Αρχείο για 28 Ιουνίου, 2010

Ο Γιώργος Αρμένης πρωταγωνιστεί στην επίκαιρη κωμωδία του Αριστοφάνη «Ιππείς»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΣΑΛΑΜΕ

Σε μια κωμωδία – ύμνο στην ατέρμονη δίψα του ανθρώπου για εξουσία, που φέρει την υπογραφή του Αριστοφάνη, πρωταγωνιστεί ο Γιώργος Αρμένης. Είναι ένας ηθοποιός, που η θεατρική διαδρομή του τον έχει αναδείξει ως έναν από τους σημαντικότερους που θήτευσαν πλάι στο μεγάλο Κάρολο Κουν. Το κοινό της Θεσσαλονίκης θα έχει την ευκαιρία να τον απολαύσει στους «Ιππής» με συμπρωταγωνιστή τον Παύλο Χαϊκάλη, τη Δευτέρα 5 και την Τρίτη 6 Ιουλίου στο Θέατρο Δάσους.

  • Σε ποια στοιχεία του Παφλαγόνα επικεντρωθήκατε για να αποδώσετε το συγκεκριμένο ρόλο;

Σκαλίζοντας κάτω από το όνομα «Παφλαγόνας», το σημείο στο οποίο στάθηκα περισσότερο ήταν η αλαζονεία του εξουσιαστή. Σε αυτήν επικεντρώθηκα και δούλεψα περισσότερο και από τον ίδιο το χαρακτήρα. Από εκεί και πέρα ως ρόλος δεν αφήνει περιθώρια για κωμικά ευρήματα. Η φύση του γέρνει προς την άλλη πλευρά. Του δράματος. Η ίδια η δίψα για εξουσία άλλωστε, από την οποία κατακλύζεται ο Παφλαγόνας, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη θεώρηση. Είναι μία και τραγική. Οσοι πέφτουν στην παγίδα να κρατηθούν από την καρέκλα της εξουσίας κυριεύονται από την αλαζονεία και χάνουν τελικά το λαό αλλά και τον εαυτό τους.

  • Υπάρχει επιστροφή στο κανονικό, για έναν άνθρωπο ο οποίος έχει γευτεί την εξουσία;

Δε νομίζω. Είναι αμετάκλητος αυτός ο άνθρωπος. Αν τον γκρεμίσεις από εκεί, θα πεθάνει έτσι. Εξάλλου, έχουμε πλήθος παραδειγμάτων από εξουσιαστές, οι οποίοι μέχρι το τέλος της ζωής τους ήταν αμετανόητοι. Πάρτε για παράδειγμα τους συνταγματάρχες της επταετίας. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν πραγματικά την ψευδαίσθηση ότι υπηρετούσαν την πατρίδα, ενώ ήταν απλοί πατριδοκάπηλοι.

  • Γιατί οι δημαγωγοί και οι εξουσιαστές είναι είδη ανθρώπων που επιβιώνουν σε κάθε εποχή;

Γιατί σε κάθε εποχή οι πολίτες στρέφονται προς το μέρος τους πιστεύοντας ότι θα αποκομίσουν κέρδη και οφέλη, αλλά τελικά πέφτουν στην παγίδα τους και καταστρέφουν την κοινωνία όπου ζουν. Οπως έχει καταστραφεί και η σύγχρονη Ελλάδα, για την οποία έχουμε μερίδιο ευθύνης όλοι μας.

  • Από αυτήν την καταστροφή που περιγράφετε θα βγει πληγωμένη η τέχνη;

Λένε ότι η τέχνη μέσα σε δύσκολους καιρούς αναγεννιέται. Από εκεί και πέρα όμως, αν είναι να υποφέρει ένας λαός για να βγει κάτι, βρίσκω πολύ ακριβό το τίμημα. Οι άνθρωποι που παράγουν τέχνη και πολιτισμό κρατούν το πνεύμα τους ζωντανό, τόσο στον καιρό της ευμάρειας όσο και σ’ αυτόν της δυσκολίας. Δεν είναι ανάγκη να βιώσει τον πόνο και την καταστροφή ένας ολόκληρος λαός για να εμπνευστεί ένας θεατρικός συγγραφέας ή ένας ποιητής.

  • Από ποια ανάγκη οδηγηθήκατε στην ίδρυση του Νέου Ελληνικού Θεάτρου;

Μεγάλωσα και γαλουχήθηκα στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν στο οποίο θήτευσα για 22 ολόκληρα χρόνια. Οταν, λοιπόν, κάποια στιγμή αναγκάστηκα λόγω συνθηκών να βρεθώ εκτός, ο μόνος τρόπος για να βρω ένα παρόμοιο θέατρο ήταν να ιδρύσω ένα, έτσι ώστε να μπορέσω να συνεχίσω όσα είχα μάθει δίπλα στον Κάρολο Κουν.

  • Γιατί θέσατε τον εαυτό σας εκτός Θεάτρου Τέχνης;

Γιατί έπρεπε να συνεχίσω να ζω. Δε θα ήθελα να πω περισσότερα γιατί αυτοί που εμπλέκονται δε βρίσκονται πια στη ζωή.

  • Στις διπλωματικές εξετάσεις του 2009 στο Νέο Ελληνικό Θέατρο υπογράφετε ένα σημείωμα, στο οποίο χρησιμοποιείτε τον όρο «στενάχωρος» για το χώρο του θεάματος. Για ποιο λόγο;

Μα δεν είναι στενάχωρος; Η θεατρική αγορά ήταν πάντα μικρή και «μάζεψε» και άλλο τώρα που σταματήσαμε να εξάγουμε το θεατρικό μας πολιτισμό. Κάποτε τον εξήγαμε. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κάρολος Κουν γύρισε την Ευρώπη και τη Ρωσία. Σήμερα κανένα υπουργείο δε διαθέτει χρήματα για να ταξιδέψει ο πολιτισμός μας εκτός συνόρων. Προτιμά να εισάγει… θεατρικές παραστάσεις. Είναι μια κατάσταση που συνεχώς εντείνεται. Η Αθήνα έχει ήδη γεμίσει με μεγάλα θέατρα μην αφήνοντας μικρά θέατρα, όπως το δικό μου, να αναπνεύσουν. Είναι όπως τα μικρά παντοπωλεία που θάφτηκαν κάτω από τις «ερπύστριες» των μεγάλων σούπερ μάρκετ.

  • Ποιες παραστάσεις προτιμά ο κόσμος;

Αυτές με «τηλεοπτικούς» ηθοποιούς. Ο κόσμος θέλει να δει τα τηλεοπτικά του είδωλα από κοντά. Από εκεί και πέρα όμως, αν αυτή η παράσταση δεν έχει να δώσει κάτι, δε μεταφέρεται και παραπάνω.

  • Σε προηγούμενη συνέντευξή σας χρησιμοποιήσατε σκληρή γλώσσα για την τηλεόραση και το σύστημα ψυχαγωγίας που προβάλλει. Η ευθύνη των τηλεθεατών υπάρχει;

Φυσικά, αλλά από εκεί και πέρα είναι τέτοιος ο βομβαρδισμός που υφίστανται οι θεατές, που καταλήγουν ευάλωτοι. Από εκεί και πέρα αναλογιστείτε ποιοι άνθρωποι παρακολουθούν τακτικά τηλεόραση. Είτε άνθρωποι που δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να βγουν έξω είτε άνθρωποι κάποιας ηλικίας ή παιδιά. Αυτοί είναι που διαμορφώνουν τα νούμερα. Εξάλλου και η τηλεόραση δε θέλει πολλή σκέψη. Θέλει εύπεπτα πράγματα βασισμένα στη διαφήμιση.

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Της Βίκυς Χαρισοπούλου

  • Ο Σταμάτης Κραουνάκης αναμετράται με μια δραματικά επίκαιρη αριστοφανική κωμωδία, τους «Αχαρνής», όχι μόνο μουσικά αλλά και υποκριτικά.

Με την τέχνη του τραγω-διού που όπως λέει την κατέχει. Στις πρόβες για την καλοκαιρινή παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος που συζητείται ήδη, έστω και λόγω του μη αναμενόμενου πρωταγωνιστή της, ο ίδιος και ο σκηνοθέτης μίλησαν στα «ΝΕΑ» για τον Αριστοφάνη, τους πολιτικούς, τη μουσική…

  • Είναι δίκαιο ένας συνθέτης να γίνεται και ηθοποιός και δη «Δικαιόπολις»;

«Δεν έχω την παραμικρή ανάγκη να απαντήσω στους ανησυχούντες αν θα τα καταφέρω. Εφόσον με αναγνωρίζουν ως ικανό περφόρμερ, εφόσον είμαι δάσκαλος εκδοράς του κειμένου στο τραγούδι, ε, θα τα καταφέρω και στο θέατρο. Ενα τραγούδι είναι ο λόγος του Αριστοφάνη. Εχουν τόση μουσική, τόσο ρυθμό τα λόγια του που δεν ένιωσα ούτε μια στιγμή εκτός κλίματος», είναι η απάντηση του Σταμάτη Κραουνάκη σε όσους τυχόν διαφωνούν για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Δικαιόπολι στους αριστοφανικούς «Αχαρνής» που του έδωσαν το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και ο διευθυντής του Σωτήρης Χατζάκης, ο οποίος σκηνοθετεί την κωμωδία.

«Ο κόσμος, ξέρετε, δεν παραξενεύτηκε. Το σινάφι είναι αυτό που έχει να κάνει με την γκρίνια», προσθέτει. «Εγώ λοιπόν βάζω το κεφάλι μου στον τάκο του χασάπη/ και πάρε χασαπομάχαιρο και σφάξε με αν δεν πείσω τον λαό για το δίκιο μου, που λέει κι ο Δικαιόπολις». Ο Κραουνάκης- Δικαιόπολις «απολογείται» για τον καινούργιο ρόλο στη σκηνή της ζωής του, λίγες στιγμές προτού βγει στη σκηνή για την πρόβα. Σε μια άδεια σκηνή ερημίας με στοιχεία τού εν εξελίξει πολέμου που σχεδίασε ο Γιώργος Πάτσας. Η εικόνα- η πρώτη του θεατή- είναι γκρίζα, άδεια με τον Δικαιόπολι, ως άλλη μπρεχτική «Μάνα-κουράγιο», να σέρνει ένα κάρο και να εισέρχεται πάσχων: «Απαπά. Πόλεμος. Πόλη. Πόλη. Πόλεμος. Μαύρο βόλι, μαύρο χρήμα. Πόλεμος», είναι οι πρώτες λέξεις που αρθρώνει.

