουκάς ο οποίος για να ξανακερδηθεί… πού σε είδα, πού σε ξέρω».

  • Δεν είναι μια ευκαιρία και το ζόρισμα όμως; Πενία τέχνας κατεργάζεται.

«Εγώ το έμαθα καλά με τη Σπείρα αυτό. Είμαι της άποψης να σταματήσουν οι επιχορηγήσεις. Ετσι θα αλλάξουν πολλών ανθρώπων οι καλλιτεχνικές επιλογές. Αν αποφασίσει το κράτος να επιχορηγήσει, ας το κάνει ως συμπαραγωγός για να έχει και κέρδος σε κάποιες περιπτώσεις. Ηταν θέμα συγκυριών το ποιος θα κυβερνά στην κρίση. Ο Καραμανλής δεν ήθελε να είναι παρών την ώρα που θα συνέβαινε αυτό. Νομίζω ότι φέρθηκε με προσωπικό κόστος και πολύ εντάξει απέναντι στους δικούς του ανθρώπους. Αντί να ρίξει δέκα χαστούκια, έφαγε προσωπικά το κόστος και δεν “έδωσε” τους δικούς του».

  • Δεν νομίζω ότι τιμά τον κυβερνήτη ενός τόπου μια τέτοια επιλογή.

«Κανέναν κυβερνήτη δεν τιμά. Στην ανθρώπινη πλευρά του όμως δεν μπορώ να του το καταλογίσω. Δείχνει ότι δεν είναι παλιάνθρωπος. Ο Παπανδρέου είναι υποχρεωμένος να τα βγάλει πέρα. Σε αυτόν έλαχε ο κλήρος. Εχει ανθρώπους όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη, δίπλα του. Οσο και αν φαίνεται ρομαντικό και βλακώδες αυτό που θα πω, το παράδειγμα είναι ο Γιώργος Φούρλας από το Χρισσό εδώ κοντά στους Δελφούς. Αυτός ο άνθρωπος, 70 ετών, βασταγερός, νεότατος, μου λέει: “Παιδί μου, ακόμη είμαι ζωντανός, έχω δέκα κατσίκια, ένα μποστάνι, ένα σπίτι για μένα και ένα για την κόρη μου, δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο, μου φτάνει η ψησταριά που έχω και ψήνω τα κρέατά μου, βγαίνω, θέλω μόνο την υγεία μου, δεν θέλω παραπάνω” και διατιμά 65 ευρώ ένα τραπέζι για τέσσερα άτομα, μαζί με τα κρασιά, φάγαμε του σκασμού, όλα πρώτης ποιότητας. Αν αυτό το δείγμα Ελληνα ήταν το δείγμα που κυκλοφορεί, θα είχαμε καλύτερη χώρα, δεν γίνεται να πληρώνουμε 7 ευρώ τον εσπρέσο. Η μόνη που κουνήθηκε ήταν η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, με κίνδυνο της ζωής της. Τυχαίνει να ξέρω κάποιους προκατόχους της και έμπαιναν στα γραφεία τους οι μαφιόζοι με τα όπλα, δεν τολμούσε κανείς να σηκώσει κεφάλι. Και ο Χρυσοχοΐδης έκανε μια γενναία πράξη, για να τα λέμε όλα. Εγώ δεν είμαι ΠαΣοΚ».

  • Εχετε εκφράσει πολλάκις την αδυναμία σας στην Αλέκα.

«Και εκεί είμαι κατ’ ανάγκην, για να πω την αλήθεια, δεν ανήκω ιδεολογικά στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την πολιτική του το ΚΚΕ, καθόλου μάλιστα, διαφωνώ σε πάρα πολλά σημεία, αλλά οφείλω να είμαι ψηφοφόρος ενός καταστήματος που ενδιαφέρεται για το μεροκάματο».

  • Τι θα αλλάζατε λοιπόν στην οργανωμένη Αριστερά σήμερα;

«Θα άλλαζα το επικοινωνιακό, λιανά τα πράγματα για να καταλαβαίνουμε τι λέμε, δεν χρειάζεται πολλή θεωρία, ούτε τόση αγριότητα, μαλακά. Ο θυμός περισσεύει. Εχουμε πολλά βάσανα για να ακούμε και μαλώματα. Πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να μας πουν τι θα κάνουμε χωρίς να μας δέρνουν συνέχεια».

  • Τη μουσική της παράστασης πού τη βρήκατε; Φοβηθήκατε καθόλου την αναμέτρηση με το κλασικό πια έργο του Διονύση Σαββόπουλου;

«Αν είχα μόνο τον ρόλο του μουσικού, ίσως και να είχα κωλώσει, διότι μεγάλωσα με τη μουσική του Σαββόπουλου, την οποία λατρεύω, και ιδεολογικά για την εποχή σήμαινε πάρα πολλά γιατί τόλμησε σε εκείνα τα χρόνια που γινόταν αποθέωση του Θεοδωράκη να σατιρίσει αυτόν, τον Ρίτσο και την “πατριδίλα” της μεταπολιτευτικής έντασης. Το γεγονός ότι είχα τρομερή έννοια για τον ρόλο με απελευθέρωσε μουσικά. Πήγα επιθετικά προς μια καθαρόαιμη λαϊκή γραμμή, με μονόχορδο τρόπο. Η μουσική αυτή μπορεί να παιχτεί από τα σώματα και από τις φωνές χωρίς καν υποστήριξη. Το να μάθω τα λόγια ήταν βέβαια εφιάλτης. Ο Βαλτινός την πρώτη ημέρα της ανάγνωσης γύρισε και μου είπε: “Γολγοθάς”. Από το άγχος μου ήμουν ο πρώτος που έμαθε το έργο. Ούτε στο πανεπιστήμιο δεν είχα διαβάσει τόσο. Με ένοιαξε πάνω από όλα η δραματική πλευρά του ήρωα, όχι η αστεία. Το πρώτο που ήθελα να κατακτήσω ήταν η ερημία του, ένας άνθρωπος μόνος και έρημος μπροστά σε μια πόλη ολόκληρη, σε μια χώρα ίσως ολόκληρη. Και εκεί κατέβηκα αρκετά βαθιά, με καταβύθισα ενσυνείδητα και άρχισα να αντλώ τα πρώτα στοιχεία δεδομένου ότι αυτός είναι ο ίδιος ο Αριστοφάνης ο οποίος και έπαιξε τον ρόλο το 425 π.Χ. σε ηλικία 25 ετών».

  • Τη δύναμη του ενός πώς τη βλέπετε; Δεδομένου ότι ανήκετε σε μια γενιά που έδωσε αξία στους συλλογικούς αγώνες και διαψεύστηκε.

«Θα σου απαντήσω λίγο μεταφυσικά. Πιστεύω ότι η ζωή και ο Θεός μου στη φάση αυτή που είμαι τώρα ήθελαν σε σχέση με την αποστολή μου να με περάσουν μέσα από αυτό το σκοτεινό δωμάτιο, να σκανάρω ξανά τον εαυτό μου. Αυτό είναι το προσωπικό μου κέρδος από το ταξίδι αυτό. Νομίζω πως έπρεπε να μάθω τη μηχανή από μέσα. Εύχομαι να αξιωθώ να κάνω και τις 11 κωμωδίες, μουσικά τουλάχιστον, εκτός ίσως από τους “Ορνιθες”».

  • Επειδή θεωρείτε την εκδοχή του Χατζιδάκι αξεπέραστη;

«Είναι αξεπέραστο το διάβασμα το συγκεκριμένο, ίσως κάποιος από τη νεότερη γενιά να ασχοληθεί κάποια στιγμή με αυτό: η Μόνικα ή ο Μιχάλης Δέλτα, έχουμε παιδιά αξιότατα. Η πιτσιρίκα αυτή, χωρίς εμένα να με έχει ξετρελάνει, είναι ένα κορίτσι που μελωδεί πάρα πολύ όμορφα και θα τη χαρακτήριζα σύγχρονη Αρλέτα».

  • Ποιους άλλους ξεχωρίζετε από τη νεότερη γενιά;

«Δεν έχω δει μελωδούς με ταυτότητα. Ενδιαφέροντα λόγια θα βρω, ενδιαφέροντες τρόπους έκφρασης, αλλά όχι κάτι να μαγευτώ. Τα αγαπημένα μου τωρινά ακούσματα είναι ο Αντονι (σ.σ.: από τους AntonyandtheJohnsons) και ο Ρούφους Γουέινραϊτ, και αισθάνομαι ότι έχω ακουστική και ιδεολογική συγγένεια και με τους δύο. Βλέπεις, έξω δεν υπάρχει αυτή η βλακεία τού να γίνει πρώτα ένα ίδιο με αυτό που ξεπετιέται και μετά ακόμη ένα για να έχουν κοινό. Από φωνές μου άρεσε η Αντιγόνη Ψυχράμη από το “GreekIdol”. Είναι η πρώτη γυναικεία φωνή μετά τις δικές μου αγαπημένες Δήμητρα, Αλκηστη και Ελευθερία που μου έκανε εντύπωση και είπα “να μια φωνή που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει”».

  • Πόσο αλλαγμένος νιώθετε που έπειτα από πάνω από δέκα χρόνια στον ρόλο του δασκάλου γίνατε για λίγο ξανά μαθητής;

«Αυτό με απελευθέρωσε, γιατί και στο επόμενο βήμα της Σπείρας αφήνω κάποιον άλλον, τον Φωκά Ευαγγελινό, να μας σκηνοθετήσει. Θέλω λίγο να ξεκουραστώ από το να περνάνε όλα από μένα. Το έχω ανάγκη. Ο,τι έχω κάνει το έχω κάνει μόνο από ανάγκη. Η παρέα είναι που με φέρνει να κάνω κάτι και μετά η επιθυμία η δική μου. Δεν ξέρω πόση γαϊδουριά μπορεί να είναι στην πάρτη μου. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έγραψε κάτι στο βιβλίο του για μένα που είναι μεγάλη αλήθεια: “Ο Σταμάτης μπορεί να σου φέρει δύο πράγματα και εσύ να διαλέξεις το λιγότερο καλό. Δεν θα κάνει τίποτε για να υπερασπιστεί το άλλο, αν νομίζει ότι η δουλειά γίνεται με αυτό που άρεσε σε εσένα”. Ισως επειδή θεωρώ ότι και το καλύτερο κάπου θα χρησιμοποιηθεί, δεν θα χαθεί».

  • Αυτή είναι μια ενστικτώδης γνώση;

«Νομίζω ότι στοχεύω πια στην ουσία, χωρίς να με ενδιαφέρει να δείξω αν ζορίστηκα για να την ανακαλύψω. Με τα χρόνια που περνάνε και με την εμπειρία το κατακτά κανείς αυτό και ίσως στο τέλος να ονομάζεται ένστικτο».

  • Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου όπου μένετε έχει έναν πίνακα με δελφικά παραγγέλματα. Νομίζω ότι ένα από αυτά, το «Κινδύνευε φρονίμως», σας ταιριάζει στην παρούσα φάση.

