Αρχείο για Μαρτίου, 2010

  • Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός μιλάει για τις παιδικές ασθένειες του θεάτρου, για το γιουχάισμα στην Επίδαυρο, για τη γενναιοδωρία του κοινού, για την ξενοφοβία

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Κάτι τρέχει στην πλατεία Βικτωρίας: περισσότερα από 15.000 άτομα έσπευσαν στο θέατρο Πορεία για να δουν την παράσταση «Το κτήνος στο φεγγάρι», ενώ μια μεγάλη λίστα αναμονής αναγράφει τα ονόματα όσων δεν τα κατάφεραν ακόμη. Με το θέατρό του να πηγαίνει κόντρα στην οικονομική κρίση παρουσιάζοντας πληρότητα 110%, ο 45χρονος ηθοποιός, σκηνοθέτης και μεταφραστής Δημήτρης Τάρλοου έχει κάθε λόγο να είναι αισιόδοξος. Γνωρίζοντας ωστόσο ότι στο όνομα της λιτότητας δεν θα εισπράξει ούτε ένα επιχορηγούμενο ευρώ, μιλά για τη «μάχη με το ταμείο», τις παιδικές ασθένειες του θεάτρου, αλλά και τη συχνή ξενοφοβία κοινού και δημιουργών.

– Πού αποδίδετε τη μεγάλη επιτυχία της παράστασης «Το κτήνος στο φεγγάρι»;

«Αποφασίσαμε να ξανανεβάσουμε το έργο ύστερα από δέκα ολόκληρα χρόνια. Είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα που πέτυχε. Τόσο εγώ όσο και η Ταμίλα Κουλίεβα βρήκαμε νέους κώδικες και εξελίξαμε τους παλιούς. Και αυτό φαίνεται ότι εκτιμήθηκε από το κοινό». – Θεωρείτε ότι δέκα χρόνια αργότερα το ελληνικό κοινό έχει εξελιχθεί;

«Αυτό είναι βέβαιο. Κατ΄ αρχήν, υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι που έχουν παρακολουθήσει πολλές αξιόλογες ξένες παραστάσεις, είτε στο πλαίσιο εγχώριων φεστιβάλ είτε ταξιδεύοντας εκτός συνόρων. Αυτή η παγκοσμιοποίηση του θεάτρου μάς έχει κάνει καλό. Παλιά πολλοί έλληνες σκηνοθέτες δρούσαν ανεξέλεγκτα, συμπεριφέρονταν σαν Προμηθέας που φέρνει τη φωτιά στους θνητούς, ενώ στην ουσία αντέγραφαν δουλειές ξένων συναδέλφων τους. Τώρα δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο, πολλοί θεατές είναι εξίσου ενημερωμένοι και μπορούν να τους ξεμπροστιάσουν».

– Ωστόσο έχουμε δει κάποιες ακραίες αντιδράσεις όπως έντονο γιουχάισμα σε ξένους σκηνοθέτες στην Επίδαυρο και από την πλευρά του κοινού…

«Και εδώ η συζήτηση είναι μεγάλη, καθώς το κοινό δεν είναι ένα. Ποιο είναι το κοινό της Επιδαύρου; Είναι οι ίδιοι που αφού δουν κάτι και γιουχαΐσουν, αμέσως μετά ξεχύνονται στις γύρω ταβέρνες και ξεκοιλιάζονται τρώγοντας παϊδάκια; Αν μια παράσταση αποτελεί… ορεκτικό για τα παϊδάκια, καταλαβαίνετε ότι υπάρχει πρόβλημα. Θεωρώ όμως ότι ένα μεγάλο μέρος της κακής αντιμετώπισης των ξένων σκηνοθετών στην Ελλάδα υποκινείται από έλληνες σκηνοθέτες, οι οποίοι αισθάνονται είτε ότι είναι αντίθετοι με το σκεπτικό, είτε ότι απειλούνται τα εισοδήματά τους, η φήμη τους, η θέση τους, κτλ, κτλ.» – Ενα από τα συνηθέστερα επιχειρήματα είναι ότι ένας ξένος σκηνοθέτης δεν μπορεί να κατανοήσει σε βάθος τους έλληνες κλασικούς…

«Ανοησίες! Είχα την τύχη να δω πριν από κάποια χρόνια εξαιρετική ραψωδία της Ιλιάδας από τον Ανατόλι Βασίλιεφ στους Δελφούς. Και υπάρχουν πολλά ακόμη παραδείγματα. Με την ίδια λογική, δεν θα έπρεπε να ανεβάζουν οι έλληνες σκηνοθέτες τους ξένους κλασικούς. Αλλωστε, οι παραστάσεις του Σαίξπηρ είναι από τις πλέον αποτυχημένες στην Ελλάδα».

– Πάντως,εσείς δεν πάσχετε από… ξενοφοβία.

«Οταν πρωτοείπα την ιδέα να σκηνοθετήσει ο Τσεζάρις Γκραουζίνις το έργο “Δάφνις και Χλόη” η πρώτη αντίδραση όλων ήταν “είσαι παλαβός!!!”. Οταν κόπηκαν τα πρώτα 12.000 εισιτήρια έκλεισαν τα στόματα. Το να φέρεις έναν καλό ξένο σκηνοθέτη στην Ελλάδα και να συνεργαστείς μαζί του θεωρείται μια εκκεντρικότητα ή ένας ελιτισμός που θα σε αλλοιώσει».

– Πώς νιώθετε που η οικονομική κρίση δεν έχει χτυπήσει εφέτος το θέατρο Πορεία;

«Εχουμε βοηθήσει σε αυτό. Η λαϊκή απογευματινή παράσταση της Τετάρτης με εισιτήριο 10 ευρώ, για παράδειγμα, πηγαίνει εξαιρετικά καλά, είναι sold out για τις τρεις προσεχείς εβδομάδες. Πρέπει να το ξανασκεφτούν όσοι έχουν εισιτήρια των 27 και 30 ευρώ, τη στιγμή που πηγαίνεις σε παραστάσεις του Λονδίνου με πολύ λιγότερα. Εντάξει, υπάρχουν παραγωγές στο West Εnd που κοστίζουν 40 λίρες, αλλά είναι πολύ λίγες και απευθύνονται σε κοινό με υψηλά εισοδήματα. Θεωρώ πάντως ότι η κρίση θα έχει και τα θετικά της στο θέατρο. Αυτή η υπερπροσφορά παραστάσεων δεν ωφελεί κανέναν. Πρέπει να μειωθούν και τα θέατρα και οι παραστάσεις που ανεβαίνουν. Αν είχαμε σαράντα θέατρα, είκοσι εμπορικά, είκοσι off broadway παραγωγές και το Εθνικό, μια χαρά θα γέμιζαν. Οταν όμως έχεις 450 πρεμιέρες τον χρόνο, όταν οι περισ σότερες δραματικές σχολές που δεν είναι καν σχολές αλλά του Διαβόλου πράγματα βγάζουν τόσους ηθοποιούς που δεν είναι καν ηθοποιοί, τι να πρωτοπρολάβει να δει ένας θεατής; Και πάλι, το ελληνικό κοινό είναι πάρα πολύ γενναιόδωρο για αυτά που του παρέχονται. Τιμά και παραστάσεις κάτω του μετρίου, είναι καλοπροαίρετο, πάει όπου μπορεί».

