Αρχείο για 13 Ιουνίου, 2010

  • «Οχι μόνο ακουμπάνε στο σήμερα αλλά και… πονάνε οι Ιππής», λένε οι Γιώργος Αρμένης και Παύλος Χαϊκάλης και γι’ αυτό επέλεξαν την αριστοφανική κωμωδία για να ανοίξουν τα φετινά Επιδαύρια

Ο ένας έχει οργώσει το αργολικό θέατρο σχεδόν επί τέσσερις δεκαετίες και έχει πετύχει σημαντικές ερμηνείες σε μια σειρά παραστάσεων έργων του που άφησαν εποχή. Ο άλλος ετοιμάζεται να κάνει το ντεμπούτο του στον χώρο και νιώθει δέος αλλά και ασφάλεια που έχει στο πλάι του τον εμπειρότερο αριστοφανικό ερμηνευτή. Για τους Γιώργο Αρμένη και Παύλο Χαϊκάλη ο λόγος, που φέτος το καλοκαίρι συνενώνουν τις δυνάμεις τους στους «Ιππής», που θα ανοίξουν το φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου στις 2 και 3 Ιουλίου. Οι δύο τους μιλούν για τη διαχρονικότητα του πολιτικότατου αυτού έργου του Αριστοφάνη, κάνουν τις αναγωγές στο σήμερα και δηλώνουν πως η παράστασή τους είναι μια έντονη κραυγή για όσα βιώνουμε γύρω μας, έχοντας φτάσει στον απόλυτο πάτο!

«Καιγόμασταν από τα δεινά και τρέχαμε στις τσόντες!»
  • Υπάρχει μια πρωτιά και για τους δύο σε αυτή την παράσταση. Εσύ, Γιώργο, παίζεις για πρώτη φορά τον ρόλο του Παφλαγόνα στους «Ιππής», ενώ έχεις αναμετρηθεί μαζί τους, υπογράφοντας τη σκηνοθεσία τους και παίζοντας τον Αλλαντοπώλη, και εσύ, Παύλο, πηγαίνεις για πρώτη φορά στο αργολικό θέατρο. Ποια είναι τα συναισθήματά σας;
«Καιγόμασταν από τα δεινά και τρέχαμε στις τσόντες!»

Γ. ΑΡΜΕΝΗΣ: Ηρθε η ώρα να πάω και από την πλευρά του εξουσιαστή, αφού υπήρξα έως τώρα… απέναντι, απ’ την πλευρά του Αλλαντοπώλη, και αυτό με γοητεύει ιδιαίτερα, αφού παίζω τον ακριβώς αντίθετο ρόλο από αυτόν που είχα παίξει. Πάντα με συναρπάζει να υπάρχω σε έργα του Αριστοφάνη. Σαράντα τρία χρόνια πέρασαν από την πρώτη φορά που έπαιξα σε χορό στη «Λυσιστράτη», που είχε ανεβάσει ο Κάρολος Κουν και ναι, σαράντα τρία χρόνια μετά, ακόμα γοητεύομαι να βουτώ στα έργα του ξανά – πόσο, δε, που το κάνω με σκηνοθέτη τον Βασίλη Νικολαΐδη και με τον υπέροχο Παύλο Χαϊκάλη στο πλάι μου!

Π. ΧΑΪΚΑΛΗΣ: Είναι τιμή μου και χαρά μεγάλη να κατεβαίνω πρώτη φορά στην Επίδαυρο παρέα με τον Γιώργο που έχει οργώσει την ορχήστρα, πετυχαίνοντας σπουδαίες ερμηνείες σε αριστοφανικά έργα. Πάντα πίστευα ότι σημασία δεν έχει να κάνεις κάτι για να το κάνεις, όπως ας πούμε να παίξεις στην Επίδαυρο. Σημασία έχει το πώς και με ποιον το κάνεις. Το πώς και με ποιον θα… ταξιδέψεις. Και το να βρίσκομαι πλάι στον πλέον αριστοφανικό ηθοποιό που ‘χει φάει την Επίδαυρο με το… κουτάλι, με μαθαίνει πράγματα, με πλουτίζει, με δυναμώνει! Μου προκαλεί δέος ότι πηγαίνω στο αργολικό θέατρο, αλλά με τον Γιώργο στο πλευρό μου νιώθω σιγουριά και ασφάλεια…

  • Νομίζω ότι η επιλογή να ανεβάσετε τους «Ιππής» σήμερα είναι η ιδεωδέστερη, μια και πρόκειται για το πιο πολιτικό του έργο και διακωμωδεί με ωμό τρόπο τους κακούς πολιτικούς…

Γ.Α.: Διακωμωδεί και καυτηριάζει! Και ναι, σ’ αυτή την τόσο δύσκολη εποχή, που ο κόσμος είναι και οργισμένος και απογοητευμένος, ερχόμαστε μέσα απ’ την παράστασή μας να τονίσουμε και τη δική μας οργή για όλους αυτούς τους φαύλους που μας οδήγησαν στον γκρεμό. Μέσα από την παράστασή μας θέλουμε να ακουστεί ένα τεράστιο «Γιατί φτάσαμε ως εδώ;». Ο οργισμένος Γιώργος είναι και ο οργισμένος καλλιτέχνης που ανεβαίνει στη σκηνή και υψώνει τη φωνή του ενάντια σε όσες «κουφάλες» έκαναν «λαμογιές» τότε και σε όσες «κουφάλες» κάνουν «λαμογιές» τώρα! Πρέπει να αντισταθεί ο καθένας με τον τρόπο του και εμείς το κάνουμε μέσα από την τέχνη μας, γιατί αρκετά πια καθόμαστε να μας «γ?..ε» – αυτό θα το κόψετε, το ξέρω, αλλά μόνο η έκφραση αυτή περιγράφει αυτό που βιώνουμε όλοι μας! Οφείλουμε να αντισταθούμε και να τους τα χώσουμε!