«Μου πάει αυτό, η ισορροπία του μου πάει πολύ. Ρισκάρω με αυτόν τον ρόλο, έχω δουλέψει όμως πάρα πολύ. Διαισθάνομαι τώρα που πλησιάζει η πρεμιέρα ότι θα μας ατακάρει δυνατά η κερκίδα. Εχω και πολύτιμους συμμάχους. Με τον Κώστα Βουτσά, για παράδειγμα, υπήρξε ακαριαίος έρως. Καμαρώνω πολύ που μοιραζόμαστε τη σκηνή, αν και δυσκολεύτηκα πολύ να γίνω συμπαίζων από θεατής. Θέλω, γερνώντας, να γίνω ένας άνθρωπος σαν τον Βουτσά. Διαθέσιμος, έξω καρδιά και γλεντζές. Γι’ αυτό και θα σου πω ότι από τα από τα δελφικά παραγγέλματα που έχει στη ρεσεψιόν μού πάει ακόμη περισσότερο το “γήρας προσδέχου”. Ενας από τους λόγους που είπα ναι στην πρόταση ήταν γιατί δεν ήμουν σίγουρος αν θα είχα τη δύναμη να το κάνω του χρόνου».

Οι «Αχαρνής» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και με πρωταγωνιστή τον Σταμάτη Κραουνάκη, ανεβαίνουν από το ΚΘΒΕ στις 23-24 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και στις 28 Ιουλίου στο Θέατρο Βράχων στον Βύρωνα.

  • Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 508, σελ. 38-41, 11/07/2010.

  • Η κορυφαία ίσως σύγχρονη τραγική πρωταγωνίστρια μιλάει για την παράσταση των «Τρωάδων», σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, όπου η ίδια υποδύεται την Εκάβη, αλλά και για τις πολλαπλές «αναγνώσεις» του αρχαίου δράματος

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Από τις αρχές του 2010 η Εκάβη μπήκε για τα καλά στη ζωή της Λυδίας Κονιόρδου : Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη , που ανέβηκαν σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, περιοδεύουν τώρα ανά την Ελλάδα. Η ίδια ερμηνεύει την τρωαδίτισσα βασίλισσα που τα χάνει όλα και πρέπει ο θρήνος της να είναι αντάξιος της πατρίδας της. Και απολαμβάνει την πρωτόγνωρη εμπειρία να παίζει μια τραγωδία σε ανοιχτό χώρο, αφού προηγουμένως την έχει «δοκιμάσει» σε κλειστό θέατρο. «Πιστεύω ότι αυτό έχει λειτουργήσει υπέρ της παράστασης, αναδεικνύοντας το καταγγελτικό στοιχείο του έργου. Το έργο δουλεύτηκε πολύ στον εσωτερικό χώρο και αυτό μας διευκόλυνε τώρα που παίζουμε έξω. Προσωπικά, η δική μου δουλειάμού επέτρεψε πολύ περισσότερα επίπεδα ανάγνωσης, είχα όλη τη μαγιά για να διευρύνω τα μέσα μου» λέει.

Με δεδομένη την πολυετή εμπειρία της στο αρχαίο δράμα, η Λυδία Κονιόρδου μέσα από τις «Τρωάδες» συνειδητοποίησε κάτι που αναλογιζόταν ούτως ή άλλως: ότι αν προηγείτο δουλειά σε κλειστό χώρο, αυτό θα λειτουργούσε υπέρ της παράστασης όταν αυτή θα έβγαινε σε περιοδεία. «Το ένα δεν εμποδίζει το άλλο» επισημαίνει και εξηγεί ότι ξεκινώντας την προετοιμασία με το Θέατρο του Νέου Κόσμου και τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, γνώριζε ήδη για την καλοκαιρινή περιοδεία. Αλλωστε και της κατά Βασίλιεφ «Μήδειας» είχαν προηγηθεί σεμινάρια με τον ρώσο σκηνοθέτη στο Κέντρο Αρχαίου Δράματος, το οποίο διευθύνει.

«Πιστεύω πολύ στον ρόλο που μπορεί να παίξει το Κέντρο, φιλοξενώνταςμέσα από σεμινάριατην προεργασία μιας παράτασης, έτσι ώστεόταν φθάσουμε στην καθαρή πρόβα, να έχει ήδη γίνει η δουλειά » λέει η Λυδία Κονιόρδου, επιμένοντας ότι χρειάζεται έρευνα και αναζήτηση: «Οποιος ενδιαφέρεται σοβαρά για το αρχαίο δράμαπρέπει να το ερευνά προς κάθε κατεύθυνση με συνέπεια και με στόχο τη δημιουργία διαλόγου, γόνιμου διαλόγου».

Επιμένει άλλωστε ότι δεν μπορεί να υπάρχει «μία άποψη για την ερμηνεία του αρχαίου δράματος- και ευτυχώς. Δεν γίνεται να κάνουμε όλοι το ίδιο πράγμα. Χωρίς συμπλέγματα και χωρίς στερεότυπα πρέπει να πορευθούμε. Θέλει τόλμη. Να ρωτάς, να συζητάς, να διαφωνείς, να εμβαθύνεις…».

Η τραγωδία είναι το κατ΄ εξοχήν πεδίο της Λυδίας Κονιόρδου. Ωστόσο το πέρασμά της από την κωμωδία («Λυσιστράτη») άφησε επίσης θετικές εντυπώσεις. «Αισθάνομαι ότι και στις “Τρωάδες” υπάρχει έντονο το στοιχείο του αιρετικού, θα έλεγα, σαρκασμού, στη σκηνή ανάμεσα στην Ελένη και τον Μενέλαο, αλλά και στην ίδια την Εκάβη. Νομίζω ότι κωμωδία και τραγωδία δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ιδιού νομίσματος. Γι΄ αυτό και με ενδιαφέρει να μπολιάσω τη μονοδιάστατη ανάγνωση του αρχαίου δράματος με το αντίθετο. Οχι μόνο τώρα, αλλά και σε άλλα έργα. Να τολμήσουμε τον σαρκασμό και την ειρωνεία» καταλήγει.

Αν η περιοδεία του Θεάτρου του Νέου Κόσμου έχει μπροστά της πολλούς σταθμούς, με εκείνους της Αττικής να δεσπόζουν τον Αύγουστο, ο προσεχής χειμώνας περιλαμβάνει ελληνικό έργο. Συγκεκριμένα η Κονιόρδου θα υποδυθεί την κυρία Κούλα από την ομώνυμη νουβέλα του Μένη Κουμανταρέα σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη στο Θέατρο Τέχνης, ενώ την άνοιξη θα σκηνοθετήσει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το μοναδικό θεατρικό έργο του Κωστή Παλαμά «Τρισεύγενη», με τη Στεφανία Γουλιώτη. Σίγουρα μια ενδιαφέρουσα αναμέτρηση.

Από τον Μινωτή στον Βασίλιεφ
Τ ριάντα χρόνια μετράει στον χώρο του αρχαίου δράματος η Λυδία Κονιόρδου. Το ξεκίνημά της έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με σκηνοθέτη τον Αλέξη Μινωτή: Επαιξε την Αντιγόνη στις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη με το Εθνικό και στη συνέχεια συνεργάστηκε για μία δεκαετία με το Θέατρο Τέχνης- υπήρξε κορυφαία του Χορού αλλά και Αθηνά στις «Ευμενίδες», Κλυταιμνήστρα στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή και στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου. Αργότερα, με το Θεσσαλικό Θέατρο και τον Κώστα Τσιάνο διέπρεψε ως Ηλέκτρα στην ευριπίδεια εκδοχή της τραγωδίας, καθώς και ως Ιφιγένεια στην «εν Ταύροις». Πάλι με τον Τσιάνο, έπαιξε τη Λυσιστράτη στην πρώτη της αναμέτρηση με την αριστοφανική κωμωδία, ενώ με τον ίδιο σκηνοθέτη συνεργάστηκαν πέρυσι και στις «Χοηφόρες».

Εχει ακόμη ερμηνεύσει τη σοφόκλεια Ηλέκτρα, την Ατοσσα στους «Πέρσες», ενώ οι σκηνοθεσίες της στα έργα του Ευριπίδη «Αλκηστις» και «Ιων» επιβεβαίωσαν την πολλαπλή σχέση της με το αρχαίο δράμα. Το 2002 στον διπλό «Οιδίποδα», της Πειραματικής του Εθνικού (και σε κλειστό χώρο), υποδύθηκε τέσσερις ρόλους (Ιοκάστη, Τειρεσίας, Ξένος, Ραψωδός). Προ διετίας, το καλοκαίρι του 2008 ανέλαβε τον ρόλο της Μήδειας, στην κατά Ανατόλι Βασίλιεφ εκδοχή της ευριπίδειας τραγωδίας- μια παράσταση που προκάλεσε αντιδράσεις αλλά και θαυμασμό. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη το 1992 η Λυδία Κονιόρδου τιμήθηκε με το βραβείο «Κουν» για την προσφορά της στην τραγωδία και σήμερα θεωρείται η κορυφαία του είδους.

  • ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ
  • Νεμέα 25/7, Τρίπολη 26/7, Ζάκυνθος 28/7, Ραφήνα 31/7
  • Ωρα έναρξης: 21.15
  • Τιμές εισιτηρίων: 15, 20 ευρώ

Ο ρόλος-κλειδί στο περιβόητο φιλμ του Γιώργου Λάνθιμου την οδήγησε στις Κάννες. Ομως εκείνη αισθάνεται κυρίως θεατρική ηθοποιός. Δεν παριστάνει τη σταρ και νιώθει ευγνωμοσύνη που έχει δουλειά στις δύσκολες μέρες που ζούμε…

Της Ιωάννας Μπλάτσου, ΓΥΝΑΙΚΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Φωτογραφίες: Γιώργος Κορδάκης

Το φετινό της πρόγραμμα -μετά τον θρίαμβο του «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου, με εκείνη σε ρόλο-καταλύτη στο κλειστό κύκλωμα της οικογένειας- περιλαμβάνει μια περιοδεία στην Ελλάδα με τον «Ορέστη» του Ευριπίδη (σκηνοθεσία Γιάννης Χουβαρδάς), η οποία θα βγει και εκτός συνόρων, με τελευταίο σταθμό στις 26 Σεπτεμβρίου τη Βιτσέντζα της Ιταλίας.

Επειτα, από τα μέσα Οκτωβρίου, θα την ξαναδούμε στο επιτυχημένο «Τι είδε ο μπάτλερ» του Τζο Ορτον (σκηνοθεσία Θωμάς Μοσχόπουλος), στο θέατρο Δημήτρης Χορν. Σχεδόν παράλληλα θα αρχίσει πρόβες για τη νέα παιδική παραγωγή στο θέατρο «Πόρτα» της Ξένιας Καλογεροπούλου, πάλι υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Μοσχόπουλου, του ανθρώπου που πίστεψε στην Αννα και την «κατέβασε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα», όπως λέει η ηθοποιός.