– Κάνετε συχνά οντισιόν αναζητώντας νέα ταλέντα για τις παραστάσεις σας;

«Οταν το κάνω, φροντίζω να μην είναι στείρα εξέταση μονολόγων, αλλά μια διαδικασία που φέρνει τους ηθοποιούς σε επαφή με το αντικείμενο του έργου. Βλέπω στο παίξιμο των άλλων ηθοποιών τις δικές μου αδυναμίες και αυτό είναι πολύ χρήσιμο. Πολύ συχνά ανακαλύπτεις ταλέντα σε μια ακρόαση. Πολλά παιδιά όμως μπαίνουν στο θέατρο σαν να μπαίνουν σε τυροπιτάδικο. Σε αυτές τις περιπτώσεις είμαι πολύ συνοπτικός και τους δείχνω την έξοδο».

– Τι σας φοβίζει περισσότερο: ένα άδειο θέατρο ή μια «άδεια» παράσταση;

«Με φοβίζει μια βαρετή παράσταση. Δεν με νοιάζει αν υπάρχουν μόνο πέντε θεατές από κάτω, φτάνει μόνο να είναι στην τσίτα, να μη χασμουριούνται. Θέλω να συμβαίνουν πράγματα στις παραστάσεις, να μην είναι κοιμήσικες».

– Ποιο είναι το ελάττωμά σας που κάνετε προτέρημα στη σκηνή;

«Είμαι απότομος και οξύθυμος και αυτό συχνά με βοηθάει».

– Και ποια θεωρείτε ότι είναι η σοβαρότερη παιδική αρρώστια του ελληνικού θεάτρου;

«Ο αιώνιος εμφύλιος: λες και είμαστε χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα. Σε εκείνους που θέλουν να μείνουν στάσιμοι και σε εκείνους που θέλουν να αλλάξουν τα πάντα».

  • Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, πλατεία Βικτωρίας. Τηλ. 210 8210.991
  • «Το κτήνος στο φεγγάρι», σκηνοθεσία Στάθης Λιβαθινός. Συνεχίζεται και μετά το Πάσχα, ως τις 16 Μαΐου. Παίζουν: Δημήτρης Τάρλοου, Γιώργος Μπινιάρης, Ταμίλα Κουλίεβα,κ.ά.
  • «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν», σκηνοθεσία Μάρθα Φριντζήλα. Πρεμιέρα 10 Απριλίου

  • Ο Βρετανός δραματουργός Χάουαρντ Μπάρκερ μιλάει για τα έργα του, την απέραντη μοναξιά στη χώρα του και τον ρόλο των ΜΜΕ 
  • Συνέντευξη στην Αγγελικη Πουλου, Η Καθημερινή, 17/01/2010

Προκλητικός, σκληρός, persona non grata στη χώρα του, την Αγγλία, ιδιαίτερα αγαπητός στην υπόλοιπη Ευρώπη, και αποδεκτός -από εχθρούς και φίλους- ως ένας από τους κορυφαίους δραματουργούς των τελευταίων 40 χρόνων. Ο Χάουαρντ Μπάρκερ ειρωνεύεται τους «υποκριτικά ανθρωπιστές» συμπολίτες και ομοτέχνους του, την εποχή της «ανοχής» και της «συναίνεσης».

Αρνείται να διδάξει το κοινό, θέλοντας μόνο να ερεθίσει τη συνείδηση, να ενεργοποιήσει την οδύνη. Ούτε μήνυμα ούτε παρηγοριά. Γράφει τραγωδίες, χωρίς όμως τα στοιχεία του φόβου, της τιμωρίας και της κάθαρσης, «υπερβαίνοντας το τραγικό». Θέατρο της Καταστροφής, λέει ο ίδιος: Θέατρο της μεγάλης επιστροφής της τραγωδίας. Θέατρο που θέτει σε κίνδυνο τις βεβαιότητες, που εμπλέκει τον θεατή σε εμπειρία ισχυρή, οδυνηρή και δύσκολη. Ταυτόχρονα δοκιμιογράφος, ποιητής, ζωγράφος και σκηνοθέτης των δικών του έργων στο θέατρό του «The Wrestling School».

Διόλου τυχαία, ο Λευτέρης Βογιατζής παρουσιάζει εδώ και λίγο καιρό το «Υστατο Σήμερα» (Dying of today, 2008) στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, με τον ίδιο και τον Δημήτρη Ημελλο στους δύο ρόλους, σε μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη. Στον πυρήνα του η οδυνηρή γνώση και οι επιλογές που ο κάτοχός της καλείται να κάνει.

– Κύριε Μπάρκερ, ποια η έννοια του τραγικού στις τραγωδίες που γράφετε;

– Εχω γράψει λιγοστές τραγωδίες, τις οποίες και αποκαλώ «Τραγωδία της Καταστροφής», λόγω της ιδιαίτερης μορφής τους – ο πρωταγωνιστής οδηγείται στον αυτο-ορισμό και την αυτοπραγμάτωση σαν αποτέλεσμα της κοινωνικής αποσύνθεσης. Αυτή η αναδημιουργία του εαυτού δεν έχει δημόσια λειτουργία. Ο πρωταγωνιστής -σαν συνέπεια- οδηγείται σε μια ζωή μοναξιάς ή θανάτου. Τούτο δεν είναι κάθαρση, ή κάποιου είδους τιμωρία. Δεν προκαλεί φόβο στο ακροατήριο, παρά μόνο γοητεία. Αλλά γι’ αυτά τα ιδιαίτερα άτομα, που ζουν πέρα από την κοινωνία, ο θάνατος είναι ο μόνος προορισμός τους. Γνωρίζοντας ή μη γνωρίζοντας, ζουν για τον θάνατο.