  • Η ιστορία των «Ιππέων» ακουμπάει και στο σήμερα δηλαδή;

Γ.Α.: Οχι μόνο ακουμπάει! Ακουμπάει και… πονάει!

Π.Χ.: Πονάει μόνο; Και… τσούζει – θα τη βγάλουν… ακατάλληλη τη συνέντευξη [γέλια]. Για να σοβαρευτούμε όμως, όταν βιώνεις μια τόσο σκληρή πραγματικότητα κι έχεις τόση οργή γι’ αυτούς που οδήγησαν έναν ολόκληρο λαό στην επαιτεία, στον διεθνή εξευτελισμό αλλά και στην απόγνωση, δεν μπορείς παρά να υψώνεις το δικό σου ανάστημα, τη δική σου κραυγή μέσα από τη σκηνή… Ανεβάζουμε, λοιπόν, τους «Ιππής» που ‘ναι λες και γράφτηκαν σήμερα, μια και σ’ αυτούς «πρωταγωνιστούν» η απάτη, η εξαγορά αλλά και η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, το ψέμα, η παραπλάνηση, που δυστυχώς πρωταγωνιστούν και στη σημερινή πραγματικότητα.

Ως καλλιτέχνες οφείλουμε να δίνουμε λόγο στον θεατή και ο λόγος αυτός είναι πια οργή – είναι αυτό το τεράστιο «γιατί» που έλεγε πριν ο Γιώργος. «Γιατί φτάσαμε έως εδώ!». Ενα γιγάντιο «Γιατί».

Γ.Α.: Ενα γιγάντιο «Γιατί»! Γιατί φτάσανε γέροι άνθρωποι που πλήρωναν μια ζωή να βλέπουν να κόβονται οι συντάξεις τους και να ψάχνουν στα σκουπίδια; Είναι ένα «Γιατί» που σε πνίγει, το βλέπεις παντού.

  • Η παράστασή σας, λοιπόν, είναι ένα «Κατηγορώ»;

Π.Χ.: Ενα «Κατηγορώ» δριμύτατο και ένας τρόπος να αφυπνίσουμε το κοινό και να του προτείνουμε να μη μένει απαθές, αλλά να βγάλει κι αυτό τη δική του έντονη κραυγή. «Αν θες να διώξεις τον κοπρίτη, πάρε ματσούκι, βγες από το λούκι και έχε τα μάτια σου ανοιχτά», λέει ένα χορικό της παράστασής μας! «Βγες από το λούκι και έχε τα μάτια σου ανοιχτά». Γιατί τόσο καιρό κοιμόμασταν όλοι ή τέλος πάντως αφηνόμαστε να μας παραμυθιάζουν. Και τώρα που ξυπνήσαμε, η πραγματικότητα είναι πολύ άγρια!

Γ.Α.: Για να γυρίσουμε όμως στους «Ιππής» και στον Αριστοφάνη, κοίτα πόσο διαχρονικοί είναι και πόσο καίριος και «σημερινός» είναι ο μεγάλος ποιητής! Στο καθαρά πολιτικό έργο του καυτηριάζει με μοναδική δεινότητα την κακοδιαχείριση και τις ατασθαλίες της εξουσίας, που οδηγούν τη χώρα στην παρακμή, την εξαθλίωση και τον μαρασμό και προειδοποιεί τους πολίτες κάθε εποχής για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα θεμέλια της Δημοκρατίας. Πώς να μη διαλέξεις ένα τέτοιο έργο και έναν τέτοιο συγγραφέα που τα λέει όλα για το τότε αλλά και για το τώρα που είναι εφιαλτικό; Ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει την κραυγή από τη σκηνή, όπως έχει ανάγκη και να γελάσει. Και ο Αριστοφάνης πέρα από την κριτική που κάνει έχει σπαρταριστές καταστάσεις! Θέλει να ξεσκάσει, να γελάσει μέχρι δακρίων ο κόσμος και η παράστασή μας θα του προσφέρει απλόχερα το γέλιο. Αυτός είναι ο ρόλος της Επιδαύρου. Ενα αγροτολαϊκό φεστιβάλ ήταν και αυτό πρέπει να μείνει! Δεν είναι φεστιβάλ… κουλτούρας, βαριάς κουλτούρας και δηθενισμού, αποδόμησης και… βλακείας! Οι παραστάσεις πρέπει να είναι ευανάγνωστες, ένα καθαρό ποταμάκι που να χαίρεται ο κόσμος και να γελάει!

  • Πες μου μια ατάκα του Παφλαγόνα που παίζεις και ξεχωρίζεις;

Γ.Α.: Εχει πολλές ξεχωριστές ατάκες, αλλά αυτή που αντιπροσωπεύει απόλυτα αυτούς που μας οδήγησαν εδώ που φτάσαμε είναι η εξής: «Δεν σας φοβάμαι ρε! Δεν σας φοβάμαι! Οσο υπάρχει Βουλή και όσο οι μάζες κοιμούνται, δεν σας φοβάμαι ρε!». Ας καταλάβουν τα «λαμόγια» που δεν μας φοβούνται ότι οι μάζες ξύπνησαν και πρέπει να αρχίσουν να τρέμουν, όχι απλά να φοβούνται! Αρκετά έπαιξαν μαζί μας πια!

