Αρχείο για Απρίλιος 7, 2010

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Ενα νέο «αστέρι» της βρετανικής δραματουργίας, ο βραβευμένος 30χρονος Μάικ Μπάρτλετ, που, όπως επισημαίνει ο «Γκάρντιαν», «κερδίζει τις καρδιές του σύγχρονου κοινού», συστήθηκε ήδη και στους Ελληνες θεατές.

«Η  μεγάλη δύναμη των εταιρειών οδηγεί στη συστηματική κακοποίηση των  εργαζομένων» λέει ο Μ. Μπάρτλετ

«Η μεγάλη δύναμη των εταιρειών οδηγεί στη συστηματική κακοποίηση των εργαζομένων» λέει ο Μ. Μπάρτλετ

Οι «Οροι Συμβολαίου», ένα ρεαλιστικά σκληρό θεατρικό έργο για τους απάνθρωπους όρους εργασίας στις σύγχρονες πολυεθνικές εταιρείες, παρουσιάζεται, σε σκηνοθεσία Φώτη Μακρή, στο «Στούντιο Μαυρομιχάλη». Τις δύο ηρωίδες, προϊσταμένη και υπάλληλο, ενσαρκώνουν οι Στέλλα Κρούσκα και Εκάβη Ντούμα.

«Σχεδόν όλα τα θεατρικά είναι έργα για ανθρώπους σε κρίση», υποστηρίζει ο «writer in residence» στο Royal Court Theatre, Μπάρτλετ. «Και στα δικά μου έργα οι ήρωες αντιμετωπίζουν διλήμματα, που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους. Είναι όλοι σύγχρονοι άνδρες και γυναίκες, όπως οι θεατές που τους παρακολουθούν. Ελπίζω ότι το κοινό θα φαντάζεται τι θα μπορούσε να κάνει σε μια παρόμοια κατάσταση με αυτή που βλέπει στη σκηνή».

Οι «Οροι Συμβολαίου» ήταν η ευκαιρία να μιλήσετε γενικότερα για την απρόσωπη εποχή μας; Οι μεταφορές και τα σύμβολα σας ενδιαφέρουν;

«Ελπίζω το έργο μου να μιλά κατ’ αρχάς με άμεσο τρόπο για την κατάσταση ενός σύγχρονου γραφείου και ευρύτερα για την κοινωνία μας. Το θεατρικό κοινό είναι βουλιμικό για μηνύματα κι αυτό αποτελεί μέρος των «αρμοδιοτήτων» ενός συγγραφέα. Οπότε, μπορεί κανείς να διαβάσει τους «Ορους Συμβολαίου» «κυριολεκτικά», απλά ως ένα έργο που αφορά μια κακή εταιρεία και την υπάλληλό της. Μπορεί, όμως, να ανακαλύψει μεταφορές και σύμβολα».

Εχετε συναντήσει χαρακτήρες σαν τις δύο ηρωίδες του έργου σας; Συνήθως ξέρετε αυτούς για τους οποίους γράφετε;

«Οχι πάντα. Τα καλά έργα είναι συνήθως ένας συνδυασμός προσωπικών εμπειριών, παρατήρησης και φαντασίας. Θεωρώ ότι πολλοί είναι οι θεατές που έχουν ζήσει παρόμοιες εμπειρίες με αυτές του έργου. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν είχε αφεντικό, το οποίο κρυβόταν πίσω από μια ξύλινη επαγγελματική γλώσσα. Πολλοί έχουμε ζήσει την πίεση μιας επιχείρησης προκειμένου να βγάλει κέρδος, με κόστος τα συναισθήματα και την προσωπική ζωή των υπαλλήλων της».

Η υπάλληλος στο «Οροι Συμβολαίου» διεκδικεί να διασώσει ένα κομμάτι από την προσωπική της ελευθερία ή μήπως τελικά προτιμά να την απεμπολήσει στο όνομα μιας ανερχόμενης καριέρας ;

«Την απάντηση πρέπει να τη δώσει ελεύθερα η εκάστοτε παράσταση και ο ηθοποιός. Εγώ, όμως, πιστεύω πως η ηρωίδα θεωρεί την προσωπική ελευθερία της σημαντική υπόθεση».

