Αρχείο για 30 Απριλίου, 2010

  • Συνέντευξη
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Ο «αναγεννησιακός» Ρόμπερτ Γουίλσον, το ερχόμενο Σαββατοκύριακο (8 και 9 Μαΐου) θα είναι, με σάρκα και οστά, στη σκηνή του «Θεάτρου» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», ο Κραπ από την «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» του Σάμουελ Μπέκετ.

«Ως Κραπ δεν προσπαθώ να ερμηνεύσω. Απλώς είμαι», λέει ο Ρ.  Γουίλσον

«Ως Κραπ δεν προσπαθώ να ερμηνεύσω. Απλώς είμαι», λέει ο Ρ. Γουίλσον

Ο πανύψηλος 69χρονος Αμερικανός μάγος του φωτός και της φόρμας, ο συγγραφέας, σκηνοθέτης, περφόρμερ, χορογράφος και ζωγράφος Γουίλσον θα κάνει πράξη με το κορμί και τη φωνή του την αισθητική και τη φιλοσοφία του για τη σκηνή και την τέχνη του θεάτρου.

Βαριά μακιγιαρισμένος, σαν μάσκα από την Απω Ανατολή, φορώντας γκρι κοστούμι στην κάμαρα-φυλακή του σπιτιού του, γρυλίζοντας και χειρονομώντας σαν μαριονέτα, θα υποδυθεί τον απελπισμένα μοναχικό άνδρα που, ανήμερα των εβδομηκοστών γενεθλίων του, είναι έτοιμος να μαγνητοφωνήσει τις σκέψεις του για τη χρονιά που πέρασε. Μια πρακτική που «κρατά» από τα νιάτα του.

Την ώρα που προετοιμάζει τη νέα κασέτα σε ένα γκρι, αποστειρωμένο, ερμητικά κλειστό σύμπαν από μέταλλο και νέον, συμβαίνει το απροσδόκητο: ακούει τη μαγνητοφώνηση που είχε γίνει πριν από τριάντα χρόνια. Αισθήματα, διαδρομές, σχέσεις, φιλοδοξίες… Μια οχληρή υπόμνηση των διαψευσμένων ονείρων του; Δεν αναγνωρίζει πάντως την αισιόδοξη, γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή του.

Μετά το «Hamlet: Α Monologue» του 2000, ο Γουίλσον θέλησε να ξανανέβει στη σκηνή αποκλειστικά και μόνο με έναν Μπέκετ. Ο «Κραπ» παρουσιάστηκε ήδη στο Σπολέτο της Ιταλίας. Και σύμφωνα με τον ιταλικό Τύπο «δίνει ένα εξαιρετικό μάθημα θεάτρου».

  • Εχετε πει ότι πάντα αισθανόσασταν στενή συγγένεια με τον κόσμο του Μπέκετ.

«Ναι. Αισθάνομαι τη δουλειά μου πολύ συγγενική με το έργο του».

  • Ποια είναι τα κοινά σημεία; Τα εντοπίζετε στη φόρμα;

«Ο Μπέκετ καταλαβαίνει τη σιωπή και τις εσωτερικές διεργασίες. Ηταν ένας εικαστικός καλλιτέχνης, στον βαθμό που υπήρξε συνθέτης των λέξεων και συνθέτης των ήχων. Του αρέσαν ηθοποιοί του βοντεβίλ, όπως ο Τσάπλιν κι ο Μπάστερ Κίτον. Ηταν οι αγαπημένοι του. Συμπτωματικά είναι και δικοί μου. Σαφώς υπάρχουν πολλά κοινά σημεία στο έργο μας. Οταν συνέθεσα το πρώτο μου μεγάλης έκτασης θεατρικό, η παράστασή του διαρκούσε 7 ώρες μέσα στη σιωπή. Ηδη από τότε πολλοί μού είπαν ότι έχω επιρροές από τον Μπέκετ. Κι ωστόσο δεν ήξερα ακόμα τίποτα γι’ αυτόν. Λίγα χρόνια μετά, ο ίδιος ο Μπέκετ ήρθε να δει στο Παρίσι το έργο μου «The letter for queen Victoria», ένα αποσπασματικό κείμενο, που συγγενεύει με τη δραματουργία του. Με βρήκε τα παρασκήνια και μου εξέφρασε τον ενθουσιασμό του για τη χρήση των λέξεων και την κατασκευή του λεκτικού σύμπαντος. Κυρίως, όμως, για τη σιωπή».

