Αρχείο για 11 Απριλίου, 2010

  • Η ΑΥΓΗ: 11/04/2010

Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη

  • Χρειάζεται έξοδος από τον πολιτισμικό αυτισμό, μία νέα, σοβαρή, ψύχραιμη γνωριμία και με το γειτονικό περιβάλλον, χωρίς πολιτικές και ιστορικές νευρώσεις, επαναπροσδιορισμός σχέσεων για κάποια γόνιμη πολιτιστική εξέλιξη

Συνηθίζουμε να τους θεωρούμε «αφανείς» και συχνά τους αγνοούμε. Κι όμως είναι οι πολύτιμοι διαμεσολαβητές που χωρίς αυτούς δύσκολα θα μπορούσε το ευρύ κοινό να έχει πρόσβαση στα παγκόσμια έργα του λόγου. Πρόκειται, βέβαια, για τους μεταφραστές και το έργο τους. Συνομιλήσαμε γι’ αυτό, από την ιδιαίτερη σκοπιά του μεταφραστή του θεατρικού λόγου, με την Μπουμπουλίνα Νικάκη, κριτικό θεάτρου και μεταφράστρια, βραβευμένη για Το μακρύ ταξίδι της άμμου του Παζολίνι (εκδ. Ηλέκτρα, 2006), η οποία δραστηριοποιείται στον χώρο των πολιτιστικών ανταλλαγών και είναι σύμβουλος έκδοσης και μέλος της ελληνικής επιτροπής του Διεθνούς Κέντρου Θεατρικής Μετάφρασης στη Γαλλία.

* Κυρία Νικάκη, είστε μεταφράστρια θεάτρου και μέλος της ελληνικής επιτροπής του Διεθνούς Κέντρου Θεατρικής Μετάφρασης στη Γαλλία. Ποιες ιδιομορφίες παρουσιάζει η θεατρική μετάφραση σε σχέση με αυτήν του πεζού ή της ποίησης;

Στο θέατρο δεν ξεδιπλώνεται η γραφή όπως στο πεζό, καθώς εμπεριέχει και την ποίηση. Ο συγγραφέας αποκαλύπτει κρύβοντας πράγματα. Το μεγάλο ζητούμενο είναι να μεταφερθεί στο νέο γλωσσικό περιβάλλον το αρχιτεκτόνημα του έργου με την εσωτερική δομή και συμμετρία του πρωτοτύπου, τηρώντας τις γνωστές αναλογίες όγκου, χώρου, χρόνου, ενώ στη μετάφραση πεζού υπάρχει μεγαλύτερη πιστότητα και σεβασμός στον ρυθμό ανάσας των φράσεων. Ο μεταφραστής θεάτρου πρέπει να είναι υποψιασμένος για τον κίνδυνο καλλιέπειας εις βάρος της δομής και των χαρακτήρων ή να περιγράφει πώς θα ήταν το έργο, χωρίς να ανοίγει τα στρείδια του έργου. Δεν είναι άλλη η φόρμα από το περιεχόμενο. Ο λόγος πρέπει να είναι προφορικός, το κείμενο εύγλωττο και εύληπτο. Κοινός παρονομαστής είναι ο βαθμός συνείδησης της ευθύνης της μεταφοράς του δημιουργήματος, χαρακτηριστικό ενός επαγγελματία. Αλλιώς, οδηγείται κανείς άθελά του από μια προσωπική πρόθεση στη γραφή ή στη σκηνή. Ο μεταφραστής είναι κατεξοχήν ερμηνευτής, βρίσκει τα κλειδιά ανάγνωσης μιας παρτιτούρας.

* Στο σημερινό «παγκοσμιοποιημένο» ρεπερτόριο, υπάρχει κάποια κυρίαρχη γλώσσα;

Παγκοσμιοποιημένο είναι το εμπόριο θεαμάτων που κυκλοφορούν σε μεγάλα φεστιβάλ. Το θέατρο πηγάζει και λειτουργεί πάντα σε συνάρτηση με μια κοινωνία. Αλλά τα έργα σήμερα κυκλοφορούν περισσότερο και αστραπιαία. Μεταφράζονται σε γλώσσες ευρείας κυκλοφορίας και διαδίδονται τάχιστα σε κανάλια ροών, σε δίκτυα φεστιβάλ και κέντρα μεταφραστών, όπως το Διεθνές Κέντρο Θεατρικής Μετάφρασης στη Γαλλία. Η Ελλάδα είναι κλειστή σχετικά σε έργα από διάφορες γλώσσες και θεατρικές αντιλήψεις, με σταθερό προσανατολισμό προς το αγγλόφωνο θέατρο, και πρόσφατο άνοιγμα ενημέρωσης σε σύγχρονα έργα άλλων γλωσσών. Χρειάζεται άνοιγμα και εμπλουτισμός μέσω μεταφράσεων, αλλά και εκδόσεων. Η γραφή δεν καλλιεργείται μυστηριακά, από μόνη της, ούτε ο πολιτισμός. Χρειάζονται πολιτιστικές ανταλλαγές.

* Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε περισσότερα νεοελληνικά έργα στο θέατρό μας. Προχωρούν αυτά προς τις διεθνείς σκηνές;

Δύσκολα και σπάνια. Εδώ και αρκετές δεκαετίες ο πρόσφατος νεοελληνικός πολιτισμός δεν έχει σπουδαία παράγωγα. Αυτό οφείλεται κατά πολύ στην αυτοαναφορική του σχέση με τον χρόνο και σε μία άγονη εσωστρέφεια, αφότου χάθηκαν οι κύριες εστίες ελληνικού κοσμοπολιτισμού εκτός μητροπολιτικής Ελλάδας. Ο ελληνισμός δεν έζησε ποτέ άλλοτε τόσο συρρικνωμένος γεωγραφικά, ήταν πάντα σε γόνιμη επαφή και συνύπαρξη με το Άλλο. Έτσι δημιουργήθηκε ένας Τσίρκας ή μία Μαρία Φιλότη. Χρειάζεται έξοδος από τον πολιτισμικό αυτισμό, μία νέα, σοβαρή, ψύχραιμη γνωριμία και με το γειτονικό περιβάλλον, χωρίς πολιτικές και ιστορικές νευρώσεις, επαναπροσδιορισμός σχέσεων για κάποια γόνιμη πολιτιστική εξέλιξη. Επίσης, σωστή υποστήριξη και προβολή των δειγμάτων αυθεντικού σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Ο Καραγκιόζης του Αβδελιώδη, φέρ’ ειπείν, έπρεπε να έχει αδιαπραγμάτευτη χρηματοδότηση και προώθηση από το κράτος για την παρουσία του στα διεθνή φεστιβάλ όπου έχει κληθεί, είναι έγκλημα κατά του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού και της ποιότητας αυτή η προκλητική αδιαφορία. Χαραμίζεται η δυνατότητα μιας αξιόλογης παρουσίας της Ελλάδας στον διεθνή χώρο του πολιτισμού και των ανταλλαγών. Ακόμη και με στενά κριτήρια εξωτερικής πολιτικής.

* Στο εσωτερικό των σύγχρονων πολυπολιτισμικών κοινωνιών υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος ρόλος που καλείται να παίξει ένας μεταφραστής; Κι αν ναι, τι απαιτείται γι’ αυτό;

Εκ των πραγμάτων, παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο. Είναι στη φύση της δραστηριότητάς του. Αυτό είναι κάτι αυτονόητο σε χώρες όπως η Γαλλία, ακόμη και η Ρουμανία, αλλά καθόλου στην Ελλάδα. Ο μεταφραστής, λ.χ., ενημερώνεται για τα έργα, προτείνει, παρατηρεί τη γραφή στον κόσμο, συμμετέχει στον προβληματισμό περί μετάφρασης, ο οποίος δεν είναι στατικός, εξελίσσεται. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ούτε στρογγυλά τραπέζια, ούτε διεθνείς συναντήσεις μεταφραστών, ούτε συχνά εκδόσεις άγνωστων θεατρικών έργων: σοβαρές ανάγκες και ελλείψεις. Τα πράγματα περιορίζονται συχνά στην παραγγελία μετάφρασης ενός έργου επιλεγμένου από αντιγραφή κάποιων σκηνών της Ευρώπης. Ο επαγγελματίας μεταφραστής δεν προσφέρει απλώς την ενημέρωση σε σχέση με τη δραματουργία ανά τον κόσμο. Παίζει σημαντικό ρόλο και με την ίδια την πράξη της μετάφρασης λογοτεχνίας και θεάτρου. Λειτουργεί σαν μέλισσα, μεταφέροντας τη γύρη των πολιτισμών και γονιμοποιώντας τους με νέα στοιχεία. Με την έννοια αυτή, της μεταφοράς ενός κειμένου σε ένα νέο γλωσσικό περιβάλλον, χωρίς να προϋπάρχει η αντίστοιχη πολιτισμική πραγματικότητα και η οποία πρέπει να επινοηθεί, καθιστά τη μεταφραστική πράξη μια μικρή πολιτιστική επανάσταση.

* Στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια η θεατρική πραγματικότητα ανθεί. Είναι διακριτός ο ρόλος του μεταφραστή μέσα σε αυτήν; Υπάρχουν μορφές συλλογικής οργάνωσης για τη λύση επαγγελματικών προβλημάτων;

Ουσιαστικά δεν αναγνωρίζεται ο ρόλος του μεταφραστή και η φύση της εργασίας του, υπάρχει ερασιτεχνισμός, άγνοια. Λείπει η επαγγελματική κουλτούρα στον σχηματισμό επαγγελματιών μεταφραστών λογοτεχνίας και θεάτρου, η δεοντολογία, ένα ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο, η δυνατότητα αυτεπάγγελτης προστασίας των επαγγελματικών συμφερόντων και δικαιωμάτων τους από κάποιον φορέα για την υπεράσπιση του μεταφραστή, όχι κατ’ επίφαση. Αυτό θα προστάτευε την ίδια την πνευματική δημιουργία. Δυστυχώς, εδώ τα πνευματικά δικαιώματα δεν είναι κάτι αυτονόητο, ούτε ο σεβασμός στην πνευματική ιδιοκτησία ενός ενυπόγραφου κειμένου που παραχωρείται. Ένας καλλιεργημένος, σοβαρός σκηνοθέτης βέβαια δεν εκτίθεται διανοητικά προβαίνοντας αυθαίρετα σε τροποποιήσεις. Αντιλαμβάνεται ότι η συνεργασία με τον μεταφραστή δεν είναι ανταγωνιστική αλλά γόνιμη, ότι δεν τον μειώνει, αντιθέτως. Εδώ εργασία και αμοιβές κινούνται στο χρηματιστήριο των κύκλων γνωριμιών, κάτι αγοραίο που δεν αρμόζει στον πνευματικό χώρο, μάλλον τον προσβάλλει. Αποτελεί αρνητική ένδειξη για το στάδιο ανάπτυξης της κοινωνίας, παρά τον αγώνα του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Πρόσφατα δημιουργήθηκε η «Πρωτοβουλία μεταφραστών», με δυνατότητα νομικής υπεράσπισης των μεταφραστών, αλλά είναι άλλη η φύση της μετάφρασης λογοτεχνίας-θεάτρου.

ΑLΤΕRΝΑΤΙVΕ

Ο 35χρονος ηθοποιός και σκηνοθέτης, δημιουργός του Φεστιβάλ Βob Τheatre, εξηγεί γιατί οι νέοι σήμερα φοβούνται το θέατρο, γιατί ο υπέρμετρος πειραματισμός δεν κάνει καλό και γιατί οι Ρέππας- Παπαθανασίου σε λίγο θα θεωρούνται επαναστατικοί και οι υπόλοιποι κατεστημένο

Κάτι τρέχει στην Κυψέλη τα τελευταία τρία χρόνια κάθε Μάη: νεαρόκοσμος με πολύχρωμα ρούχα αλλάζει το γκρίζο μωσαϊκό της περιοχής σχηματίζοντας ουρές έξω από το θέατρο Χώρα ενώ λέει και ξαναλέει κάτι που ακούγεται τρομακτικό στους ανυποψίαστους περαστικούς: «Θέλω να πάω στην Κόλαση!». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα από τα πιο επιτυχημένα θεατρικά γεγονότα το οποίο βοήθησε να μπουν οι περίφημες «νεανικές ομάδες» στον χάρτη. Η παράσταση «Εκεί, εκεί στην Κόλαση» των Αbovo, μια συρραφή από απολαυστικά σκετς που αντιμετωπίζουν τη θρησκεία με εξ-αιρετικό χιούμορ, θα έχει και εφέτος την τιμητική της στο Βob Τheatre Festival που θα φιλοξενηθεί στο Χώρα από τις 10 ως τις 16 Μαΐου. Εμπνευστής του φεστιβάλ-γιορτής του νεανικού θεάτρου, ο 35χρονος ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιάννης Σαρακατσάνης. Εν όψει των 19 παραστάσεων που θα παρακολουθήσουμε μέσα σε αυτό το πενθήμερο, μας εξηγεί γιατί οι νέοι φοβούνται το θέατρο και οραματίζεται έναν Τσέχοφ που δεν… δαγκώνει.