Φοράει μαύρη φουστανέλα («το φοβόμουν αυτό το ρούχο, αλλά τελικά νιώθω να με γειώνει» ομολογεί). Λιτά, σκουρόχρωμα, σφιχτά, μιλιταριστικά και τα κοστούμια του χορού, με την εξέλιξη του έργου γίνονται γιορτινά, πολύχρωμα, «σαν τους πρωταγωνιστές ενός πανηγυριού στο Μενίδι σήμερα», όπως λέει στα «ΝΕΑ» ο σκηνοθέτης. Πίσω στον Σταμάτη Κραουνάκη με τη μαύρη φουστανέλα:

  • Τι λέτε στους ηθοποιούς που τους παίρνετε τη δουλειά;

Ναι, έγινα και ηθοποιός. Γιατί μάλλον το εμπεριείχα. Αφού λοιπόν νιώθω να το έχω κατακτήσει και αυτό, ε, καιρός να πείσουμε και την αγορά και τους σοφιστές. Ενας μουσικός μπορεί να δουλέψει με μεγαλύτερη άνεση τη νότα που εκπέμπει το κείμενο από έναν ηθοποιό που δεν ξέρει μουσική. Είναι τροφή για το αριστερό μου παρελθόν αυτή η επιλογή. Είναι πολιτική η πράξη μου. Καθαρόαιμα πολιτική. Ο κόσμος ξέρει καλά ότι αυτός ο τύπος (μας αρέσει δεν μας αρέσει) δεν έχει πει ποτέ δημόσια ψέματα. Ξέρουν ότι αυτός τα χώνει. Είναι ευλογία γνώσης αυτή, που μου τη χάρισε ο Χατζιδάκις. Μου είπε: «Διάλεγε το κοινό σου. Μην περιμένεις να σε διαλέξει αυτό». Ο επώνυμος οφείλει να διατυπώνει αυτό που δεν μπορεί ο ανώνυμος.

  • «Οι «Αχαρνής» είναι έργο δραματικά επίκαιρο σε συνθήκες ηθικής πτώσης και πολιτισμικής παρακμής που συνοδεύουν πάντοτε την οικονομική κρίση, ειδικότερα όταν οργανώνεται από τα ίδιασυμφέροντα που επωφελούνται από τη βαρβαρότητα και τον πόλεμο», λέει ο σκηνοθέτης. Συμφωνείτε;

Το χρέος της κωμωδίας ήταν να περιγράψει το τέλος. Το χρέος του θεάτρου σήμερα είναι να πει κάτι γι΄ αυτό. Η ηθική πτώση και η πολιτιστική παρακμή του σήμερα είναι περισσότερο από ευανάγνωστη. Το ζούμε. Οταν η παγκόσμια κρίση φουλτακιάζει, έρχεται το ποδόσφαιρο και βγάζει βαβουζέλες για να τη γιάνει. Οσο για τον Δικαιόπολι; Είναι, τελικά, αυτός ο εύκολος τσαμπουκάς του Ελληνα. Είναι ο νοήμων εργαζόμενος, ο ευαίσθητος, ο γλεντζές που όμως αν τα πάρει στο κρανίο θα κάνει και την ακραία κίνηση. Μόνο που δεν ξέρω αν ο αληθινός θυμός σήμερα οδηγήσει σε εξέγερση ή σε αυτοκτονία.

  • Μιλάτε στο έργο για τους «λωλαμένους προπέρσινους ξάδελφους». Ποιοι είναι;

Η εναπομείνασα Αριστερά. Κάποιοι άνθρωποι του μεροκάματου που δεν τα βρήκαν έτοιμα. Που εξακολουθούν να πληρώνουν ενοίκιο στη χώρα τους. Είναι όμως και η δική μου η γενιά. Αυτή που ΄λεγε πως θα γινόταν άλλη. Και όλους μας, μα όλους, τους ξέσκισαν τα λεφτά. Και δεν τους έκαναν ευτυχισμένους. Γι΄ αυτό δεν με νοιάζουν τα αστεία του Αριστοφάνη. Τα δάκρυά του με νοιάζουν.

  • «Πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία και με τυφλή μανία ξέσκιζα τον εχθρό/ τώρα με χειρουργεί μια αλλήθωρη νεολαία/ μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική», έγραφε για τους «Αχαρνής» πριν από 33 χρόνια ο Διονύσης Σαββόπουλος. Τη μουσική του Αριστοφάνη εσείς πώς και κυρίως πού τη «βρήκατε»;

Αυτό το πρωτοάκουσα φοιτητής ακόμα στο Πάντειο. Μέγιστος ο Νιόνιος. Χρησιμοποίησε τη μυθολογία του έργου προκειμένου να γράψει νεορομαντική- νεοτροβαδούρικη κριτική. Τόλμησε να σατιρίσει την πατριδίλα. Εγώ κάνω άλλο. Στέλνω ευανάγνωστα μονοσήμαντα ηχητικά σήματα. Θα μπορούσαν οι καρβουνιάρηδες Αχαρνής τού τότε να είναι σύγχρονοι κληρονόμοι βενζινάδικων. Είχα και τον Μπαχ βοηθό μου. Κλείστηκα σε ένα δωμάτιο από τον Μάρτιο κι έψαχνα και τον ρόλο και τη μουσική, διαβάζοντας και ακούγοντας Μπαχ. Οταν σε περιβάλλει μια πηγή όπως αυτή, ό,τι και να περάσει στο υποσυνείδητό σου, όταν το ξαναγεννήσεις αποκλείεται να είναι σκουπίδι. Τελικά τη μουσική του έργου την άκουσα από ένα καρότσι του δρόμου που πουλούσε μαλλί της γριάς στην παραλία της Θεσσαλονίκης υπό τους βαλκανικούς ήχους ενός ιδιότυπου καραόκε. Και την έκλεψα με ένα μαγνητοφωνάκι τσέπης που έχω μαζί μου.

  • Με τον ρυθμό, με το γλέντι, με τον Διόνυσο ή με δάκρυα τον «βρήκατε» τον ρόλο;

Τον ρόλο τον έχω. Είμαι σίγουρος ότι σε μια προηγούμενη ζωή έχω ξαναπαίξει στο θέατρο. Τον Δικαιόπολι τον «βρήκα» μέσα μου με τη βοήθεια του Σωτήρη (Χατζάκη) και της τρομερής τακτικής του, που ξέρει πώς και πότε να ρίχνει το λίπασμα και να κάνει τη γη του θεάτρου να καρπίζει. Με τη βοήθεια του Λάμαχου- Γρηγόρη Βαλτινού. Και με τη βαθιά συγκίνηση και μόνο στην ιδέα ότι ιδρώνω στη σκηνή μαζί με τον μέγιστο Κώστα Βουτσά. «Να βγαίνεις στη σκηνή σαν κάποιος να σε σπρώχνει», ήταν η πρώτη συμβουλή που έδωσε ο Κώστας Βουτσάς στον Σταμάτη Κραουνάκη για τον ρόλο. «Το κρατώ. Εξάλλου ο Κώστας είναι εκεί πάντα, σε όλες τις πρόβες ακόμα και αν δεν κάνουμε πέρασμα δικών του σκηνών. Είναι εκεί για να κλέβει, μου είπε, από τους νέους. Ερχεται πρώτος, φεύγει τελευταίος».

  • Οταν τελειώσει αυτή η περιπέτεια θα επιστρέψετε στις μουσικές σκηνές;

Ετοιμάζω τη νέα δουλειά μου με τη Σπείρα-Σπείρα. Αν και ο Αριστοφάνης δεν τελειώνει. Είναι ο μόνος μάρτυρας του τέλους μιας μεγάλης εποχής.

  • Οργισμένος για τον σoβινισμό που καταπιέζει το γυναικείο φύλο, ο Γιάννης Κακλέας υποκλίνεται στο κείμενο του Αριστοφάνη και αναζητεί τη θηλυκότητα των ανδρών σε μια ακραία παράσταση

«Με φοβούνται και δεν με πολυκαλούν στην Επίδαυρο. Ισως να είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που πάω» λέει, σαν να σκέφτεται δυνατά, ο Γιάννης Κακλέας εν όψει της πρεμιέρας της «Λυσιστράτης» του Αριστοφάνη που θα δοθεί στα μέσα Ιουλίου. Στην τρίτη του συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο ο σκηνοθέτης της ανατροπής και της πρόκλησης, ο φανατικός της θεατρικής ομάδας και ο ιδρυτής του Τεχνοχώρου, επιστρέφει στον Αριστοφάνη και παίρνει το βάπτισμα στο αρχαίο θέατρο του Πολυκλείτου.

«Γουστάρω τον Αριστοφάνη. Μου ταιριάζει και η πλευρά της πλάκας που διαθέτει και το πόσο έντονα ανατρεπτικός και αναρχικός είναι. Μου πάει που είναι μη καθωσπρέπει».

– Κύριε Κακλέα,τι είναι αυτό που σας γοητεύει στον Αριστοφάνη;

«Η μείξη του σα τιρικού με τον ποιητή είναι ό,τι καλύτερο… Με τρελαίνει η ποιητική του πλευρά, η βαθιά και διεισδυτική, αυτή που συμπληρώνει την κωμωδία».

– Πώς σας φαίνονται οι σύγχρονες παραστάσεις της αριστοφανικής κωμωδίας;

«Εχω την αίσθηση ότι οι σοβαρές σκηνοθετικές προτάσεις στον Αριστοφάνη έχουν γίνει από τον Σολωμό, τον Κουν και τον Ευαγγελάτο. Πέραν αυτών, δεν έχουν γίνει ολοκληρωμένες απόπειρες. Ακόμη και σήμερα ο Αριστοφάνης δουλεύεται με μια αισθητική του ΄80, εξωστρεφής, υπερβολικός, βλάσφημος και επικαιρικός ταυτόχρονα. Παίζεται με αναξιοπιστία, σαν να μπορούμε πάντα να του βάζουμε ό,τι θέλουμε στο στόμα- πρωθυπουργούς ή ομόλογα… Σαν να μην έχει δομή, σαν να μην έχει αντίληψη των πραγμάτων».

– Μήπως τον έχουν αδικήσει οι συνάδελφοί σας; «Εβλεπαν τον Αριστοφάνη από την εμπορική του πλευρά. Δεν έβλεπαν την άλλη του πλευρά, την πιο σκοτεινή, την πιο βασανισμένη και επιθετική. Ο Αριστοφάνης είναι ευκαιρία για πανηγύρι και για γέλιο- αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αλλο αυτό και άλλο να καθιστάς έναν συγγραφέα σαν τον Αριστοφάνη κατώτερο από ό,τι είναι πραγματικά. Δεν ξέρω αν τον έχουν αδικήσει… Είναι παρεξηγημένος ο Αριστοφάνης 100%. Οταν έγραφε είχε μια δυναμική άλλη από αυτήν που αντιλαμβανόμαστε τώρα. Δεύτερον, επειδή χτυπάει μια στο καρφί και μια στο πέταλο, εύκολα μπορεί να χάσει κανείς την ισορροπία του στην ερμηνεία του και, τρίτον, δεν διαβάζεται σωστά. Εχω κουραστεί με την γκροτέσκα αντίληψη του Αριστοφάνη».

– Τι εννοείται;

«Για τον Αριστοφάνη έχω την εικόνα ενός παλίμψηστου: όσο ξύνεις τόσο βρίσκεις από κάτω άλλα πράγματα, πιο βαθιά και πιο αστεία, που χτυπάνε στην κοινωνική κριτική και όχι στην μπουρδολογία και στην πλάκα. Οι αναγνώσεις γίνονται σε αυτό το επίπεδο και γι΄ αυτό πιστεύω ότι είναι παρεξηγημένος».

