Σταμάτης Κραουνάκης: «Δικαιόπολις είναι ο εύκολος τσαμπουκάς του Έλληνα»

Posted: Ιουνίου 28, 2010 in Κραουνάκης Σταμάτης

Της Βίκυς Χαρισοπούλου

  • Ο Σταμάτης Κραουνάκης αναμετράται με μια δραματικά επίκαιρη αριστοφανική κωμωδία, τους «Αχαρνής», όχι μόνο μουσικά αλλά και υποκριτικά.

Με την τέχνη του τραγω-διού που όπως λέει την κατέχει. Στις πρόβες για την καλοκαιρινή παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος που συζητείται ήδη, έστω και λόγω του μη αναμενόμενου πρωταγωνιστή της, ο ίδιος και ο σκηνοθέτης μίλησαν στα «ΝΕΑ» για τον Αριστοφάνη, τους πολιτικούς, τη μουσική…

  • Είναι δίκαιο ένας συνθέτης να γίνεται και ηθοποιός και δη «Δικαιόπολις»;

«Δεν έχω την παραμικρή ανάγκη να απαντήσω στους ανησυχούντες αν θα τα καταφέρω. Εφόσον με αναγνωρίζουν ως ικανό περφόρμερ, εφόσον είμαι δάσκαλος εκδοράς του κειμένου στο τραγούδι, ε, θα τα καταφέρω και στο θέατρο. Ενα τραγούδι είναι ο λόγος του Αριστοφάνη. Εχουν τόση μουσική, τόσο ρυθμό τα λόγια του που δεν ένιωσα ούτε μια στιγμή εκτός κλίματος», είναι η απάντηση του Σταμάτη Κραουνάκη σε όσους τυχόν διαφωνούν για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Δικαιόπολι στους αριστοφανικούς «Αχαρνής» που του έδωσαν το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και ο διευθυντής του Σωτήρης Χατζάκης, ο οποίος σκηνοθετεί την κωμωδία.

«Ο κόσμος, ξέρετε, δεν παραξενεύτηκε. Το σινάφι είναι αυτό που έχει να κάνει με την γκρίνια», προσθέτει. «Εγώ λοιπόν βάζω το κεφάλι μου στον τάκο του χασάπη/ και πάρε χασαπομάχαιρο και σφάξε με αν δεν πείσω τον λαό για το δίκιο μου, που λέει κι ο Δικαιόπολις». Ο Κραουνάκης- Δικαιόπολις «απολογείται» για τον καινούργιο ρόλο στη σκηνή της ζωής του, λίγες στιγμές προτού βγει στη σκηνή για την πρόβα. Σε μια άδεια σκηνή ερημίας με στοιχεία τού εν εξελίξει πολέμου που σχεδίασε ο Γιώργος Πάτσας. Η εικόνα- η πρώτη του θεατή- είναι γκρίζα, άδεια με τον Δικαιόπολι, ως άλλη μπρεχτική «Μάνα-κουράγιο», να σέρνει ένα κάρο και να εισέρχεται πάσχων: «Απαπά. Πόλεμος. Πόλη. Πόλη. Πόλεμος. Μαύρο βόλι, μαύρο χρήμα. Πόλεμος», είναι οι πρώτες λέξεις που αρθρώνει.

Φοράει μαύρη φουστανέλα («το φοβόμουν αυτό το ρούχο, αλλά τελικά νιώθω να με γειώνει» ομολογεί). Λιτά, σκουρόχρωμα, σφιχτά, μιλιταριστικά και τα κοστούμια του χορού, με την εξέλιξη του έργου γίνονται γιορτινά, πολύχρωμα, «σαν τους πρωταγωνιστές ενός πανηγυριού στο Μενίδι σήμερα», όπως λέει στα «ΝΕΑ» ο σκηνοθέτης. Πίσω στον Σταμάτη Κραουνάκη με τη μαύρη φουστανέλα:

  • Τι λέτε στους ηθοποιούς που τους παίρνετε τη δουλειά;