Π.Χ.: Ας πάρουμε εμείς το «Δεν σας φοβόμαστε ρε» κι ας τους την απευθύνουμε και όταν τους βρούμε στον δρόμο να τους φτύσουμε για το κακό που μας έκαναν. Κανείς δεν είχε τα κότσια να βγει να πει «η κατάσταση βρωμάει και φεύγω από τη Βουλή για να δείξω την αντίθεσή μου με όλα όσα γίνονται»! Είδες κανέναν να κουνηθεί; «Κότες», παιδί μου!

Γ.Α.: Πώς να μη θυμώσει, λοιπόν, ο λαός; Το παιχνίδι ήταν στημένο. Δεν μπορεί να μην ήξεραν τι συμβαίνει και πού οδηγούμασταν! Γιατί δεν βγήκε κάποιος να πει ότι φτάνουμε από στιγμή στιγμή να πέσουμε ως άλλος Τιτανικός στο παγόβουνο και να βυθιστούμε; Κανείς δεν τόλμησε να το πει! Εγώ, πες με ρομαντικέ, πες με ό,τι θες, αρκεί να μη μας… λογοκρίνουν [γέλια], ψήφισα Γιώργο, ελπίζοντας ότι θα φέρει κάτι καινούργιο, ότι κάτι θα κάνει…Τον βλέπω τώρα να ‘χει ασπρίσει εντελώς από τον Οκτώβριο που βγήκε, τον βλέπω να βγάζει τον έναν επιχείλιο έρπητα μετά τον άλλον και ναι, καταλαβαίνω ότι στεναχωριέται, αλλά αυτό από μόνο του δεν μου λέει κάτι. Ούτε εκείνος γνώριζε, ούτε αυτός ήξερε;

Η ΚΡΙΣΗ
Πιο προσιτό το εισιτήριο

  • Η κατάσταση είναι δύσκολη λόγω της οικονομικής κρίσης και δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν πια φτηνότερο εισιτήριο. Εσείς;

Π. ΧΑΪΚΑΛΗΣ: Και εμείς, βλέποντας την οικονομική κρίση και την ανέχεια που υπάρχει, αποφασίσαμε με την παραγωγή -Θεατρική Διαδρομή και ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου- να βάλουμε ένα χαμηλότερο εισιτήριο από αυτά που υπήρχαν και έτσι βγαίνουμε στην περιοδεία με 20 ευρώ το κανονικό και 15 ευρώ το φοιτητικό. Δεν μπορείς να γυρνάς την πλάτη στην κρίση, για αυτό και οδηγηθήκαμε σε αυτή την απόφαση. Ο κόσμος έχει ανάγκη να γελάσει και άμα του βάλεις ένα πιο προσιτό εισιτήριο θα έρθει πιο άνετα και χαλαρά να μας δει.

Γ.Α.: Πρέπει να προσαρμοζόμαστε στις επιταγές των καιρών και μια τέτοια κίνηση νομίζω ότι θα εκτιμηθεί δεόντως.

«ΠΟΙΑ ΤΖΟΥΛΙΑ, ΜΩΡΕ;»

  • ΔΝΤ, Μέρκελ, σφίξιμο λουριών από την Ευρωπαϊκή Ενωση, τηλεόραση… ώρα μηδέν, Τζούλια-σαμπάνια. Θα είχε πολύ ψωμί να ασχοληθεί σήμερα ο Αριστοφάνης;

Γ.Α.: Ειδικά την Αλεξανδράτου ούτε να την «κλ…ι» δεν θα ήθελε ο Αριστοφάνης, μια και τις πορδές τις είχε… περί πολλού και τις έδινε και… πρωταγωνιστικό ρόλο στις κωμωδίες του! Ποια Τζούλια, μωρέ; Με το «νούμερο» αυτό ασχολούνται μόνο όσοι θέλουν να κάνουνε «νούμερα». Μόνο!

Π.Χ.: Οπως είπε όμως και ο Καρατζαφέρης, 30. 000 άτομα κατέβηκαν στην πορεία και 150.000 πήραν το DVD της. Δεν είναι άμοιρος ευθυνών και ο ίδιος ο λαός. Αμα είσαι λαός της… πλάκας και της τσόντας, πώς να σε δούνε σοβαρά οι απέξω; Καιγόμασταν από τα δεινά και τρέχαμε στις… τσόντες!

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Το έργο διδάχτηκε το 424 π.Χ. και, εκτός από το πρώτο βραβείο που κέρδισε, ήταν και το πρώτο έργο που έφερε την υπογραφή του Αριστοφάνη. Στόχος του ήταν η διακωμώδηση των «κακών» πολιτικών και αποτελεί την πιο ωμή πολιτική κωμωδία του. Εργο αλληγορικό με συμβολισμούς, σύγχρονο όσο ποτέ, θεμελιώνει την άποψη πως, όταν σε μια πολιτεία κυριαρχήσει η απάτη, η εξαγορά, η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, το ψέμα, η παραπλάνηση, μόνο με τα ίδια μέσα μπορεί να πολεμηθεί.

Ο Αριστοφάνης δηλώνει το μίσος του για τον δημαγωγό Κλέωνα, Παφλαγόνα στο έργο, που μετά τον Περικλή κατείχε την εξουσία στην πόλη της Αθήνας τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Για να χτυπήσει τον φαύλο Κλέωνα, ο ποιητής εφευρίσκει έναν φαυλότερο, ο οποίος και κατατροπώνει τον δημαγωγό.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Οι «Ιππής» του Αριστοφάνη, που θα «ανοίξουν» το Φεστιβάλ της Επιδαύρου στις 2, 3 Ιουλίου, ανεβαίνουν σε μετάφραση Κ.Χ. Μύρη, σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη, σκηνικά και κοστούμια Γιάννη Μετζικώφ, μουσική Αντιγόνης Τσολάκη, χορογραφία Χρήστου Παπαδόπουλου και είναι συμπαραγωγή της Θεατρικής Διαδρομής και του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου – την καλλιτεχνική διεύθυνσή της έχει ο Κώστας Μπάλλας.