  • Από το σκηνικό μέχρι τη σκηνοθεσία, τα πάντα, ή σχεδόν τα πάντα, είναι προκαθορισμένα στην μπεκετική δραματουργία. Ως εκ τούτου, τι ακριβώς μένει ανοικτό για να ανακαλύψετε από σκηνής εσείς; Σε ποιο σημείο και πώς ανακαλύπτεται στον «Κραπ» τη δική σας ελευθερία;

«Εχω αναπτύξει μια πολύ άκαμπτη, αυστηρή φόρμα στο έργο, την οποία έπρεπε κιόλας να μάθω. Απαξ και αυτό συμβεί, μπορείς, ακριβώς όπως μπορώ κι εγώ ως Κραπ, να είσαι ελεύθερος μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της φόρμας. Αν η δομή είναι στέρεα τότε αφήνει πεδίο ανοιχτό στην ελευθερία. Ως περφόρμερ μαθαίνω αργά. Μου παίρνει καιρό ώσπου να αποστηθίσω το κείμενο και να απομνημονεύσω την κινησιολογία. Αλλά αφότου έχω φτάσει σε ένα ασφαλές, θα έλεγα, επίπεδο, δεν χρειάζεται να σκέφτομαι τη φόρμα. Λειτουργώ μέσα σ’ αυτήν ελεύθερος».

  • Από τα έργα του Μπέκετ, γιατί επιλέξατε ειδικά αυτό;

«Εδώ και χρόνια ήθελα να δουλέψω κάποιο θεατρικό του. Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη συνάντησή μας, αποφάσισα να αντιμετωπίσω την πρόκληση. «Ηθικός αυτουργός» είναι ο Φραντ Φάιτλερ από το Λουξεμβούργο, ο άνθρωπος που πρότεινε να κάνω τον «Κραπ». Δέχτηκα την πρόταση, καθώς θεώρησα πως ήτανε η κατάλληλη ώρα».

  • Είστε, παρά ένα χρόνο, συνομήλικοι με τον ήρωα του Μπέκετ! Τι στοχεύετε να «πείτε» με την παράστασή σας; Θέλετε να μιλήσετε για τη διάψευση, την ακύρωση, την ανθρώπινη μοναξιά, τη μνήμη, τη νοσταλγία;

«Αντιμετωπίζω τον «Κραπ» σαν μια σύνθετη δουλειά, που αφορά διάφορα θέματα. Είναι, κατά τη γνώμη μου, λάθος να υποδυθείς τον τίτλο του έργου. Κάθε παράσταση είναι ένα προσωπικό ταξίδι, που ανακαλύπτει από μόνο του πάνω στη σκηνή τη δική του ιστορία».

  • Τι ήταν όμως αυτό που σας ώθησε να «σκαρφαλώσετε» ο ίδιος πάνω στη σκηνή; Δεν σας ήταν αρκετό να σκηνοθετήσετε, να σκηνογραφήσετε και να φωτίσετε τον «Κραπ»;

«Κατά διαστήματα γίνομαι ερμηνευτής, εκτελεστής της δουλειάς μου. Διότι αυτό με βοηθά να γίνω καλύτερος σκηνοθέτης».

  • Η ηθοποιία, αυτή καθ’ εαυτή, δεν σας ελκύει;

«Δεν είναι κάτι που θέλω να κάνω συνεχώς. Δεν την απολαμβάνω την ηθοποιία ιδιαίτερα. Προτιμώ να σκηνοθετώ».