Ναι, έγινα και ηθοποιός. Γιατί μάλλον το εμπεριείχα. Αφού λοιπόν νιώθω να το έχω κατακτήσει και αυτό, ε, καιρός να πείσουμε και την αγορά και τους σοφιστές. Ενας μουσικός μπορεί να δουλέψει με μεγαλύτερη άνεση τη νότα που εκπέμπει το κείμενο από έναν ηθοποιό που δεν ξέρει μουσική. Είναι τροφή για το αριστερό μου παρελθόν αυτή η επιλογή. Είναι πολιτική η πράξη μου. Καθαρόαιμα πολιτική. Ο κόσμος ξέρει καλά ότι αυτός ο τύπος (μας αρέσει δεν μας αρέσει) δεν έχει πει ποτέ δημόσια ψέματα. Ξέρουν ότι αυτός τα χώνει. Είναι ευλογία γνώσης αυτή, που μου τη χάρισε ο Χατζιδάκις. Μου είπε: «Διάλεγε το κοινό σου. Μην περιμένεις να σε διαλέξει αυτό». Ο επώνυμος οφείλει να διατυπώνει αυτό που δεν μπορεί ο ανώνυμος.

  • «Οι «Αχαρνής» είναι έργο δραματικά επίκαιρο σε συνθήκες ηθικής πτώσης και πολιτισμικής παρακμής που συνοδεύουν πάντοτε την οικονομική κρίση, ειδικότερα όταν οργανώνεται από τα ίδιασυμφέροντα που επωφελούνται από τη βαρβαρότητα και τον πόλεμο», λέει ο σκηνοθέτης. Συμφωνείτε;

Το χρέος της κωμωδίας ήταν να περιγράψει το τέλος. Το χρέος του θεάτρου σήμερα είναι να πει κάτι γι΄ αυτό. Η ηθική πτώση και η πολιτιστική παρακμή του σήμερα είναι περισσότερο από ευανάγνωστη. Το ζούμε. Οταν η παγκόσμια κρίση φουλτακιάζει, έρχεται το ποδόσφαιρο και βγάζει βαβουζέλες για να τη γιάνει. Οσο για τον Δικαιόπολι; Είναι, τελικά, αυτός ο εύκολος τσαμπουκάς του Ελληνα. Είναι ο νοήμων εργαζόμενος, ο ευαίσθητος, ο γλεντζές που όμως αν τα πάρει στο κρανίο θα κάνει και την ακραία κίνηση. Μόνο που δεν ξέρω αν ο αληθινός θυμός σήμερα οδηγήσει σε εξέγερση ή σε αυτοκτονία.

  • Μιλάτε στο έργο για τους «λωλαμένους προπέρσινους ξάδελφους». Ποιοι είναι;

Η εναπομείνασα Αριστερά. Κάποιοι άνθρωποι του μεροκάματου που δεν τα βρήκαν έτοιμα. Που εξακολουθούν να πληρώνουν ενοίκιο στη χώρα τους. Είναι όμως και η δική μου η γενιά. Αυτή που ΄λεγε πως θα γινόταν άλλη. Και όλους μας, μα όλους, τους ξέσκισαν τα λεφτά. Και δεν τους έκαναν ευτυχισμένους. Γι΄ αυτό δεν με νοιάζουν τα αστεία του Αριστοφάνη. Τα δάκρυά του με νοιάζουν.