Παίζουν οι ηθοποιοί Γιώργος Αρμένης, Παύλος Χαϊκάλης, Θύμιος Κούκιος, Γιάννης Κοτσαρίνης και Σαμψών Φύτρος. Στο πλάι τους και στον Χορό θα δούμε τους Κ. Αρμένη, Θ. Γκαγκά, Φ. Δουδούνη, Μ. Θεοδωράκη, Ι. Ιωσηφίδη, Χ. Καρνάκη, Ο. Καρύδα, Θ. Κούκιο, Δ. Μόσχο, Β. Μπαλτζή, Κ. Μυλώνης, Δ. Παπαδάτο, Πρ. Τοσουνίδη και Αλ. Φάις. Μετά την Επίδαυρο οι «Ιππής» θα παρουσιαστούν σε περιοδεία ανά την Ελλάδα.

  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 13/06/2010
  • Η Ξένια Καλογεροπούλου πρωταγωνιστεί σε μια παράσταση σαράντα λεπτών για θεατές από δύο μέχρι έξι χρονών

Στη σκηνή θα βρίσκεται ένα φεγγάρι, μία ηθοποιός κι ένα μαξιλάρι. Στη θέση του κοινού θα κάθονται μικροί θεατές, από 1,5-2 ετών μέχρι 5-6. Η Ξένια Καλογεροπούλου θα παρουσιάσει στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών μια παράσταση θεάτρου για προνήπια και νήπια, από τις ελάχιστες που έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα. Και η γυναίκα που συνέδεσε το όνομά της με την ανάπτυξη του παιδικού θεάτρου στη χώρα μας, που έχει ανεβάσει δεκάδες παραστάσεις παιδικού θεάτρου κι έχει υπογράψει πολλά έργα που γνώρισαν σε μικρούς θεατές την τέχνη του θεάτρου θα παίξει για πρώτη φορά μπροστά σε παιδιά, στο έργο που η ίδια εμπνεύστηκε και έγραψε με τίτλο «Ελα, έλα».

Μια παράσταση μόλις 40 λεπτών, ένα έργο χωρίς λόγια. Τι αφηγείται ένα έργο χωρίς λόγια;

«Η βασική του ιδέα είναι ότι όλοι διαρκώς κάτι θέλουμε, κάτι ψάχνουμε. Αυτό το άπιαστο, το άγνωστο, που δεν ξέρουμε τι είναι συχνά το ταυτίζουμε με το φεγγάρι. «Τι θέλεις να σου χαρίσω, το φεγγάρι;» Για τα παιδιά πάλι το φεγγάρι είναι πάντα κάτι γοητευτικό, που πολύ θα ήθελαν να αγγίξουν. Αυτό είναι το βασικό ερέθισμα. Από ’κει και πέρα, η ιστορία μας είναι η ιστορία μιας σχέσης. Είναι σχεδόν μια ερωτική ιστορία. Υποδύομαι τη Μία, που μπορεί να είναι παιδί, αλλά μπορεί να είναι και γιαγιά. Δεν ξέρω ποια είναι, είναι Μία και είμαι εγώ. Αυτή η Μία δεν ξέρει τι θέλει και δεν μπορεί να κοιμηθεί και ξαφνικά βλέπει στο παράθυρο ένα φεγγάρι που δεν συμπεριφέρεται απολύτως φυσιολογικά. Φεύγει, ξανάρχεται, υπακούει σε διαταγές της, κρύβεται, μέχρι που μπαίνει μέσα στο δωμάτιό της. Κι από αυτό το σημείο αρχίζει αυτή η περίεργη σχέση της Μίας με το φεγγάρι…».

Και σ’ αυτό το σημείο η Ξένια Καλογεροπούλου αρχίζει να αφηγείται με πάθος τον ρόλο που θα παίξει στη σκηνή του θεάτρου «Πόρτα» και περιγράφει ακριβώς ό, τι ζούμε όλοι, από τα πολύ μικρά παιδιά μέχρι τους υπερήλικες, με τις σχέσεις μας: διεκδικούμε, θυμώνουμε, αγαπιόμαστε, θέλουμε να κυριαρχήσουμε, ζηλεύουμε, επιβαλλόμαστε… Γιατί ακριβώς αυτό είναι το έργο, μια αφήγηση χωρίς λόγια για όσα αισθανόμαστε γι’ αυτό που πάρα πολύ επιθυμούμε.

Η Ξένια Καλογεροπούλου παρακολούθησε το προηγούμενο διάστημα, σ’ ένα Φεστιβάλ Βρεφικού Θεάτρου στην Μπολόνια, τριάντα περίπου παραστάσεις για μωρά. Μόλις γύρισε από εκεί, «πετάχτηκε η ιδέα και ήταν έτοιμη. Αυτό που δεν είχα προβλέψει είναι ότι ήταν πάρα πολύ δύσκολο τεχνικά. Γιατί το φεγγάρι είναι βίντεο, δεν είναι ένα φωτάκι. Ετσι υπάρχει ένας δημιουργός βίντεο από πίσω, η Νάνσυ Μηνιαδάκη, που ζει και δουλεύει στο Βερολίνο. Αν σκεφτεί κανείς ότι τη μουσική της παράστασης υπογράφει ο Κορνήλιος Σελαμσής που ζει και δουλεύει στο Αμστερνταμ, είναι μια παράσταση… ευρωπαϊκή!». Παραδέχεται ότι η μεγάλη δυσκολία της παράστασης –και το στοίχημά της– είναι να ξεχάσει ότι το φεγγάρι είναι ένα βίντεο και ότι πρέπει να το αντιμετωπίζει ως έναν ακόμη ηθοποιό πάνω στη σκηνή. «Πρέπει να του θυμώνω, να το αγαπάω, να φτιάχνουμε αυτή τη σχέση διαρκώς. Οσο το πετυχαίνουμε, τόσο καλύτερο γίνεται».