Βλέπετε συχνά να θυσιάζονται ζωές στο όνομα της καριέρας;

«Ναι, ειδικά σήμερα που τα πράγματα είναι δύσκολα από οικονομικής άποψης. Αν και πάντα υπάρχει μια ένταση μεταξύ της δουλειάς και της οικογένειας ή των φίλων. Η σημερινή διαφορά είναι ότι οι εταιρείες έχουν αποκτήσει τόσο μεγάλη δύναμη, που οι εργαζόμενοι έχουν χάσει την ατομική ευθύνη. Αυτό οδηγεί όμως στη συστηματική κακοποίησή τους» .

Αυτό που θα λέγαμε «μοντέρνο έργο», από ποια συστατικά συνίσταται; Προσδιορίζονται;

«Οχι. Το καλό με τη σύγχρονη δραματουργία είναι ότι μπορεί να είναι τα πάντα και μέσα σε αυτήν να συμβούν επίσης τα πάντα».

Μπορεί το θέατρο να παίξει ενεργό ρόλο στις σύγχρονες κοινωνίες;

«Οσο αυξάνονται τα «κατά παραγγελία» τηλεοπτικά και κινηματογραφικά δράματα, λαχταρούμε μια διαφορετική ομαδική εμπειρία ψυχαγωγίας. Είμαστε «απελπισμένοι» για «γεγονότα» είτε πρόκειται για τηλεοπτικά ζωντανά δράματα είτε για σπορ είτε για ειδήσεις είτε ακόμα και για θέατρο».

Πού βλέπετε να πορευόμαστε ως κοινωνία; Είστε αισιόδοξος;

«Μακροπρόσθεσμα, είμαι αισιόδοξος. Η ανθρωπότητα, έστω αργόσυρτα, εξελίσσεται -και πολιτικά και κοινωνικά. Ωστόσο μπαίνουμε σε μια προβληματική περίοδο λιτότητας, άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατάρρευση των οικονομικών μοντέλων που ξέραμε, το νέο κύμα θρησκοληψίας, τις κλιματικές αλλαγές και την έλλειψη προοδευτικών πολιτικών ιδεολογιών. Εχω την αίσθηση ότι θα αναπολούμε την τελευταία 20ετία, όπως αναπολούμε την ηρεμία πριν από τη θύελλα».

Τι σας φοβίζει;

«Οταν οι άνθρωποι τοποθετούν την πίστη πριν από τη σκέψη. Και όταν από τον φόβο τους, αντί να είναι λογικοί, επιτίθενται ο ένας στον άλλο. Η Ελβετία δεν θα έπρεπε να απαγορεύσει τους μιναρέδες. Η Γαλλία δεν θα έπρεπε να απαγορεύσει την μπούρκα. Οι κοινωνίες και ο πολιτισμός μας στηρίζονται στην ελευθερία του λόγου και στον διάλογο. Είναι ανησυχητικό που πλέον δεν εμπιστευόμαστε τις αρχές μας».

Η ομοφυλοφυλία σας έχει επηρεάσει με κάποιο τρόπο τη δραματουργία σας;

«Στο πρόσφατο έργο μου «Cock» («Κόκορας»), γράφω για μια μάλλον ρευστή ιδέα περί σεξουαλικότητας. Ο βασικός ήρωας αναρωτιέται για την αναγκαιότητα των αυστηρών προσδιορισμών της ομοφυλοφιλίας ή της ετεροφυλοφιλίας. Δεν μου αρέσει να προσδιορίζομαι ως ομοφυλόφιλος ή ετεροφυλόφιλος, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν επιθυμώ να διαβάζονται τα έργα μου με απλοϊκούς όρους. Πάντως, αυτό τον καιρό διατηρώ σχέση με μια γυναίκα».*

Advertisements
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Ενας φρενήρης, απογειωτικός, μουσικός Λαμπίς. Το τέλειο «άλλοθι» για να κάνει η Μάρθα Φριντζήλα πράξη, υπό ιδανικές συνθήκες, τη σύγκλιση δύο κόσμων που αγαπάει και υπηρετεί με πάθος: του θεάτρου με τη μουσική.