– Υποστηρίζετε πως «η τραγωδία είναι για τους λίγους, είδος ελιτίστικο». Στην αρχαία Αθήνα όμως το αρχαίο δράμα θεωρούνταν η έκφραση της πόλης, παιζόταν για τον Δήμο…

– Σύγχρονη δημοκρατία δεν είναι η Αθήνα. Ο δημοκρατικός λόγος αποσυντίθεται, χυδαιοποιείται. Ο «λαός» έχει γίνει το συνώνυμο της σύγχρονης βαρβαρότητας, της χυδαιότητας, της ένδειας σκέψης. Το αποκαλούμενο «διαφωτιστικό» θέατρο αποτελεί απλά πολιτική εκπαίδευση, που παραδίδεται στο ακροατήριο από κάποιο «συνειδητοποιημένο» διανοούμενο. Και έτσι τα έργα δεν έχουν καμία αυτονομία. Η αυτονομία είναι πιθανή μόνο σ’ εκείνη την τέχνη, σαν τη δική μου, η οποία καθίσταται εξ ολοκλήρου ανεξάρτητη από τον Δήμο, ακόμη και ανεξάρτητη από τον εαυτό της. Για τον λόγο αυτό, και δεν μιλώ ποτέ για το κοινό. Δεν θέλω να το εκπαιδεύσω ή να το διασκεδάσω. Εάν επιθυμούν να έρθουν -εάν ακούσουν τη φήμη- ας έρθουν. Και με τον όρο «ελίτ» αυτό ακριβώς εννοώ. Τέτοια μυαλά με περιέργεια σπανίζουν και αποτελούν μια ελίτ, όχι των προνομιούχων, αλλά μια ελίτ της περιέργειας.

– Θεωρείτε τον λόγο ως την αναγκαία ραχοκοκαλιά του θεάτρου;

– Ο λόγος μόνος του είναι βαρετός – μια διάλεξη. Αλλά η μεγάλη τραγωδία κάνει το σώμα να κινηθεί. Και απαλλάσσει τη γλώσσα απ’ τον πλατειασμό, επιστρέφει στον λόγο την ποίηση. Ο λόγος είναι η μουσική των πολιτισμών. Ο εκπαιδευμένος ηθοποιός είναι ένας θεός, προικισμένος. Σε πλήρη ισχύ, είναι υπνωτικός. Θα σας αποπλανήσει. Οσον αφορά τις εικόνες, τα έργα μου είναι γεμάτα από εικόνες, αξέχαστα σχήματα του σώματος και του χώρου.

– Στο «Υστατο Σήμερα» μοιάζει να παρωδείτε και τα μαζικά μέσα με τις «κακές ειδήσεις» τους, και τις εικόνες τις γεμάτες αίμα και καταστροφή. Ηταν στις προθέσεις σας;

– Δεν έχω προθέσεις. Αλλά ναι, αναπτυσσόμαστε στη φρίκη, υπάρχουμε γι’ αυτήν, την επικαλούμαστε. Οι άνθρωποι δεν θα επέλεγαν να ζήσουν στον παράδεισο, αν τον χτίζαμε εδώ. Είναι αυτό απαισιοδοξία; Ούτε στο ελάχιστο. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, μια τίγρη που γράφει ποίηση. Θα μοιραζόσασταν ένα κλουβί μαζί του; Μάλλον όχι.

– Ποια η γνώμη σας για τη σύγχρονη θεατρική παραγωγή;

– Σπάνια βλέπω θέατρο. Μου προκαλεί ναυτία η φτώχεια των περισσότερων θεάτρων, ο τρόπος που πατρονάρουν το κοινό. Πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το κοινό σαν τάξη βρεφών.

– Πώς εξηγείτε την πλήρη εχθρότητα που δέχεστε εκ μέρους των αγγλικών θεατρικών θεσμών;

– Οντως, είμαι persona non grata στη χώρα μου, σαν σε εξορία. Είναι μυστήριο και την ίδια στιγμή καθόλου μυστηριώδες. Είναι ένα μυστήριο γιατί είμαι συγγραφέας αξιοσημείωτου ταλέντου, ποιος θα μπορούσε να το αρνηθεί; Ούτε καν οι εχθροί μου. Από την άλλη πλευρά, δεν αποτελεί μυστήριο, διότι το θέατρο είναι πεδίο μάχης, μια φυλακή. Προσποιείται ότι είναι ανεκτικό. Είναι σαν τη θρησκεία. Θέλει να σκοτώσει τις άλλες θρησκείες. Αν υπήρχε «ανάκριση», θα με έκαιγαν στην πυρά. Ναι, δεν υπερβάλλω. Αλλά αυτή είναι η «εποχή της ανοχής», έτσι ώστε να μου κλείσουν τις πόρτες. Δεν με νοιάζει. Πρέπει να το πιστέψετε. Δεν με νοιάζει.

  • Στην εποχή του λαϊκισμού

– Γράφετε πως στην εποχή του λαϊκισμού, «ο προοδευτικός καλλιτέχνης είναι αυτός που δεν φοβάται τη σιωπή». Η σιωπή είναι πολιτική στάση. Αποτελεί όμως τη λύση; Βοηθάει;

– Λέτε για τη βοήθεια στην κοινωνία. Εάν επιχειρήσετε να βοηθήσετε την κοινωνία, θα αποκαλύψετε μόνο τη φιλοδοξία σας, θα δείξετε μόνο τη δύναμη της συνείδησής σας. Η συνείδησή σας δεν σημαίνει τίποτα. Χρησιμοποιήστε τη φαντασία σας, την αυτονομία της… τότε ίσως και να προσφέρετε κάτι. Οχι απαραίτητα, φυσικά.

Μου φαίνεται παράλογο να συμπεριφέρεται κανείς στους καλλιτέχνες σαν σε εκπροσώπους, ομιλητές ή πολιτικούς συζητητές. Κάτι τέτοιο ταπεινώνει την τέχνη. Περιμένετε για τη λέξη ενός μεγάλου καλλιτέχνη. Ο οποίος μπορεί να μη μιλήσει ποτέ. Δείτε πού αλλού έγκειται το μεγαλείο του – και σίγουρα όχι στην πολιτική του ανάλυση. Ας το κάνουν οι ακαδημαϊκοί. Οσο για τα καθήκοντα. Κρατήστε τα καθήκοντά σας! Ενα μόνο καθήκον έχω, απέναντι στη φαντασία μου: να προστατευθεί από την υποτέλεια. Τα έργα μου περιέχουν πολλές σημασίες. Εσείς διαλέγετε. Σας δίνω την αυτονομία. Βλέπετε, ποιος είναι τώρα ο δημοκράτης;

  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
  • Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

«Η Ούλρικε Μάινχοφ δεν πέθανε!» διαμηνύει και φέτος, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα του ίδιου έργου, από τη σκηνή του «Αντιθεάτρου» της η Μαρία Ξενουδάκη. Αφορμή για να ξαναθυμηθεί το έργο του Γερμανού συγγραφέα και ακτιβιστή Ντίντριχ Γκάμπριελ δεν στάθηκε μόνον η ταινία «Σύνδρομο Μπάαντερ-Μάινχοφ» του Ούλι Εντελ. Οι ιδέες και η προσωπικότητα της Μάινχοφ την έχουν σημαδέψει, όπως μας λέει.