– Να υποθέσω ότι στη «Λυσιστράτη» σας δεν έχετε παρέμβει στο κείμενο του Αριστοφάνη…

«Δεν έχω κάνει καμία επίκαιρη παρέμβαση στο κείμενο. Εχω κάνει άλλου τύπου επεμβάσεις. Το βασικό μου θέμα είναι η σύγκρουση άνδρα και γυναίκας. Γι΄ αυτόν τον λόγο άλλωστε γράφτηκε το κείμενο και γι΄ αυτό όλο το έργο το διαπερνά ένα νεανικό ζευγάρι που η σχέση του βρίσκεται σε κρίση. Οι δυο τους μπαίνουν στην παράσταση και συμμετέχουν ενεργά. Ο πόλεμος που συμβαίνει σε αυτό το έργο είναι ο πόλεμος άνδρα και γυναίκας. Αυτός είναι και ο λόγος που παίζεται κυρίως από άνδρες…».

– Ο θίασος όμως δεν είναι αμιγώς ανδρικός…

«Ας φανταστούμε, λοιπόν, μια ομάδα ανδρών που για να γνωρίσουν το μυαλό, την ψυχοσύνθεση και το σώμα της γυναίκας παριστάνουν τη γυναίκα, ενδύονται τη γυναίκα και βιώνουν τη γυναικεία αίσθηση. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που γίνεται αυτό στη “Λυσιστράτη”- το έχει κάνει και ο Ευαγγελάτος».

– Και ποια είναι η διαφορά;

«Στην παράσταση που σκηνοθετώ οι γυναίκες ηθοποιοί συμμετέχουν κυρίως στα χορικά, ως φαντασίωση και επιθυμία, είναι η μάνα, η ερωμένη, η φίλη. Στα πραγματικά επεισόδια της κωμωδίας είναι άνδρες. Οπως προχωράει όμως το έργο συμβαίνει μια ανατροπή. Οταν η επιθυμία για έρωτα φθάσει σε κορύφωση, τότε ο πόθος- που για μένα είναι γένους θηλυκού- αλλάζει τα πράγματα».

– Παραμένει,πιστεύετε,έντονος ο πόλεμος ανάμεσα στα δύο φύλα;

«Σήμερα βρίσκεται στην απόλυτη κορύφωση. Ο πόλεμος είναι ζωντανός και υπαρκτός σε κάθε βήμα. Το έχω βιώσει σε όλες μου τις σχέσεις και πιστεύω ότι για μένα είναι το κυρίαρχο πρόβλημα της εποχής- εξαιρώ τα οικονομικο-πολιτικά φυσικά. Πιστεύω ότι σήμερα ο ανδρικός σοβινισμός πρωταγωνιστεί. Δεν παραχωρούνται τέτοια δικαιώματα πολύ εύκολα. Προσωπικά θα ήθελα να ισορροπήσουν τα δύο φύλα. Αν βάλω, τελικά, παράβαση στην παράσταση, θα βάλω σκηνές από κακοποίηση γυναικών, εντός σχέσεων ή ενδοοικογενειακές. Αυτή η υποκρισία της ισότητας έχει και όρια. Είμαι θυμωμένος με τη συμπεριφορά των ανδρών απέναντι στις γυναίκες. Τους θεωρώ μ… Πρέπει να λατρέψουν την έννοια της θηλυκότητας και εκτός και εντός τους».

– Εχουν προβάδισμα στην παράστασή σας τα σεξουαλικά στοιχεία;

«Το έργο είναι μια τελετή της ευγονίας. Είναι μια ευχή για να έχουμε επιτέλους άνοιξη, στύση, ερωτική διάθεση και επιθυμία. Η πορεία της επιθυμίας είναι μια πορεία που πυρακτώνεται σκηνή σκηνή στο έργο. Ξεκινάει με την απώλεια αυτού του πράγματος, όταν οι γυναίκες ξεσηκώνονται γιατί δεν έχουν άνδρες. Οι ίδιες όμως αυτές γυναίκες δεν είναι διατεθειμένες να ενδώσουν στην πρώτη επιθυμία των ανδρών. Οπότε τι γίνεται τότε στους άνδρες; Αρχίζει ένας πριαπισμός, η σωματική καταστροφή τους. Υπάρχει μια ανεκπλήρωτη στύση στο έργο, οπότε μοιάζει με κατάρα του Πάνα».

– Χρησιμοποιείτε φαλλικά σύμβολα;

«Η παράσταση δεν παίζει με φαλλικά σύμβολα, παίζει με ρεαλιστικά σώματα ανδρών».

– Γυμνά;

«Εχει μια τέτοια διάθεση, αλλά δεν παίζει με σεξουαλικό τελετουργικό. Δεν είναι γυμνοί, είναι σε στύση… Η παράσταση παρακολουθεί την καταστροφή του ανδρικού σώματος από τη μη εκπλήρωση της σεξουαλικής επιθυμίας. Η επιθυμία παίζεται με έναν τρόπο επικίνδυνο. Το φινάλε είναι λίγο σοκαριστικό…».

– Δηλαδή;

«Σαν μια πόλη τη νύχτα που ζει έναν εφιάλτη πριαπισμού. Σκεφθείτε μια πόλη έρημη από γυναίκες, τους άνδρες να κυκλοφορούν σαν μετά από σεισμό, χτυπημένοι από την κατάρα του Πάνα… Δεν είναι δικά μου αυτά, είναι του Αριστοφάνη και δεν μπορώ να σας πω περισσότερα…».

– Τα τελευταία χρόνια η προκλητική σας πλευρά έχει κάπως υποχωρήσει. Μήπως τώρα με τη «Λυσιστράτη» θα δούμε τον παλιό εκρηκτικό Κακλέα;

«Είναι αλλιώς να δουλεύεις χρόνια με την ίδια ομάδα και να μοιράζεσαι μαζί τους. Πέρασα την ορφάνια του Τεχνοχώρου και μετά λούφαξα ξανακοιτώντας τον κόσμο και την πραγματικότητα με άλλο μάτι. Εγινα περιπλανώμενος σκηνοθέτης, γεγονός που μου στέρησε τη δυναμική μου να τολμήσω. Από την άλλη, άρχισα να εκτιμώ την “άλλη πλευρά”… Και έτσι άρχισα να αναγνωρίζω και άλλες αξίες που μπορεί να θεωρούσα μπανάλ».

– Θα επιχειρούσατε έναν καινούργιο Τεχνοχώρο;

«Είναι ζητούμενο, αλλά πρέπει να έχεις την απαιτούμενη ενέργεια και τους κατάλληλους ανθρώπους. Και μπορεί να συμβεί πολύ σύντομα. Λείπει το δικό μου το “πάμε” για να ξεχυθεί μια ενέργεια που καθώς διατηρήθηκε επί 22 χρόνια είναι μεγατόνων»!

– Πρώτη φορά στην Επίδαυρο…
«Είχα πάει πριν από έναν μήνα για να δω πώς θα λειτουργήσει το σκηνικό και καθώς ανέβαινα την ανηφόρα άρχισαν να κόβονται τα πόδια μου. Πάνω απ΄ όλα είναι η ενέργεια και ο μύθος. Και αυτό δεν ανατρέπεται. Είναι μοναδική με έναν τελετουργικό τρόπο. Σαν την προσμονή ενός θαύματος…».

– Αλήθεια,τι θα είχε να πει σήμερα ο Αριστοφάνης;

«Πολλά, πάρα πολλά. Θα ήταν στην πρώτη γραμμή».

  • «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο
  • Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
  • Επίδαυρος, 16-17 Ιουλίου, στις 21.00
  • Εισιτήρια: 50, 40, 25, 15 ευρώ
  • Η προπώληση αρχίζει στις 28 Ιουνίου.
  • Πληροφορίες: 210 3272.000
  • Του ΣΑΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Οι ατάκες «Κα-τίνα, σαλαμάκι», και «Εχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;» παραπέμπουν αμέσως στον Κώστα Βουτσά. Ο ιδιαίτερα δημοφιλής πρωταγωνιστής με την 62χρονη καριέρα πέρασε με σχετική άνεση από τον λεγόμενο εμπορικό κινηματογράφο και θέατρο, στον νέο ελληνικό κινηματογράφο και στο αρχαίο θέατρο.

Με τον Σταμάτη Κραουνάκη, που παίζει τον βασικό ρόλο, σε σκηνή της  παράστασης. «Τον όγκο που έχει τον εκμεταλλεύεται πολύ ωραία. Και είναι  και πολύ γλυκός άνθρωπος», λέει ο Κώστας Βουτσάς

Με τον Σταμάτη Κραουνάκη, που παίζει τον βασικό ρόλο, σε σκηνή της παράστασης. «Τον όγκο που έχει τον εκμεταλλεύεται πολύ ωραία. Και είναι και πολύ γλυκός άνθρωπος», λέει ο Κώστας Βουτσάς

Φέτος, σε ηλικία «μόλις 79 ετών», όπως λέει, βάζει τη σφραγίδα του στο ρόλο του Μεγαρίτη, στους «Αχαρνής» του ΚΘΒΕ, όπου συμπρωταγωνιστεί με τους Σταμάτη Κραουνάκη και Γρηγόρη Βαλτινό. Μαζί του και η κόρη του Θεοδώρα, που συμμετέχει στο χορό και ερμηνεύει και την Παράνυμφο.

«Ο σκηνοθέτης Σωτήρης Χατζάκης μ’ έχει κάνει μαθητή του. Αυτά που κάνει είναι πρωτόγνωρα για μένα. Μας επιβάλλει υποδόρια αυτά που θέλει, χωρίς φωνές».

  • Είστε υπάκουος;

«Είμαι πολύ πειθαρχημένος. Είμαι ένας καλός ποδοσφαιριστής. Πριν κάνω οτιδήποτε, του το λέω. Κι αυτά που του λέω, του αρέσουν. Ο Χατζάκης θαυμάζει και αγαπάει εμάς τους ηθοποιούς του παλιού σινεμά, του παλιού θεάτρου. Γιατί αφήσαμε τη γραμμή μας στο θέατρο».

  • Πώς βλέπετε τους νέους ηθοποιούς;

«Μου κάνει εντύπωση πόσο καλοί ηθοποιοί είναι εδώ στο ΚΘΒΕ. Πάρα πολύ καλοί! Παίζουν, χορεύουν, τραγουδάνε. Αυτή τη δουλειά εγώ δεν την έχω κάνει ποτέ. Κάνουν προθέρμανση, ορθοφωνία».

  • Κι εσείς όμως χορεύατε και τραγουδούσατε, και μάλιστα τέλεια.

«Ναι, αλλά εγώ είμαι αυτοδημιούργητος, που λένε. Εχω ένα βιβλίο εδώ, του Νόελ Κριγκ, για το θέατρο, και η πρώτη κουβέντα που λέει είναι: «οι ηθοποιοί ξεκινούν την πρόβα ζεσταίνοντας το σώμα τους και τη φωνή τους». Αυτό κάνουν κι αυτοί. Κάνουν μια ώρα γυμναστική να «λυθούνε». Εγώ δεν τα ‘χω κάνει ποτέ αυτά τα πράματα».

  • Εχουν κι άλλα που δεν είχατε εσείς, όπως τα ωράρια.

«Α, εμείς δεν τα ‘χαμε αυτά. Αυτή η δουλειά δεν αντέχει το συνδικαλισμό, αυτό μου δείχνει η πείρα μου. Βέβαια, και τον ηθοποιό δεν μπορείς να τον εκμεταλλεύεσαι ατέλειωτες ώρες. Είναι καλό που υπάρχει το πεντάωρο στις πρόβες. Αλλά το θέατρο είναι άλλο πράγμα. Είναι η επαφή με τη δουλειά σου».