«Αισθάνομαι ότι πατρίδα μου είναι το θέατρο. Δεν μπορώ να φάω το  χάπι της κρίσης», λέει η Μ. Φριντζήλα

«Αισθάνομαι ότι πατρίδα μου είναι το θέατρο. Δεν μπορώ να φάω το χάπι της κρίσης», λέει η Μ. Φριντζήλα

Γιατί η σκηνοθέτιδα επιμένει να μείνει πιστή σε μια ασθμαίνουσα, «παλιομοδίτικη» και πανηγυριώτικη υποκριτική, αλλά και στον διαρκή «εμβολισμό» της με σουξεδιάρικα, ευφρόσυνα, λαϊκά άσματα. Ο,τι με άλλα λόγια απαιτεί το περίφημο βοντβίλ του Λαμπίς «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν». Ανεβαίνει στις 10 Απριλίου στο θέατρο «Πορεία» έχοντας, ούτως ή άλλως, στόχο να μας κάνει να γελάσουμε με την καρδιά μας.

Στη μουσική φάρσα δύο φαινομενικά αταίριαστοι χαρακτήρες, ένας υπηρέτης κι ένας εισοδηματίας, ξυπνούν στο ίδιο κρεβάτι και βρίσκονται μπλεγμένοι στη δολοφονία μιας φτωχής καρβουνιάρισσας. Ο Δημήτρης Τάρλοου ήταν ο βιτριολικός υπηρέτης πριν από 14 χρόνια στην παράσταση του Τάσου Μπαντή στο «Εμπρός». Τη σημερινή, στην οποία πρωταγωνιστεί πλέον ως εισοδηματίας Λανγκλιμέ, την αφιερώνει στη μνήμη του αλησμόνητου σκηνοθέτη.

Οταν μία παράσταση δεν έχει μουσική, αντιμετωπίζετε την πρόζα της σαν μουσική παρτιτούρα κυρία Φριντζήλα;

«Απολύτως. Ο λόγος δίχως τον ρυθμό δεν ισχύει. Ακόμα και διαβάζοντας ένα έργο προσπαθείς να αντιληφθείς το ρυθμό του. Στην «Υπόθεση της οδού Λουρσίν» υπάρχει η αίσθηση ότι ο ηθοποιός σταματά να παίζει για να πει ένα τραγούδι. Στον Λαμπίς ο ηθοποιός στα μισά τραγούδια μιλά ως ρόλος και στα άλλα μισά ως ηθοποιός. Εναν αιώνα πριν από τον Μπρεχτ σταματά η δράση και ο ηθοποιός ζητεί την επιείκεια του κοινού ή περιγράφει τις δυσκολίες του εγχειρήματος».

Ηταν εύκολη η «μετάβαση» αυτή του ηθοποιού από τον ρόλο στο τραγούδι;

«Αποδείχτηκε εύκολη, γιατί οι ηθοποιοί πλέον είναι ταυτόχρονα παρατηρητές των ρόλων τους. Εχει καταρριφθεί ο μύθος της ταύτισης και του «Τέταρτου Τοίχου». Το έργο είναι γραμμένο το 1857 κι απέχει πολλά χιλιόμετρα απ’ το ψυχολογικό θεάτρο -η ρωσική σχολή και ο Στανισλάβσκι δεν υπήρχαν ακόμα. Ως εκ τούτου οι ηθοποιοί είναι ελεύθεροι. Να παίζουν σαν παιδιά και να τραγουδάνε».

Αφήνετε να εννοηθεί ότι η εξέλιξη και η εδραίωση των θεατρικών σχολών είναι «δυνάστες».

«Δυνάστες έγιναν γιατί ασχολούμαστε περισσότερο με το πώς νιώθει ο ηθοποιός όταν παίζει, παρά με το ρόλο που παίζει. Εχουμε φτάσει στο σημείο να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το τι κάνει ο ηθοποιός αφού φύγει από το θέατρο παρά για το τι κάνει όσο βρίσκεται σ’ αυτό».