  • Η κριτική στην Ιταλία, όπου παρουσιάσατε ήδη τη «Μαγνητοταινία», σας αποθέωσε. Σας περιγράφει σαν μαριονέτα που παραπέμπει στην Απω Ανατολή. Τι είδους περσόνα δημιουργήσατε ως Κραπ;

«Ως Κραπ σκέφτομαι τον εαυτό μου μέσα σε μιαν αναπόφευκτη κατάσταση. Εκτελώ μία σειρά κινήσεων, συνοδευμένος από το κείμενο. Και κάθε παράσταση είναι μια νέα ανακάλυψη. Δεν είμαι δηλαδή προϊδεασμένος για ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα. Δεν προσπαθώ να ερμηνεύσω. Απλώς είμαι». *

info*

«Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» του Μπέκετ, μια μετάκληση της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας, παρουσιάζεται στο «Θέατρο» του «Ελληνικού Κόσμου» (Πειραιώς 254) με ελληνικούς υπέρτιτλους, στις 8 και 9 Μαΐου. Εισιτήρια προπωλούνται στα Public Συντάγματος και Πειραιά. Με πιστωτική κάρτα στο 2122540315 και μέσω ιστοσελίδας στο http://www.theatron254.gr. Τιμές: 100, 85, 75, 50 και 30 ευρώ.

Η αυστηρή δομή με κάνει ελεύθερο

  • Οι παραστάσεις σας είναι κλειστά σύμπαντα σκηνικής τελειότητας. Δεν αισθανθήκατε ποτέ την ανάγκη να τα «ανοίξετε»; Να μετατοπιστείτε σε έναν «τόπο» αβέβαιο, ακόμα και χαοτικό;

«Οι σπουδές μου στην Αρχιτεκτονική με επηρέασαν τρομερά στον τρόπο που βλέπω το θέατρο ως τέχνη συνολικά. Προσωπικά, ανακαλύπτω την ελευθερία της έκφρασης μέσα στην αυστηρή δομή. Θεωρώ ότι όσο το θέατρο εξελίσσεται, τόσο ο κόσμος αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις μέσα σε αυτό με τρόπο οπτικό. Ο θεατής όσο περνά ο χρόνος, αρχίζει, χάρη στην εξοικείωσή του με τα close up της κάμερας, να διαβάζει την «επιστήμη» του σώματος και τα αυστηρά σκηνικά «σήματα» που εκπέμπονται».

  • Τι ανακαλύψατε μέσω του θεάτρου για τον εαυτό σας;

«Το θέατρο είναι τρόπος ζωής για μένα. Ξυπνάω το πρωί και σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι αυτό που ήδη δημιούργησα. Κι όταν επιστρέφω σπίτι μου, σκέφτομαι ότι πρέπει να δημιουργήσω κάτι νέο. Ο τρόπος της ζωής μου είναι η «ζωή». Η ζωή, για μένα, συνιστά έναν τρόπο σκέψης. Και ο τρόπος που σκέφτομαι, είναι ο τρόπος ενός καλλιτέχνη».

  • Εκτός θεάτρου θα ήσασταν, πιστεύετε, άλλος άνθρωπος;

«Οπως όλοι μας, η περσόνα μου χτίστηκε μέσα από πολλούς και διαφορετικούς «χαρακτήρες»».

  • Το θέατρο έχει δύναμη ως τέχνη; Μπορεί μια θεατρική παράσταση να αλλάξει κάτι απ’ τον κόσμο μας;

«Το θέατρο, όπως και η τέχνη γενικότερα, μπορούν να ενώσουν τους ανθρώπους αν «χρησιμοποιηθούν» με σύνεση. Μπορούν όμως και να τους χωρίσουν, να λειτουργήσουν διασπαστικά. Το θέατρο και η τέχνη είναι σαν τη φωτιά. Μπορούν να μας ζεστάνουν. Εχουν, όμως τη δύναμη και να μας καταστρέψουν».

  • Κάνετε θέατρο για την Ιστορία, για το κοινό, για τον εαυτό σας;

«Το θέατρο είναι κάτι που γευόμαστε. Το βιώνουμε. Είναι μια εμπειρία και αυτό από μόνο του συνιστά έναν τρόπο, μια μέθοδο για να σκέπτεται κανείς. Ευτυχώς, το θέατρο δεν το ερμηνεύουμε. Η ερμηνεία δεν συνιστά ευθύνη του συγγραφέα. Ούτε του σκηνοθέτη, ούτε του συνθέτη, ούτε όμως του ηθοποιού. Η ερμηνεία ανήκει στο κοινό. Ο λόγος που δουλεύουμε είναι για να θέτουμε ερωτήσεις χωρίς να δίνουμε απαντήσεις. Διότι αν γνωρίζουμε τι κάνουμε, τότε δεν έχει και νόημα να το κάνουμε!».