  • Ο ρόλος σας στους «Αχαρνής»;

«Είναι μικρός, αλλά διαμάντι. Κάνω έναν χωρικό που έρχεται στον Δικαιόπολη να του πουλήσει τις δύο κόρες του».

  • Κάνετε την είσοδό σας με μια ατάκα πασίγνωστη.

«Μου την έβαλε ο Χατζάκης. Τη μια μου κόρη τη λένε «Κατίνα» και την άλλη «Σαλαμάκι». Και λέω: «Κα-τίνα, Σαλαμάκι, ελάτε θυγατέρες μου». Αλλά έχω κάνει και κάποιες αριστοφανικές προσθήκες, πάρα πολύ ωραίες, τις οποίες ενέκρινε ο Χατζάκης. Πάντα βάζω προσθήκες, αλλά είναι οργανικές. Αναφέρομαι στη σημερινή εποχή. Λέω: «Στα Μέγαρα, φτώχεια πείνα και των γονέων / μας έπεσε αυτή η πουτάνα η Ντάου Τζόουνς μέσα στη Σοφοκλέους / μας ρήμαξαν οι ιερείς από το «Φαγοπέδι» / μας πήραν τα χωράφια και μας άφησαν τα βράχια». Και παρακάτω: «Αχ ελληνικέ λαέ, δεν θα σηκώσεις κεφάλι για αιώνες κι αιώνες, γιατί θα σε κυβερνάνε πάντα δυο αδηφάγες πουτάνες. Η ψήφος και η μίζα. Που πήγε με τον «οφσόρ» κι έχει γιο αυτό το κωλόπαιδο, το ρουσφέτι. Αχ αυτές οι εξεταστικές επιτροπές, τους κλέφτες πολιτικούς δεν τους στέλνουν φυλακή, τους στέλνουν στα σπίτια τους». Καίριες προσθήκες πάνω στη σημερινή κατάσταση».

  • Δεν υπάρχει όριο στις προσθήκες που μπαίνουν στην αρχαία κωμωδία;

«Αυτό είναι δουλειά του σκηνοθέτη. Αν είναι όμως οργανικές οι προσθήκες -τέτοιες βάζω κι εγώ- τότε λειτουργούν. Κι ύστερα, εγώ παίζω πάρα πολύ με το σώμα μου. Στο έργο βγαίνω κουτσός, μ’ ένα πόδι ξεχαρβαλωμένο, τρελό, που πηγαίνει όπου θέλει, επειδή ο Μεγαρίτης έχει τραυματιστεί από βέλος».

  • Ο Σταμάτης Κραουνάκης πώς τα πάει σαν ηθοποιός;

«Πολύ καλός είναι! Εχει και τη «Σπείρα – Σπείρα» κι έχει πείρα παραστάσεων. Τον όγκο που έχει τον εκμεταλλεύεται πολύ ωραία. Εντυπωσιάστηκα. Και είναι και πολύ γλυκός άνθρωπος. Και όλοι. Δεν είμαστε τίποτα βεντέτες».

  • Ε, δεν είστε και άγνωστος.

«Ελα μωρέ… Θα μπορούσα να ήμουν οποιοσδήποτε. Ομως η αγάπη του κοινού είναι άδολη. Δεν έχει συμφέρον. Τι είμαι; Υπουργός είμαι; Αυτή την αγάπη δεν μπορώ να την εκμεταλλευτώ και να κάνω τη βεντέτα. Δεν μου πάει. Ετσι κι αλλιώς, κατά τύχη βγήκα σ’ αυτή τη δουλειά. Δεν είχα ιδέα από θέατρο».

  • Γίνατε, όμως, μέλος μιας διάσημης κινηματογραφικής παρέας.

«Ναι, αλλά δεν ήμασταν απόμακροι από τον κόσμο. Ημασταν όπως και τώρα. Ηταν όμως κι άλλη εποχή. Τώρα κοιτάς κάποιον στα μάτια και παρεξηγιέται. Καλημέρα να πεις, δεν ξέρεις τι θα σου απαντήσει. Στην πολυκατοικία σου δεν ξέρεις ποιοι μένουν. Τότε ήταν οι γειτονιές. Διψούσαμε και μπαίναμε στο σπίτι του φίλου μας να πιούμε νερό. Πεινούσαμε, μπαίναμε και τρώγαμε. Δεν καταλάβαινα εγώ βεντετισμό. Την κάναμε αυτή τη δουλειά χωρίς να σκεφτόμαστε ότι διαφέρουμε από τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τι κάναμε. Μας βρίζανε μερικές φορές κάποιοι κριτικοί «ιντελεκτουέλ», που κατηγορούσαν τις ταινίες που κάναμε. Ομως κάποια στιγμή, αργότερα, ένας απ’αυτούς τους σκηνοθέτες που μας σνόμπαρε -δεν θα πω τ’ όνομά του- σε μια εκπομπή, που ήμασταν μαζί, μου ζήτησε συγγνώμη για τη στάση του».

  • Πώς τα βλέπετε τα πράγματα σήμερα;

«Θα σας απαντήσω με κάτι που λέω στην παράσταση: «Τώρα που έφυγα από τα Μέγαρα, κάνουν μάζωξη τα μεγάλα κεφάλια της πόλης. Ολοι οι κλεφτοϋπουργοβουλευτάδες, που έγνοια τους είναι πώς να κλέψουνε και να εξασφαλίσουν, άκουσον άκουσον, τα τρισέγγονά τους. Αποφάσισαν και διέταξαν να βάλουν κι άλλους φόρους. Κι όσους μαζέψουνε, ξανά κι αυτούς θα τους κλέψουνε, τον κοσμάκη θα τον ξεπαστρέψουνε, και τις τράπεζες τις αχόρταγες θα τις θρέψουνε». Τα σπίτια του Τσοχατζόπουλου, του Βουλγαράκη, εμείς τους τα κάναμε δώρο. Εγώ είμαι περήφανος γι’ αυτό…».

  • Θα τα βγάλουμε, λέτε, πέρα;

«Εγώ λέω, αν καταστραφεί ο κόσμος, δύο όντα θα επιζήσουν. Οι κατσαρίδες και ο Ελληνας. Γιατί ο Ελληνας, την ώρα που έρχονται τα μέτρα, σκέφτεται τι μπαγαποντιά να κάνει για να τα γλιτώσει. Γιατί έτσι τον μάθανε. Θα δυσκολευτούμε, αλλά ο Ελληνας είναι καπάτσος. Θα μπορέσει να γλιτώσει».

  • Λόγω φιλότιμου ή καπατσοσύνης;

«Το φιλότιμο δεν ξέρω αν θα επικρατήσει. Μάλλον η καπατσοσύνη. Γιατί όταν ο Μαντέλης πήρε τα λεφτά και είπε ότι ήταν δωρεά, όταν ο Τσοχατζόπουλος πήρε αυτά τα σπίτια, τα βλέπει ο άλλος και λέει «κάτσε ρε, εγώ θα σε πληρώνω;», και κοιτάει να κάνει κι αυτός καμιά μπαγαποντιά να τη γλιτώσει. Δεν νομίζω να επικρατήσει το φιλότιμο. Εκείνο που πρέπει να επικρατήσει είναι η αντίσταση. Πρέπει να αντισταθούμε. Να κατεβούμε στους δρόμους. Να κυνηγήσουμε τους βουλευτές. Να ζητήσουμε τα λεφτά μας πίσω. Μόνο έτσι γίνεται. Μόνο με αντίσταση. Πρέπει να καταλάβουν οι νταβατζήδες της τρόικας, οι άλλοι εκμεταλλευτές του ΔΝΤ, η Ευρώπη, ότι δεν πρέπει να ζητάνε από μας τα λεφτά, από τις συντάξεις μας. Να τα πάρουν απ’ αυτούς. Εμείς τα πήραμε τα λεφτά; Να τους βρουν και να τους τα πάρουν. Κι ο Καραμανλής μάς έχει ρημάξει, ένας άνθρωπος που περιβάλλεται από νηστικούς, αχόρταγους και μισέλληνες. Δεν αγαπούν την Ελλάδα αυτοί. Γι’ αυτούς η Ελλάδα είναι ένα σκαλοπάτι για να ‘κονομήσουνε. Να δούμε τι είχαν πριν γίνουν βουλευτές, και τι έχουν τώρα. Αυτοί και οι παπάδες. Το 95% των παπάδων είναι ανώμαλοι, φαγάδες, ό,τι θες. Και το λέω με πάσα ευθύνη αυτό». *

Info Μετάφραση: Κώστας Μύρης. Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης. Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης. Σκηνικά Γιώργος Πάτσας. Κοστούμια: Ερση Δρίνη. Χορογραφία: Φωκάς Ευαγγελινός. Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ. Πρεμιέρα: 2 Ιουλίου, Αρχαίο Θέατρο Δελφών. Ακολουθούν: Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων (9-10/7), Θέατρο Δάσους Θεσσαλονίκης (14-15/7), Επίδαυρος (23-24/7), Θέατρο Βράχων Βύρωνα (28/7), Αρχαίο Θέατρο Ολυμπίας (30/7).

Με τα σπέρματα τα τεχνητά, οι άντρες γίναμε άχρηστοι

  • Σας ενοχλεί που στις συνεντεύξεις σάς ρωτάνε συνέχεια για τις γυναίκες;

«Οχι, αλλά απορώ. Αρσενικό είμαι, τι να κάνω; Μ’ αρέσουν οι γυναίκες. Κι επειδή είμαι γενναιόδωρος κι ευχάριστος, περνούσαν καλά οι γυναίκες μαζί μου, περνούσα κι εγώ καλά. Αλλά ήμουν κυνηγός. Είχα βέβαια κι αποτυχίες -δεν τις σκόπευα καλά…- μ’ έχουν απορρίψει πολλές φορές. Αλλά κι αυτό ήταν μες στο παιχνίδι. Μ’ άρεσε. Εψαχνα να βρω τι λάθος έκανα».

  • Και όταν σκοπεύατε καλά;

«Πάντα, και τώρα, μ’ αρέσει τη γυναίκα να τη φροντίσω, να την προσέξω, να γίνω γιος της, πατέρας της, αδερφός της, να ‘χω φτερά από πάνω της. Γι’ αυτό και μ’ όσες γυναίκες έχω κάνει κολεγιά, όλες μ’ αγαπάνε».

  • Κι αυτές που σας απέρριψαν;

«Μια φορά είχα γυρίσει στεναχωρημένος σπίτι, γιατί με είχε απορρίψει κάποια, και μου λέει ο πατέρας μου: «Ποτέ μην τρέχεις πίσω από γυναίκα κι από λεωφορείο. Θα ‘ρθει κι άλλο»».

  • Οι σύγχρονες γυναίκες διαμαρτύρονται ότι ο σημερινός άντρας δεν είναι πραγματικός άντρας.

«Ε, εδώ είμαστε εμείς. Να σου πω κάτι; Ο άντρας είναι άχρηστο ον. Η γυναίκα είναι η χρήσιμη. Θα φτάσουμε στη μητριαρχία. Ο άντρας θα είναι ο δούλος της γυναίκας. Τώρα μάλιστα μ’ αυτά τα σπέρματα τα τεχνητά, άχρηστοι τελείως είμαστε».