– Τι σας ώθησε να δημιουργήσετε το Βob Festival;

«Κάνουμε το φεστιβάλ για τον ίδιο λόγο που δημιουργήσαμε και την ομάδα Αbovo: κρίναμε ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλές παραστάσεις που απευθύνονται στους νέους. Οσα χρόνια ήμουν απλός θεατής, προτού ακόμη πάω στη Σχολή, αλλά και όταν αποφοίτησα, είχα πάντα την αίσθηση ότι οι περισσότερες δουλειές έβγαζαν μια ατμόσφαιρα ελιτισμού, σαν να σου υπαγόρευαν: “Το θέατρο είναι έτσι, θα βαρεθείς και λίγο, τα μισά δεν θα τα καταλάβεις, αλλά δεν πειράζει”. Θυμάμαι το σοκ που είχα νιώσει πριν από δέκα χρόνια όταν είχα πάει με φίλους να δω το “Τέλος του παιχνιδιού” του Μπέκετ στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Το έργο από μόνο του έχει χιούμορ και, όταν αρχίσαμε να γελάμε, οι υπόλοιποι θεατές μάς αγριοκοίταζαν λες και ήμασταν ιερόσυλοι. Αυτή είναι η αντίληψη που έχουμε. Πέρα από τις παραστάσεις των τηλεστάρ που κάνουν μπαμ ότι είναι κωμικές, όλα τα άλλα θεωρούνται κουλτούρα. Ολα τα άλλα είναι Πέμπτη βράδυ γυναικοπαρέα ή σαββατόβραδο με το φουαγέ γεμάτο γούνες».

– Θεωρείτε ότι οι νέοι είναι προκατειλημμένοι με το θέατρο;

«Οταν κάναμε την “Κόλαση” το 2004 μας ενδιέφερε να δημιουργήσουμε μια παράσταση που ως θεατές θα επιλέγαμε να δούμε. Μας ενοχλούσε ότι οι φίλοι μας δεν πήγαιναν στο θέατρο λόγω… τραυματικών εμπειριών: είχαν πάει κάποτε τυχαία ή διαβάζοντας μια κριτική, σκυλοβαρέθηκαν, είπαν “αυτό είναι το θέατρο, δεν το καταλαβαίνω, δεν ξαναπάω”.

– Πώς ορίζετε το «νεανικό θέατρο»;

«Απευθύνεται στον θεατή που είναι παρών εκείνη την ώρα και όχι στον ιδεατό θεατή. Τον εμπλέκει στη δράση και τον κάνει να καταλάβει γιατί πληρώνει 17 ευρώ και όχι 9 που δίνει στο σινεμά. Στόχος μας είναι λοιπόν να ξαναρχίσουν οι νέοι να πηγαίνουν στο θέατρο. Γιατί δεν πάνε. Το φοβούνται. Να καταλάβουν ότι δεν θα τους φάει. Δεν θα τους πάρει ο ύπνος όταν κλείσουν τα φώτα».

– Ποιο είναι το σύνθημα του φεστιβάλ;

«“Θέλουμε να ξαναφέρουμε τους νέους στο θέατρο”. Δεν το κάνουμε ούτε από αλτρουισμό ούτε για την ψυχή της μάνας μας. Για μας το κάνουμε. Είναι το επάγγελμά μας και θέλουμε να διευρύνουμε το αγοραστικό μας κοινό. Και ευτυχώς δεν είμαστε μόνοι. Τα τελευταία πέντε χρόνια υπάρχει μια πολύ καλή δικτύωση από ομάδες».

Η ομάδα Αbovo θα παρουσιάσει την παράσταση «Εκεί, εκεί στην Κόλαση», η οποία συνεχίζει να δημιουργεί ουρές κάθε φορά που παίζεται

– Υπάρχει όμως και υπερπροσφορά ομάδων. Ποια είναι τα συνηθέστερα κλισέ στα οποία σκοντάφτουν οι νέοι δημιουργοί;

«Συχνά υπάρχει μια θολούρα στην πρόθεση. Πολλοί κάνουν μια παράσταση με σκοπό να κάνουν μια πιο… οργανωμένη οντισιόν, μπας και τους δει κάποιος “μεγάλος σκηνοθέτης”. Επίσης έχουν αρχίσει να κουράζουν έργα κατά τα οποία ο καθένας λέει τον πόνο του. Αυτό είναι το κακώς εννοούμενο divised, με την ένδειξη “το κείμενο διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια των προβών”. Αυτό όμως δεν είναι πάντα καλό, κατά τη διάρκεια των προβών μπορούν να ειπωθούν και απίστευτες βλακείες. Επίσης υπάρχει ο υπέρμετρος πειραματισμός: σπάνε τη φόρμα, τις ατάκες, τους ρόλους, καταργούν κάθε κανόνα, ακόμη και ο πιο βασικός- το να περάσει καλά ο θεατής- δεν υπάρχει, θέλουν να τον σοκάρουν, να νιώσει άβολα. Ωραίος ο πειραματισμός, αλλά δεν πρέπει να είναι περισσότερος από το mainstream θέατρο».