Η παράστασή σας είναι, με άλλα λόγια, αντίδοτο στα φαινόμενα των καιρών μας;

«Ναι. Προσπαθήσαμε να κάνουμε «παλιό» θέατρο. Να παίξουμε σαν παλιοί ηθοποιοί, τότε που φόραγαν τα ρούχα τους και τα έδειχναν. Που αυτοσχεδίαζαν κάνοντας επιδείξεις χορευτικών και τραγουδιών, που χαίρονταν να παίζουν. Το έργο του Λαμπίς ξεκίνησε ως νούμερα γραμμένα προφανώς για διάσημους κωμικούς της εποχής. Στο τελικό αποτέλεσμα κερδίζει το έδαφος η τέχνη της γλώσσας. Είναι πολύ καλογραμμένο, γεμάτο λογοπαίγνια, ανατροπές, αστεία, εξυπνάδες και πολλά τραγούδια. Η λύση δίνεται στην τελευταία σελίδα, όπου ο ηθοποιός-ρόλος λέει «μη μας παρεξηγήσετε για όσα γίναν’. Τα κάναμε όλα για ένα χαμόγελό σας». Επομένως ο συγγραφέας μάς λέει τι να κάνουμε. Το έργο του γράφτηκε για να σκάσει λίγο το χειλάκι μας. Οταν δίνεται μια τέτοια οδηγία οι ηθοποιοί ό,τι κι αν κάνουν δεν αισθάνονται πως γίνονται γελοίοι. Το θέμα είναι να είναι αστείοι για να γελάσει ο κόσμος. Και προέκυψε μια παράσταση για όλη την οικογένεια, όπως λέγανε παλιά».

Μόνο η χαρά των θεατών σάς απασχόλησε;

«Προσπαθώντας να προσεγγίσουμε την εποχή του έργου, είδαμε ότι συνέβαινε ό,τι και τώρα. Τότε ακόμη γίνονταν στο Παρίσι δημόσιες εκτελέσεις. Σήμερα ζούμε τις εκτελέσεις απ’ την τηλεόραση. Θελήσαμε, λοιπόν, να φανταστούμε πώς ένας ηθοποιός, που ζούσε μέσα σε μια σκληρή καθημερινότητα, φορούσε το βράδυ τα πολύχρωμα ρούχα του και έπαιζε σαν παιδί. Γινόταν κλόουν. Ηταν πολύ σκληρό να κάνει τον τρελό έχοντας υποστεί όλη τη βία της καθημερινότητας. Αυτό είναι το θέατρο. Επρεπε κι εμείς να είμαστε μονίμως διαθέσιμοι για πλάκα».

Τι μουσικές επιλέξατε;

«Εχουμε πολλές αναφορές στην παλιά μουσική, αλλά χρησιμοποιούμε και γνωστές μελωδίες της εποχής μας. Απ’ το «Γκρίζο Γατί» του Χατζιδάκι μέχρι το «Ολα καλά» του Ρουβά».

Ποιο θέατρο σας αφορά; Μετακινείστε με ευκολία από το ένα είδος στο άλλο. Και είναι πάντα σαν να ξεκινάτε απ’ την αρχή.

«Πρώτα και κύρια μ’ ενδιαφέρει η ποίηση. Ο,τι έχω κάνει μέχρι τώρα είναι κοντά στο ποιητικό θέατρο».

Επιμένετε στην ποίηση σε εποχές αντιποιητικές;

«Χρειάζεται ένα «σωσίβιο». Το θεάτρο πάντα ανθεί στις δύσκολες εποχές. Είμαι αισιόδοξη. Ο,τι και να συμβαίνει, μια καλή παράσταση πάντοτε θα αφορά πολλούς. Ακόμα και όσους αγόρασαν το dvd της Τζούλιας Αλεξανδράτου. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι ο καλός άνθρωπος βλέποντας μια καλή παράσταση γίνεται καλύτερος και ο κακός χειρότερος. Δεν ξέρω τι συμβαίνει με τον βλάκα».

Πώς αισθάνεστε σε μια χώρα σε κρίση;

«Ως Ελληνίδα δεν ξέρω πώς αισθάνομαι. Αισθάνομαι ότι η πατρίδα μου είναι το θέατρο, περισσότερο από την Ελλάδα. Δεν μπορώ δηλαδή να φάω το χάπι της κρίσης, να γίνω Ελληνίδα και να υψώσω τη φωνή μου ενάντια στις φωνές που θέλουν να μας εξουδετερώσουν».