Ομολογεί επίσης ότι έχει γράψει πάρα πολλά για τους άλλους και δυσκολευόταν μέχρι τώρα να γράψει για τον εαυτό της. Ομως, στην προκειμένη περίπτωση, αισθάνεται αυτήν την παράσταση κι αυτήν την ιδέα σαν κάτι πολύ δικό της και θέλει να το παίξει η ίδια. «Ηταν πολύ μέσα μου όλο αυτό, χωρίς να ξέρω γιατί».

Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι οι μικροί θεατές μπορούν να διαπαιδαγωγηθούν από τόσο μικρή ηλικία στη θεατρική τέχνη, όταν αυτό είναι συμβατό με την ηλικία τους. Μας εξηγεί ότι βρεφικό θέατρο κάνει τα τελευταία χρόνια η πολιτιστική εταιρεία Artika. «Είδα δουλειά τους και ήταν πολύ συμπαθητική. Βέβαια δεν είναι κάτι που επιχειρηματικά συμφέρει, γιατί το βρεφικό θέατρο δεν μπορεί να παιχτεί σε πολύ μεγάλες σκηνές. Δεν μπορείς να έχεις μια τεράστια πλατεία γεμάτη μωρά! Απευθύνεσαι εκ των πραγμάτων σ’ ένα πολύ μικρό αριθμό θεατών».

Αυθόρμητη, ειλικρινής, ανεπιτήδευτη, η Ξένια Καλογεροπούλου δεν έχει κανένα πρόβλημα να ομολογήσει ότι εδώ και αρκετά χρόνια δεν παρακολουθεί παραστάσεις παιδικού θεάτρου! «Εχω μεγαλώσει, έχω πολλά πράγματα να κάνω και βλέπω λιγότερες παραστάσεις γενικά (σ. σ. εκτός από τις παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, όπου είναι από τους συνεπέστερες θεατές). Παλιότερα πήγαινα ακόμα και στις εξετάσεις των Δραματικών Σχολών. Τώρα θέλω να συγκεντρώνομαι σε ό, τι κάνω. Θα κάνω μια παρένθεση για να το εξηγήσω αυτό: με πήραν πρόσφατα από ένα δήμο για να με τιμήσουν, κάτι που γίνεται πολύ συχνά. Ε, δεν το αντέχω με τίποτα! Να πάω κάπου και να βγάζουν λόγους και να με παινεύουν, μου φαίνεται τερατώδες και πάρα πολύ ψυχοφθόρο. Τους λέω να τα κάνετε αυτά όταν πεθάνω, δεν χρειάζεται τώρα… Είμαι σε μια ηλικία που θέλω να κάνω αυτά που μου αρέσουν. Και, να χτυπήσω ξύλο, φέτος έχω ιδιαίτερη έμπνευση… Εκανα το “Ελα, έλα”, κάνω το χειμωνιάτικο, ετοιμάζω κι αυτό που θα κάνω του χρόνου. Θέλω να πω, μου χρειάζεται ο χρόνος και θέλω και να χαζεύω. Με τον άντρα μου, με τη γάτα μου… Δεν θέλω να ζορίζομαι. Παρ’ ότι όμως δεν παρακολουθώ συστηματικά παιδικό θέατρο, η αίσθησή μου είναι ότι έχουν γίνει περισσότεροι θίασοι απ’ ό, τι πρέπει. Αν σκεφτείτε ότι στο Λονδίνο υπάρχουν μόνο τέσσερις θίασοι για παιδιά… Μα ούτε οι ιδέες δεν μπορούν να βρεθούν σε τέτοια υπερπροσφορά ούτε οι άνθρωποι που θα επανδρώσουν ικανοποιητικά όλους αυτούς τους θιάσους, παρ’ ότι τώρα γίνεται πολύ πιο επαγγελματικά η όλη προσπάθεια. Ομως αυτό δεν φτάνει, πρέπει να βάλεις κάτι από την ψυχή σου… Σίγουρα είναι μια διέξοδος επαγγελματική, είτε για καλλιτέχνες είτε για επιχειρηματίες, που δεν βολεύονται στο θέατρο για μεγάλους και λένε ας κάνουμε για μικρούς… Δεν μπορείς να ξεκινάς όμως μόνο μ’ αυτό το σκεπτικό. Πρέπει να ξεκινάς από μία ανάγκη. Η δική μου περίπτωση δεν ήταν τέτοια, γιατί είχα θίασο για μεγάλους, μπορούσα να παίζω ό, τι θέλω και τελικά έχω εστιάσει στο παιδικό θέατρο γιατί το βρίσκω πιο σημαντικό».

Και δεν κρύβει πως ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα έπαιρνε τέτοια ανταπόδοση και ικανοποίηση από αυτήν την ενασχόλησή της. «Εζησα στιγμές μεγάλης ευτυχίας στο παιδικό θέατρο».

Το «Ελα, έλα» παρουσιάζεται στο θέατρο «Πόρτα» από τις 19 ώς τις 27 Ιουνίου στις 6 μ. μ. Μόνο τις δύο Κυριακές (20 και 27/6) θα υπάρχει και δεύτερη παράσταση στις 12 το μεσημέρι. Σκηνοθεσία: Ξένια Καλογεροπούλου, Μάρθα Κλουκίνα. Βίντεο: Νάνσυ Μηνιαδάκη, Κώστας Χαϊδαλής. Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής.