«Ανεβάζω το έργο για να βοηθήσω τους ανθρώπους να αντιδράσουν. Οχι  με όπλα. Ας αντιδράσουν διαβάζοντας», λέει η Μαρία Ξενουδάκη. Στη  φωτογραφία με τις Μ. Σωκράτη και Μ. Γεωργοπούλου

«Ανεβάζω το έργο για να βοηθήσω τους ανθρώπους να αντιδράσουν. Οχι με όπλα. Ας αντιδράσουν διαβάζοντας», λέει η Μαρία Ξενουδάκη. Στη φωτογραφία με τις Μ. Σωκράτη και Μ. Γεωργοπούλου

Φέτος βλέπει το έργο με ανανεωμένη καλλιτεχνική ματιά. Εντάσσει στην παράσταση ποιήματα της ίδιας, της Κατερίνας Γώγου και του Εντγκαρ Αλαν Πόε. Η μουσική παίζει ιδιαίτερο ρόλο. (Ακούγονται κομμάτια των Τζιμ Μόρισον, Τζίμι Χέντριξ, Τζάνις Τζόπλιν, Μάικλ Τζάκσον, Μπλάκ Σάμπαθ και Τάιγκερ Λίλις.)

  • Πώς αποφασίσατε να επανέλθετε στο έργο;

«Συνοψίζει τη φιλοσοφία μου γενικότερα. Η ζωή μου όλη είναι μια πράξη αντίδρασης προς το κατεστημένο. Το ανεβάζω, όμως, τώρα για να βοηθήσω τους ανθρώπους. Δεν το κάνω για εμένα. Εγώ υποφέρω κάθε φορά. Πεθαίνω. Θέλω να κάνω τους ανθρώπους να αντιδράσουν, όχι με όπλα. Ας αντιδράσουν διαβάζοντας».

Νιώθετε να ταυτίζεστε με την Ούλρικε Μάινχοφ;

«Νομίζω πως είμαι η Μάινχοφ και δεν το λέω με έπαρση. Οταν την πρωτοανέβασα ήμουν 30 χρονώ παιδί. Νομίζω πως έχει γίνει μια μετάγγιση πνευματική, σαν να συναντήθηκαν οι αστραπές μας σε ένα τοπίο παράξενο, έξω από τον χωροχρόνο. Βέβαια, η Μάινχοφ υπήρξε μόνον η αφορμή. Γιατί οι δικές μου ιδέες τολμώ να πω πως είναι ακόμη πιο τολμηρές από τις δικές της».

  • Τι τη χαρακτηρίζει;

«Η αποφασιστικότητα, η τόλμη και η τάση της να είναι αντίθετη σε οτιδήποτε κατεστημένο. Τη χαρακτήριζε και κάτι άλλο. Η αρετή και η αγνότητα. Είχε καθαρή συνείδηση και μεγάλη συνειδητοποίηση. Πρέπει να ξέρεις πως είσαι αγνός για να καταγγείλεις. Πρέπει να είσαι πολύ αυστηρός για να τα βάλεις με άλλους».

Μπορεί το θέατρο να αφυπνίζει και να ξεσηκώνει;

«Δεν το ακολούθησαν πολλοί αυτό. Θέλει μεγάλη τόλμη. Το θέατρο είναι σπουδή, σαν να πηγαίνεις ξανά στο σχολείο, αλλά για να δεις τα πράγματα σωστά. Οχι όπως σ’ τα είπαν οι δάσκαλοι, μέσα από φόρμουλες που έχουν δοθεί από την εξουσία για να κρατούν σε χαμηλό επίπεδο τον κόσμο. Το θέατρο είναι επανάσταση. Το έλεγε πολύ καλά ο Αρτό αυτό: «Αφήστε μας ήσυχους στην αυτοκτονική μας τάση». Εννοούσε, αφήστε μας να εκφραστούμε έτσι. Κι αν εκφραστούμε έτσι, είναι σαν να αυτοκτονούμε. Γιατί, ξέρετε, και οι αντιδράσεις του κοινού από κάτω δεν είναι πάντα καλές. Αντιμετωπίζω και πολύ βίαιες…».

  • Αυτές οι αυθόρμητες αντιδράσεις δεν είναι και μια ένδειξη υγείας;

«Είναι υγιές και έχει μια τρομακτική αθωότητα. Δείχνει ένα θεατή που είναι σαν παιδί. Σαν να μη γνωρίζει τίποτα απ’ όσα έχουν γίνει και να ξεκινά να γνωρίσει από την αρχή τον κόσμο. Από την άλλη βέβαια, ενοχλούμαι όταν το κοινό δεν έχει καλή πίστη και σχετική γνώση τού πού μπαίνει. Είναι πολλά χρόνια που το «Αντιθέατρο» το κάνει αυτό».

  • Τι το χαρακτηρίζει όλα αυτά τα χρόνια;

«Η επανάσταση και η πρωτοπορία. Ημουν και είμαι ασυμβίβαστη και λάτρις της αλήθειας. Οτιδήποτε συμβαίνει θέλω να το ανατρέπω και να το βλέπω με τη δική μου ματιά. Δεν λέω ότι έχω διαβάσει δέκα χιλιάδες βιβλία. Από τα βιβλία δεν αποκομίζεις και πολλά πράγματα, μόνο μέσω της αυτοκριτικής και της αυτογνωσίας. Κι αυτό το έχω κάνει με σαδισμό και αυτοσαρκασμό όλα αυτά τα χρόνια. Είμαι επίσης πολύ ερευνητική. Να φτάσω κάπου; Το θεωρώ βλακώδες και επηρμένο».

* «Αντιθέατρο», Μοσχονησίων 36, πλ. Αμερικής, τηλ. 210- 8661168.

Παίζουν: Μ. Σωκράτη, Μ. Ξενουδάκη, Μ. Γεωργοπούλου. Δευτέρα – Πέμπτη: 9.15 μ.μ. *

  • Ο πολυγραφότατος συγγραφέας Σάκης Σερέφας μιλά για την πόλη του, τη μαγειρική, το παιδικό βιβλίο, το θέατρο και τους ανθρώπους
  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/03/2010

Στα 50 του μετράει ήδη 40 βιβλία. Θεατρικά, μελέτες, ποίηση, πεζογραφία, παιδικά. Ομως, το καμάρι του, κι ας μην το λέει ο Σάκης Σερέφας, φαίνεται να είναι τα θεατρικά του.

Στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που γεννήθηκε, ζει και εργάζεται, παίζονται ήδη δύο έργα του: η «Αποστολή στον Πλανήτη γη» στο ΚΘΒΕ και στην Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» το «Θα σε πάρει ο δρόμος». Σε λίγο καιρό, τον Απρίλιο, θα το δούμε στο Θ. Τέχνης, στη Φρυνίχου ενώ για το καλοκαίρι δρομολογείται ο «Βορρά», μάλλον στο Φεστιβάλ των Φιλίππων.

Στο μεταξύ τα παιδικά βιβλία που ξεκίνησε να γράφει για τον γιο του, όπως το «Εκδρομή στην κουζίνα», εκδίδονται το ένα πίσω από το άλλο, ενώ το πιο δημοφιλές του: «Ενας δεινόσαυρος στο μπαλκόνι» απέσπασε πρόσφατα το κρατικό βραβείο παιδικού βιβλίου γνώσης.

Πολυγραφότατος, το παραδέχεται αλλά το ελέγχει όπως λέει με χιούμορ. «Μου είναι αναγκαίο να βλέπω τη δουλειά μου να τυπώνεται ή να ανεβαίνει σε παράσταση. Ετσι μπορώ να πάω παρακάτω. Μαθαίνω να γράφω γράφοντας».

– Γράφετε τόσο εύκολα όσο νομίζει κανείς για σας;

– Καθόλου. Γράφω σε διαφορετικά πεδία. Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, παιδικό βιβλίο, κινηματογραφικό σενάριο, ραδιόφωνο, και υπογείως το ένα πεδίο επικοινωνεί με το άλλο. Συχνά τα δουλεύω ταυτόχρονα, κάτι που με ξεκουράζει.

– Βασικός τροφοδότης σας φαίνεται πως είναι η πόλη, οι γύρω σας, το περιβάλλον σας.

– Μπορεί να προσέξω ένα γεγονός που θα διαβάσω σε μια εφημερίδα. Η νουβέλα «Θα γίνω ντιζέζ» και το θεατρικό «Λιωμένο βούτυρο» πατούν ακριβώς πάνω σε ένα πραγματικό περιστατικό. Ενα έγκλημα πάθους που έγινε στη Θεσσαλονίκη. Πατούν επίσης σε ένα υπαρκτό κτίριο, ένα ξενοδοχείο -σώζεται σήμερα- στο οποίο έγινε ο φόνος. Η πραγματικότητα γύρω μου είναι αδύνατον να μη με αγγίξει. Δεν είμαι άνθρωπος που θα κλειστεί σε ένα γραφείο και θα αρχίσει να κατεβάζει ιδέες από το πουθενά.

  • Μαγειρική και έγκλημα

– Το «Θα σε πάρει ο δρόμος» που θα δούμε στο Θ. Τέχνης είναι ιστορίες ανθρώπων στους οποίους συνέβησαν ζόρικες καταστάσεις στον δρόμο.

– Μιλάει για την αντίδραση του ανθρώπου απέναντι σε δύσκολες στιγμές που μπορεί να τον βρουν. Καταστάσεις που είναι σε ένα λυκόφως μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Οπως η ιστορία μιας γυναίκας που πήγε με τον άντρα της στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσει για να μαγειρέψει κολιούς κι από τότε δεν τον ξαναείδε. Είναι ανάγκη του ανθρώπου να λέει ιστορίες. Αυτό σήμερα γίνεται μέσα από το Διαδίκτυο και τα κινητά. Μεγάλο καταπραϋντικό και τα δύο.

– Το αγαπημένο σας δίπτυχο πάντως είναι η μαγειρική και το έγκλημα.

– Οι τροφές γενικά και το μαύρο πεδίο που μπορεί να λέγεται απουσία, θάνατος, έγκλημα. Η απουσία μαζί με το σκέλος της μνήμης, είναι ένα ζεύγος εννοιών γύρω από το οποίο περιστρέφεται ό,τι έχω κάνει ώς σήμερα. Οταν βγήκε η νουβέλα μου «Θα γίνω ντιζέζ» αντί να κάνω βιβλιοπαρουσίαση έβαλα τους ενδιαφερόμενους σε ένα πούλμαν και κάναμε ξενάγηση τα ξημερώματα, στα σημεία της πόλης που συνδέονται με το έγκλημα αυτό. Για παράδειγμα το ξενοδοχείο που έγινε ο φόνος, εκεί που έμενε ο δράστης, το νεκροτομείο, η ταβέρνα που έφαγαν λίγες ώρες πριν γίνει το έγκλημα. Επαναλήφθηκε τρεις φορές.

– Ως επικοινωνιακή ιδέα είναι πολύ ωραία αλλά τι άφησε;

– Οι επιβαίνοντες μου έλεγαν πόσο περίεργη και καινούργια τους φάνηκε η ίδια τους η πόλη όταν βρέθηκαν να ξεναγούνται μέσα σ’ αυτήν. Οι πόλεις όσο οικείες κι αν φαίνονται μέσα από την καθημερινή χρήση, είναι ένα σκηνικό στο οποίο έχουν συντελεστεί ακατονόμαστα πράγματα που αγνοούμε. Δράματα και εγκλήματα, πολιτικά, ερωτικά, κοινωνικά που συνδέονται με τη μικροϊστορία τους ή την επίσημη ιστορία τους.

– Είστε άνθρωπος της πόλης όπως μαρτυρούν τα κείμενά σας;

– Είμαι φανατικό αστόπαιδο. Μου χρειάζεται το καθημερινό χνώτο της πόλης για να δημιουργήσω. Κάθε μεγάλη πόλη κρύβει ιστορίες μέσα της που θέλω να αποκαλύπτω. Οταν πριν από δέκα χρόνια πήγα στη Νέα Υόρκη με υποτροφία προέκυψαν τρία βιβλία για την ιστορία της πόλης. Το ένα «Νέας Υόρκης το ανάγνωσμα» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παρατηρητής.

– Μικρός ήσασταν λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας ή των ταινιών μυστηρίου;

– Οχι. Και στη δουλειά μου δεν με ενδιαφέρει τόσο το κομμάτι του μυστηρίου όσο η διαδικασία μέσα από την οποία φτάνει ένας άνθρωπος στον φόνο. Το ψυχολογικό κομμάτι. Κι ίσως αυτό με έκανε να προσηλωθώ κυρίως στη θεατρική γραφή τα τελευταία χρόνια. Παράγω ένα με δύο θεατρικά τον χρόνο.