Δεν σας πληγώνει η κατάστασή μας;

«Για μένα πάντα τα πράγματα είχαν οικονομική κρίση. Με έχει επηρεάσει η κατάσταση, όχι τόσο για την εικόνα της χώρας και το ότι έγινε περίγελος -ήταν και αναμενόμενο. Αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι ότι ξαφνικά προσπαθούν να συσπειρωθούν οι Ελληνες εναντίον ενός ξένου εχθρού. Ενώ αυτό που συμβαίνει είναι εμφύλιος. Αυτό συνέβαινε πάντα σ’ αυτή τη χώρα. Μεταξύ μας τρωγόμαστε. Και θέλουμε ξαφνικά να πολεμήσουμε τον Γερμανό!».

Θα έρθουν χειρότερες μέρες;

«Επειδή γίνεται αυτή η πλύση εγκεφάλου και καλύτερες μέρες να έρθουν θα τις δούμε χειρότερες. Χρειάζονται 200 χρόνια βασικής εκπαίδευσης, όπως έλεγε ο Πετρόπουλος, για να αρχίσει αυτή η χώρα να αποκτάει δύναμη. Μιλάμε για τις εμποροπανηγύρεις της Ιεράς Οδού, που είναι ένα σκάνδαλο, όταν το σκάνδαλο ξεκινά απ’ τα νηπιαγωγεία. Τα παιδάκια μας αντί να ακούνε «Λιλιπούπολη» και «Λάχανα και Χάχανα», ακούνε Βανδή και Θεοδωρίδου». *

info: Μετάφραση: Νικολέττα Φριντζήλα. Σκηνοθεσία: Μάρθα Φριντζήλα. Σκηνικά-κοστούμια: Αγγελος Μέντης. Μουσική: Βασίλης Μαντζούκης. Με τους Δημήτρη Τάρλοου, Ταμίλα Κουλίεβα, Ερρίκο Λίτση, Παναγιώτη Τσεβά και Μιχ. Φωτόπουλο. Ζωντανή μουσική παίζουν ο Π. Τσεβάς και ο Κώστας Νικολόπουλος.

  • Ηθοποιός, σκηνοθέτης, τραγουδιστής, μουσικός επιμελητής, δάσκαλος ορθοφωνίας και υποκριτικής. «Τι από όλα αυτά είμαι τελικά;» ρώτησε έναν φίλο του ψυχολόγο και αυτός του απάντησε: «Ολα

  • ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΑΣΤΡΑΠΕΛΛΟΥ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΝΤΟΣ | Τρίτη 6 Απριλίου 2010  [ 13:32 ]

Aν ισχύει ότι το σπίτι αντικατοπτρίζει την προσωπικότητα του ιδιοκτήτη του, τότε ο Γιώργος Νανούρης είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Στο αστικό κέντρο της βαβούρας και της πολυκοσμίας, αλλά και ελαφρώς απόμερα (λίγο πιο κάτω από την πλατεία Βικτωρίας), με υποδέχεται στο διαμέρισμα που έχει ο ίδιος διακοσμήσει. Το σπίτι φέρει τη σφραγίδα ενός γνώστη των τάσεων του ντιζάιν, ο οποίος ταυτόχρονα αναγνωρίζει την ομορφιά και στα πιο ευτελή αντικείμενα. Ακριβώς όπως και ο χώρος του, ο καλαίσθητος Γιώργος Νανούρης είναι ζεστός, απροσποίητος, οικείος, φωτεινός και – το κυριότερο – δεν μένει προσκολλημένος σε μια καλλιτεχνική «τάση». Ηθοποιός, πρωτίστως στο θέατρο αλλά και στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, και βεβαίως σκηνοθέτης, μια και η αφορμή που με έφερε στο κατώφλι του είναι η σπαρακτική «Πέτρα της υπομονής» που σκηνοθετεί στο θέατρο Χώρα. Μία παράσταση βασισμένη στο βραβευμένο με Γκονκούρ το 2008 μυθιστόρημα του Γαλλοαφγανού Ατίκ Ραχίμι, με θέμα την (τραγική) θέση της γυναίκας στο Αφγανιστάν σήμερα. Παράλληλα υπογράφει τη μουσική επιμέλεια στη νέα παράσταση του Δάνη Κατρανίδη, έχει τραγουδήσει με τον Κραουνάκη και έχει διδάξει ορθοφωνία και υποκριτική. «Εχω κάνει τον φωτιστή, έχω βάψει, έχω φτιάξει σκηνικά. Εχω κάνει τα πάντα. Πιο μικρός αναρωτιόμουν: “Τελικά, τι είμαι από όλα αυτά”; Το συζητούσα με έναν φίλο μου ψυχολόγο, σύμφωνα με τον οποίο είμαι όλα αυτά μαζί. Ηταν τόσο απλό. Και λέω, ναι, είμαι όλα αυτά».