  • «Πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία και με τυφλή μανία ξέσκιζα τον εχθρό/ τώρα με χειρουργεί μια αλλήθωρη νεολαία/ μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική», έγραφε για τους «Αχαρνής» πριν από 33 χρόνια ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τη μουσική του Αριστοφάνη εσείς πώς και κυρίως πού τη «βρήκατε»;

Αυτό το πρωτοάκουσα φοιτητής ακόμα στο Πάντειο. Μέγιστος ο Νιόνιος. Χρησιμοποίησε τη μυθολογία του έργου προκειμένου να γράψει νεορομαντική- νεοτροβαδούρικη κριτική. Τόλμησε να σατιρίσει την πατριδίλα. Εγώ κάνω άλλο. Στέλνω ευανάγνωστα μονοσήμαντα ηχητικά σήματα. Θα μπορούσαν οι καρβουνιάρηδες Αχαρνής τού τότε να είναι σύγχρονοι κληρονόμοι βενζινάδικων. Είχα και τον Μπαχ βοηθό μου. Κλείστηκα σε ένα δωμάτιο από τον Μάρτιο κι έψαχνα και τον ρόλο και τη μουσική, διαβάζοντας και ακούγοντας Μπαχ. Οταν σε περιβάλλει μια πηγή όπως αυτή, ό,τι και να περάσει στο υποσυνείδητό σου, όταν το ξαναγεννήσεις αποκλείεται να είναι σκουπίδι. Τελικά τη μουσική του έργου την άκουσα από ένα καρότσι του δρόμου που πουλούσε μαλλί της γριάς στην παραλία της Θεσσαλονίκης υπό τους βαλκανικούς ήχους ενός ιδιότυπου καραόκε. Και την έκλεψα με ένα μαγνητοφωνάκι τσέπης που έχω μαζί μου.

  • Με τον ρυθμό, με το γλέντι, με τον Διόνυσο ή με δάκρυα τον «βρήκατε» τον ρόλο;

Τον ρόλο τον έχω. Είμαι σίγουρος ότι σε μια προηγούμενη ζωή έχω ξαναπαίξει στο θέατρο. Τον Δικαιόπολι τον «βρήκα» μέσα μου με τη βοήθεια του Σωτήρη (Χατζάκη) και της τρομερής τακτικής του, που ξέρει πώς και πότε να ρίχνει το λίπασμα και να κάνει τη γη του θεάτρου να καρπίζει. Με τη βοήθεια του Λάμαχου- Γρηγόρη Βαλτινού. Και με τη βαθιά συγκίνηση και μόνο στην ιδέα ότι ιδρώνω στη σκηνή μαζί με τον μέγιστο Κώστα Βουτσά. «Να βγαίνεις στη σκηνή σαν κάποιος να σε σπρώχνει», ήταν η πρώτη συμβουλή που έδωσε ο Κώστας Βουτσάς στον Σταμάτη Κραουνάκη για τον ρόλο. «Το κρατώ. Εξάλλου ο Κώστας είναι εκεί πάντα, σε όλες τις πρόβες ακόμα και αν δεν κάνουμε πέρασμα δικών του σκηνών. Είναι εκεί για να κλέβει, μου είπε, από τους νέους. Ερχεται πρώτος, φεύγει τελευταίος».

  • Οταν τελειώσει αυτή η περιπέτεια θα επιστρέψετε στις μουσικές σκηνές;

Ετοιμάζω τη νέα δουλειά μου με τη Σπείρα-Σπείρα. Αν και ο Αριστοφάνης δεν τελειώνει. Είναι ο μόνος μάρτυρας του τέλους μιας μεγάλης εποχής.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Dimitra λέει:

    Η παράσταση ήταν κακή. Την είδα χθες στο Θέατρο Δάσους, κάκιστος ήχος, εύκολα αστειάκια και γελάκια επιπέδου Δελφινάριου, ασύνδετα μεταξύ τους, λαϊκισμοί τύπου Φωτογραφίες ποιητών και ηρώων της Επανάστασης, κλασικά μοτίβα «πώς κατάντησαν την χώρα που γέννησε τον πολιτισμό οι πολιτικοί», άφθονη, άσκοπη βωμολοχία καλιαρντικού επιπέδου. Μόνο μονάδες ξεχώρισαν, όπως ο «Ευριπίδης», η «Κόρη του Δικαιόπολι» και ο καημένος ο χορός που έκανε ό,τι μπορούσε. Ο κόσμος εξεμάνη, αποχώρησε και έκλαψε τα λεφτά του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s