Πάντως, παρά το εξουθενωτικό πρόγραμμά της, δεν παραπονιέται. Αντίθετα, νιώθει τυχερή και εκφράζει ευγνωμοσύνη επειδή εργάζεται αυτές τις δύσκολες μέρες…

  • Τι κατέγραψε ο σκληρός σας δίσκος από το Φεστιβάλ Καννών, όπου παρευρεθήκατε για τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου;

«Το μερίδιό μου στη χλιδή του φεστιβάλ το έζησα για ένα 24ωρο όλο κι όλο. Φτάσαμε πρωί στις Κάννες και μείναμε σε μία βίλα μέχρι το μεσημέρι, για να δώσουμε μια συνέντευξη στο πλαίσιο του φεστιβάλ. Το βράδυ έπρεπε να παραστούμε σε ένα προοίμιο του red carpet πάρτι, στην ταράτσα της γαλλικής εταιρείας διανομής της ταινίας. Φυσικά το πρωτόκολλο απαιτούσε επίσημο ένδυμα και πολλά φωτογραφικά φλας, αλλά λόγω λιτότητας τη βγάλαμε με σαμπάνια και φράουλες. Πολλή πείνα στις Κάννες! Μετά μας πήραν λιμουζίνες και μας πήγαν στην αίθουσα προβολής της ταινίας, η οποία προβαλλόταν παράλληλα με τον «Αντίχριστο» του Λαρς φον Τρίερ. Το glam της υπόθεσης ήταν η διαδρομή μας από τη λιμουζίνα μέχρι την αίθουσα προβολής. Ο εκφωνητής ανακοίνωνε ένα-ένα τα ονόματα των συντελεστών της ταινίας· ταυτόχρονα υπήρχε μία γιγαντοοθόνη που έδειχνε την έλευσή μας στον χώρο. Και μετά ένας χαμός από φλας!».

  • Πώς νιώσατε εκείνα τα λίγα λεπτά των φλας;

«Φανταστείτε τη σκηνή. Η χώρα μας σε εξαιρετικά δεινή θέση, οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά. Ολοι μας με μαύρες σκέψεις για το μέλλον και μέσα σε λίγες ώρες να βρισκόμαστε μέσα σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου θέση έχουν μόνον τα χαμόγελα, τα πάρτι, τα βραδινά φορέματα και τα σμόκιν. Η πρώτη αυθόρμητη σκέψη μου λοιπόν ήταν: Μα γιατί όλοι αυτοί σπρώχνονται για να με βγάλουν φωτογραφία, όταν μέχρι χθες έπλενα τις βεράντες μου στο Μεταξουργείο; Για κάποιους χολιγουντιανούς αστέρες, όπως η Πενέλοπε Κρουζ ή ο Μπραντ Πιτ και η Αντζελίνα Τζολί, όλα αυτά μπορεί να είναι μια κανονικότητα. Για μένα η κατάσταση ήταν υπερβολική και αστεία. Ομως ναι, ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα και διαφορετική εμπειρία».

  • Στον «Κυνόδοντα», όπως και στο «Τι είδε ο μπάτλερ», έχετε γυμνές σκηνές. Σας δυσκολεύουν τέτοιες σκηνές;

«Δεν αισθάνομαι παράξενα… Αυτό εξαρτάται βέβαια και από τη ματιά του σκηνοθέτη. Οταν δεν είναι ηδονοβλεπτική, δεν υπάρχει τίποτα πρόστυχο. Το σώμα είναι σώμα. Η «βρώμικη» θεώρηση του σώματος είναι χριστιανικό κατάλοιπο».

  • Από τις Κάννες πίσω στην Επίδαυρο, με τον «Ορέστη» του Ευριπίδη…

«Πίσω στην πραγματικότητα… Σε ένα έργο όπου κανένας ήρωας δεν είναι ήρωας και κανένας θεός δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων… Σε μια τραγωδία τόσο σύγχρονη, ώστε τα πάντα εκπίπτουν. Οπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα που ζούμε σήμερα δηλαδή… Βιώνουμε την περίοδο των εκπτώσεων, των εκπτώσεων σε βαθμό γελοιότητας. Εχει μειωθεί τόσο το επίπεδο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησής μας όσο και η προθυμία μας να αναλάβουμε την ατομική ευθύνη που μας αναλογεί ως πολίτες για την πορεία αυτής της χώρας».

  • Δηλαδή έχουμε τους πολιτικούς που μας αρμόζουν;

«Ακριβώς. Υπάρχει συνυπευθυνότητα γι’ αυτό το έγκλημα. Είτε γιατί κάποιοι από μας συμμετείχαν σε αυτό, είτε γιατί άλλοι επιτρέψαμε να συμβεί. Δεν βλέπετε, για παράδειγμα, πόσοι άνθρωποι γύρω μας δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν τη δουλειά τους ή δεν είναι σε θέση να την κάνουν σωστά; Για την οποία δουλειά τους, φυσικά, πληρώνονται. Δεν μιλάω μόνο για τον δημόσιο τομέα. Και στον καλλιτεχνικό χώρο κυριαρχεί θολούρα. Συχνά δεν υπάρχει πρόταση και ακόμα συχνότερα δεν υπάρχει ανάληψη ευθύνης για την όποια καλλιτεχνική πρόταση. Αναπόφευκτα οδηγούμαστε λοιπόν σε σύγχυση και αδιαφάνεια».

  • Θεωρείτε εύκολο να αλλάξει μια παγιωμένη στάση ζωής;

«Εξαιρετικά δύσκολο. Για να μην πω ακατόρθωτο. Χρειάζεται να αλλάξει όλη η νοοτροπία μας. Δείτε πώς συμπεριφερόμαστε στην καθημερινότητά μας, πώς πορευόμαστε με παντελή έλλειψη συλλογικής συνείδησης, πώς μας αρέσει να χαϊδεύουμε συνειδήσεις και να μας χαϊδεύουν τα αυτιά. Εχουμε αποβλακωθεί, έχουμε αποκτηνωθεί. Ομως δεν έχουμε άλλη περίοδο χάριτος. Η αυτοκριτική και η διαφορετική πλεύση αποτελούν πλέον μονόδρομο».

«Ορέστης», Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 30-31/07. Κρατήσεις εισιτηρίων στην Πανεπιστημίου 39, στο τηλ. 210 3272.000 και στην ιστοσελίδα http://www.greekfestival.gr.

Ο ένας πρωταγωνιστεί, ο άλλος σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί. Και οι δύο μάς μιλούν για τις συγκινήσεις και το άγχος που τους προκαλεί ο ιστορικός χώρος, αλλά και για την ελπίδα που τους δημιουργεί η εποχή που ζούμε

Της Ιωάννας Μπλάτσου, ΓΥΝΑΙΚΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Φωτογραφίες: Θοδωρής Ψιάχος

Δείτε το video των backstage

  • ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΗΣ

«Είναι η δεύτερη φορά που παίζω τον Ορέστη, αυτή τη φορά του Ευριπίδη και σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Η πρώτη ήταν το 2001, με την «Ορέστεια» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου. Επειτα από τέσσερις παραγωγές στην Επίδαυρο -η φετινή θα είναι η πέμπτη- δεν θα έλεγα ότι νιώθω να έχω κατακτήσει πολλά πράγματα. Εχω βέβαια καταλάβει κάποια βασικά σε επίπεδο τεχνικής όσον αφορά αυτή την εφ’ όλης της ύλης δοκιμασία που είναι η Επίδαυρος. Ομως, είτε είναι η πρώτη σου φορά είτε η πέμπτη, χρειάζεται πολλή δουλειά για να σταθείς αντάξιος της πρόκλησης αυτού του χώρου αλλά και των ίδιων των κειμένων.

Οι πιο συγκινητικές στιγμές μου στην Επίδαυρο ήταν οι πρόβες και οι παραστάσεις της «Αντιγόνης» του Λευτέρη Βογιατζή, καθώς και η πρώτη πρόβα των «Περσών» με τον Ντίμιτερ Γκότσεφ. Η αληθινή, στα όρια του παιδικού, συγκίνηση αυτού του ξένου ανθρώπου μάς ξαναθύμισε τι παθαίνει κανείς όταν πρωτομπαίνει σε αυτό το θέατρο.

Η πιο αμήχανη στιγμή μου στην Επίδαυρο ήταν η πρώτη μου φορά εκεί. Η πιο δύσκολη και τραυματική όταν μας γιουχάισαν πέρυσι στους «Πέρσες». Αισθάνθηκα ότι αυτή η αντίδραση δεν ήταν αντάξια της προσπάθειάς μας. Δεν άρμοζε στον Γκότσεφ, που εργάστηκε τίμια και χωρίς να θέλει να προκαλέσει. Ηταν σαν τρομοκρατική ενέργεια, εντελώς φασιστική. Αν δεν σου αρέσει μια παράσταση, μπορείς να σηκωθείς και να φύγεις. Οταν με τόση ευκολία καταστρέφεις μια παράσταση, είναι σαν να λες ότι οι καλλιτέχνες έχουν πρόθεση να σε προσβάλουν. Κι αυτό δεν το δέχομαι.

Οταν χαθεί η συνενοχή θεατή και καλλιτέχνη, η παράσταση πάει αλλού. Δημιουργείται ανταγωνισμός με το κοινό, πράγμα που δεν είναι στοιχείο του θεάτρου. Επιπλέον, όλο αυτό είναι εκτός της ποιότητας και του ήθους του πολιτισμού μας. Το θέατρο δεν είναι γήπεδο ή διαδήλωση. Αλλιώς, θα έπρεπε κι εμείς οι ηθοποιοί να αντιδρούμε αναλόγως. Είναι σαν να καλείς κάποιον στο σπίτι σου και, επειδή αυτός δεν είναι σαν εσένα, να τον πετάς έξω. Για τους Ελληνες η φιλοξενία είναι όμως ιερή από αρχαιοτάτων χρόνων. Αυτοί λοιπόν που φωνάζουν και γιουχαΐζουν στην Επίδαυρο δεν είναι άτομα που αγαπούν το θέατρο και τους ανθρώπους του. Εγώ ντράπηκα για λόγου μας. Αισθάνθηκα ότι όλο αυτό ήταν βάρβαρο, δήθεν, στημένο.

Το συναίσθημα που βιώνεις όταν βρίσκεσαι στην επιδαύρεια αρένα είναι ανάλογο με εκείνο που νιώθεις όταν γίνεται σεισμός. Αισθάνεσαι μικρός, αδύναμος, ένα τίποτα. Είναι σαν να βρίσκεσαι πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Βιώνεις μια ακραία και μεγάλη στιγμή που ζητά από σένα τα πάντα, όλη τη γενναιοδωρία σου.

»Από την άλλη, δεν ξέρω αν καταξιώνεται ο καλλιτέχνης που πατά το χώμα της Επιδαύρου. Το θέατρο είναι μια θνησιγενής τέχνη. Πεθαίνει με το που συμβαίνει. Και ό,τι μένει από μια παράσταση είναι αυτό που κουβαλούν μετά στην ψυχή τους όσοι την παρακολούθησαν».

