Μάρθα Φριντζήλα: Κάνουμε θέατρο για να σκάσει το χειλάκι σας

Posted: Απρίλιος 7, 2010 in Φριντζήλα Μάρθα
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Ενας φρενήρης, απογειωτικός, μουσικός Λαμπίς. Το τέλειο «άλλοθι» για να κάνει η Μάρθα Φριντζήλα πράξη, υπό ιδανικές συνθήκες, τη σύγκλιση δύο κόσμων που αγαπάει και υπηρετεί με πάθος: του θεάτρου με τη μουσική.

«Αισθάνομαι ότι πατρίδα μου είναι το θέατρο. Δεν μπορώ να φάω το  χάπι της κρίσης», λέει η Μ. Φριντζήλα

«Αισθάνομαι ότι πατρίδα μου είναι το θέατρο. Δεν μπορώ να φάω το χάπι της κρίσης», λέει η Μ. Φριντζήλα

Γιατί η σκηνοθέτιδα επιμένει να μείνει πιστή σε μια ασθμαίνουσα, «παλιομοδίτικη» και πανηγυριώτικη υποκριτική, αλλά και στον διαρκή «εμβολισμό» της με σουξεδιάρικα, ευφρόσυνα, λαϊκά άσματα. Ο,τι με άλλα λόγια απαιτεί το περίφημο βοντβίλ του Λαμπίς «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν». Ανεβαίνει στις 10 Απριλίου στο θέατρο «Πορεία» έχοντας, ούτως ή άλλως, στόχο να μας κάνει να γελάσουμε με την καρδιά μας.

Στη μουσική φάρσα δύο φαινομενικά αταίριαστοι χαρακτήρες, ένας υπηρέτης κι ένας εισοδηματίας, ξυπνούν στο ίδιο κρεβάτι και βρίσκονται μπλεγμένοι στη δολοφονία μιας φτωχής καρβουνιάρισσας. Ο Δημήτρης Τάρλοου ήταν ο βιτριολικός υπηρέτης πριν από 14 χρόνια στην παράσταση του Τάσου Μπαντή στο «Εμπρός». Τη σημερινή, στην οποία πρωταγωνιστεί πλέον ως εισοδηματίας Λανγκλιμέ, την αφιερώνει στη μνήμη του αλησμόνητου σκηνοθέτη.

Οταν μία παράσταση δεν έχει μουσική, αντιμετωπίζετε την πρόζα της σαν μουσική παρτιτούρα κυρία Φριντζήλα;

«Απολύτως. Ο λόγος δίχως τον ρυθμό δεν ισχύει. Ακόμα και διαβάζοντας ένα έργο προσπαθείς να αντιληφθείς το ρυθμό του. Στην «Υπόθεση της οδού Λουρσίν» υπάρχει η αίσθηση ότι ο ηθοποιός σταματά να παίζει για να πει ένα τραγούδι. Στον Λαμπίς ο ηθοποιός στα μισά τραγούδια μιλά ως ρόλος και στα άλλα μισά ως ηθοποιός. Εναν αιώνα πριν από τον Μπρεχτ σταματά η δράση και ο ηθοποιός ζητεί την επιείκεια του κοινού ή περιγράφει τις δυσκολίες του εγχειρήματος».

Ηταν εύκολη η «μετάβαση» αυτή του ηθοποιού από τον ρόλο στο τραγούδι;

«Αποδείχτηκε εύκολη, γιατί οι ηθοποιοί πλέον είναι ταυτόχρονα παρατηρητές των ρόλων τους. Εχει καταρριφθεί ο μύθος της ταύτισης και του «Τέταρτου Τοίχου». Το έργο είναι γραμμένο το 1857 κι απέχει πολλά χιλιόμετρα απ’ το ψυχολογικό θεάτρο -η ρωσική σχολή και ο Στανισλάβσκι δεν υπήρχαν ακόμα. Ως εκ τούτου οι ηθοποιοί είναι ελεύθεροι. Να παίζουν σαν παιδιά και να τραγουδάνε».

Αφήνετε να εννοηθεί ότι η εξέλιξη και η εδραίωση των θεατρικών σχολών είναι «δυνάστες».

«Δυνάστες έγιναν γιατί ασχολούμαστε περισσότερο με το πώς νιώθει ο ηθοποιός όταν παίζει, παρά με το ρόλο που παίζει. Εχουμε φτάσει στο σημείο να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το τι κάνει ο ηθοποιός αφού φύγει από το θέατρο παρά για το τι κάνει όσο βρίσκεται σ’ αυτό».

Η παράστασή σας είναι, με άλλα λόγια, αντίδοτο στα φαινόμενα των καιρών μας;

«Ναι. Προσπαθήσαμε να κάνουμε «παλιό» θέατρο. Να παίξουμε σαν παλιοί ηθοποιοί, τότε που φόραγαν τα ρούχα τους και τα έδειχναν. Που αυτοσχεδίαζαν κάνοντας επιδείξεις χορευτικών και τραγουδιών, που χαίρονταν να παίζουν. Το έργο του Λαμπίς ξεκίνησε ως νούμερα γραμμένα προφανώς για διάσημους κωμικούς της εποχής. Στο τελικό αποτέλεσμα κερδίζει το έδαφος η τέχνη της γλώσσας. Είναι πολύ καλογραμμένο, γεμάτο λογοπαίγνια, ανατροπές, αστεία, εξυπνάδες και πολλά τραγούδια. Η λύση δίνεται στην τελευταία σελίδα, όπου ο ηθοποιός-ρόλος λέει «μη μας παρεξηγήσετε για όσα γίναν’. Τα κάναμε όλα για ένα χαμόγελό σας». Επομένως ο συγγραφέας μάς λέει τι να κάνουμε. Το έργο του γράφτηκε για να σκάσει λίγο το χειλάκι μας. Οταν δίνεται μια τέτοια οδηγία οι ηθοποιοί ό,τι κι αν κάνουν δεν αισθάνονται πως γίνονται γελοίοι. Το θέμα είναι να είναι αστείοι για να γελάσει ο κόσμος. Και προέκυψε μια παράσταση για όλη την οικογένεια, όπως λέγανε παλιά».