Εξασκώντας τη φαντασία των παιδιών

Εκατόν ενενήντα παιδιά από 2 ώς 19 ετών εξοικειώνονται με το θεατρικό παιχνίδι και τρεις τάξεις ενηλίκων μαθαίνουν πώς να παίζουν με τα παιδιά παίζοντας θέατρο. Αυτό είναι το Εργαστήρι που ίδρυσε η Ξένια Καλογεροπούλου πριν από έξι χρόνια και είναι πολύ περήφανη γι’ αυτό. Ηταν μια ιδέα της Πέγκυς Στεφανίδου και ο βασικός στόχος είναι μέσω του θεατρικού παιχνιδιού να γνωρίσει το παιδί και τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, να αναπτύξει την κρίση και τη φαντασία του και την επικοινωνία με τους άλλους.

«Κι αυτό γίνεται καταπληκτικά. Εχουμε παιδιά που είναι πέντε χρόνια και σε καμία περίπτωση δεν είναι ένα ακόμα εργαστήρι που βγάζει νέους ηθοποιούς».

Είναι μια εξάσκηση της φαντασίας, που γίνεται μιας μεγάλης ποικιλίας δουλειά. «Εχω διδάξει κι εγώ, αλλά πολύ λίγο, γιατί κυρίως μαθαίνω πώς να διδάξω. Κι αυτό μ’ αρέσει», λέει βάζοντας στη διατύπωσή της μεγάλη δόση χιούμορ, αλλά και το πάθος του ανθρώπου που πράγματι δεν έχει σταματήσει να εμπνέεται, να διδάσκεται, να παθιάζεται με οτιδήποτε καινούργιο ανοίγεται μπροστά του.

Εύχεται να φοιτούσαν περισσότεροι εκπαιδευτικοί στα τμήματα των ενηλίκων, ώστε να βοηθηθεί και η δική τους δουλειά. «Η βασική εκπαίδευση θα έπρεπε να περιέχει αυτό που κάνουμε στο Εργαστήρι. Και το βασικό είναι να μάθουν οι δάσκαλοι για να το διδάξουν. Οτιδήποτε θα κάνει τα παιδιά πιο έξυπνα, πιο ευφάνταστα, πιο φρέσκα, είναι ζητούμενο», συμπληρώνει.

Ο χειμώνας της κρίσης

Τον χειμώνα του 2010, που πιστεύει ότι θα είναι δύσκολος και για το θέατρο, θα παρουσιάσει το έργο «Ο τυχερός στρατιώτης», βασισμένο σ’ ένα ρωσικό παραμύθι, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου και σκηνικά Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, που επιστρέφει στο θέατρο «Πόρτα» έπειτα από μια μικρή απουσία και μ’ ένα θίασο ηθοποιών που μάλλον δεν τους έχουμε ξαναδεί σε παιδικό θέατρο και πρότειναν μόνοι τους τον εαυτό τους: Αργύρη Ξάφη, Αννα Μάσχα, Αννα Καλαϊτζίδου, Κώστα Μπερικόπουλο, Βαγγέλη Χατζηνικολάου και Σωκράτη Κατσίκα. «Πολύ πιθανόν ο αριθμός των θεατών να είναι μικρότερος, γιατί ο κόσμος κόβει απ’ όπου μπορεί να κόψει. Δεν ξέρω καθόλου πώς θα αντιδράσουν και το κοινό και οι καλλιτέχνες. Εμείς θα κάνουμε αυτό που θεωρούμε καλύτερο για την παράσταση κι εκείνη την ώρα θα ξεχνάμε την κατάσταση γύρω μας. Νομίζω ότι δεν έχουμε καταλάβει ακριβώς τι ακριβώς συμβαίνει. Βέβαια, εκεί που θα αγοράζαμε δύο φουστάνια, συγκρατιόμαστε. Εχουμε μια επιφυλακτικότητα και προσπαθούμε να ζούμε μαζεμένα, αλλά φυσιολογικά και δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα μας τύχει». Οσο για το αν η τέχνη λειτουργεί ως διέξοδος και διαφυγή σε στιγμές κρίσης ούτε και σ’ αυτό απαντά με σιγουριά: «Δεν ξέρω γιατί υπάρχει τέχνη και τέχνη. Αν πάρουμε το θέατρο, μπορεί ο κόσμος να τρέχει σε κωμωδίες χαζές για μη σκέφτεται τίποτα».

  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 13 Iουνίου 2010
  • Ο διευθυντής της διάσημης Σαουμπύνε του Βερολίνου έρχεται στην Επίδαυρο για να παρουσιάσει σε παγκόσμια πρεμιέρα τον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ.
  • Δηλώνει αριστερός, πιστεύει ότι η Μέρκελ έχει κάνει λάθος με τη στάση της απέναντι στη χώρα μας και θεωρεί ότι η πρόκληση για την πρόκληση στο θέατρο είναι μπανάλ

Συνεπής στην ώρα του τηλεφωνικού μας ραντεβού, νωρίς ένα πρωινό, ο Τόμας Οστερμάιερ , με καλή διάθεση και με όρεξη για κουβέντα, δεν έκρυψε τη χαρά του για την παρθενική του εμφάνιση στην Επίδαυρο ούτε και την οργή του για τη στάση της χώρας του απέναντι στην Ελλάδα και στους Ελληνες. Το 42χρονο παιδί του γερμανικού θεάτρου που σε ηλικία 29 ετών ανέλαβε τη βερολινέζικη Σαουμπύνε, συνεχίζει να ανεβάζει έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου με μια ανανεωτική ή και ριζοσπαστική ματιά…