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Με την τριλογία του Αισχύλου «Ορέστεια» (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες) το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας θα κάνει την καλοκαιρινή του εξόρμηση με τον Γιάννη Βόγλη-«Αγαμέμνονα» και τη Μαρία Κατσανδρή-«Κλυταιμνήστρα».

Ο  Γιάννης Βόγλης- «Αγαμέμνων» και η Μαρία Κατσανδρή- «Κλυταιμνήστρα», στην  «Ορέστεια» του Αισχύλου που ανεβάζει το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

Ο Γιάννης Βόγλης- «Αγαμέμνων» και η Μαρία Κατσανδρή- «Κλυταιμνήστρα», στην «Ορέστεια» του Αισχύλου που ανεβάζει το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

Η πρεμιέρα θα δοθεί στο Ρωμαϊκό Ωδείο της πόλης στις 14-15 Ιουλίου. Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Λουκάς Θάνος, που έχει ασχοληθεί στο παρελθόν με τη μουσική και τον χορό, και τα τελευταία χρόνια συστηματικά με το αρχαίο δράμα.

  • Υπογράφετε σκηνοθεσία, μετάφραση, μουσική, χορογραφία. Γιατί τόσος συγκεντρωτισμός;

«Οταν ξεκίνησε το θέατρο -στην εποχή των Τραγικών αλλά και για αρκετό καιρό αργότερα- αυτές οι τέχνες, που εμείς τις επεξεργαζόμαστε σήμερα ξεχωριστά, ήταν ενοποιημένες, ήταν το ίδιο το θέατρο. Αυτονομήθηκαν αργότερα, κατά την Αναγέννηση, σε μία προσπάθεια κατανόησης των συστατικών στοιχείων του θεάτρου κι έτσι αντιμετωπίζονταν και αντιμετωπίζονται ώς σήμερα. Σιγά σιγά, όμως, όσο το γνωρίζουμε καλύτερα, το θέατρο τείνει να επιστρέψει ξανά στην αρχική του μορφή – αυτή είναι και η ευχή μας εξάλλου. Σπούδασα και δημιούργησα τόσο στη μουσική όσο και στον χορό και στο θέατρο κι έχω παρατηρήσει -όπως νομίζω και ο καθένας μας- ότι συνεργάζομαι καλύτερα με τον εαυτό μου. Αλλωστε, νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που προκύπτει συνήθως είναι να ευοδωθεί η συνεργασία όλων των παραγόντων, που πρέπει να συναντηθούν ξαφνικά και να βρουν -σύντομα και αποτελεσματικά- μια κοινή λογική, μια κοινή αισθητική και μια κοινή άποψη γι’ αυτό που πρόκειται να δημιουργήσουν. Αυτό συνέβη στην εποχή του Κουν, γι’ αυτό και έγιναν τόσο σημαντικές παραστάσεις. Σήμερα, όμως, δεν υπάρχουν τόσο δυνατές «παρέες» και οι σημαντικοί άνθρωποι είναι πολύ απομονωμένοι».

  • Ασχολείστε αποκλειστικά με το αρχαίο δράμα εδώ και καιρό. Γιατί;

«Τα τελευταία δέκα χρόνια εργάζομαι -όσον αφορά το θέατρο- μόνο πάνω στον Αισχύλο. Η σημαντικότητα αυτών των ποιητικών κειμένων σού αποκαλύπτεται ολοένα και περισσότερο όσο τα μελετάς και τα γνωρίζεις καλύτερα. Γεννιούνται διαρκώς καινούργια ερωτήματα και αφορμές για καινούργιες αναζητήσεις. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να ασχολούμαι με το έργο του Αισχύλου, δεν υπήρξε μέσα μου χρόνος για τίποτε άλλο».

  • Με ποιον τρόπο προσεγγίζετε την «Ορέστεια»;

«Η μετάβαση από τη μητριαρχία στην πατριαρχία, που έγινε κάποτε, και από την πατριαρχία στη μήτρα, που γίνεται τώρα, είναι το σημείο εκκίνησης της σκηνοθετικής μου προσέγγισης… Μια μακρόχρονη ψευδαίσθηση για τους «κυρίαρχους» άντρες. Τους άντρες-πολεμιστές της πατριαρχικής Ιστορίας, που γυρίζοντας κουρασμένοι στο σπίτι από τις μάχες, αποκομμένοι σε μια γωνιά, κοιτάζουν δειλά την οικογένεια και, μετά, για να υπάρξουν, δέρνουν συχνά τις γυναίκες τους. Μόλις πρόσφατα ανακουφιστήκαμε κάπως με την ανακάλυψη του τεστ DNA. Η μητριαρχική κοινωνία ήταν η κοινωνία που μόνο οι γυναίκες ήξεραν πως τα παιδιά ήταν δικά τους. Η πατριαρχική κοινωνία είναι η κοινωνία που οι γυναίκες ξέρουν ότι τα παιδιά είναι δικά τους, αλλά και οι άντρες έτσι πιστεύουν. Και, τώρα, εμείς περνάμε τη μετάβαση από την πατριαρχία, όχι πάλι στη μητριαρχία, αλλά προς τη μήτρα. Ο αριθμός του παγκόσμιου αποθέματος σε σπερματοζωάρια χρόνο με το χρόνο μειώνεται με γεωμετρική πρόοδο. Η γυναίκα συλλαμβάνει και χωρίς ερωτική πράξη, στο εργαστήριο».

  • Πού δώσατε έμφαση;

«Τα στοιχεία που χρησιμοποιώ στην παράσταση είναι το φως, η γη και οι άνθρωποι. Η επιθυμία μου ήταν να δοθεί η ευκαιρία σε νέα άτομα να παίξουν σημαντικούς ρόλους και είμαι ευτυχής που αυτό συμβαίνει. Τους ρόλους, όμως, του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας τούς κρατούν δύο έμπειροι και καταξιωμένοι ηθοποιοί: ο Γιάννης Βόγλης και η Μαρία Κατσανδρή».

  • Το «έκανες, θα πάθεις» είναι ένα ισχυρό μοτίβο στην Ορέστεια. Ο κύκλος του αίματος έχει τελειωμό; Στην εποχή μας αυτή η ρήση έχει αντίκρισμα με την αλαζονεία των εξουσιαστών στο φόρτε τους;

«Εχει, είχε και θα έχει. Ο κύκλος του αίματος, όπως και ο κύκλος της καταστροφής, δεν έχει τελειωμό κι έτσι μέσα από αυτή την «ανακύκλωση» των συγκρούσεων προκύπτει διαρκώς και το «καινούργιο», η συνέχεια: θέση-αντίθεση-σύνθεση. Σε αντίθεση με τη δυτική κουλτούρα του είτε καλού είτε κακού ανθρώπου, η αρχαία ελληνική ποίηση και φιλοσοφία τοποθετεί το «καλό» και το «κακό» στον κάθε άνθρωπο καθιστώντας τον ίδιο υπεύθυνο για το πώς θα επιλέξει να δράσει. Ετσι, στη διάρκεια της ζωής του, ο καθένας εισπράττει τις συνέπειες αυτών των επιλογών του. Καθετί «καλό» και καθετί «κακό» που πράττει, επιστρέφει σ’ αυτόν μ’ έναν τρόπο συμπαντικά αναπόφευκτο».

  • Με τον Γιάννη Βόγλη είχατε μια συνεργασία προτού αναλάβει το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Τι κοινά σας ενώνουν;

«Η κοντινή οπτική και η αγάπη μας για το αρχαίο δράμα. Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής για τη συνεργασία μας. Ο Γιάννης μού έδωσε τη δυνατότητα να κάνω αυτή την παράσταση ακριβώς όπως την είχα οραματιστεί».

Info: Παίζουν επίσης οι Κωνσταντίνος Μάρκελλος (Κήρυκας), Καλλιόπη Σίμου (Κορυφαία), Ηλέκτρα Νικολούζου (Κασσάνδρα), Γιώργος Παπαπαύλου (Αίγισθος), Πηνελόπη Σεργουνιώτη (Ηλέκτρα), Χρήστος Θάνος (Ορέστης), Θανάσης Γεωργίου (Απόλλων), Τζίνη Παπαδοπούλου (Αθηνά). Συμμετέχει 12μελής Χορός. Η παράσταση θα ταξιδέψει στην Κύπρο για τρεις παραστάσεις σε Πάφο, Λεμεσό και Λευκωσία (7, 8 και 10 Ιουλίου).

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Ιουνίου 2010
  • Σε εποχές τρόικας και ΔΝΤ έλαχε στον Βασίλη Παπαβασιλείου να σκηνοθετεί για το Φεστιβάλ Αθηνών τον «Τυχοδιώκτη» του Χουρμούζη. Μεταφέρει, λοιπόν, στο 2020 το βαυαρικό παράσιτο που ήθελε να μας σώσει πριν από περίπου δύο αιώνες. Αν και πιστεύει πως κακώς φορτώνουμε στους ξένους τα οικεία κακά

«Τυχοδιώκτης είναι και ο λαός, αφού μπαίνει στο παιχνίδι των  δανείων και των πιστωτικών», λέει ο Β. Παπαβασιλείου

«Τυχοδιώκτης είναι και ο λαός, αφού μπαίνει στο παιχνίδι των δανείων και των πιστωτικών», λέει ο Β. Παπαβασιλείου

Καύσωνας. Και ο Βασίλης Παπαβασιλείου κλεισμένος στο δροσερό χαρτοβασίλειό του, το «πνιγμένο» από βουνά βιβλίων διαμέρισμά του στο Παγκράτι, έχει την όρεξη να μιλήσει για «το τέλος της Μεταπολίτευσης που ζούμε», το 35χρονο κοινωνικό ελληνικό «συμβόλαιο» του ιδιωτικού πλούτου και της «δημόσιας πενίας» που καταβαράθρωσε κάθε έννοια κοινωνικού κράτους, αλλά και τον Χουρμούζη, τον «αγωνιστή που κατέληξε από απόγνωση και θυμό κωμωδοποιός». Με «όχημα» άλλωστε τη θεατρική του σάτιρα «Ο Τυχοδιώκτης» (1835), που σκηνοθετεί για το Φεστιβάλ Αθηνών «εκτοξεύοντάς» την στο 2020, τότε που η τρόικα εικάζεται πως θα μας έχει αφήσει πια στην ησυχία μας, ο κατ’ εξοχήν διανοούμενος Ελληνας θεατράνθρωπος τη σημερινή δύσκολη συγκυρία σχολιάζει. Το αποτέλεσμα του φιλόδοξου εγχειρήματος θα το δούμε, με επικεφαλής του ανδρικού θιάσου τον ίδιο, στην «Πειραιώς 260» από τις 11 έως τις 15 Ιουλίου.

«Είμαι αισιόδοξος -όπως έλεγε ο Γκράμσι- ως βούληση και απαισιόδοξος ως σκέψη», συνοψίζει στο πέρας της κουβέντας μας. «Ζούμε σε μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα εποχή, που μας παρέχει πολύ υλικό για σκέψη. Και θα ήθελα να πω ότι το «ελληνικό» είναι ισχυρότερο από το ελληνικό κράτος και από τη γεωγραφική επικράτεια που λέγεται Ελλάδα. Αν εντοπίσουμε έναν ορισμό του «ελληνικού», σύμφωνα με τον οποίο το «είμαι Ελλην» είναι συνώνυμο του «τίποτα το μη ελληνικό δεν μου είναι ξένο», τότε μπορεί να υπάρξει ένα άλλο μέλλον γι’ αυτόν τον τόπο και κυρίως για τους ανθρώπους του. Γιατί Ελληνες υπήρξαν πολύ πριν από το ελληνικό κράτος. Σε μεγάλο βαθμό, παρά το κράτος. Και θα υπάρχουν σίγουρα και μετά το ελληνικό κράτος».