  • Γράφοντας, κάνω ψυχοθεραπεία

– Πενηντάρης που μοιάζετε μικρότερος, με κοτσίδα τα λίγα σας μαλλιά, έντονο χιούμορ και παιχνιδιάρικη διάθεση. Είστε το επίκεντρο στις παρέες σας;

– Η εικόνα που περιγράψατε είναι το χαρακτηριστικό σύνδρομο του 50άρη με αρχόμενη φαλάκρα. Είμαι εντελώς στα προβλεπόμενα. Στις παρέες δεν με συμφέρει να είμαι στο επίκεντρο. Μου αρέσει να παρακολουθώ τους άλλους. Και η «Αποστολή στον πλανήτη Γη» αναφέρεται σε δύο εξωγήινους που μελετούν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Πάντα με ενδιαφέρει η ανθρωπολογική ματιά πάνω στους άλλους και στον εαυτό μου. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ τα πορίσματα της νευροβιολογίας στα έργα μου. Ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς με βάση το νευροχημικό σύστημα του ανθρώπου. Γιατί αντιδράμε όπως αντιδράμε, τι συμβαίνει όταν ερωτευόμαστε, τι συμβαίνει όταν ξεχνάμε κάτι.

– Από πού αντλείτε το υλικό;

– Από επιστημονικά εγχειρίδια. Μικρός, βλέπετε, ήθελα να σπουδάσω γιατρός. Δεν πέρασα. Ισως έχω κάποια κατάλοιπα.

– Στην εφηβεία θέλατε να γίνετε γιατρός, στα 23 σας εκδώσατε το πρώτο βιβλίο στις εκδόσεις του Χριστιανόπουλου, στα 50 σας μετράτε τόσα βιβλία. Γιατί γράφετε;

– Γράφω για να ερμηνεύω τη ζωή μου και τον κόσμο. Για τον ίδιο λόγο που ένας αθλητής κάνει αθλητισμό ή ένας χαρτοπαίκτης αφιερώνει τη ζωή του στο χαρτοπαίγνιο. Στις μεγάλες δυσκολίες μας καταφεύγουμε σε ό,τι μας αρέσει. Εγώ στο βιβλίο. Κάνω την ψυχοθεραπεία μου γράφοντας.

  • Οταν γράφω γίνομαι Σπαρτιάτης

– Η υπερπαραγωγή δεν είναι εις βάρος της ποιότητας;

– Αν έβαζα μια φραγή στον εαυτό μου ότι θα γράφω κάθε τρία χρόνια, θα καταργούσα τη δημιουργική διαδικασία.

– Είστε άνθρωπος του προγράμματος;

– Είμαι εμμονοληπτικά προσηλωμένος στο πρόγραμμα. Σε επίπεδο κλινικής περίπτωσης. Γι’ αυτό μπορώ και παράγω. Αν έχω ένα βιβλίο στο μυαλό μου, το παιδεύω πολύ, κρατάω σημειώσεις, περικυκλώνω το θέμα από πολλές πλευρές και μετά θα ξεκινήσω να γράφω. Πάντα με αυστηρό πρόγραμμα. Βράδια και αργίες. Οταν γράφω, κάνω σπαρτιάτικη ζωή. Φροντίζω να είμαι σε άριστη σωματική κατάσταση, αθλούμαι, φροντίζω τη διατροφή μου. Μοιάζει πολύ με το πρόγραμμα του αθλητή όταν έχει αγώνες. Εχω πάντα μαζί μου ένα μπλοκάκι ή κασετοφωνάκι για σημειώσεις. Ακόμη και μέσα στο λεωφορείο βρίσκω πράγματα. Κατασκοπεύω φυσιογνωμίες, φερσίματα, τη στάση του σώματος.

– Το θέατρο μοιάζει να σας αρέσει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα.

– Γράφοντας θέατρο δεν νιώθω ότι προδίδω τους άλλους δύο χώρους, αντιθέτως, αισθάνομαι ότι τους χρησιμοποιώ. Η ποίηση μου έμαθε την οικονομία του λόγου και πόσο καίρια πρέπει να είναι η σύλληψη, ενώ η πεζογραφία, να εμβαθύνω στους χαρακτήρες, να στήνω μια σκηνή ή μια κατάσταση. Στο θέατρο με τράβηξε και το επικοινωνιακό κομμάτι. Η ζύμωση που γίνεται με τους ηθοποιούς και τον σκηνοθέτη για να ανεβεί ένα έργο, η αντίδραση των θεατών.

– Η μυθιστορηματική γραφή δεν σας ενδιαφέρει επειδή θέλει πλατιά φόρμα αφήγησης;

– Η μεγάλη φόρμα δεν νομίζω ότι μου ταιριάζει. Ο κινηματογράφος, από την άλλη, απαιτεί μεγάλες αντοχές σε βάθος χρόνου. Εγώ θέλω πιο γρήγορα αποτελέσματα. Το κινηματογραφικό σενάριο το δοκίμασα μια φορά με το «Ρουλεμάν» του Καρκανεβάτου. Συνεργαστήκαμε όμως και με τον Δημήτρη Ινδαρέ, που έφτιαξε το σενάριο που βασίζεται πάνω στο «Μαμ» (το πρώτο μου θεατρικό) που βρίσκεται σε προπαρασκευαστικό στάδιο για να γίνει ταινία.

  • Εχω και εργασία

– Ζείτε από τα βιβλία και το θέατρο;

– Οχι βέβαια. Εργάζομαι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας ως επιστημονικός ερευνητής. Δούλεψα και 10 χρόνια ως φιλόλογος. Η διδασκαλία μού άρεσε, η γραφειοκρατία γύρω της, καθόλου.

– Η σύζυγός σας, η Σοφία Νικολαΐδου, είναι επίσης συγγραφέας και εκπαιδευτικός. Δύο συγγραφείς στο ίδιο σπίτι πώς τα καταφέρνετε; Διαβάζει ο ένας τα χειρόγραφα του άλλου;

– Καταλαβαίνουμε καλύτερα ο ένας τις ανάγκες του άλλου. Μη φανταστείτε ότι είμαστε δύο άνθρωποι που κυκλοφορούν με τα χειρόγραφα στο σπίτι και ο ένας διαβάζει τα κείμενα του άλλου. Οτι από το ταβάνι μας πέφτουν λέξεις. Θα ήταν ένα αρρωστημένο περιβάλλον και για τον γιο μας, τον Γιάννη. Τα χειρόγραφά μου δεν τα διαβάζει κανείς πριν εκδοθούν. Τα κείμενα και τα πεζά. Μόνο τα θεατρικά μου δείχνω σε ανθρώπους που εμπιστεύομαι.

– Παιδικά αρχίσατε να γράφετε για τον γιο σας. Μήπως ικανοποιείτε και μια δική σας παιδική πλευρά;

– Ημουν ένα σχετικά μονήρες παιδάκι. Μου άρεσε να φτιάχνω ταξίδια που τα έκανα σε πραγματικούς χρόνους. Φανταζόμουν πως φορτώνουμε τα πράγματα στο αμάξι και προσπαθούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου τη διαδρομή και τους σταθμούς της, γιατί, βέβαια, κάθε χρόνο πηγαίναμε στον ίδιο τόπο διακοπές.