Ο Τόμας Οστερμάιερ επιστρέφει στην Αθήνα σε δύο δόσεις και με δύο έργα, όπως το συνηθίζει: Προς το τέλος Ιουνίου θα δούμε τον «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν, που ανήκει στο ρεπερτόριο της Σαουμπύνε από το 2008, και τον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ, σε παγκόσμια πρώτη, στις αρχές Αυγούστου στην Επίδαυρο. Το 2006 είχε έλθει στο Φεστιβάλ Αθηνών με τη «Νόρα» και το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» (σε παγκόσμια πρεμιέρα) ενώ το 2008 σειρά είχαν ο «Αμλετ» και η «Λυσσασμένη γάτα».

– Κύριε Οστερμάιερ,έφθασε η ώρα να σκηνοθετήσετε και στην Επίδαυρο…

«Πολύ συχνά με ρωτούσαν γιατί δεν σκηνοθετώ στην Επίδαυρο. Ομολογώ ότι το φοβόμουν. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια που πηγαίνω για διακοπές ή ως θεατής, άρχισα να αλλάζω γνώμη. Το ζήτημα στην Επίδαυρο είναι ο χώρος, ο μεγάλος χώρος. Είναι πολύ δύσκολο να τοποθετήσεις κάτι μέσα σε αυτόν τον χώρο που να είναι εξίσου σημαντικό και δυνατό με τον ίδιο τον περιβάλλοντα χώρο. Χρόνια το σκεφτόμουν αλλά δεν το αποφάσιζα. Πέρυσι που ήλθα και είδα μια παράσταση- δεν θα σας πω ποιασκέφθηκα ότι θα μπορούσα πια να κατέβω κι εγώ εκεί… Ισως γιατί δεν πείστηκα με ό,τι είδα. Ισως να μην πεισθώ και με ό,τι κάνω εγώ».

– Τι άλλαξε;

«Νιώθω πιο έτοιμος, για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή έχω ένα πολύ δυνατό έργο, κάτι που θεωρώ απαραίτητο. Χρειάζεσαι ένα μεγάλο θέμα, ένα βαθύ έργο, που να κουβαλά σημαντικά πράγματα. Και, δεύτερον, ύστερα από δύο παραστάσεις στην Αβινιόν, στο Ρalais des Ρapes, η Επίδαυρος είναι ένας από τους λίγους χώρους όπου δεν έχω δουλέψει και σίγουρα ο ωραιότερος που, εγώ τουλάχιστον, γνωρίζω. Νιώθω λοιπόν τυχερός που μου δίνεται αυτή η ευκαιρία, αυτή η δυνατότητα. Είναι από τις εμπειρίες που ήθελα να ζήσω».

– Θα δώσετε πρεμιέρα στο αρχαίο θέατρο με τον «Οθέλλο»,ενώ νωρίτερα θα έχετε παρουσιάσει Ιψεν…

«Είναι δύο συγγραφείς που δεν συγκρίνονται. Ο Σαίξπηρ είναι μεγαλοφυΐα. Εχω ανεβάσει στο παρελθόν “Αμλετ”. Δουλεύοντας τα έργα του, σου προκαλούν τόσο μεγάλη ικανοποίηση, τόση χαρά. Εί ναι δώρο για τον καθένα μας, για όλους. Σαν ένα όνειρο».

– Γιατί επιλέξατε τον «Οθέλλο»;

«Συνήθως όλοι λένε ότι πρόκειται για ένα έργο με θέμα τη ζήλια. Και έτσι είναι. Μόνο που, πάνω απ΄ όλα, ο “Οθέλλος” αφορά δύο χαρακτήρες που ξεκινούν από πολύ χαμηλά κοινωνικά και κάνουν καριέρα μέσα σε ένα αστικό, καπιταλιστικό περιβάλλον. Αγωνιούν για το αν δικαιούνται ή όχι να ανήκουν σε αυτή την ανώτερη κοινωνική τάξη. Το λάθος του Οθέλλου είναι ότι έχει ξεχάσει τον φίλο του τον Ιάγο και προτιμά τους κοινωνικά ανώτερους. Οι άνθρωποι δεν τιμούν τους συνανθρώπους τους για αυτά που κάνουν, αλλά για το ποιοι είναι και από πού κατάγονται. Και αυτό προκαλεί θυμό και μίσος και την ανάγκη για εκδίκηση… Ο Ιάγος μου καταλήγει τρομοκράτης… Παράλληλα είναι και μια ιστορία αγάπης, καθώς υπάρχουν πολλά ζευγάρια μέσα στο έργο τα οποία την αναζητούν αλλά δεν τη βρίσκουν».

– Ο «Οθέλλος» σας διαδραματίζεται στο σήμερα;

«Το έργο είναι εκμοντερνισμένο, αλλά ελπίζω χωρίς κουταμάρες…».

– Από την άλλη, ο «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν θα λέγατε πως είναι ένας άνθρωπος του 21ου αιώνα;

«Ναι, ναι, απολύτως. Πρέπει να σας πω ότι όταν αποφασίσαμε να ανεβάσουμε τον “Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν”, προ διετίας, η οικονομική κρίση δεν είχε ξεσπάσει ακόμη. Κατά τη διάρκεια των προβών συνέβησαν όλα. Κάθε ημέρα βλέπαμε στις εφημερίδες πόσο κοντά σε όσα συνέβαιναν ήταν η παράστασή μας. Σοκαριστικό! Θυμάμαι την ιστορία ενός εκατομμυριούχου που αυτοκτόνησε γιατί ντρεπόταν: Είχε αναλάβει να επενδύσει χρήματα άλλων και δεν μπορούσε να τους αντικρίσει επειδή τα είχε χάσει όλα… Και έτσι έπεσε στις γραμμές του τρένου».