– Επομένως το εναλλακτικό έχει ανάγκη το mainstream;

«Ζωτική! Ο εναλλακτικός ιταλικός κινηματογράφος του Φελίνι και του Παζολίνι αναπτύχθηκε όσο η Τσινετσιτά έκοβε τρελά εισιτήρια. Χωρίς Βroadway δενυπάρχει off Βroadway. Στην Ελλάδα όμως έχουμε 100 “πειραματικές” παραστάσεις και 10 “κανονικές”. Ακόμη και το Εθνικό προτείνει κυρίως πειραματισμό. Ολοι θέλουν να επαναστατήσουν. Σε τι ακριβώς; Στον Ρέππα και στον Παπαθανασίου που έχουν τη βούλα του εμπορικού; Σε λίγο εκείνοι θα θεωρούνται επαναστατικοί και οι υπόλοιποι κατεστημένο».

– Ποια είναι τα θέματα που απασχολούν τους νέους δημιουργούς;

«Ο έρωτας ήταν, είναι και θα είναι εκείνος που θα μας απασχολεί πάντα, είτε καταστρέφεται ο κόσμος είτε έχουμε ευημερία. Οι κοινωνικές και οι πολιτικές ανησυχίες δεν είναι τόσο έντονες, αυτό έχει να κάνει και με την άνευρη περίοδο στην οποία μεγαλώσαμε. Πέρυσι ανεβάσαμε το “Μαμά Ελλάδα ”, επηρεασμένοι από τον θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η παράσταση κλείνει με έναν μπουνταλά επαρχιώτη αστυνομικό που σκοτώνει κατά λάθος ένα 15χρονο κορίτσι. Εφέτος τη συνεχίσαμε και ήταν πολύ ευχάριστη έκπληξη το γεγονός ότι μας στήριξε κυρίως κοινό μεγαλύτερης ηλικίας. Μετά τις εκλογές το νεανικό κοινό έδειχνε κουρασμένο από το θέμα, το θεωρούσε πλέον ντεμοντέ. Τα τριάμισι αστεράκια που μας έδωσε εβδομαδιαίο περιοδικό ανέβασαν τον μέσο όρο ηλικίας του κοινού μας και ξαφνικά γεμίσαμε… γούνες. Ισως επειδή οι μεγαλύτεροι ήξεραν ότι κάτι σιγοέβραζε και θα ξεσπούσε και πάλι. Και όντως μετά την ανακοίνωση των οικονομικών μέτρων και τη νέα αναμπουμπούλα γίναμε πάλι της μόδας».

– Τα κλασικά έργα έχουν θέση στο φεστιβάλ;

«Εχουν, φτάνει να είναι αλλιώς ιδωμένα. Π.χ., θα παιχτεί ο “Γλάρος” του Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ξανθόπουλου. Είναι ένας Τσέχοφ που δεν… δαγκώνει. Απογυμνωμένος από σαμοβάρια, άλογα και βαριά φορέματα. Λέει την ιστορία λιτά, χωρίς να κομπλεξάρει τον θεατή αν δεν έχει διαβάσει ποτέ Τσέχοφ στη ζωή του».

– Αν μια κυρία μεγαλύτερης ηλικίας ερχόταν και σας ρωτούσε «τι είναι divised;»,τι θα της απαντούσατε;

«Θα της έλεγα αυτό που μας έλεγε ο Ρον Ιστ, καθηγητής μας στη School of Ρhysical Τheater του Λονδίνου: “Ο Σαίξπηρ ήταν ομάδα. Ολες αυτές οι ρηξικέλευθες ιδέες και οι δαιμόνιες αντιφάσεις δεν είναι δυνατόν να προήλθαν από έναν μόνο εγκέφαλο αλλά από πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους που δούλευαν πυρετωδώς για έναν κοινό σκοπό, το θέατρο”».

  • INFO : Βob Τheatre Festival, 10-16 Μαΐου, Θέατρο Χώρα, Αμοργού 20, Κυψέλη Τηλ.: 210 8673.945