  • Ετοιμάζει το νέο θεατρικό έργο του με τίτλο «Αkropolis», κινείται συνεχώς μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης, πιστεύει ότι εθνικό είναι σήμερα το διεθνές και θεωρεί ότι αυτό που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας είναι η απουσία προοπτικής

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 14 Μαρτίου 2010 // <![CDATA[// <![CDATA[
    rnd = Math.floor(Math.random()*900000)+100;
    now = parseInt((new Date()).getTime());
    burst="?"+rnd+":?";
    document.write("»);
    document.write(«»);
    // ]]>

Τον συνάντησα ανάμεσα σε δύο ταξίδια του στην Πολωνία, όπου ετοιμάζει για το διεθνές φεστιβάλ της Βαρσοβίας μια παράσταση για την «Πλατεία των Παρελάσεων». Είχε προηγηθεί η εξαιρετικά επιτυχημένη παράσταση του «Πεθαίνω σα χώρα», στο Παρίσι, τον περασμένο Δεκέμβριο. Η Γεωργία αποτελεί τα τελευταία χρόνια σταθερό του προορισμό. Η Ρωσία προσφάτως ενέσκηψε στο πρόγραμμά του ενώ με τη Γερμανία τον συνδέουν συνεργασίες και σχέσεις χρόνων. ΟΜιχαήλ Μαρμαρινόςείναι πλέον διεθνής. Ηθοποιός, σκηνοθέτης, ιδρυτής του θεάτρου Θησείον, πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, εμπνευστής του Συστήματος Αθήνα, καθηγητής υποκριτικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης- και ας σπούδασε βιολόγος… Στην Αθήνα ετοιμάζει την καινούργια του παραγωγή, με την οποία θα κάνει πρεμιέρα μετά το Πάσχα: είναι το έργο «Αkropolis», που ανήκει στον πολωνό συγγραφέαΣτανισλάβ Βισπιάνσκι- και ανεβαίνει σε μετάφραση από τα πολωνικά τουΔημήτρη Χουλιαράκη.

– Κύριε Μαρμαρινέ,τι έχετε αποκομίσει ως τώρα από την εμπειρία σας στο εξωτερικό;

«Αυτό που παρατηρώ, πάνω απ΄ όλα, είναι ότι μας λείπει η εκπαίδευση, και αυτό είναι κάτι που παρ΄ ότι το λέμε, δεν το καταλαβαίνουμε. Θα το καταλάβουμε μόνον αν ποτέ καταφέρουμε να φτιάξουμε σοβαρή εκπαίδευση στην Ελλάδα και κάνουμε τη σύγκριση».

– Τι φταίει και μένουμε πίσω;

«Η πολιτική…».

– Θέλετε να γίνετε πιο σαφής;

«Θα σας φέρω ένα παράδειγμα, από τον δικό μου χώρο. Κάποια στιγμή όλοι είχαν συλλάβει την αναγκαιότητα ενός φορέα, όπως είναι το Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού, το οποίο θα έκανε μια συγκεκριμένη δουλειά, την οποία δεν μπορεί να κάνει το υπουργείο Πολιτισμού. Και αφού με χίλια ζόρια φτιάχτηκε αυτός ο φορέας, τώρα έχει αρχίσει η συζήτηση για να το καταργήσουμε… Μιλούσαμε για την Ακαδημία Τεχνών. Ολοι αυτοί είναι πολιτικοί βερμπαλισμοί. Δεν είναι ουσιαστική γνώση ή συνείδηση του τι έχει ανάγκη ο τόπος».

– Είναι θέμα προσώπων;

«Κατ΄ αρχήν είναι πολιτική νοοτροπία. Δεν θέλω να πιστέψω ότι οι πολιτικοί είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας. Δεν ξέρω μήπως φταίει το καλό μας κλίμα, ο Νότος, η θάλασσα, τι να πω. Και από την άλλη, συναντάω πρόσωπα και ανθρώπους που με συγκινούν βαθιά. Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν σοβαρά στην Ελλάδα- αλλά δεν είναι πολλοί. Υποτίθεται ότι είμαστε η χώρα που γεννήθηκε το θέατρο και δεν έχουμε μια σχολή σκηνοθεσίας».

– Η αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό σάς είχε δημιουργήσει νέες προσδοκίες στον χώρο του πολιτισμού;

«Βρισκόμαστε μπροστά σε μια μη αντιμετώπιση του θέματος και δυστυχώς δεν υπάρχει συνέχεια σε τίποτα. Εδώ δεν υπήρχε μέσα στην ίδια κυβέρνηση… Μια ολόκληρη χώρα να σταματάει διαρκώς και να ξαναρχίζει παριστάνοντας την πέτρα του Σίσυφου, είναι απογοητευτικό. Είσαι συνέχεια σε ένα on- off και έτσι δεν συνηθίζει ο λαός να κινείται προς τα εμπρός. Και η κίνηση είναι μια εκπαίδευση του σώματος. Στον διάδρομο, στο γυμναστήριο, όταν σταματήσει το μηχάνημα, τρέχεις λίγο παραπάνω, από κεκτημένη ταχύτητα. Εδώ δεν συμβαίνει αυτό γιατί εκεί που πας να τρέξεις κάποιος σου λέει ότι θα σταματήσεις λίγο μετά. Εκπαιδεύουμε σωματικά έναν λαό να μην περπατάει».

– Τι γνώμη έχετε για τον υπουργό Πολιτισμού;

«Δεν τον γνωρίζω προσωπικά και ούτε γνωρίζω τα εφόδιά του για τον πολιτισμό. Αλλά δεν πρέπει να μιλάμε για πρόσωπα. Τα πρόσωπα πρέπει να χαθούν πίσω από θεσμούς. Εγώ θα αρχίσω να υποστηρίζω τον πολιτικό εκείνο που θα καταφέρει να εξαφανίσει το πρόσωπό του πίσω από τους θεσμούς που θα συνεχίσουν να εργάζονται».

– Αυτό δεν είναι ουτοπικό;

«Μα η ίδια η τέχνη είναι ουτοπία. Μα και η πολιτική είναι ουτοπία. Αν όλα δούλευαν σωστά δεν θα υπήρχε η ανάγκη πολιτικής. Η πολιτική είναι η υψηλότερη τέχνη της ουτοπίας. Η έννοια της συνέχειας στη λειτουργία των πραγμάτων θα έπρεπε να είναι όρος. Κάθε φορά ακούμε τη φράση «ο υπουργός ενημερώνεται». Δεν φταίω εγώ που δεν ξέρει… Και αν δεν ξέρει ας μη γίνει. Ο ρόλος του υπουργού δεν είναι να τα μάθει όλα- άλλωστε κανείς δεν θα τα μάθει ποτέ. Αν έκανε κάτι ο Βουλγαράκης, είναι η παραδοχή ότι δεν ξέρει και το γεγονός ότι συμβουλεύθηκε εκείνους που ήξεραν. Ετσι δόθηκαν κάποια πολύ μικρά δείγματα ελπίδας σε μια κυβέρνηση που δεν είχε καμία προδιαγραφή υπέρ του πολιτισμού. Το ΕΚΕΘΕΧ είχε μια προβληματική λειτουργία. Δεν το σταματάς όμως, το διορθώνεις».