  • Πώς αποφάσισες να διασκευάσεις το συγκεκριμένο κείμενο του Ατίκ Ραχίμι;

Μου το σύστησε η Ολια Λαζαρίδου. Είχαμε δουλέψει μαζί στο σίριαλ «Ταξίμ» που έκανα για την κρατική τηλεόραση και από τότε γίναμε φίλοι. Το καλοκαίρι που βρήκα τον χρόνο το διάβασα. Δεν σκηνοθετώ συνέχεια. Από το «Εδώ» πέρασαν δύο χρόνια για να επιστρέψω στη σκηνοθεσία. Οταν ένα κείμενο για κάποιον λόγο μού χτυπήσει μια χορδή, ακόμη και αν δεν είναι γραμμένο για το θέατρο, σκέφτομαι πώς μπορεί να γίνει θέατρο.

  • Υπήρξε κάτι συγκεκριμένο που σε άγγιξε στην ιστορία;

Μου θύμισε πολλά πράγματα από τη μητέρα μου, αλλά και από άλλες αφηγήσεις που έχω ακούσει από μεγάλες γυναίκες στο παρελθόν. Μολονότι ο πολιτισμός είναι διαφορετικός και η θέση της γυναίκας είναι σαφέστατα ευνοϊκότερη, υπάρχουν πολλές κοινές αναφορές σε σχέση με το πώς μια γυναίκα διεκδικεί τον άντρα της, την αγάπη, το χάδι του. Και από νεότερες φίλες μου έχω ακούσει διάφορα για τις σχέσεις. Παράπονα ότι δεν είναι ικανοποιημένες, ότι οι άντρες σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους. Βέβαια, ταυτόχρονα, με ένα τέτοιο έργο πληροφορείς για το τι συμβαίνει στο Αφγανιστάν.

  • Θεώρησα ότι η επιλογή σου είχε να κάνει περισσότερο με την κοινωνική ευαισθησία που επιδεικνύεις, κρίνοντας και από το «Εδώ», το οποίο βασιζόταν σε μαρτυρίες μεταναστών δημοσιευμένες από τον δημοσιογράφο Γκαζμέντ Καπλάνι. Εκανα λάθος;

Δεν κάθησα να σκεφτώ τι συμβαίνει στο Αφγανιστάν ούτε είχα κατά νου να μιλήσω για τους μετανάστες. Δεν είμαι τόσο καλός άνθρωπος, δεν γνώριζα τίποτε. Μόνον όταν διάβασα τα κείμενα συνειδητοποίησα τι συμβαίνει και σκέφτηκα να το μεταφέρω και σε άλλους, να το κάνω παράσταση. Με αγγίζουν αυτά τα θέματα. Ολους δεν μας αγγίζουν;

  • Γιατί δεν κράτησες έναν ρόλο και για τον εαυτό σου σε κάποια από τις παραστάσεις;

Στην πρώτη μου σκηνοθεσία στο Θέατρο Εμπρός το είχα αποπειραθεί και ήταν τρομερά δύσκολο. Μοιραία, θα χάσεις κάποιο κομμάτι. Αλλωστε δεν δουλεύω και τόσα χρόνια ως ηθοποιός ούτε ως σκηνοθέτης ώστε να επικαλεστώ κάποιες δικλίδες ασφαλείας αν χρειαστεί. Δεν μπορώ να κάνω και τα δύο ταυτόχρονα τόσο άνετα. Μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να τα καταφέρω.

  • Ποια ιδιότητα σε ικανοποιεί περισσότερο, του ηθοποιού ή του σκηνοθέτη;

Είμαι κατ’ αρχάς ηθοποιός και ως τέτοιος συστήνομαι. Εχω κάνει 30 παραστάσεις ως ηθοποιός και τέσσερις ως σκηνοθέτης, οπότε δεν θα μπορούσα να δηλώσω το δεύτερο. Προέκυψε χωρίς να το επιδιώξω και πάει καλά. Ανταποκρίνεται ο κόσμος, ανταποκρίνονται τα μέσα. Δεν θέλω να ασχολούμαι αποκλειστικά με τη σκηνοθεσία. Μετά το «Εδώ» μου είχαν προτείνει πέντε φορές να κάνω κάποια δουλειά και δεν το έκανα. Δεν είμαι κατά παραγγελίαν σκηνοθέτης.