  • Μετά την τρόικα ο Ελληνας θα έχει πάρει το μάθημά του, κύριε Παπαβασιλείου; Θα έχει αλλάξει; Υπάρχει ελπίδα;

«Μπαίνετε σε χωράφια τα οποία έχουν να κάνουν με τη δουλειά που κάνουμε στον Χουρμούζη. Δεν μπορώ να κάνω τον προφήτη. Αλλά από τη δουλειά μου έχω ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Μπορώ να παίξω τον προφήτη. Πάνω σε αυτό το ερώτημα στηρίχθηκε η παράσταση που στήνω με τον «Τυχοδιώκτη». Είκοσι μέρες πριν από την έναρξη των προβών μαθαίνουμε από τα πιο υπεύθυνα χείλη ότι η Ελλάδα έχασε την εθνική της κυριαρχία. Εκείνη την ώρα σκέφτεται κάποιος: «Πρέπει να καταθέσω την εντολή και να μην ανεβάσω το έργο»».

  • Γιατί δεν θα έπρεπε να το ανεβάσετε;

«Ο Χουρμούζης έχασε. Στον «Τυχοδιώκτη» του, ±σατιρικό πορτρέτο ενός βαυαρικού παράσιτου, που έρχεται στην Ελλάδα το 1830, εκτονώνει τον θυμό του για την πρώτη Βαυαροκρατία και τα δεινά που επισώρευσε στον τόπο. Το θέατρο μας φέρνει στο εδώ και τώρα. Στη σημερινή συγκυρία ζούμε επίσης ένα είδος ήττας. Την ήττα μιας ιδεολογίας, που δαιμονοποίησε τον ξένο ως αιτία του ελληνικού κακού. Ο ξένος έγινε ένας εύκολος στόχος για όλα τα δεινά που προξενήσαμε εμείς οι ίδιοι σε αυτόν τον τόπο. Ετσι, ενώ η Μεταπολίτευση ήταν το πιο καθαρό δημοκρατικό πείραμα που έγινε σε αυτόν τον τόπο τους δύο τελευταίους αιώνες, σήμερα εμφανιζόμαστε να έχουμε χάσει από τον ίδιο τον εαυτό μας. Να έχουμε στερηθεί τα άλλοθι. Δεν έχεις Γλίξμπουργκ πάνω από το κεφάλι σου! Δεν έχεις τυπικά τους Αμερικανούς, έστω με τη μορφή του Πιουριφόι, που πάει να δει τον Ελληνα πρωθυπουργό και βάζει τα πόδια του πάνω στο τραπέζι του. Είσαι μόνος. Και αποδεικνύεται ότι δεν είσαι ικανός. Γιατί ο μεγάλος φενακισμός πάνω στον οποίο συνενοχικά η ελληνική κοινωνία συνεβλήθη με το πολιτικό, έχει να κάνει με το ότι ιδιωτικώς θα προκόβουμε και συλλογικώς θα καταρρέουμε. Θυμίζει η χώρα, δηλαδή, αυτόν ο οποίος έχει αποκτήσει το τελευταίο μοντέλο της Μερσεντές -το οποίο μπορεί να αγοράσει- και κινείται στον δρόμο Κορίνθου- Πατρών. Γιατί τον δρόμο δεν μπορεί να τον αγοράσει. Η εικόνα μιας υπερσύγχρονης Μερσεντές στο γνωστό άθλιο κομμάτι Κορίνθου-Πατρών είναι για μένα η εικόνα της σημερινής Ελλάδας. Αυτή τη στιγμή, λοιπόν, νομίζω πως ζούμε ένα τέλος. Κάποιοι λένε το τέλος της Μεταπολίτευσης. Οντως το ζούμε. Ομως αυτό το τέλος μπορεί να είναι και λυτρωτικό. Μπορεί να μας απαλλάξει από ιδεοληψίες και εύκολα ιδεολογήματα».

  • Βάσει όλων αυτών των αναφορών στο σήμερα, πώς χειριστήκατε το κείμενο του Χουρμούζη, που αποτελεί την αφορμή για μια παράσταση, απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, αιχμής;

«Υπάρχουν κάποια προνόμια στην υπόθεση του θεάτρου. Ενα από αυτά έχει να κάνει με την περίφημη μίμηση. Είμαι κυριαρχούμενος, μπορώ όμως να υποδυθώ τον κυρίαρχο. Οπότε μεταφερόμαστε δέκα χρόνια μετά, στο 2020, δηλαδή 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και 10 χρόνια μετά την παρουσία μας εδώ. Εχουμε ολοκληρώσει το έργο μας και αποχαιρετούμε την Ελλάδα με μια τελετή, στην οποία αποτίουμε φόρο τιμής στον γενάρχη μας, στον πρώτο διδάξαντα τη σωτηρία αυτού του τόπου, τον «Τυχοδιώκτη» του Χουρμούζη. Αυτή η διπλή μετατόπιση από θέση κυριαρχούμενου σε θέση κηδεμόνα και από το 2010 στο 2020 συνδέεται με το ότι πανταχόθεν συναντάς μια άρνηση να ζει κανείς στο παρόν. Είναι σαν όλοι στην Ελλάδα να έχουμε συνομολογήσει «ή πολύ πίσω πρέπει να πάμε ή δέκα χρόνια μετά». Εκεί επάνω στηρίζεται η παράσταση, ένα θέαμα σε έξι εικόνες με αφορμή τον Χουρμούζη. Η συνθήκη αυτή επιφυλάσσει και ρόλους που δεν υπάρχουν στο έργο του. Εναν εξ αυτών, ρυθμιστικό, υποδύομαι εγώ, έχοντας και την ευθύνη της γλώσσας του τελικού κειμένου».

  • Υστερα από 10 χρόνια, όταν οι «κηδεμόνες» αποχωρούν πια, ποια κατάσταση επικρατεί στην Ελλάδα; Τι παρακολουθούμε στην παράστασή σας;

«Η παράσταση, όπως κάθε παράσταση που σέβεται τον εαυτό της, θα πρέπει να ξετυλίγει μπροστά στα μάτια των θεατών ένα παιγνιώδες αίνιγμα. Το θέατρο δεν μπορεί να πάει παραπέρα, πέρα από το να αιχμαλωτίσει τη στιγμή που οι συγκεκριμένοι παράγοντες – κηδεμόνες λένε: «Εμείς τελειώσαμε τη δουλειά μας στην Ελλάδα και φεύγουμε». Αποχωρώντας αφήνουν πίσω τους, σύμφωνα με την παράστασή μας, το προϊόν της πρώτης επένδυσης που έγινε στην Ελλάδα το διάστημα αυτής τής υπό την κηδεμονία τους 10ετίας. Το προϊόν είναι ένα όχημα, ένα τροχήλατο βιοκέλυφος το οποίο λειτουργεί κατά τη διάρκεια της παράστασης. Θεωρώ ότι θα είναι ιδεώδες για τον Ευρωπαίο συνταξιούχο του μέλλοντος, ο οποίος θα παίρνει σύνταξη στα 88 και στα 90 του. Ενας γερανός θα τον παίρνει από τη θέση που βρίσκεται ενώ εργάζεται και θα τον μεταφέρει σ’ αυτό το όχημα. Δηλαδή, οι ξένοι κυρίαρχοι μας αποχαιρετούν με την πρώτη εφεύρεση που έγινε επί των ημερών της παρουσίας τους στην Ελλάδα!».

  • Ο Τυχοδιώκτης, με σημερινούς όρους, ποιος είναι; Υπάρχει αναγωγή;

«Δεν μου φέρνει στον νου συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά την ίδια την ουσία του κόσμου. Τυχοδιώκτης είναι… ο περίφημος λαός, αφού μπαίνει στο παιχνίδι των στεγαστικών δανείων και των πιστωτικών καρτών, μπαίνει δηλαδή σε ένα παιχνίδι το οποίο έχει στον πυρήνα του μια εντελώς τυχοδιωκτική λογική. Το να δανείζομαι ή το να καταναλώνω με χρήματα που δεν έχω, είναι κάτι που με κάνει συμμέτοχο του τυχοδιωκτισμού του κόσμου. Στην παρούσα φάση του καπιταλιστικού συστήματος ζούμε την αποθέωση του τυχοδιωκτισμού. Με άλλα λόγια, διάγουμε την εποχή της νομιμοποίησης του τυχοδιωκτισμού. Τον χώρο της ουτοπίας δεν μπορώ να τον ελέγξω. Αλλά υπάρχουν αναλύσεις που μιλούν για μετάβαση του καπιταλισμού στο σοσιαλιστικότερο».

  • Η Αριστερά ωστόσο μοιάζει να παρακολουθεί κυριολεκτικά ανήμπορη τις τελευταίες εξελίξεις, επιτυγχάνοντας τουλάχιστον στην Ελλάδα το ακατόρθωτο: τη διάσπαση της… διάσπασης!

«Το σημερινό ερώτημα για την Αριστερά είναι υπαρξιακό, φιλοσοφικό και πολιτικό και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους εθνικού κράτους, δηλαδή «τι κάνει η ελληνική ή η βρετανική Αριστερά;». Το στοίχημα της Αριστεράς είναι όσο ποτέ άλλοτε υπερεθνικό. Σχετίζεται με το ζητούμενο μιας νέας μέτρησης της αξίας της ζωής. Ζούμε μια φάση όπου κυοφορείται ένας επαναπροσδιορισμός αυτού που συνηθίσαμε να λέμε Αριστερά και αριστερός».

  • Λέτε ότι ζούμε το τέλος της Μεταπολίτευσης. Χωρίς να κάνετε τον μάντη, τι βλέπετε να έρχεται μετά;

«Κανένα τέλος δεν είναι οριστικό. Γιατί πάνω απ’ όλα είναι η ζωή. Κάτω από τη ζωή είναι ο κόσμος, ο καπιταλισμός, ο σοσιαλισμός, η κρίση. Το ρεύμα της ανθρώπινης επιθυμίας θα είναι πάντα εδώ. Δεν είμαστε ευτυχείς εξαιτίας ή λόγω κάποιων συνθηκών και αιτίων. Δεν είναι καρτεσιανή υπόθεση η συνθήκη της ευτυχίας. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι καλά με τον εαυτό του, μπορεί να απολαμβάνει τα ηλιοβασιλέματα, μπορεί να συνομιλεί με το φεγγάρι ή με το αντικείμενο του έρωτά του. Μπορεί να απολαμβάνει κι έναν εμποδισμένο έρωτα. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα, υπό συνθήκες απόλυτης καταστροφής, να είναι ευτυχής. Το δώρο του παιγνίου είναι ό,τι κάνει τον άνθρωπο αν έχει πέσει κάτω 7 να σηκώνεται 8 φορές. Το θέατρο μετέχει αυτής της πλευράς της ανθρώπινης κατάστασης. Μόνο να παίζει μπορεί. Αλλά παίζοντας μπορεί να συνομιλεί με τα σπουδαία. Γιατί η στιγμή του θεάτρου είναι πάντα αλήθεια και ψέμα μαζί. Αυτό που έλεγε ο Κοκτό, «ένα ψέμα που λέει την αλήθεια»».**

info: Ο «Τυχοδιώκτης» του Χουρμούζη ανεβαίνει από το «Θέατρο Εποχή», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου στον χώρο Η’ της «Πειραιώς 260». Παραστάσεις: από τις 11 ώς τις 15 Ιουλίου. Δραματουργική συνεργασία: Πέτρος Μάρκαρης. Σκηνικά – κοστούμια: Μαρί-Νοέλ Σεμέ. Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός. Παίζουν: Γιώργος Γιαννακάκος, Θανάσης Δήμου, Ηλίας Ζερβός, Βασίλης Παπαβασιλείου, Δημήτρης Παπανικολάου, Χρόνης Παυλίδης και Βασίλης Χαλακατεβάκης. Εισιτήρια προς 25, 20 (μειωμένο) και 15 ― (φοιτητικό).