  • Ο «ελεύθερος σκοπευτής» του θεάτρου, με παράσταση του οποίου θα ανοίξει εφέτος το Ελληνικό Φεστιβάλ, μιλάει για την ομοφυλοφιλία, τους διανοουμένους, την απαξίωση της σοβαρότητας και την επιβολή της απομίμησης

O Νίκος Μαστοράκης ανήκει στους ελεύθερους σκοπευτές του ελληνικού θεάτρου καθώς έχει επιλέξει να κάνει παραστάσεις χωρίς ομάδα ή σταθερή στέγη. Με γερές βάσεις από τις σπουδές του στη Βιέννη και μια διαρκή διάθεση για αναζήτηση, είναι ο σκηνοθέτης που έχει βάλει την υπογραφή του σε ορισμένες από τις μεγάλες επιτυχίες των τελευταίων ετών, όπως «Το γάλα» ή «Το ξύπνημα της άνοιξης», που έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη. Λάτρης των ταξιδιών, συνηθίζει να κάνει μεγάλα διαλείμματα πηγαίνοντας στην Κίνα, στην Καμπότζη ή κάπου αλλού στην Ανατολή. Ενδιαμέσως όμως δουλεύει. Και δουλεύει πολύ: εφέτος εκλήθη από τον Γιώργο Λούκο να εγκαινιάσει το Φεστιβάλ Αθηνών. Ο ίδιος επέλεξε το πρώτο μέρος της διλογίας του Τόνι Κούσνερ «Αγγελοι στην Αμερική».

– Κύριε Μαστοράκη, γιατί οι ήρωές του Κούσνερ πρέπει να είναι γκέι;

«Κατ΄ αρχάς είναι ο ίδιος γκέι. Πέραν αυτού, παίρνει ως βάση μια κοινότητα ανθρώπων επειδή οι κοινότητες είναι σφικτές και μονοπυρηνικές. Εδώ όμως είναι σε διάλυση. Υπάρχει ο γκέι ο μαύρος, ο γκέι ο εβραίος, ο γκέι ο άρρωστος, ο γκέι που δεν θέλει να παραδεχθεί την ομοφυλοφιλία του. Πάνω απ΄ όλα αυτά υπάρχει η έννοια της Δικαιοσύνης. Και στη δυτική κοινωνία έχει διαμορφωθεί από τη θρησκεία».

– Η θρησκεία παραμένει το ισχυρότερο στοιχείο στις κοινωνίες μας;

«Οταν ήμουν σχολείο, στο μάθημα της ευρωπαϊκής ιστορίας, μου έκανε τρομερή εντύπωση η έννοια του θρησκευτικού πολέμου. Σήμερα ζούμε τον θρησκευτικό πόλεμο χωρίς να ξέρουμε τις διαστάσεις που θα πάρει λόγω της τρομοκρατίας».

– Είναι ταμπού ακόμη σήμερα να είσαι γκέι;

«Ναι. Δεν είναι τυχαίο ότι μια κοινωνία σαν την αμερικανική δεν έχει πάρει θέση πάνω στο θέμα του γάμου των ομοφυλοφίλων, και όχι μόνον. Είναι πολύ σοβαρό θέμα αυτό, να μην μπορείς να έχεις με τον σύντροφό σου τα ίδια δικαιώματα που έχουν οι ετεροφυλόφιλοι. Το βρίσκω τερατώδες. Το έργο μιλάει για τα δικαιώματα των γκέι χρησιμοποιώντας ένα αληθινό πρόσωπο, τον Ρόι Κον. Αυτός είναι που μιλάει για τη διάσταση της δύναμης λέγοντας ότι ομοφυλόφιλος είναι ο αδύναμος».