  • Γιατί πιστεύεις ότι ανταποκρίθηκε ο κόσμος;

Αυτό δεν το ξέρω. Γνωρίζω όμως ότι και στις δύο παραστάσεις δουλέψαμε με ειλικρίνεια. Κάναμε αυτό που μας άρεσε. Δεν υπάρχει κάποια συνταγή για να ακολουθήσεις. Απλώς πρέπει να έχεις ένα αληθινό, ένα «αγνό» κίνητρο. Εμείς δουλέψαμε μόνοι μας, χωρίς χρήματα.

Είναι εφικτό να γίνονται έτσι δουλειές;

Μπορούν δεν μπορούν, γίνονται. Πολλοί καλλιτέχνες, και όχι μόνο εγώ, έχουμε δουλέψει χωρίς λεφτά όταν δεν υπήρχε οικονομική κρίση, πόσω μάλλον τώρα. Δεν χρειάζεται πάντα να έχεις μεγάλο κεφάλαιο για να κάνεις μια παράσταση. Το «Εδώ» το κάναμε με μηδενικό κόστος. Δεν είχαμε φώτα; ?ραία, πήραμε φακούς. Δεν είχαμε σκηνικά; Το κάναμε σε έναν άδειο χώρο. Υπάρχουν πράγματα που μπορείς να κάνεις με λίγα χρήματα. Ή, αν είσαι τρελός, χωρίς.

  • Δεν σε ανησυχεί το επισφαλές κλίμα στο οποίο ζούμε τον τελευταίο καιρό;

Με ανησυχεί. Ως ηθοποιός όμως πάντοτε έτσι ζούσα. Ηξερα ότι έξι μήνες έχω δουλειά, έξι δεν έχω. Η πιθανότητα να περάσω ένα μεγάλο διάστημα με ελάχιστα ή χωρίς λεφτά μού είναι κάτι οικείο. Θα είναι μεγάλη έκπληξη για εκείνους που είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι. Για εκείνους που έχουν μια κανονικότητα και ξαφνικά τη χάνουν.

  • Σε ποιον βαθμό πιστεύεις ότι το θέατρο μπορεί να αφυπνίσει συνειδήσεις ή να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα σε μια κοινωνία;

Το είδα με την ταινία του Διαμαντόπουλου που αφορούσε ανθρώπους οι οποίοι έχουν κάνει εγχείριση αλλαγής φύλου, το είδα και με τις ιστορίες μεταναστών. Ο κόσμος αντιδρούσε. Ελεγε: «Δεν το ξέραμε, τι μπορούμε να κάνουμε;». Ενιωθαν περίεργα, άσχημα. Το θέατρο λειτουργεί ως μεγεθυντικός φακός. Δεν ξέρω αν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, ξέρω ότι μπορεί να τα δείξει με έναν τρόπο που δεν έχεις μάθει ή δεν έχεις σκεφτεί να τα δεις. Οσο καλά όμως και να πηγαίνει μια παράσταση, το κοινό του θεάτρου είναι μικρό, δεν είναι το κοινό της τηλεόρασης.

  • Είπες πριν ότι η σκηνοθεσία προέκυψε. Πώς μπορεί να προκύψει κάτι τέτοιο;

Την πρώτη μου παράσταση, το «Ονειρο για δύο», στο Εμπρός, τη σκηνοθέτησα μια χρονιά που δεν είχα βρει δουλειά ως ηθοποιός. ?ραία, δεν με πήρε κανείς, και τώρα, τι θα κάνω, θα κάθομαι; Υπήρχε αυτό το έργο που μου άρεσε, οπότε είπα να το κάνω μόνος μου. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια. Πηγαίνω και χτυπάω την πόρτα σε ανθρώπους με τους οποίους θέλω να δουλέψω. Δεν θεωρώ ότι θα με πάρει κάποιος τηλέφωνο ή ότι πρέπει να με ξέρει για να με πάρει τηλέφωνο. Και δεν ντρέπομαι να το κάνω.