Το ελληνικό κράτος κατελύθη εκ των έσω πριν από το ΔΝΤ

  • Πάντως, βλέπουμε ότι το προβλήμα δεν είναι μόνο ελληνικό. Ολόκληρη η Ευρώπη αναγγέλλει περικοπές και λιτότητα.

«Εχετε δίκιο. Πριν από 2 βδομάδες διάβασα στην «Γκάρντιαν» ένα ρεπορτάζ για την Ιρλανδία, που κάλυπτε την αντίστοιχη περιπέτεια που περνάνε οι Ιρλανδοί κάνοντας αυτοβούλως περικοπές, μολονότι δεν έχουν δεχτεί την εγκατάσταση κάποιας τρόικας. Προσγειώθηκαν ανωμάλως μετά τη στεγαστική «φούσκα». Το λεξιλόγιο θύμιζε εντυπωσιακά ρεπορτάζ σε ελληνικές εφημερίδες. Η ελληνική περίπτωση δεν μπορεί να απομονωθεί από το ευρύτερο γίγνεσθαι, το οποίο στιγματίστηκε πριν από 30 χρόνια από μια κίνηση η οποία διαφοροποίησε τα πεδία της πολιτικής και της οικονομίας. Η οικονομία εκτοξεύτηκε στους ουρανούς και έκτοτε «παίζει» μόνη της.

Στην Ελλάδα, στη μεταπολιτευτική μετάβαση από το πολιτικό «γήπεδο» στο οικονομικό συνέβη ένα άτυπο φαντασιακό συμβόλαιο. Συμφωνήσαμε πως θα φτιάξουμε στην Ελλάδα ένα χώρο ιδιωτικού πλούτου και δημόσιας φτώχειας. Η προσπάθεια αυτή πέρασε από φάσεις ώσπου να καταλύσουμε τη δημόσια σφαίρα, να ανατινάξουμε τα συστήματα υγείας, δημόσιας εκπαίδευσης, να διαβρώσουμε ή να προσδέσουμε στο άρμα της διαφθοράς όλους τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, εφορίες, πολεοδομίες κ.λπ., και εις έκαστος να τα καταφέρνει λαδώνοντας, φακελώνοντας και φακελωνόμενος. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Μόνος του κάποιος θα καθαρίσει τα της υγείας του. Μόνος του θα καθαρίσει τα της εκπαίδευσης των παιδιών του. Αρα ένα τέτοιο κράτος, αυτοαναιρούμενο, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Πριν από την εγκατάσταση επομένως της τρόικας είχαμε την εκ των έσω κατάλυση του ελληνικού κράτους. Το πελατειακό πολιτικό μας σύστημα έφτιαξε αυτό το συνενοχικό συμβόλαιο, το υπερασπίστηκε και σήμερα αυτό πληρώνει».

  • Ησασταν ίσως ο μοναδικός άνθρωπος από τον χώρο του θεάτρου που εργάστηκε ανιδιοτελώς και επί της ουσίας για το θεωρητικό πλαίσιο της περίφημης Ακαδημίας Θεάτρου, που παρέμεινε απλώς μια εξαγγελία, αλλά και για ένα πλάνο πολιτιστικής πολιτικής για το Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού, που καταργήθηκε από τον νέο υπουργό. Μοιάζει να εργαστήκατε για το τίποτα!

«Επρεπε να δώσω το «παρών». Το έδωσα εργαζόμενος και για την Ακαδημία και για το ΕΚΕΘΕΧ. Υπάρχουν πορίσματα και υπομνήματα και για τα δύο. Θέλω να ελπίζω ότι από αυτό το «οικόπεδο» αύριο μπορεί να προκύψει μια άλλη χώρα. Αυτό που πολύ απλά καταγράφεται και σ’ αυτή την περίπτωση είναι ότι όλο αυτό το διάστημα λειτουργούσαν δύο Ελλάδες. Δεν μένουμε με τους εντολείς μου στην ίδια. Η δική μου αναφορά όταν είπα «ναι» και στις δύο περιπτώσεις -και της Ακαδημίας και του ΕΚΕΘΕΧ- ήταν μια άλλη Ελλάδα. Και παραμένει. Η επίσημη πάντως Ελλάδα είναι αυτή που έφερε τη χώρα εδώ που έφτασε».

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Την αυλαία των φετινών Επιδαυρίων ανοίγουν στις 2 και 3 Ιουλίου οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη σε μετάφραση Κ.Χ. Μύρη και σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη. Σε τούτη τη συμπαραγωγή της Θεατρικής Διαδρομής και του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου πρωταγωνιστούν για πρώτη φορά μαζί δύο εκλεκτοί ηθοποιοί με πηγαία κωμική φλέβα. Ο Γιώργος Αρμένης ως Παφλαγόνας και ο Παύλος Χαϊκάλης, που κάνει την παρθενική του εμφάνιση στην Επίδαυρο, ως αλλαντοπώλης.

Πάλη Παύλου Χαϊκάλη-Γιώργου Αρμένη για τον εξουσιαστικό θώκο της  αρχαίας Αθήνας

Πάλη Παύλου Χαϊκάλη-Γιώργου Αρμένη για τον εξουσιαστικό θώκο της αρχαίας Αθήνας

Στην κωμωδία αυτή (424 π.Χ.) ο Αριστοφάνης σατιρίζει τη φαυλότητα, την απάτη και την αναξιοκρατία της εξουσίας στην αρχαία Αθήνα, με βασικό ήρωα τον δημαγωγό Κλέωνα, που τον ονομάζει στο έργο Παφλαγόνα. Ο αλλαντοπώλης, ένας άνθρωπος… κατωτέρας υποστάθμης (το όνομά του Αγοράκριτος ακούγεται αργότερα) εμφανίζεται και διεκδικεί την εξουσία από τον κυρίαρχο αντίπαλό του σε διαγωνισμό ψευτιάς και πονηριάς. Ο Γιώργος Αρμένης με σαράντα χρόνια στο θέατρο και ο Παύλος Χαϊκάλης με τριάντα χρόνια μάς μιλούν για την παράσταση και τη συνεργασία τους.

Παύλος Χαϊκάλης: ο καπάτσος αλλαντοπώλης

«Από μόνοι τους απαξιώνονται οι πολιτικοί»

  • Τι παράσταση θα δούμε στην Επίδαυρο;

«Μια παράσταση κανονική, που σέβεται το κείμενο και τον θεατή, χωρίς μοντερνιές και «δήθεν» πράγματα. Υπάρχουν και λίγες αναφορές στο σήμερα. Το μεγάλο μυστικό είναι η απλότητα την οποία προσπαθήσαμε να πετύχουμε».

  • Ο αριστοφανικός φακός πού εστιάζει;

«Οι «Ιππείς» είναι έργο καθαρά πολιτικό, που καυτηριάζει την εξουσία και τις καταχρήσεις στο πρόσωπο του Κλέωνα, μεγάλου δημαγωγού της Αθήνας. Ο Αριστοφάνης τα «χώνει» και στον δήμο λέγοντάς του ότι κι αυτός έχει μερίδιο ευθύνης για όλη την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Είναι ένα γέρος τρισάθλιος, εξασθενημένος πάνω σ’ ένα κρεβάτι, που τον πηδάνε κανονικά και με τον νόμο όλοι οι εξουσιαστές».

  • Κι ο αλλαντοπώλης τον οποίο υποδύεστε;

«Είναι αγράμματος, άσχετος με την πολιτική. Παιδί της πιάτσας, στα πεζοδρόμια έχει πάρει τα πτυχία του. Συνειδητοποιώντας την κατάσταση κάνει διάφορες «κόντρες» με τον Παφλαγόνα. Θα τον κερδίσει και θ’ ανέλθει στην εξουσία παίρνοντας τον δήμο με το μέρος του αν και αποδεικνύεται χειρότερος».

  • Αν γινόταν σήμερα διαγωνισμός ψευτιάς, δημαγωγίας κι απατεωνιάς ποιοι θα ήταν οι καλύτεροι διεκδικητές;

«Οι τριακόσιοι της Βουλής πάνε απευθείας μονοκούκι για τον διαγωνισμό αυτό. Γνωρίζουν καλά από ψεύδη, συκοφαντίες, καταχρήσεις, σκάνδαλα. Δεν είναι τυχαίο ότι το 84% του κόσμου στα τελευταία γκάλοπ δείχνει μια απαξίωση. Λένε ότι είναι κακό να απαξιώνουμε τους πολιτικούς. Από μόνοι τους απαξιώνονται, θα ‘πρεπε να το καταλάβουν. Επειδή ασκούν εξουσία νομίζουν ότι ελέγχουν τις καταστάσεις. Ο λαός θα ‘πρεπε ν’αντιδράσει πιο δυναμικά, να τους χαλάσει σχέδια και προσχέδια».

  • Τη… σαλαμοποίηση που ζούμε σήμερα στη μηχανή του κιμά των Ευρωπαίων συμμάχων και του ΔΝΤ πώς τη βλέπετε;

«Ξεκίνησε από ανθρώπους που δεν αγαπάνε αυτόν τον τόπο. Αυτοί που ανέβηκαν στην εξουσία δεν έκαναν πράγματα για το κοινωνικό σύνολο. Ηταν δέσμιοι συμφερόντων, ξένων κι εσωτερικών. Με τέτοιες οικονομικές διαπραγματεύσεις δεν μπορείς να ‘χεις εθνική κυριαρχία, το παραδέχτηκε ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Το ΔΝΤ δεν κοιτάει πρόσωπα, κοιτάει νούμερα: κόψτε συντάξεις, κόψτε το ένα, κόψτε το άλλο. Δεν έχουμε την υποδομή ως λαός ν’ αντέξουμε τις εξωτερικές πιέσεις για υποβάθμιση της ζωής μας. Οι ξένοι έχουν μάθει σ’ έναν τρόπο σκέψης κι έναν τρόπο ζωής. Κάθε λαός έχει την ιδιοσυγκρασία του σύμφωνα με τον περιβάλλοντα χώρο όπου ζει. Αλλιώς αντιδρούν οι Νορβηγοί, οι Σουηδοί, αλλιώς οι Ελληνες, οι Ιταλοί που είναι Μεσόγειοι. Δεν μπορείς να βάλεις έναν Ελληνα να κοιμηθεί στις δέκα το βράδυ γιατί οι συνθήκες οι καιρικές τον επηρεάζουν. Θα κάτσει να δει τα αστέρια το βράδυ στη βεράντα του. Η ιδιοσυγκρασία παίζει καταλυτικό ρόλο. Επίσης δεν φταίμε εμείς αν κάποιοι διαχειρίστηκαν λάθος τα πράγματα. Οι Ελληνες δουλεύουν αρκετά, μην ακούτε τι λένε. Υπάρχει και μια μερίδα που δεν δουλεύει, ξεγελάει. Το κράτος οφείλει να δημιουργήσει μηχανισμούς για να προλαβαίνει τέτοιες καταστάσεις».