  • ΣΙΜΟΣ ΚΑΚΑΛΑΣ

«Φυσικά έχω αγωνία για την παρθενική μου εμφάνιση στη Μικρή Επίδαυρο με την «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση. Ομως μέρος της δουλειάς μου είναι να μην εστιάζω στα άγχη μου. Δεν θέλω να σκέφτομαι το βάρος του χώρου, το κύρος του Ελληνικού Φεστιβάλ, τις προσδοκίες του κόσμου. Προσπαθώ να εστιάσω στο πώς θα παρασταθεί το έργο του Χορτάτση ώστε να μιλήσει στον κόσμο. Προσπαθώ να μην αποπροσανατολιστώ από τους στόχους που έχουμε θέσει ως ομάδα: δεν μας ενδιαφέρει το σωστό και το λάθος, παρ’ όλο που ο σεβασμός μας προς τα κείμενα είναι απεριόριστος. Προσπαθούμε να γνωρίσουμε τους κανόνες του κάθε έργου, για να δημιουργήσουμε κάτι σε σχέση με το τότε που γράφτηκε και το σήμερα που θα παρακολουθηθεί.

Τη δεύτερη και τελευταία μέρα των παραστάσεων θα κάνουμε μια μετάβαση από την «Ερωφίλη» στον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, συμπατριώτη του Χορτάτση. Μετά το τέλος της «Ερωφίλης» θα στήσουμε ένα γλέντι με δεκαπεντασύλλαβους, χορό, τσικουδιά και φαγητό, για να ακουστεί το περίφημο ποίημα της Κρητικής Αναγέννησης. Είναι προσκεκλημένος όποιος θέλει να συμμετάσχει – τραγουδιστής, αφηγητής ή οργανοπαίχτης.

Δεν πιστεύω σε κανόνες, σχολές και μεθόδους, αλλά σε ό,τι λειτουργεί, ό,τι παράγει έργο, ό,τι μπορεί να σταθεί πάνω στη σκηνή, ό,τι μπορεί να παρουσιαστεί στον θεατή. Αλλωστε αυτός είναι το άλλο μας κομμάτι. Σε αυτόν απευθύνεται η δουλειά μας.

Στην Ελλάδα κάνουμε πρόβες δυο-τρεις μήνες και μετά περιμένουμε μια καλλιτεχνική αποκάλυψη. Ο Λευτέρης Βογιατζής δηλαδή, που κάνει πρόβες έναν χρόνο, δεν ξέρει τι κάνει; Οι καλλιτεχνικές ιδέες δεν φυτρώνουν στα δέντρα, ούτε οι ερμηνείες των ηθοποιών βρίσκονται στο τσεπάκι τους. Χρειάζεται πολλή και σκληρή δουλειά, όπως και έρευνα, για να οδηγηθείς σε ένα αποτέλεσμα.

Η σημερινή εποχή λέει στις νέες γενιές: «Αυτό που θες θα γίνει τώρα». Ομως οι ιστορίες που αφηγούμαστε στο θέατρο θέλουν χρόνο και δουλειά.

Λυπάμαι που το λέω, αλλά δεν είμαστε εμείς, οι σύγχρονοι Ελληνες, που χτίσαμε τον Παρθενώνα. Τα «μνημεία» μας σήμερα είναι μιμήσεις του αμερικανικού τρόπου ζωής. Κάπως έτσι, μεταξύ Βαλκανίων και πραγμάτωσης του αμερικανικού ονείρου, χάσαμε τον μπούσουλα. Λέμε ότι εμείς δώσαμε στον δυτικό κόσμο τη δημοκρατία και τα φώτα του πολιτισμού, αλλά εγώ σήμερα βλέπω γύρω μου μόνον υπερφίαλους ανθρώπους, ζαλισμένους από το υπαρξιακό και πνευματικό τους κενό.

Πάντως, μολονότι η παρούσα ιστορική συγκυρία είναι μάλλον τρελή ή και γεμάτη απαισιοδοξία, εγώ ελπίζω πολλά. Εύχομαι να συμβούν πολλά. Να έρθουμε πιο κοντά. Να στηριχτούμε ο ένας στον άλλον. Να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και να σταθούμε με ειλικρίνεια απέναντί του».

Η παράσταση «Ορέστης» θα δοθεί στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (30-31/07) και η «Ερωφίλη – Ασκηση 2» στη Μικρή Επίδαυρο (30-31/07).
Κρατήσεις εισιτηρίων: Πανεπιστημίου 39, τηλ. 210 3272.000, http://www.greekfestival.gr.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Τα τσικό της stand up κορακοζώητης «Κατσαρίδας», Βασίλης Μαυρογεωργίου και Κώστας Γάκης, ενηλικιώθηκαν θεατρικά. Και ανέλαβαν να σκηνοθετήσουν για ένα Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο, το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, ένα σεξπιρικό αριστούργημα: τον «Εμπορο της Βενετίας».

Η  Πόρσια -Γεωργία Γεωργόνη και ο Μπασιάνο -Παναγιώτης Κατσώλης, του  «Εμπόρου»

Η Πόρσια -Γεωργία Γεωργόνη και ο Μπασιάνο -Παναγιώτης Κατσώλης, του «Εμπόρου»

Για την παράσταση αντιμετώπισαν θαρραλέα την πρόκληση ενός θιάσου με αρκετά εμπειρότερους, μεγαλύτερων γενεών απ’ τους ίδιους, ηθοποιούς. Κι επειδή αιφνιδίως ο Σάιλοκ- Χρήστος Καλαβρούζος αποχώρησε από τον θίασο, τον κορυφαίο σεξπιρικό ρόλο ανέλαβε ο Θοδωρής Πολυζώνης. Επόμενες στάσεις της πανελλαδικής περιοδείας του «Εμπόρου» είναι τα Χανιά αύριο, το Ρέθυμνο την Πέμπτη και το Ηράκλειο Κρήτης την Παρασκευή.

  • Ποιος είναι ο δικός σας Σάιλοκ;

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΥΡΟΓΕΩΡΓΙΟΥ: «Ο Σάιλοκ ενσαρκώνει το αναγκαίο κακό. Είναι το ΔΝΤ».

ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΚΗΣ: «Σάιλοκ είναι οι μεγάλοι παίκτες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος: τράπεζες, λέσχες, λίγκες, ΔΝΤ. Το κομμάτι της ψυχής μας που υποκύπτει σε κάθε είδους δήθεν αθώες καθημερινές μικροεκχωρήσεις και μικροεκδουλεύσεις και υποτάσσεται στο βίαιο ένστικτο της εκμετάλλευσης».

Β.Μ.: «Ο Σάιλοκ δεν είναι όμως ο κακός της υπόθεσης – όπως δεν είναι ο κακός οι τράπεζες και το ΔΝΤ. Είναι τα απαραίτητα στοιχεία που γεννάμε οι ίδιοι. Οι Βενετσιάνοι στο έργο μισούν τον Εβραίο, γιατί είναι ο καθαρότερος καθρέφτης στον οποίο μπορούν να κοιτάξουν. Ολοι τον φτύνουν και τον βρίζουν, αλλά όταν χρειάζονται μετρητά τρέχουν σε αυτόν με μούτρα κατεβασμένα. Είναι θεωρώ ο πιο ειλικρινής χαρακτήρας του έργου. Δεν προσποιείται ότι πιστεύει σε μια ανώτερη ηθική από το χρήμα. Το έργο ξεσκεπάζει την ηλιθιότητα του πολιτισμού και του οικονομικού μας συστήματος».

  • Το κείμενο, ως εκ τούτου, το είδατε μέσα απ’ το πρίσμα των σημερινών αντιστοιχιών που αναφέρατε;

Κ.Γ.: «Στον «Εμπορο» όλα ξεπουλιούνται κι όλα αγοράζονται ακριβώς όπως σήμερα. Ολες οι σχέσεις των προσώπων του έργου, φιλικές, ερωτικές, συγγενικές, φυλετικές, δοκιμάζονται από το χρήμα και τελικά όλες ξεθωριάζουν και υποκύπτουν κάτω από την αφόρητη δύναμη του κέρδους. Οπως και σήμερα. Η διεφθαρμένη παρέα των νεαρών, που εξαρτώνται από πλούσιους μαικήνες και προσκολλώνται επάνω τους απομυζώντας οφέλη υλικά και άδειες δόξες, μου θυμίζει από τη μια τα golden boys και το θράσος τους, κι απ’ την άλλη τη δική μας γενιά, που συχνά καταφεύγει σε ανάλογες, άνευ όρων, παραδόσεις σε σύγχρονους μαικήνες ή φαφλατάδες εργοδότες, χωρίς να αναλογίζεται την ευθύνη της στη διαιώνιση της γενικευμένης κρίσης των αξιών».

Β.Μ.: «Σε όλο το κείμενο γίνεται πολύ φανερή η αναγκαιότητα του χρήματος, δείχνοντας ότι ακόμα και η υπόληψη του καθενός εξαρτάται από το πορτοφόλι του. Αν δεν έχεις μία, τότε και τα λόγια σου δεν αξίζουν δεκάρα. Στον Σέξπιρ δεν υπάρχουν βαρυσήμαντοι φιλόσοφοι, αλλά ετοιμόλογοι χαρακτήρες, των οποίων τα λογοπαίγνια αξίζουν όσο τόμοι φιλοσοφίας».

  • Πώς δουλέψατε; Ακολουθήσατε τις συνήθεις αυτοσχεδιαστικές μεθόδους σας;

Κ.Γ.: «Προσωπικά, έχω πλήρη άγνοια για το πώς «πρέπει» να ανεβαίνει ο Σέξπιρ. Πάντως στην αρχή των προβών ζητήσαμε απ’ τους ηθοποιούς να μας μιλήσουν για τη δική τους σχέση με τον δανεισμό και τα χρέη. Οι απαντήσεις ήταν αποκαλυπτικές. Οι περισσότεροι στον θίασο, αν όχι όλοι, συμπεριλαμβανομένων ημών των σκηνοθετών, έχουν βιώσει σχεδόν απάνθρωπες εμπειρίες δανεισμού και πλήρους υποτέλειας στο χρήμα. Αυτή η εμπειρία μεταφράστηκε σε τρία τραγούδια που γράψαμε μαζί με τους ηθοποιούς. Ηταν ξεκάθαρη η διάθεση να αποφύγουμε τις ρητορείες και τους μελοδραματισμούς που συνήθως φορτώνονται στον Σέξπιρ. Αυτό δεν ήταν σε όλες τις περιπτώσεις εύκολο . Γιατί όλοι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, είμαστε δέσμιοι μιας παγιωμένης σοβαροφάνειας που συνοδεύει τον μεγάλο ελισαβετιανό. Δώσαμε μάχη για αμεσότητα, απλότητα και έλλειψη προσποίησης στον λόγο και στη δράση. Κι αισθανθήκαμε ελεύθεροι να αναδείξουμε την πολυπλοκότητα του έργου μέσα από διαφορετικές τεχνικές θεάτρου, διαφορετικές «γλώσσες»».

  • Η κρίση έχει δείξει τα «δόντια» της στο θέατρο;

Β.Μ.: «Από τη στιγμή που το υπουργείο Πολιτισμού σκοπεύει να κόψει εντελώς τις επιχορηγήσεις, τα πράγματα θα σκληρύνουν. Του χρόνου προβλέπεται να δούμε πολύ λιγότερες παραγωγές, με πιο εμπορικές επιλογές. Μια λύση θα ήταν οι άνθρωποι τις ηλικίας μας να δοκιμάζουν άφοβα πράγματα σε εναλλακτικούς χώρους, με φτηνότερο εισιτήριο, ώστε να μη γίνει το θέατρο υπόθεση λίγων».