Μόνο η χαρά των θεατών σάς απασχόλησε;

«Προσπαθώντας να προσεγγίσουμε την εποχή του έργου, είδαμε ότι συνέβαινε ό,τι και τώρα. Τότε ακόμη γίνονταν στο Παρίσι δημόσιες εκτελέσεις. Σήμερα ζούμε τις εκτελέσεις απ’ την τηλεόραση. Θελήσαμε, λοιπόν, να φανταστούμε πώς ένας ηθοποιός, που ζούσε μέσα σε μια σκληρή καθημερινότητα, φορούσε το βράδυ τα πολύχρωμα ρούχα του και έπαιζε σαν παιδί. Γινόταν κλόουν. Ηταν πολύ σκληρό να κάνει τον τρελό έχοντας υποστεί όλη τη βία της καθημερινότητας. Αυτό είναι το θέατρο. Επρεπε κι εμείς να είμαστε μονίμως διαθέσιμοι για πλάκα».

Τι μουσικές επιλέξατε;

«Εχουμε πολλές αναφορές στην παλιά μουσική, αλλά χρησιμοποιούμε και γνωστές μελωδίες της εποχής μας. Απ’ το «Γκρίζο Γατί» του Χατζιδάκι μέχρι το «Ολα καλά» του Ρουβά».

Ποιο θέατρο σας αφορά; Μετακινείστε με ευκολία από το ένα είδος στο άλλο. Και είναι πάντα σαν να ξεκινάτε απ’ την αρχή.

«Πρώτα και κύρια μ’ ενδιαφέρει η ποίηση. Ο,τι έχω κάνει μέχρι τώρα είναι κοντά στο ποιητικό θέατρο».

Επιμένετε στην ποίηση σε εποχές αντιποιητικές;

«Χρειάζεται ένα «σωσίβιο». Το θεάτρο πάντα ανθεί στις δύσκολες εποχές. Είμαι αισιόδοξη. Ο,τι και να συμβαίνει, μια καλή παράσταση πάντοτε θα αφορά πολλούς. Ακόμα και όσους αγόρασαν το dvd της Τζούλιας Αλεξανδράτου. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι ο καλός άνθρωπος βλέποντας μια καλή παράσταση γίνεται καλύτερος και ο κακός χειρότερος. Δεν ξέρω τι συμβαίνει με τον βλάκα».

Πώς αισθάνεστε σε μια χώρα σε κρίση;

«Ως Ελληνίδα δεν ξέρω πώς αισθάνομαι. Αισθάνομαι ότι η πατρίδα μου είναι το θέατρο, περισσότερο από την Ελλάδα. Δεν μπορώ δηλαδή να φάω το χάπι της κρίσης, να γίνω Ελληνίδα και να υψώσω τη φωνή μου ενάντια στις φωνές που θέλουν να μας εξουδετερώσουν».

Δεν σας πληγώνει η κατάστασή μας;

«Για μένα πάντα τα πράγματα είχαν οικονομική κρίση. Με έχει επηρεάσει η κατάσταση, όχι τόσο για την εικόνα της χώρας και το ότι έγινε περίγελος -ήταν και αναμενόμενο. Αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι ότι ξαφνικά προσπαθούν να συσπειρωθούν οι Ελληνες εναντίον ενός ξένου εχθρού. Ενώ αυτό που συμβαίνει είναι εμφύλιος. Αυτό συνέβαινε πάντα σ’ αυτή τη χώρα. Μεταξύ μας τρωγόμαστε. Και θέλουμε ξαφνικά να πολεμήσουμε τον Γερμανό!».

Θα έρθουν χειρότερες μέρες;

«Επειδή γίνεται αυτή η πλύση εγκεφάλου και καλύτερες μέρες να έρθουν θα τις δούμε χειρότερες. Χρειάζονται 200 χρόνια βασικής εκπαίδευσης, όπως έλεγε ο Πετρόπουλος, για να αρχίσει αυτή η χώρα να αποκτάει δύναμη. Μιλάμε για τις εμποροπανηγύρεις της Ιεράς Οδού, που είναι ένα σκάνδαλο, όταν το σκάνδαλο ξεκινά απ’ τα νηπιαγωγεία. Τα παιδάκια μας αντί να ακούνε «Λιλιπούπολη» και «Λάχανα και Χάχανα», ακούνε Βανδή και Θεοδωρίδου». *

info: Μετάφραση: Νικολέττα Φριντζήλα. Σκηνοθεσία: Μάρθα Φριντζήλα. Σκηνικά-κοστούμια: Αγγελος Μέντης. Μουσική: Βασίλης Μαντζούκης. Με τους Δημήτρη Τάρλοου, Ταμίλα Κουλίεβα, Ερρίκο Λίτση, Παναγιώτη Τσεβά και Μιχ. Φωτόπουλο. Ζωντανή μουσική παίζουν ο Π. Τσεβάς και ο Κώστας Νικολόπουλος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s