– Συμφωνείτε με αυτό;

«Ναι. Τυπικά στην ελληνική κοινωνία ένας ομοφυλόφιλος είναι πλέον αποδεκτός… Πόσες φορές τα όρια δεν ξεπερνιούνται; Μπαίνει λοιπόν το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ίδιο δεν ισχύει για τους τσιγγάνους; Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ομοφυλόφιλος είναι για την ευρύτερη κοινωνία ο “ξένος”, όπως “ξένη” ήταν και η γυναίκα πριν από μερικά χρόνια. Σε πόσες κοινωνίες η γυναίκα παραμένει πολίτης δεύτερης κατηγορίας;».

– Σε όλες;

«Κατά βάθος σε όλες- φανερά ή κρυφά. Να σου πω και κάτι ακόμη: η κοινωνία ήταν και είναι υποκριτική. Βεβαίως και δέχεται την εργαζόμενη γυναίκα ως ύπαρξη. Πίσω όμως από την αποδοχή της αυτή βρίσκεται το ότι η εργαζόμενη μητέρα είναι μια γυναίκα που παραμελεί το παιδί της. Αρα λοιπόν την ακυρώνει. Για όλα αυτά τα πράγματα μιλάει πολύ έντονα ο Κούσνερ, όπως και για την έννοια της αρρώστιας και της δικής μας ευθύνης».

– Ως τιμωρία;

«Πάντα η αρρώστια ήταν και είναι τιμωρία. Το ίδιο ισχύει και για το ΑΙDS, που υπάρχει μέσα στο έργο».

– Η ευθύνη του ατόμου πού τελειώνει;

«Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του αλλά διαμορφώνει τον χαρακτήρα του μέσα στην κοινωνία. Και αυτά τα θίγει το έργο: ότι πρέπει οι άνθρωποι να ξαναμπούν στη διαδικασία να ζήσουν μαζί γιατί τώρα δεν ζουν. Παγκοσμίως σήμερα βλέπεις ότι υπάρχει το αίτημα του συνασπισμού. Δεν μπορούμε να ζούμε ερήμην μας. Εχει δημιουργηθεί η Ευρωπαϊκή Ενωση με έναν στραβό τρόπο. Τι πάει να πει αυτό; Ποια είναι τα κριτήρια που τη δημιούργησαν; Οικονομικά. Δεν είμαστε οι μόνοι που υποφέρουμε, είμαστε ίσως ο αδύναμος κρίκος».

– Μήπως το αντιμετωπίζουμε όλο αυτό εθνικιστικά;

«Κι αυτό είναι το κακό. Το πρώτο πράγμα που σκεφθήκαμε ως Ελληνες είναι ότι οι άλλοι έχουν άδικο κι εμείς δίκιο. Εμείς φέραμε τον πολιτισμό και τα λοιπά».

Ελεύθερος σκοπευτής στο θέατρο;

«Ναι, το έχω επιλέξει. Δεν έχω τις δυνατότητες να μπω σε μια κατάσταση υπαλλήλου, δεν μπορώ ούτε με ενδιαφέρει. Από την άλλη, ελάχιστες φορές κάνω αυτό που θέλω, μια που πρέπει να συμπλέω με τους κανόνες είτε ενός κρατικού θεάτρου είτε ενός ελεύθερου. Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα πάρει πρωτοβουλία να στήσει ομάδα. Τελικά, πληρώνεις τις επιλογές σου. Τίποτε δεν έρχεται δωρεάν».

– Αξίζει τον κόπο όλο αυτό;

«Το “αξίζει” τον κόπο είναι προσωπικό, το λέει ο καθένας για τη δουλειά του. Για μένα έχει σημασία το τι κάνουμε και τι θα κάνουμε, τι μπορούμε να κάνουμε. Εμένα με ενδιαφέρει τι γίνεται γύρω μου. Εζησα έξω, τη δεκαετία του ΄80, τις μεγάλες αλλαγές στο θέατρο. Και τώρα βλέπω πολλά, ταξιδεύω».