Κ.Γ.: «Ολοι μας φλερτάρουμε πλέον με τον εργασιακό ορίζοντα μιας δεύτερης δουλειάς, γιατί αν θες να κάνεις θέατρο πρέπει να αποδεχτείς ότι το κάνεις κυρίως για την ψυχή σου. Δεν ζεις πια από το θέατρο στην Ελλάδα, μετά τις τελευταίες περικοπές σε όλους τους τομείς της δουλειάς μας. Ο κυνισμός του υπουργείου Πολιτισμού μετατρέπει το εναλλακτικό, το ζωντανό, το πολύχρωμο θέατρο σε ερασιτεχνική ενασχόληση και μαύρη εργασία και ενισχύει έμμεσα τα εμπορικά θεάματα τηλεοπτικού-εμπορικού τύπου».

info Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές. Σκηνικά-κοστούμια: Αγνή Ντούτση. Χορογραφία-κίνηση: Ελενα Γεροδήμου. Μουσική: Κώστας Γάκης. Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γεωργία Γεωργόνη, Γιάννης Δρακόπουλος, Παναγιώτης Κατσώλης, Δημήτρης Μακαλιάς, Θανάσης Μιχαηλίδης, Γιώργος Μωρόγιαννης, Μαρία Παρασύρη, Σωκράτης Πατσίκας, Θοδωρής Πολυζώνης, Διογένης Τριανταφυλλίδης, Ηλέκτρα Τσακαλία και Γιώργος Χουλιάρας. *

Τα… προσεχώς του «διδύμου»

Τον χειμώνα οι δυο τους ετοιμάζουν στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το έργο «Μια τεράστια έκρηξη» του Β. Μαυρογεωργίου, στο οποίο θα συμμετέχουν ο Γιώργος Πυρπασόπουλος, η Κατερίνα Μαυρογεώργη και η Μαρία Φιλήνη. Στο Δώμα του ίδιου θεάτρου, ο Κώστας Γάκης θα ανεβάσει ένα έργο του που «ερευνά τη σεξουαλικότητα και τα taboo που τη συνοδεύουν». Συγχρόνως, με μια 15μελή ομάδα νέων ηθοποιών στήνει ένα ιδιότυπο μιούζικαλ «σε συσκευασία ταξιδίου», που θα περιοδεύσει και το επόμενο καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα. «Θα κάνω όμως και live σε μικρούς χώρους με την κιθάρα μου, ερμηνεύοντας τραγούδια από παραστάσεις μου,αλλά και μελοποιήσεις άλλων», αποκαλύπτει.

Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου θα συνεργαστεί στην γκαλερί ΚΝΟΤ και ως ηθοποιός (σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση) και ως συγγραφέας (σε σκηνοθεσία Βασίλη Χριστοφυλάκη).

ΠΡΟΣΩΠΟ

  • Στην πρώτη συνέντευξή του μετά την ανανέωση της θητείας του, ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου μιλάει για το μέλλον της πρώτης σκηνής της χώρας μέσα στην πραγματικότητα των περικοπών αλλά και των συνθηκών τρόμου που επικρατούν στην περιοχή της Αγίου Κωνσταντίνου

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Τo γραφείο του στο Εθνικό Θέατρο, επί της Αγίου Κωνσταντίνου, παραμένει λιτό, σχεδόν άδειο- στους γαλάζιους τοίχους προστέθηκαν δύο σχέδια του Κτιρίου Τσίλλερ. Ο Γιάννης Χουβαρδάς στη δεύτερη θητεία του στο τιμόνι της πρώτης σκηνής της χώρας δείχνει πιο ήρεμος. Τώρα πια ξέρει: Οι μύθοι κατέρρευσαν και τα («μεγάλα») προβλήματα απορροφούν όλον του τον χρόνο. Μου μιλάει για τις «καθημερινές φωτιές» που καλείται να σβήσει, για τις «στιγμές-θρίλερ» αλλά και για τις επιλογές του, σε πρόσωπα και συνεργάτες, τονίζοντας: «Εγώ είμαι οι επιλογές μου. Δεν μπορώ να τις αρνηθώ επειδή κάποιοι ενοχλούνται».

Επιπλέον είναι οργισμένος- και έχει απόλυτο δίκιο. Το οικοδομικό τετράγωνο του Εθνικού Θεάτρου, κυρίως η είσοδος από Μενάνδρου, έχει μετατραπεί σε επίκεντρο διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών. Από το σούρουπο και μετά η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη. Η αδιαφορία του κράτους είναι πραγματικά προκλητική. Προτού λάβει «δραστικά μέτρα», αναμένει τις αντιδράσεις της Πολιτείας και κάνει πρόβες στον «Ορέστη» του Ευριπίδη, παράσταση με την οποία θα κατέβει στην Επίδαυρο στις 30-31 Ιουλίου. Και είναι αξιοσημείωτη η εμμονή του στον τραγικό ποιητή, με 12-13 έργα ήδη στο ενεργητικό του (εντός και εκτός Ελλάδος, και όχι μόνο στην Επίδαυρο). Χωρίς να παρεμβαίνει στο κείμενο, το «ερμηνεύει», του δίνει διαστάσεις, αλλά τονίζει: «Δεν προγραμματίζω την ανατροπή».

– Κύριε Χουβαρδά,η επιλογή του «Ορέστη» παραπέμπει στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

«Πράγματι, μας θυμίζει πάρα πολλά. Εγώ όμως δεν θέλω να κάνω φθηνούς παραλληλισμούς. Μιλάει από μόνη της η κατάσταση. Μόνον ένας από μηχανής θεός μπορεί να μας σώσει, αλλά δεν υπάρχει».

– Αρα δεν υπάρχει ούτε λύση;

«Ως γνωστόν, ο ποιητής δεν είναι για να δίνει λύσεις, αλλά για να περιγράφει τα αδιέξοδα. Τις λύσεις πρέπει να τις δίνουν εκείνοι που τους ψηφίζει ο κόσμος. Ακόμα ακόμα και οι πνευματικοί ηγέτες δεν έχουν σαν καθήκον να προσφέρουν πρακτικές λύσεις, αλλά να περιγράφουν τα αδιέξοδα, ανοίγοντας ίσως κάποιους πνευματικούς δρόμους φωτός».

– Δεν βλέπετε να αλλάζει κάτι;

«Ολα αυτά τα πρόσωπα, πρωτίστως όμως ο Ορέστης, η Ηλέκτρα και ο Πυλάδης, είναι εγκλωβισμένα στην Ιστορία. Είναι καταδικασμένα να επαναλαμβάνουν τις ίδιες πράξεις, σαν μια ιστορική λούπα… Μπορεί να ακούγεται μηχανιστικό, αλλά η πραγματικότητα το επιβεβαιώνει. Δεν βλέπω να αλλάζουν τα πράγματα, οι άνθρωποι, τα μυαλά. Η εμπειρία, όσο και να μας ταλαιπωρεί, δεν μας συνεφέρνει. Είμαι από τους πεσιμιστές εγώ- ανέκαθεν ήμουν. Αλλωστε στον “Ορέστη” δεν υπάρχει τέλος, και αυτό είναι εφιαλτικό. Υπάρχει αρχή, μέση και πάλι αρχή. Ο τρόμος δεν είναι μόνον αρνητικός, μπορεί να φέρει και κάτι. Αυτή είναι μια ελπίδα».

– Τώρα που σκηνοθετείτε στο Εθνικό αυτολογοκρίνεστε;

«Πάντα γίνεται αυτολογοκρισία. Απλώς στο Εθνικό είμαι πιο προσεκτικός, κυρίως γιατί είμαι και ο καλλιτεχνικός του διευθυντής. Οφείλω να το προστατεύω από τυχόν ακραίες αυθαιρεσίες και ως έναν βαθμό νομίζω ότι το έχω πετύχει. Είμαι υπέρ της αρχής της απόλυτης ελευθερίας και της μη παρέμβασης στο έργο των καλλιτεχνών. Βλέπω κάποιες πρόβες και λέω τη γνώμη μου. Ως εκεί. Στο εξωτερικό υπάρχουν διευθυντές που παρεμβαίνουν έως ότου απαγορεύσουν το ανέβασμά της. Εγώ πιστεύω ότι οι παραστάσεις πρέπει να κρίνονται από το κοινό και οι σκηνοθέτες να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των πράξεών τους. Το Εθνικό Θέατρο δεν είναι κατηχητικό ίδρυμα».

– Οταν αναλάβατε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, μου είχατε πει «ας με κρίνουν μετά την πρώτη τριετία». Μόλις ξεκινήσατε τη δεύτερη θητεία σας…

«Εγώ τον εαυτό μου τον κρίνω κάθε μέρα, όχι όμως δημοσίως, αλλά εντός των τειχών, στα όργανα που είμαι υπόλογος και βάσει συγκεκριμένων στοιχείων. Εμ μέσως φαίνεται αυτό μέσα από τις πράξεις μου. Θεωρώ ότι είναι ο ασφαλέστερος δρόμος».

– Το πέρασμα όμως από την πρώτη στη δεύτερη τριετία ήταν περιπετειώδες. Νιώσατε ότι η Πολιτεία σάς αμφισβήτησε;

«Βεβαίως, αλλά αυτό δεν μου είναι καινούργιο. Το περίεργο είναι ότι αυτή η αμφισβήτηση βγήκε τη στιγμή εκείνη. Θα ήμουν πανευτυχής αν γινόταν πριν… Ηταν όμως στο ευαίσθητο κενό και προφανώς λειτούργησε, για ευνόητους λόγους. Υπήρχαν ενδιαφερόμενοι, άνθρωποι, θεσμοί, που έκριναν ότι μπορούσαν να με χτυπήσουν πιο εύκολα. Γι΄ αυτό και με ενόχλησε. Προσωπικά πιστεύω στην αμφισβήτηση, χωρίς αυτήν δεν γίνεται τίποτα».

– Το υπουργείο Πολιτισμού την επέτρεψε όμως…

«Δεν ένιωσα αμφισβήτηση από τον υπουργό Πολιτισμού, τον Παύλο Γερουλάνο, όπως δεν ένιωσα και από κανέναν από τους τρεις υπουργούς της Νέας Δημοκρατίας που πέρασαν πριν. Αισθάνθηκα μια διαφορετική οπτική στα πράγματα που έφερε ο νέος υπουργός, η οποία οφείλεται αφενός στην προσωπική του προοπτική και αφετέρου στην καινούργια, πολύ σκληρή πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί. Αν σκεφθεί κανείς ότι όταν πρωτομπήκα στο Εθνικό θεωρούσα εντελώς ανεπαρκή την επιχορήγηση, μπορεί να φανταστεί κανείς σε τι δύσκολη θέση βρίσκεται τώρα το θέατρο. Αποφάσισα να παραμείνω γιατί θέλω να εί μαι σίγουρος ότι ό,τι άρχισε δεν θα κατεδαφιστεί αμέσως και ότι θα μπορέσει το Εθνικό να σταθεί στα πόδια του – γιατί είναι εύκολο να κοπούν…».