– Πιστεύετε ότι τα έργα του Ιψεν είναι σύγχρονα;

«Δεν μπορώ να μιλήσω γενικά. Τα έργα που έχω ανεβάσει, όπως η “Νόρα ή Το κουκλόσπιτο”, η “Εντα Γκάμπλερ”, ο “Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν” είναι, σύμφωνα με τη δική μου ματιά, κοντά στο σήμερα. Του χρόνου ανεβάζω στο Αμστερνταμ τους “Βρικόλακες” και πιθανώς στο τέλος της προσεχούς σεζόν να σκηνοθετήσω για το Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ τον “Εχθρό του λαού”, άλλα δύο έργα προς αυτή την κατεύθυνση».

– Η πρόκληση αποτελεί ζητούμενο;

«Δεν ξέρω αν είμαι πια προκλητικός και δεν με ενδιαφέρει πλέον. Μέλημά μου είναι το καλό θέατρο και για αυτό προσπαθώ. Η πρόκληση είναι κάτι πολύ μπανάλ για μένα. Μου είπαν ότι στην Επίδαυρο θα σκανδαλίσω αν ένας ηθοποιός μου καπνίσει επί σκηνής. Οπότε αν ήθελα να πετύχω κάτι τέτοιο, ξέρω και τον τρόπο. Απλώς το βρίσκω φθηνό… Σε τελική ανάλυση, όταν στήνω μια παράσταση δεν σκέφτομαι καθόλου το κοινό. Δουλεύω για να είμαι συνεπής με τον εαυτό μου και τους ηθοποιούς, για να είμαι συνεπής με το υλικό μου και την τέχνη μου. Η αληθινή επικοινωνία ενδεχομένως να σε οδηγήσει σε κάτι πραγματικά ενδιαφέρον και σημαντικό».

– Δεν σας ενδιαφέρει το κοινό;

«Φυσικά, αλλά μετά. Μου αρέσει να συζητώ με το κοινό, να επικοινωνώ μαζί του μετά την παράσταση».

  • ΠΟΤΕ & ΠΟΥ


  • «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν Πειραιώς 260 – Αίθουσα Η
  • Παραστάσεις 24,25,26 & 27 Ιουνίου
  • Ωρα έναρξης: 21.00
  • Διάρκεια: 1 ώρα και 50 λεπτά,χωρίς διάλειμμα
  • Εισιτήρια: 25 ευρώ, 20 ευρώ (μειωμένο), 15 ευρώ (φοιτητικό) (στα γερμανικά με ελληνικούς υπερτίτλουςΓιώργος Δεπάστας)
  • Στις 6 και 7 Αυγούστου θα δοθεί η παγκόσμια πρώτη του «Οθέλλου» στην Επίδαυρο

Η ΜΕΡΚΕΛ ΕΚΑΝΕ ΛΑΘΟΣ

– Με δεδομένη την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τις σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Γερμανία,πώς νιώθετε που θα δώσετε παραστάσεις στη χώρα μας;

«Ντρέπομαι που έρχομαι αυτή την εποχή στην Ελλάδα. Γιατί πιστεύω ότι η Μέρκελ έκανε τεράστιο λάθος με τη στάση της απέναντι στη χώρα σας και βλέπω τόση υποκρισία γύρω μας που τα θεωρώ όλα αυτά γελοία. Εμείς, στη Γερμανία, είμαστε πλούσιοι λόγω του ευρώ… Λοιπόν η στιγμή είναι δύσκολη. Φοβάμαι ότι εσείς οι Ελληνες πιστεύετε ότι όλοι οι Γερμανοί τάσσονται υπέρ της Μέρκελ. Δεν ισχύει για όλους μας. Δυστυχώς οι περισσότεροι το πιστεύουν γιατί είναι ηλίθιοι και διαβάζουν ταμπλόιντ, κίτρινο Τύπο που κάνει προπαγάνδα…».

– Δεν ήταν μόνο ο κίτρινος Τύπος σ΄ αυτή την υπόθεση…

«Οντως, αλλά για μένα, που είμαι αριστερός, τα πράγματα είναι αλλιώς. Δεν εκπλήσσομαι όμως. Ντρέπομαι, και ελπίζω να μπορείτε να κάνετε τους διαχωρισμούς ανάμεσα στους Γερμανούς. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι».

– Πιστεύετε ότι με την τέχνη ρίχνετε γέφυρες;

«Το πιο σημαντικό είναι ότι συνεχίζουμε ακόμη να μιλάμε και να επικοινωνούμε. Και η τέχνη είναι είναι τρόπος επικοινωνίας… Αλλά δεν έχουμε μόνο οικονομικά προβλήματα, υπάρχουν και τόσα άλλα, όπως το Ισραήλ και η Παλαιστίνη. Δεν πρέπει να αφήσουμε τις πολιτικές δυνάμεις, τη βία, να αντικαταστήσουν την επικοινωνία. Η τέχνη αποτελεί πάντα ένα μικρό ουτοπικό νησί επικοινωνίας. Και εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω με τους ηθοποιούς αλλά και με το κοινό. Δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο, αλλά μπορώ να συνδυάσω την τέχνη με την κουλτούρα. Και ξέρω ότι είναι εύκολο να μιλάμε για τέχνη σε εποχή ειρήνης…».

συνεντευξη στη ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=34&artId=305625&dt=13/06/2010#ixzz0qhlqKO9H