  • Εχει αποδώσει αυτή η τακτική;

Ναι. Αν και υπάρχουν κάποιοι που με περνάνε για τρελό. Παλαιότερα, όταν ήμουν μικρότερος, κάποιοι απορούσαν που το έκανα. Αλλοι το έβρισκαν φυσιολογικό. Πώς αλλιώς θα γίνει; Θα κάτσω σπίτι μου περιμένοντας να με ανακαλύψει κάποιος;

  • Είσαι υπερδραστήριος καλλιτεχνικά. Εχεις χρόνο για την προσωπική σου ζωή;

Πάντοτε έχεις. Οποιος λέει το αντίθετο είναι ψεύτης. Κανείς δεν δουλεύει εκατό ώρες την ημέρα. Μπορεί ανά περιόδους να μην προφταίνεις, αλλά τελικά πάντοτε υπάρχουν κενά. Και όταν γυρίζεις σπίτι σου, είσαι σπίτι σου. Υπάρχει χρόνος και για τους φίλους και για τα ερωτικά. Αλλιώς, τι είμαστε; Πάντως, στην παρούσα φάση δεν έχω προσωπική ζωή, όχι επειδή δεν έχω χρόνο.

  • Ποιο είναι το όνειρό σου; Θα ήθελες να έχεις μια μέρα το δικό σου θέατρο;

Καθόλου. Είναι μεγάλο το άγχος της συντήρησης και μπορεί να σε πάει αλλού προκειμένου να ανταποκριθείς στις υποχρεώσεις. Να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις. Οταν ήμουν μικρός, έκανα πολλά όνειρα. Πλέον δεν έχω όνειρα του είδους να παίξω τον συγκεκριμένο ρόλο. Εχω όνειρα σχετικά με ποιους ανθρώπους θέλω να συνεργαστώ.

  • Ποιοι είναι αυτοί;

Δεν θα πω ονόματα. Εκείνοι ξέρουν ποιοι είναι. Πηγαίνω και τους το λέω.

  • Ακούγεται κλισέ, αλλά βρίσκω ότι παραμένει ενδιαφέρουσα η ερώτηση: Φίλους έχεις κάνει σε αυτή τη δουλειά;

Και βέβαια. Μου κάνει τρομερή εντύπωση που ακούω να λένε «δεν υπάρχουν φιλίες σε αυτή τη δουλειά». Μου φαίνεται αδιανόητο, είναι μια εργασία κατ’ εξοχήν ομαδική.

  • Και μια δουλειά με κατ’ εξοχήν ναρκισσιστικές προσωπικότητες ίσως;

Οταν ξέρεις ποιος είναι ο άλλος και ποιος είσαι εσύ, δεν δημιουργείται πρόβλημα. Οταν νομίζεις ότι είσαι κάτι άλλο ή όταν υποτιμάς τον απέναντι για να νιώσεις ότι είσαι ανώτερος, τότε δημιουργείται. Πρέπει να ξέρεις τη θέση σου. Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν, βέβαια, αντιπάθειες. Νομίζω, ωστόσο, ότι αν δεν τα θέλεις αυτά τα πράγματα, δεν τα ελκύεις. Εχω γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι είναι πολύ δοτικοί, ακριβώς επειδή είναι χορτάτοι. Ο Δάνης Κατρανίδης, η Ολια Λαζαρίδου, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Γιάννης Διαμαντόπουλος είναι όλοι τους άνθρωποι πολύ γενναιόδωροι.

INFO: Η παράσταση «Η πέτρα της υπομονής», με πρωταγωνίστρια τη Νεκταρία Γιαννουδάκη, παρουσιάζεται στο θέατρο Χώρα (σκηνή Μικρή Χώρα, Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ. 210 8673 945) και θα συνεχιστεί και μετά το Πάσχα. Ο Γιώργος Νανούρης στις 23 Μαρτίου θα συμμετέχει στο «24 Hours play», στο θέατρο Χώρα, ως σκηνοθέτης και ως ηθοποιός, ενώ στις 24 και στις 25 Απριλίου θα συμμετέχει στην παράσταση «Στροφοδίνες και Τζελαλουντίν Ρουμί», ένα event με στροβιλισμούς στο Μουσείο Μπενάκη.