– Σκεφθήκατε ότι μέσα από αυτή την αναμονή σάς έσπρωχναν να φύγετε από μόνος σας;

«Αν είχα μανία καταδίωξης, θα το σκεφτόμουν».

– Σας εξέθεσαν όμως. Τελικά χρειάστηκε να βάλετε πολύ νερό στο κρασί σας…

«Πρώτα πρώτα δεν πιστεύω ότι έχω να κάνω με ανθρώπους που δεν έχουν συνείδηση της πραγματικότητας και των ευθυνών τους. Θα υποτιμούσα πολύ τους ανθρώπους του υπουργείου και τους γύρω μου ότι ακολουθούν μια τέτοια πρακτική. Επειτα έχουν μεταβληθεί τόσο πολύ οι συνθήκες. Εχουμε να κάνουμε με μια τεράστια αλλαγή στη ζωή και στην οικονομία της Ελλάδας. Κρίνω ότι αυτό που δίνει τώρα ο υπουργός είναι τιμή προς το Εθνικό. Εκείνος έθεσε το πλαφόν κι εγώ το πάτωμα… Δεν είναι ούτε απειλή ούτε εκβιασμός… Πέρα από αυτό δεν μπορώ να λειτουργήσω».

– Κύριε Χουβαρδά, δίνετε συχνά την αίσθηση μιας απειλής, ότι «θα φύγω… αν δεν».

«Οχι, δεν είναι έτσι. Εχω βάλει μια κόκκινη γραμμή, πέρα από την οποία εγώ δεν θα είμαι χρήσιμος… Παραμένω γιατί πιστεύω ότι σε αυτή τη φάση, επειδή ξέρω τα πράγματα, μπορώ να κρατώ ισορροπίες και να μην καταρρεύσει το σύστημα… Αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχω τα ελάχιστα για να συντηρήσω το Εθνικό Θέατρο κι αυτό με τη σειρά του να κάνει στοιχειωδώς μια δημιουργική δουλειά. Αν πάμε πιο κάτω, δεν χρειάζεται ένας τύπος Χουβαρδάς, αλλά ένας τεχνοκράτης, χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς καλλιτεχνικές ανησυχίες και ευαισθησίες… Εγώ δεν απειλώ ότι θα φύγω. Ισα ίσα έχω κάνει τεράστιες προσωπικές παραχωρήσεις».

– Εχετε μετανιώσει;

«Για πολλά έχω μετανιώσει – αλλιώς τα περίμενα κι αλλιώς ήθελα να είναι. Για κάποια άλλα, μάλλον πιο σημαντικά, δεν έχω μετανιώσει. Δεν το περίμενα, αλλά έχω εμπλακεί συναισθηματικά με τον χώρο, με τους ανθρώπους, με την ιστορία που λέγεται Εθνικό Θέατρο, με αυτά τα τρία χρόνια, με το Τσίλλερ όπως το έζησα… Είναι κυρίως συναισθηματικοί οι λόγοι για τους οποίους μένω. Αν τα έβλεπα τα πράγματα ορθολογικά, θα έπρεπε να είχα φύγει».

– Αν ισχύει αυτό, γιατί δεν αφήνετε να διαφανούν τα συναισθήματά σας;

«Πώς δηλαδή; Πρέπει να κρατώ και μια ισορροπία για τον εαυτό μου. Αν αφεθώ τελείως, θα βγω άχρηστος. Μπήκα σε έναν οργανισμό χωρίς ευκαιρίες να πάνε καλύτερα τα πράγματα. Αν δεν τον αγαπούσα, γιατί να έμενα; Νομίζεις ότι κάνω προσωπική καριέρα στο Εθνικό; Ζούμε, σε καθημερινή βάση, στιγμές-θρίλερ. Σβήνουμε συνεχώς φωτιές…».

  • ΠΟΤΕ & ΠΟΥ
  • «Ορέστης» του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο,σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.
  • Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου,Παρασκευή 30 και Σάββατο 31 Ιουλίου.
  • Ωρα έναρξης: 21.00
  • Τιμές εισιτηρίων: 50,45,25, 15 ευρώ.
  • Πληροφορίες στο τηλ. 210 3272.000


  • Ο «Ορέστης» σε απόλυτο αδιέξοδο

«Στην παράστασή μας υπάρχει ένας διαχωρισμός ανάμεσα στα μυθικά πρόσωπα και στον Χορό…Στις περισσότερες αναλύσεις,ο Χορός στον “Ορέστη” θεωρείται εμβόλιμος ή σαν να μην έχει ταιριάξει στο έργο.Εκανα όμως μιαν αντιστροφή,κυρίως ύστερα από μια σειρά τυχαία περιστατικά που συνέβησαν σε μια επίσκεψή μου στην Επίδαυρο μαζί με τον σκηνογράφο.Αποφάσισα να δω το έργο μέσα από τη ματιά του Χορού και να γίνει ο Χορός το πιο σημαντικό στοιχείο.

»Βρέθηκα στην Επίδαυρο μαζί με μαθητές ξένων σχολείων και μπαίνοντας στον χώρο είχαν ταυτόχρονα μιαν αθωότητα, έναν σεβασμό και μια διάθεση ασυνείδητης βεβήλωσης… Ετσι μου γεννήθηκε η ιδέα να δω την ιστορία του Ορέστη μέσα από αυτούς τους νέους- τηρουμένων των αναλογιών, που βρίσκονται σε απόλυτο αδιέξοδο, από λάθη και εγκλήματα που έχουν συντελεστεί από τις προηγούμενες γενιές. Αν δεν υπήρχαν οι φύλακες, αυτοί οι ξένοι μαθητές θα μπορούσαν να μείνουν και σε μια παράσταση. Αυτό λοιπόν συμβαίνει στον “Ορέστη”, όπου ταυτοχρόνως υπάρχουν και κάποια άλλα πρόσωπα, ενσωματωμένα στον χώρο. Η παράσταση ξεκινάει όταν έρθουν σε επαφή με έναν άλλον κόσμο, μιαν άλλη εποχή, κάπως μεταφυσικά. Γίνονται κομμάτι του όλου, συμμετέχουν και στο τέλος επιλέγουν κιόλας προς τα πού θα πάει η ιστορία… Κι όταν τελειώσει αυτή η μεταφυσική εμπειρία, δεν είναι τα ίδια με αυτά που μπήκαν…».

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Ιουλίου 2010
  • Ανέβασε τους «Ηρακλείδες» του Ευριπίδη σαν μια αλληγορία για την επαχθή σύγχρονη μετανάστευση. Τον «Αίαντα» του Σοφοκλή ως τραγωδία των στρατηγών του αμερικανικού Πενταγώνου. Τους «Πέρσες» του Αισχύλου ως ευθεία «απάντηση» στον Πόλεμο του Κόλπου.

Η σχέση του κορυφαίου 53χρονου αβάν γκαρντ Αμερικανού σκηνοθέτη Πίτερ Σέλαρς με την αρχαία ελληνική τραγωδία είναι βαθιά και στέρεη. Εξού την περασμένη εβδομάδα βρέθηκε στην Αρχαία Επίδαυρο, προσκεκλημένος του καθηγητή του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών Πλάτωνα Μαυρομούστακου. Στο πλαίσιο των ένατων συναντήσεων του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ερευνας και Τεκμηρίωσης Παραστάσεων Αρχαίου Ελληνικού Δράματος, που πραγματοποιούνται κάθε καλοκαίρι στην Επίδαυρο, μίλησε για την αρχαία τραγωδία ως μια υπόθεση ξεκάθαρα ηθική και πολιτική.

Το 2007 απολαύσαμε στο Μέγαρο την όπερα «Ο Νίξον στην Κίνα» του Τζον Ανταμς, σε δική του σκηνοθεσία. Ακόμη και όταν ανεβάζει όπερες του Μότσαρτ ή σεξπιρικές τραγωδίες, πάντα συνδέει τη σκηνή με τον σύγχρονο, πολιτικοκοινωνικό στίβο, φέρνοντας τον εαυτό του ενώπιον των ηθικών ευθυνών του καλλιτέχνη που παράγει μαζικά θεάματα.

Η ανάγκη του το θέατρο να συνομιλεί με τη ζωή φάνηκε, πέρσι, και στον «Οθέλλο», που σκηνοθέτησε για το Φεστιβάλ της Βιέννης. Ο σεξπρικός ήρωας ανακαλούσε τον πρώτο έγχρωμο πρόεδρο στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. «Καθώς εισβάλαμε στην «εποχή Ομπάμα», ίσως είναι μια καλή στιγμή να αποτοξινωθούμε απ’ όλα τα στερεότυπα γύρω από τον μαύρο άνδρα που απειλεί τη λευκή γυναίκα», διατράνωνε τότε.

Αίσθηση προκάλεσε ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’70 βουτώντας τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα του Σέξπιρ σε μια πισίνα. Η συνέπεια της δυναμικής αρχής; Στα 26 του χρόνια έγινε διευθυντής του American National Theater και το 2001, διευθυντής του South Australia’s Adelaide Festival of Arts.

Η φωνή του από το ενοικιαζόμενο παραθαλάσσιο δωμάτιό του στην Αρχαία Επίδαυρο προδίδει έναν άνθρωπο χαλαρό, ευφραδή και ενθουσιασμένο. Κάθε τόσο γελά. «Είναι συγκλονιστική η εμπειρία της επιδαύριας φύσης, του Ασκληπιείου και του αρχαίου θεάτρου», λέει. «Το τοπίο μιλάει από μόνο του, με πολλές φωνές. Είναι μεγάλο προνόμιο η πρώτη επίσκεψή μου στην Ελλάδα να συντελείται στα χώματα της Επιδαύρου. Τα πάντα είναι τρομερά ήρεμα, ευγενικά, ζωντανά και φρέσκα. Ενα είδος θαύματος. Αδημονώ να βρεθώ απόψε στο αρχαίο θέατρο και να δω την πρώτη μου παράσταση στην πολυκλείτεια Ορχήστρα».

– Και αν δεν σας αρέσει;

«Για μένα, παράσταση θα είναι τα χρώματα του ουρανού, ο ήχος του ανέμου και των πουλιών, το θρόισμα των δέντρων».

– Ακούγεστε ενθουσιασμένος. Αργήσατε όμως να έρθετε στη χώρα μας.

«Η σχέση μου με την Ελλάδα είναι έντονη. Η δουλειά μου βασίζεται στην ελληνική φιλοσοφία, το ελληνικό θέατρο και τον ελληνικό πολιτισμό. Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ ξεκίνησα πολλές φορές να έρθω, δεν το τόλμησα. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι βρισκόμουν στον κατάλληλο πνευματικό «τόπο» γι’ αυτό το ταξίδι. Ηταν πανίσχυρο συναίσθημα να φαντάζομαι το θέατρό σας όντας μίλια μακριά και να το ξαναεπινοώ απ’ τη δική μου γεωγραφική θέση, τη δική μου γενιά, τη δική μου κατάσταση, χωρίς το βάρος μιας συγκεκριμένης ιστορίας και παράδοσης. Είχα την ελευθερία να τα φανταστώ όλα από την αρχή».