– Ποιο πιστεύετε ότι είναι το πρόβλημα;

«Τελευταίως βλέπω την ανάγκη της απομίμησης. Φέρνουμε το West Εnd στην Ελλά δα με όρους βαλκάνιους ή κάνουμε μια τηλεόραση α λα ιταλικά και μπερδεύουμε το CΝΝ με το κανάλι του Μπερλουσκόνι. Αυτό υποβιβάζει την ποιότητα των πραγμάτων. Θυμάμαι το “Τέταρτο” του Χατζιδάκι. Δεν εμιμείτο τίποτα».

– Στην Ελλάδα αμφισβητούμε το κλασικό, το ακαδημαϊκό;

«Ισως επειδή ήταν ένας χώρος συντήρησης για πάρα πολλά χρόνια. Ξαφνικά, όταν άνοιξαν οι πόρτες για να μπει ο φρέσκος αέρας, δεν μπήκε η σήτα και έτσι μαζί με τον φρέσκο αέρα κυκλοφόρησε πάρα πολλή βρώμα, κουνούπια, αιωρούμενα σωματίδια. Τα όρια πλέον είναι δυσδιάκριτα. Ολα πρέπει να προκύπτουν από μια αναγκαιότητα. Οχι όμως την αναγκαιότητα σαν πρετα-πορτέ. Εχουμε την haute couture στο Φεστιβάλ και όλα τα άλλα είναι πρετ-απορτέ».

  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
  • «Αγγελοι στην Αμερική» του Τόνι Κούσνερ
  • Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας. Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης
  • Φεστιβάλ Αθηνών, Πειραιώς 260 (Δ)
  • Από 1ης Ιουνίου (παραστάσεις ως τις 7/6)
  • «Κουλτουριάρης είναι ο ακατανόητος, ο περιθωριακός»

«Ομοφυλόφιλος είναι για την ευρύτερη κοινωνία ο “ξένος”, όπως “ξένη” ήταν και η γυναίκα πριν από μερικά χρόνια. Σε πόσες κοινωνίες η γυναίκα παραμένει πολίτης δεύτερης κατηγορίας;» λέει ο Νίκος Μαστοράκης
– Κύριε Μαστοράκη, τι είμαστε;
«Μια φτωχή χώρα, αυτό είμαστε».
– Μια φτωχή χώρα που παράγει πολιτισμό;

«Οχι βέβαια. Παράγει πολιτισμό αλλά πώς και τι γίνεται αυτός ο πολιτισμός; Αυτή τη στιγμή στον χώρο του θεάτρου γίνονται καλά πράγματα, με καλούς ηθοποιούς, καλούς σκηνοθέτες, βλέπουμε καλές παραστάσεις. Και; Ποια είναι η πολιτική στον πολιτισμό; Βλέπαμε ότι πηγαίνουμε προς τα εκεί. Γιατί εμείς οι Ελληνες είμαστε από τους λίγους λαούς που έχουμε την έννοια του διανοουμένου απαξιωτικά. Κουλτουριάρης είναι ο ακατανόητος, ο μη εμπορικός, ο περιθωριακός… Εμείς το δημιουργήσαμε αυτό».

– Και έτσι δεν υπάρχει διάθεση να υποστηριχθεί οικονομικά;

«Φυσικά. Δεν μπορούν να κάνουν τονωτικές ενέσεις σε μια κοινωνία που απαξιώνει την έννοια της σοβαρότητας. Δεν υπάρχει πολιτική στην τέχνη. Ξαφνικά αποφασίσαμε να κάνουμε Μπιενάλε. Ε, και; Η πρώτη πήγε καλά. Η δεύτερη; Η τρίτη που θα γίνει μεθαύριο; Ενδιαφέρει την κοινωνία αυτό, το έχουμε ανάγκη; Βλέπουμε τον θεσμό των ΔΗΠΕΘΕ. Εγινε, ήταν έξυπνος, είχε προοπτικές. Τώρα; Υπάρχουν δεκαέξι που συντηρούν δημοσίους υπαλλήλους. Και το πληρώνουμε όλοι μας. Τι γίνεται λοιπόν; Δεν είναι σοβαρό θέμα ότι ζητάμε έναν τουρισμό πολιτιστικού επιπέδου και τα μνημεία μας είναι αχούρια ή κλειστά ή με πεσμένα στέγαστρα;».