  • Παίζονται και ξαναπαίζονται τα κλασικά έργα και οι άνθρωποι αντί να φρονηματίζονται έλκονται από το κακό.

«Θα ‘πρεπε ο άνθρωπος ν’αναζητεί το υψηλό. Αυτό σημαίνει το όνομά του: άνω θρώσκω. Φαίνεται πως τον παρασέρνει ο κόσμος της ύλης και του συμφέροντος. Στην Ελλάδα το 10% είναι σκεπτόμενο. Αυτό ψάχνεται, προσπαθεί, παλεύει για ένα καλύτερο μέλλον. Το υπόλοιπο σέρνεται, είναι μια μάζα παρασυρόμενη χωρίς στόχο κι όραμα, που αναζητεί πελατειακές σχέσεις με κάθε κυβέρνηση για να βολευτεί κάπου. Κάτι που γίνεται μπούμερανγκ. Αυτή η αντίληψη δεν έχει μέλλον, είναι παλαιάς κοπής. Ο πολίτης πρέπει να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την εξουσία και να παρατηρεί, να ελέγχει τα πράγματα».

  • Πρώτη φορά στην Επίδαυρο ύστερα από τριάντα χρόνια θεατρικής παρουσίας. Αργήσατε. Γιατί;

«Καλύτερα να αργείς και να πηγαίνεις με κάτι ουσιαστικό. Δεν μου έγινε μια πρόταση παλαιότερα. Δεν είχα επιλογές, απ’ αυτή τη δουλειά ζω. Προσπαθώ να επιβιώνω κάνοντάς τη όσο το δυνατόν καλύτερα. Το θέατρο έχει χάσει την αίγλη και τη δυναμική που είχε παλιά. Εχουμε ισοπεδωθεί, έχουν γίνει όλοι πρωταγωνιστές, δεν υπάρχει αξιοκρατία, ισχύει: ο γνωστός του γνωστού. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στους παλιούς καιρούς, όπου το θέατρο ήταν η συνεύρεση των ικανών και ικανότερων. Να μην είναι δέσμιο τηλεοπτικών ονομάτων, αλλά να λειτουργεί με τη δύναμη του ηθοποιού, της καλής παράστασης».

  • Με τον Αρμένη πρώτη φορά συνεργάζεστε στο θέατρο. Τι εκτιμάτε σ’ αυτόν;

«Κουβαλάει μια ιστορία ολόκληρη από το Θέατρο Τέχνης. Εχει μια ξεχωριστή ποιότητα στο παίξιμό του. Είναι ένας λαϊκός άνθρωπος με ικανότητες και γνώση, που αγαπάει αυτό που κάνει. Στους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτή τη γνώση, την εμπειρία, το χιούμορ και τη δυναμική στέκεσαι με σεβασμό. Για μένα δεν είναι μόνο συνάδελφος στη σκηνή, είναι κι ένας δάσκαλος». *

info Σκηνικά-κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ, Μουσική: Αντιγόνη Τσολάκη. Χορογραφία: Χρήστος Παπαδόπουλος. Παίζουν επίσης οι Σαμψών Φύτρος (Α’ δούλος), Θύμιος Κούκιος (Β’ δούλος), Γιάννης Κοτσαρίνης (Δήμος). Τον Χορό αποτελούν οι Κωνσταντίνος Αρμένης, Θωμάς Γκαγκάς, Φοίβος Δουδωνής, Μανώλης Θεοδωράκης, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Καρνάκης, Ορέστης Καρύδας, Δημήτρης Μόσχος, Σάββας Μπαλτζής, Κωνσταντίνος Μυλώνης, Δημήτρης Παπαδάτος, Πρόδρομος Τοσουνίδης, Αλμπέρτο Φάις.

Τις πρώτες τους παραστάσεις στην Αθήνα θα κάνουν οι «Ιππείς» τον Ιούλιο: Χαλάνδρι-Ρεματιά (9 και 10), Ηλιούπολη (12), Πειραιάς (14), Παπάγου (15). Τα εισιτήρια της καλοκαιρινής περιοδείας τους είναι 20 ευρώ και 15 ευρώ τα φοιτητικά.

Γιώργος Αρμένης: ο λαοπλάνος στρατηγός

«Η καρέκλα της εξουσίας θα ‘πρεπε να ‘χει καρφιά

  • Εχετε ξαναπαίξει στους «Ιππείς» το ’79 και το ’84 στην Επίδαυρο με το Θέατρο Τέχνης ερμηνεύοντας τον αλλαντοπώλη. Τώρα ερμηνεύετε τον Παφλαγόνα. Πόσο διαφέρουν ως χαρακτήρες;

«Είναι η μέρα με τη νύχτα. Ο Παφλαγόνας είναι στρατηγός, έχει πάρει την εξουσία, είναι εξουσιαστής. Ο αλλαντοπώλης είναι άνθρωπος της αγοράς, καπάτσος, με αγοραίο λόγο. Αντιγράφει το λεκτικό ιδίωμα του Παφλαγόνα, τον πολεμάει με τα ίδια του τα όπλα και τον νικάει στο τέλος».

  • Πού εστιάζουν περισσότερο τα αριστοφανικά «βέλη»;

«Στην εξουσία, που είναι ό,τι πιο διεφθαρμένο μπορεί να υπάρξει πάνω στη Γη. Από τη στιγμή που γίνεσαι εξουσιαστής παύεις να είσαι άνθρωπος».

  • Το ότι το κακό διαδέχεται το χειρότερο, κρύβει μια απελπισία, μια ηττοπάθεια;

«Ο Αριστοφάνης είναι σαν να λέει «προσέξτε να μην ξαναφέρετε στην εξουσία έναν φαύλο και κυνικό σαν τον Παφλαγόνα, μην κάνετε το ίδιο λάθος»».

  • Ο αλλαντοπώλης, δηλαδή, τι είναι;

«Πιο τσαχπίνης, πιο πονηρός. Το πώς θα εξελιχθεί είναι μια άλλη ιστορία. Φαίνεται, η καρέκλα έχει την… αρρώστια. Θα ‘πρεπε να είναι με καρφιά. Αλλά και με καρφιά να ήταν, θα γίνονταν φακίρηδες και θα κάθονταν πάνω οι εξουσιαστές. Ολοι οι επαναστάτες έχουν γίνει οι χειρότεροι δικτατορίσκοι».

  • Σ’ αυτή την κωμωδία ο Αριστοφάνης φαίνεται να καταλογίζει ευθύνες και στον δήμο.

«Ναι. Τεράστιες ευθύνες έχει ο λαός και τότε και σήμερα. Διότι ο λαός καθορίζει ποιος θα καθίσει πάνω στην καρέκλα και θα γίνει εξουσιαστής του. Ανάλογα με τον εξουσιαστή που επιλέγεις, δέχεσαι και τα απόνερά του όλα».

  • Πώς βλέπετε την κατάσταση σήμερα; Εχουμε φτάσει στον πάτο ή υπάρχει ακόμη πιο κάτω;

«Πάντως είμαστε σ’ έναν καλό πάτο. Τώρα, αν σκάψουμε και βρούμε κι άλλον, αλί, αλί και τρισαλί που λέμε στο έργο».

  • Οι προβλέψεις σας για το εγγύς μέλλον;

«Ταλαντεύομαι αν πρέπει να συνταχθούμε πίσω απ’ ένα πρόσωπο που εμένα μου είναι συμπαθές. Ο Γιώργος Παπανδρέου μού βγάζει μια συμπάθεια. Μοιάζει με Δον Κιχώτη, που προσπαθεί με παλιούς και καινούργιους. Βλέπω μια παιδική χαρά περίεργη μέσα στην κυβέρνηση, βλέπω και παλαιοκομματικούς, αλλά εκείνος προσπαθεί και τρέχει συνέχεια. Ασπρισαν τα μαλλιά του σε πέντε μήνες. Ισως κάτι καταφέρουμε αν ταχθούμε πίσω απ’ αυτόν τον άνθρωπο, φτάνει να πιστέψουμε στις δυνάμεις μας. Βεβαίως η εξουσία πια είναι ελεγχόμενη. Πάντα ήταν, αλλά τώρα παραείναι γιατί υπάρχουν η τρόικα, το ΔΝΤ, η Ευρώπη, σκληρά καρύδια. Δεν το κάνουν επειδή μας αγαπάνε, το κάνουν για να πάρουν πίσω τα λεφτά τους, τα δανεικά τους. Εκτός κι αν έχει τα κότσια και πει: «Στοπ, κύριοι, δεν πληρώνουμε, χρεοκοπήσαμε, φύγετε. Ελάτε να κάνουμε έναν καινούργιο διακανονισμό». Να πάμε πιο κάτω από τον πάτο, δηλαδή. Είμαι λίγο ρομαντικός, έχω μια εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Γιώργου».

  • Με τον Χαϊκάλη συνεργάζεστε πρώτη φορά στο θέατρο.

«Είναι ένας ηθοποιός με πείρα, έχει παίξει τόσα πράγματα, έχει πάρει βραβεία, είναι ένας άξιος κωμικός. Στην Επίδαυρο πάει με το σπαθί του. Εδώ πάνε παιδάκια που χθες ήταν στην τηλεόραση και την άλλη μέρα σκάνε μύτη στην Επίδαυρο. Είναι ένας σπουδαίος κωμικός, που το χιούμορ το έχει μέσα του. Εχει το γκελ να φτάνει στο κοινό, κάτι που είναι σημαντικό για έναν κωμικό και αριστοφανικό ηθοποιό. Νομίζω πως από δω και μπρος αν ο ίδιος το θελήσει θα φτιάξει όλο το αριστοφανικό σετ των έντεκα κωμωδιών του. Είναι στο χέρι του».

  • Παίζει κι ο γιος σας ο Κωνσταντίνος, συμμετέχοντας στον Χορό.

«Δεν θέλω να μπερδεύομαι. Οσο πιο μακριά κάθεσαι σ’ αυτές τις περιπτώσεις από το παιδί τόσο καλύτερο τού κάνεις. Τον παρακολουθώ από μακριά, δεν του κάνω παρατηρήσεις, του λέω ελάχιστα. Εχει τον σκηνοθέτη του, τον χορογράφο του, να τα βγάλει πέρα μόνος του. Θέλει να γίνει ηθοποιός, τελειώνει το Πάντειο Πανεπιστήμιο τώρα. Ελπίζω να τα καταφέρει και να είναι ευτυχισμένος. Θέλω να τον αφήσω να κάνει αυτό που θέλει, να μη με βλαστημάει όταν θα λείπω». *