– Πόσα χρόνια δουλεύετε το αρχαίο δράμα;

«Τριάντα. Οποτε έχω να διατυπώσω κάτι χρήσιμο, που είναι δύσκολο να το εκφράσω, διαλέγω το αρχαίο δράμα. Το θέατρο δεν είναι show business. Το προϊόν που φτάνει στη σκηνή έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Μπορεί να αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου. Εξού και δίπλα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου βρίσκεται το Ασκληπιείο».

– Γι’ αυτό τον λόγο επιμένετε στην τραγωδία;

«Ναι. Μπορείς, όμως, μέσω του αρχαίου δράματος να θίξεις και επιτακτικά ζητήματα της σύγχρονης συγκυρίας. Ζητήματα προσφυγιάς, πολέμου. Το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι ο ασφαλής χώρος για να συγκεντρωθούμε ως κοινότητα και να ακούσουμε όλες τις πλευρές και όλα τα επιχειρήματα μιας κοινωνίας. Το αρχαίο δράμα μάς ζητά να είμαστε πιο γενναιόδωροι, σοφότεροι και με ευρύτερη οπτική. Δεν δείχνει το δάχτυλο σε κανέναν. Το ότι οι ήρωές του φορούν προσωπείο υποδηλώνει ότι θα μπορούσες να είσαι εσύ ή εγώ η Αντιγόνη ή ο Αίαντας. Ετσι μπορείς και συζητάς το ανείπωτο. Και κατανοείς τον εαυτό σου σε μια στέρεη πολιτική συζήτηση».

– Το θέατρο πρέπει να είναι πολιτικό;

«Οχι αποκλειστικά. Η πολιτική από μόνη της είναι ξερή και απογοητευτική. Το ελληνικό θέατρο, αν και πολιτικό, μας καλεί να ανακαλύψουμε μια νέα βαθύτερη ταυτότητα. Ηταν ιερό και όχι ένα πολιτικό ντιμπέιτ στην τηλεόραση».

– Θα θέλατε να παρουσιάσετε αρχαία τραγωδία στην Επίδαυρο;

«Θα το σκεφτώ. Θέλω προηγουμένως να αισθανθώ το αρχαίο θέατρο, να το αφουγκραστώ, ώστε να ανακαλύψω τι είναι σωστό για τον χώρο και για την εποχή. Απόψε η θεά Αθηνά θα ψιθυρίσει στο αυτί μου το έργο. Περιμένω ο τόπος να μου μιλήσει. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Η οικονομία σας είναι σε κακή κατάσταση. Δεν θα ‘θελα να συμβάλω στην επιδείνωσή της. Είναι προτιμότερο να κάνετε εξαγωγές παρά εισαγωγές. Ακόμα και στο θέατρο. Μαθαίνω ότι έχετε ένα πλούσιο φεστιβάλ στην Ελλάδα. Η θεατρική σκηνή τής Αθήνας υπήρξε θρυλική και, απ’ ό,τι φαίνεται, συνεχίζει να είναι ζωντανή».

– Τα πράγματα στις ΗΠΑ καλυτερεύουν;

«Η κρίση της δημοκρατίας είναι διεθνής. Οπότε η Ελλάδα, η μήτρα της δημοκρατίας, έχει γίνει ένα σοβαρό σημείο αναφοράς για να μιλήσει κανείς για την παγκόσμια κρίση. Η δημοκρατία είναι πολύ εύθραυστη υπόθεση. Θέλει υπομονή, μόνιμη προσοχή, υποστήριξη και φαντασία, γιατί εύκολα διαβρώνεται και διαφθείρεται. Το χρήμα είναι το πρώτο βήμα για τη διακόρευσή της.

Η οικονομία πάντα βασίζεται σε πολλά ψέματα. Ετσι στην Αμερική και στην Ευρώπη τα σπασμένα τα πλήρωσαν εκείνοι που δεν έπρεπε. Και τα λεφτά των εργαζομένων, των μεροκαματιάρηδων, δόθηκαν στους πολυεκατομμυριούχους. Η ισότητα είναι βασικό θέμα της ελληνικής και αμερικανικής δημοκρατίας. Ομως βιώνουμε τη μεγαλύτερη ανισότητα από ποτέ άλλοτε. Γι’ αυτή την ισότητα μας μιλά και η ελληνική τραγωδία. Οπότε είναι καιρός να βρεθούν το νέο πάθος και ο νέος δρόμος».

– Ποιος θα μας τα δείξει;

«Οι αρχαίοι σας μας έδειξαν ότι το θεάτρο είναι η συνάθροιση των ανθρώπων. Χρειάζονται πολλοί μαζί για να ακουστούν πολλές οπτικές και θεωρήσεις που θα δημιουργήσουν τη νέα εικόνα. Η πολυφωνία είναι επίσης ζήτημα του ελληνικού θεάτρου.

Εχουμε μπροστά μας πολλή δουλειά. Η κρίση είναι αληθινή και ως καλλιτέχνες πρέπει να βοηθήσουμε και να είμαστε στους προμαχώνες της». *

  • Της Μαίρης Αδαμοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

  • Συγγραφέας, ποιητής, ζωγράφος, σκηνοθέτης. Απρόβλεπτος, ανατρεπτικός και σουρεαλιστής. Τι συμβαίνει όταν ο ελέφαντας κακαρίζει από τη γρίπη των πτηνών; Ο Φερνάντο Αραμπάλ στα 78 του χρόνια έχει τις απαντήσεις. Και ακόμα περισσότερες σουρεαλιστικές ερωτήσεις

Επτά ταινίες, περισσότερα από 100 θεατρικά, 14 μυθιστορήματα, 800 ποιητικές συλλογές, τουλάχιστον 5 όπερες και έργα ζωγραφικής, αλλά και μια θέση στη λίστα των υποψηφίων για Βραβείο Νομπέλ συνθέτουν το βιογραφικό του. Στενός φίλος με τον Πικάσο, τον Νταλί, τον Μπέκετ, τον Κούντερα, τον Ιονέσκο, τον Μπρετόν, τον Γουόρχολ. Απρόβλεπτος και ευφυής, παίζει με το παράλογο, αμφισβητεί τα πάντα, χάνεται σε φανταστικά μονοπάτια και δεν σταματά ούτε στιγμή να προκαλεί. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως ο Φερνάντο Αραμπάλ σε ηλικία εννέα ετών είχε τιμηθεί με το βραβείο υπερπροικισμένου παιδιού.

Από τις σημαντικότερες, αλλά και πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της εποχής μας, με διεθνείς διακρίσεις, αλλά και πολλές ανατρεπτικές ιδέες, ο πολυπράγμων ισπανός δημιουργός λίγο πριν έρθει για μια ακόμη φορά στην Ελλάδα στο πλαίσιο του Α΄ Διεθνούς Λογοτεχνικού Φεστιβάλ Τήνου ξεδιπλώνει τις σκέψεις του με τον δικό του, σουρεαλιστικό, τρόπο. Μην απορήσετε με τις απαντήσεις, ο δαίμων του τυπογραφείου δεν είχε καμία εμπλοκή…

Είστε συγγραφέας, σκηνοθέτης, ποιητής, εικαστικός… Αν έπρεπε να επιλέξετε μια ιδιότητά σας, ποια θα ήταν αυτή και γιατί;

Προσπαθώ να είμαι ποιητής.

Πώς μπορείτε να ασχολείστε με τόσους διαφορετικούς τομείς και να είστε συνεπείς σε όλα;

Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ούτε καν ήξερα ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Εάν δεν είχατε όλες αυτές τις ιδιότητες,θα θέλατε να είστε τηλεοπτικός αστέρας;

Γιατί όχι; Και Αρειανός στην Ντίσνεϊλαντ.

Γιατί πιστεύετε πως τα έργα σας έχουν απήχηση παγκοσμίως;

Ούτε αυτό το ήξερα. Ισως επειδή με φαντάζονται εδώ κι εκεί. Επειδή ασυνείδητα αγγίζω το κουκούτσι του θεμελιώδους μήλου: του απαγορευμένου.

Ποια έργα σας θεωρείτε τα πλέον αντιπροσωπευτικά;

Τα επιλεγμένα και τα απορριφθέντα είναι πάντα τα ίδια.

Πολλές φορές προκαλείτε με τα έργα σας. Γιατί; Σας αρέσει η πρόκληση;

Ούτε προκαλώ, ούτε επιθυμώ να προκαλώ.

Επιτρέψτε μου να επιμείνω. Εχετε επανανακαλύψει την πρόκληση, όπως έχει γράψει το «Village Voice»;

Η πρόκληση είναι απρόβλεπτη και αστάθμητη. Είναι ένα άχρηστο και κρετίνικο φρούτο της τύχης.

Τότε, λοιπόν, γιατί σας κατηγορούν ως προβοκάτορα;

Εχουν ακουστεί πράγματα πιο εξωτικά. Και θα ακούγονται. Οι διαβητικοί κανίβαλοι δεν τρώνε βιομηχάνους ζάχαρης.

Εχετε κάνει κάτι κακό στη ζωή σας; Ποιο είναι το χειρότερο;

Δεν υπάρχει αρκετός χώρος στην εφημερίδα σας για να σας τα πω όλα με λεπτομέρειες.

Και κάτι καλό για το οποίο αισθάνεστε ευτυχής; Ποιο είναι το χειρότερο;

Ονειρεύομαι να γίνω μια μέρα ένας λαϊκός άγιος. Πανικός.

Τι είναι ευτυχία;

Αν υπήρχε, θα υπήρχε ποιοτικότερος τρόπος για να την προσεγγίσει κάποιος από τη γενναιοδωρία των βαλκυριών ή του Μπόρχες;

Ποια είναι η γνώμη σας για το κίνημα του Πανικού;

Εκείνοι που μας κάνουν την τιμή να ενδιαφέρονται γι΄ αυτή την τέχνη της ζωής και τη φιλοσοφία (και επιστήμη) δεν μπερδεύουν το μέλλον του Πανικού με την ιστορία του Πανικού.

Οταν ο Γιοντορόφσκι, ο Τοπόρ κι εσείς ιδρύσατε το κίνημα του Πανικού, φανταζόσασταν το μέλλον του;

Το ότι οι ρινόκεροι τραγουδούν είναι από μόνο του αρκετά ενοχλητικό, αλλά το ανυπόφορο είναι ότι πετούν.

Τι μπορεί να δικαιολογήσει το ψέμα;

Τίποτα. Είναι μια άχρηστη ύποπτη συμφωνία με την αυτοκτονική λύσσα του καθενός. Ο τυφλός κύκλωπας διαφέρει πολύ από τον πληγωμένο.

Είστε μπροστά από την εποχή σας;

Χάρη στην παντογνωσία ο άρτος του Θεού έθεσε την αρχή πριν από το τέλος.

Σας εξέπληξε η διεθνής αποδοχή του βιβλίου σας «Γράμμα στον Φράνκο» (1972) το οποίο απαγορεύτηκε από τον δικτάτορα, όπως και το σύνολο του έργου σας;

Πιθανότατα επειδή ήταν το μοναδικό… Τα παράσιτα όταν αρρωσταίνουν δεν μένουν στο κρεβάτι.

Βλέποντας από απόσταση το γεγονός ότι Φράνκο απαγόρευσε τα έργα σας, το θεωρείτε τιμή;

Οι χιμπαντζήδες με στολή είναι εκείνοι που εκφωνούν καλύτερα τους λόγους.

Σκέφτεστε να εμπλακείτε στην πολιτική;

Επιθυμώ να μιμηθώ τον πατέρα μου. Καταδικασμένος σε θάνατο για να μη δεχτεί τον οπορτουνισμό. Εμεινε πιστός στη Δημοκρατία όταν ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος.

Πώς βλέπετε την εποχή μας;

Χάρη σε ένα ηλιακό ρολόι (και ένα χειρός) κάθε στιγμή δείχνει την ώρα που ποθούμε περισσότερο. Ο κόσμος περιστρέφεται. Αμεσα θα ταξιδέψουμε στον Χρόνο. Είναι μόνο μια ερώτηση προϋπολογισμών.

Πιστεύετε πως το ανθρώπινο είδος κατευθύνεται αναπόφευκτα προς το τέλος; Ερχεται το τέλος των ιδεών και ο θρίαμβος της βίας;

Ζούμε στην εποχή της όμορφης μυωπίας; Το να σκοτώνεις από ευχαρίστηση μοιάζει χειρότερο από το να σκοτώνεις για ιδανικά.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας;

Κάθε φορά είναι πιο βαθύ το χάσμα μεταξύ ευφυΐας και ενστίκτου; Ακόμη κι όταν ο ελέφαντας κακαρίζει από τη γρίπη των πτηνών;

Παγκόσμια οικονομική κρίση. Ελλάδα και Ισπανία κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν. Ποιος φταίει;Υπάρχει λύση;

Κάθε λύση γεννά προβλήματα; Εχω μόνο μεμονωμένες απαντήσεις για συλλογικά προβλήματα; Και ούτε καν πορνογραφικά σχέδια σε σύστημα μπράιγ για τους τυφλούς;

Η τέχνη μπορεί να βοηθήσει;

Μας επιτρέπεται να ζούμε γνωρίζοντας την αλήθεια; Μου λένε ότι υπάρχει ένας σχιζοφρενής που μιλά με τον Θεό χάρη στα θεατρικά μου έργα.

Τι σας έκανε να ξεκινήσετε να γράφετε;

Οταν ήμουν μικρός κέρδισα σε έναν διαγωνισμό για υπερπροικισμένα παιδιά το 1941. Επρεπε να με είχαν παγώσει.

Τι σας εμπνέει;

Είναι πιο σπάνιο να βρείτε μια καμήλα που περνάει μέσα από τρύπα βελόνας, παρά έναν καμηλιέρη που να προσπαθήσει να το κάνει.

Διαβάσατε τη λίστα των «Νew York Τimes» με τις 100 προσωπικότητες που ασκούν επιρροή παγκοσμίως;

Ανάμεσά τους δεν υπάρχει ούτε ένας δραματουργός, ούτε ένας ποιητής. Καλύτερα για μας. Κανείς δεν θέλει να μας αγοράσει. Δεν πρέπει να πουλήσουμε τίποτα.

Πώς θα θέλατε να πεθάνετε;

Στον ύπνο μου μια νύχτα γεμάτη μόλυνση.

Πώς βλέπετε το μέλλον;

Εκτός από τους μελλοντολόγους, όλοι μπορούν να προσδοκούν από το μέλλον.

info

  • To Α΄ Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου, με τη συμμετοχή του Φερνάντο Αραμπάλ, διοργανώνεται από 29 έως 31 Ιουλίου.

  • O Βασίλης Τριανταφυλλίδης από το 1964 ως το 1974 εργάστηκε στη Βόρεια Αμερική ως συγγραφέας και stand-up comedian. Eχει εμφανιστεί στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. Εχει γράψει πάνω από δέκα βιβλία, ενώ έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τους δίσκους του («Για δέσιμο», «Πατάτες», «Τίποτα» κ.ά.). Ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει τρία παιδιά.

Γεννήθηκα στο τότε προσφυγικό «γκέτο» της Καλαμαριάς, στη σημερινή «αριστοκρατική» γειτονιά της Θεσσαλονίκης. Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι ξεριζωμένοι από τη γη τους, όπως όλοι οι Πόντιοι και οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Ο,τι καθαρό και όμορφο, από τους γονείς μου το πήρα.

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα στερήσεις και όνειρα. O «εθνάρχης», τρομάρα του, Βενιζέλος, όπως και η ελληνική πολιτεία δεκάρα δεν έδιναν αν ζούμε ή αν πεθαίνουμε. Μας πέταξαν στη Μακεδονία να μας φάνε οι λύκοι. Τελικά, τους λύκους τους φάγαμε εμείς. Η ανέχεια μας στιγμάτισε σαν αναμμένο σίδερο, αλλά δεν μας έκαψε. Νικήσαμε τη φτώχεια, τον ρατσισμό και την αδιαφορία της πολιτείας. Μόνο τη νοσταλγία για την «πατρίδα» δεν μπορέσαμε να ξεπεράσουμε. Ακόμη και σήμερα, μας τρώει τα σωθικά.

Τη σάτιρα την έχουμε εγγεγραμμένη στο DNA μας εμείς οι Πόντιοι, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας μας. Ο αυτοσαρκασμός είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ράτσας μας – δεν χαριζόμαστε σε κανέναν, ούτε στον εαυτό μας.

Εγώ και ως νέος γέρος ήμουν. Ημουν ευαίσθητο παιδί, έβλεπα πράγματα που οι άλλοι ίσως δεν έβλεπαν και ήθελα να τους βοηθήσω να τα δουν. Γι’ αυτό επέλεγα την «οδό του γέλιου». Μέσω του γέλιου μπορούσα να μιλήσω για όσα μας πλήγωναν. Ακόμη και τώρα αυτό κάνω. Ηταν ένα εφεύρημα το γέλιο, ένα τέχνασμα. Από κάτω υπήρχαν οργή και θλίψη.

Για να γεννηθεί η κωμωδία, έπρεπε πρώτα η αρχαία ελληνική κοινωνία να κάνει το άλμα του 6ου αιώνα π.X., με τις σπουδαίες ανακαλύψεις στο πολίτευμα, στις επιστήμες και στις τέχνες. Αυτές οι κορυφώσεις υποδείκνυαν ταυτόχρονα στα μάτια ενός ευφυούς λαού το αντίθετό τους. O Αριστοφάνης και οι άλλοι κωμικοί ποιητές, αναδεικνύοντας και στηλιτεύοντας το μη αγαθό, αγκαλιάστηκαν από ένα κοινό που διψούσε για το αγαθό και την αλήθεια. H κωμωδία έχει ανάγκη από αυτό το κοινό, τρέφεται από αυτό.

Ανάμεσα στο χιούμορ και στο κωμικό στοιχείο υπάρχει σαφής διαχωρισμός, γιατί το ένα είναι απλώς αίσθηση, ενώ το άλλο είναι πνεύμα – πνευματική δημιουργία, που σημαίνει ότι καταγράφεται στη συνείδηση και έχει τη δυνατότητα αναπαραγωγής, χωρίς να πεθαίνει. H αίσθηση ζει όσο ζει και ο συγκεκριμένος κάτοχός της. Δεν περνάει από γενιά σε γενιά, όπως συμβαίνει με το πνεύμα, άρα δεν μπορεί να δημιουργήσει ήθος.

Αυτός που κάνει σάτιρα βλέπει τα κακώς κείμενα δίπλα του και θέλει να πει στον διπλανό του «πρόσεχε, αυτά που ζεις μπορεί να μην είναι όπως δείχνουν». Πρέπει να είναι βαθύς γνώστης των ανθρώπινων καταστάσεων. Kαι επειδή ασχολείται συνεχώς με δυσάρεστα πράγματα, ανακαλύπτοντας συνεχώς «πτώματα», είναι ένας ειδικός επί των «πτωμάτων» – κοινωνικών, πολιτικών ή αισθητικών.

Κάτι φοβερό μού συνέβη προ ημερών. Επειτα από τόσα χρόνια, η τύχη χτύπησε και τη δική μου πόρτα για πρώτη φορά. Αλλά ώσπου να τραβήξω την αμπάρα, να ξεκρεμάσω την αλυσίδα, να ξεκλειδώσω τη μαγνητική κλειδαριά και να κλείσω το σύστημα συναγερμού… ήταν πια αργά.

Το καμπαρέ ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Τραγουδιστές, μάγοι, ζογκλέρ, γυμνές χορεύτριες: η αυλή των θαυμάτων! Πόσα δεν είδα και πόσα δεν έμαθα σε αυτούς τους μαγικούς χώρους που με συμφιλίωσαν με ό,τι φοβόμουν να αγγίξω.

Γελάω και κλαίω με την ίδια ευκολία. Γελάω και κλαίω με οτιδήποτε είναι αληθινό, θαρραλέο, ανατρεπτικό, αντισυμβατικό, με οτιδήποτε έχει αξία.

Ο καλός κωμικός οφείλει να εντάξει τα θέματά του σε ένα σύνολο που έχει αξία ως θέμα, διαφορετικά θα είναι καταδικασμένος να ασχολείται με κοινοτοπίες και ανέκδοτα. Το πρόβλημα αυτό των κωμικών σήμερα είναι μεγάλο.

Σαράντα πέντε χρόνια με τη γυναίκα μου τη Χαρίκλεια τα μοιραστήκαμε και τα μοιραζόμαστε όλα. Το ταξίδι για την Ιθάκη ευχηθήκαμε να έχει δρόμο μακρύ και η ευχή μας πραγματοποιήθηκε. Ούτε Κύκλωπες ούτε Λαιστρυγόνες συναντήσαμε στο ταξίδι μας, γιατί στην καρδιά μας είχαμε μόνο αγάπη, αληθινή αγάπη.

Γύρισα στη Θεσσαλονίκη επειδή ήθελα να κρατήσω ζωντανές τις αναμνήσεις μου. Ο χρόνος δεν με ενδιαφέρει ως αφετηρία ή ως τέρμα. Πιο πολύ τον αισθάνομαι ως συνάνθρωπό μου που αιμορραγεί, και εγώ οφείλω να του γιατρέψω τις πληγές.

Ποτέ δεν κάνω τα ίδια λάθη. Πάντα καινούργια. Ευτυχώς!

Οσο περνάει ο καιρός και οι αξίες ευτελίζονται τόσο περισσότερο πιστεύω ότι οι μοναχικές τέχνες θα είναι τελικά αυτές που θα σωθούν. Οι ποιητές και οι ζωγράφοι δεν εξαρτώνται από το κοινό, δεν χρειάζεται να καταφύγουν σε εντυπωσιασμούς για να συζητηθούν και να αρέσουν. Είναι καταπληκτικό ότι μεγάλοι ποιητές ή ζωγράφοι μπορεί να έγραψαν λέξεις και να ζωγράφισαν εικόνες 100 χρόνια πριν, οι οποίες μπορούν να μας πουν περισσότερα για το παρόν, παρά για το παρελθόν. Γι’ αυτό γράφω ποίηση και ζωγραφίζω, για να παραμένω ελεύθερος.