– Φταίμε εμείς γι΄ αυτό;

«Φταίει και ο Ελληνας, φταίει και ο φραπές, αλλά πάνω απ΄ όλα φταίει ο τρόπος που εκπαιδεύεται το σώμα μιας κοινωνίας να είναι συνεχώς στο on/off. Οι ρυθμοί είναι ανάσχεσης, όχι ανάπτυξης. Κάθε φορά όλα αρχίζουν από την αρχή. Ανάπτυξη σημαίνει κίνηση».

– Μέσα σε όλα αυτά γίναμε προσφάτως και το θύμα της Ευρώπης, κυρίως των Γερμανών,μέσα σε αυτή την οικονομική κρίση…

«Προτού γίνουμε θύματα, ήμασταν οι έξυπνοι θύτες… Η απουσία προοπτικής είναι αυτό που μας χαρακτηρίζει. Φθάσαμε να έχουμε εμείς τη σημαία της κρίσης και δεν είναι τυχαίο. Δεν τα έχουνε με μας γενετικά. Κάτι κάνουμε λάθος, κάπου. Κι όταν είναι να κριθούμε, τα βάζουμε μαζί τους. “Ε, όχι και να μας πουν εμάς οι Γερμανοί”….».

– Και τώρα;

«Τώρα, κι αυτό είναι το πλεονέκτημα της απελπισίας, ότι σοβαρεύεις όταν πας πάτο, η στάση της κυβέρνησης είναι πιο σοβαρή. Κατάλαβαν ότι είμαστε στον πάτο. Είμαστε μια κοινωνία με σοβαρές αντιφάσεις».

– Η τέχνη έχει περιθώριο να παίξει έναν ρόλο;

«Η τέχνη μέσα στην κρίση χαίρεται. Βέβαια τώρα ζούμε ακυρωτικές κρίσεις, οικονομικές, αλλά και πνευματικές, ηθικές. Δεν έχουμε όρους και κριτήρια πια. Πάντα ωστόσο η τέχνη στις δύσκολες περιόδους ήταν το πεδίο τιμών της ελπίδας κα της αντίδρασης».

– Δεν είναι αντίπαλος της τέχνης σήμερα η τηλεόραση;

«Δεν τον είχε ποτέ αντίπαλο- εκτός και αν η ίδια η τέχνη μπερδεύεται σε σχέση με το πρόσωπό της, οπότε η σύγκρουση με την τηλεόραση είναι αμείλικτη… Και μιλάω για το θέατρο, γιατί ο κινηματογράφος είναι μια άλλη ιστορία. Είναι συγκινητικός ο ερασιτεχνικός τρόπος με τον οποίο εκπαιδευόμαστε».

– Το θέατρο εδώ είναι εν κινήσει…

«Οχι, απλά όχι. Και δεν είναι θέμα έλλειψης δυναμικής. Είναι έλλειψης παιδείας. Σκέφτομαι ότι η Εθνική Ελπίδων στο ποδόσφαιρο βρίσκεται πάντα σε ένα καλό ευρωπαϊκό επίπεδο. Γιατί λοιπόν η Εθνική Ελπίδων δεν μπορεί να γίνει Εθνική Ανδρών; Μόλις η διαδρομή γίνει επαγγελματική, κάτι χαλάει».

– Η πρώτη ύλη του θεάτρου είναι καλή;

«Είναι όλοι αυτοδίδακτοι. Είναι συγκινητικό αλλά δεν φθάνει πια. Δεν έχουμε εκπαίδευση. Για μένα αυτό έρχεται πρώτο».

– Τελικά,κύριε Μαρμαρινέ,εθνικό είναι σήμερα το διεθνές;

«Ναι, γιατί εκεί συναντάς το στρώμα της συλλογικότητας. Αυτή η συλλογικότητα είναι κοινή, διατηρώντας ο καθένας τα χαρακτηριστικά του».

– Νιώθετε σαν να μη σας χωράει ο τόπος;

«Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν με χωρούσε».

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

  • «Αkropolis» του Στανισλάβ Βισπιάνσκι στο θέατρο Θησείον. Τουρναβίτου 7, Ψυρρή, τηλ.210 3255.444.

  • Πρεμιέρα την Τετάρτη 7 Απριλίου
  • TI ΣΗΜΑΙΝΕΙ AKROPOLIS
– Ποια είναι η σχέση σας με την Πολωνία;
«Το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό ήταν στην Πολωνία. Ημουν ακόμη φοιτητής Βιολογίας αλλά είχα αρχίσει να στρέφομαι προς το θέατρο. Η σχέση μου όμως με την πολωνέζικη κουλτούρα βασίζεται κυρίως στον Γκροτόφσκι αλλά και στον Κάντορ. Και ομολογώ ότι για τον Βισπιάνσκι πάλι ο Γκροτόφσκι ευθύνεται. Στο Βρότσλαβ, έδρα του θεάτρου του, ανέβασε στις αρχές του ΄60 το “Αkropolis”- έκτοτε δεν ανέβηκε ποτέ ξανά ολόκληρο στην Πολωνία. Οταν λοιπόν έπεσα πάνω σε ένα πολωνέζικο έργο που λέγεται “Ακρόπολις”, ενθουσιάστηκα. Ενα από τα τέσσερα μέρη του, επιπλέον, έχει τον τίτλο “Τροία”».

– Τι είναι το «Αkropolis»;

«“Το κοιμητήριο των λαών η δική μας Ακρόπολη” είχε πει ο Γκροτόφσκι. “Το νεκροταφείο των γενεών” έλεγε ο ίδιος ο συγγραφέας. Το ερώτημα παραμένει: Ποια είναι η Ακρόπολη σήμερα; Ο Γκροτόφσκι εννοούσε το Αουσβιτς. Οσο για το ίδιο το έργο, έχει αφετηρία τον καθεδρικό ναό στην Κρακοβία που λέγεται Βαβέλ και αποτελεί ένα ακραία ιστορικό σημείο. Είχε προηγηθεί ένα φιλόδοξο σχέδιο αναμόρφωσης του ναού από τον Βισπιάνσκι και έναν φίλο του αρχιτέκτονα. Στόχος ήταν να καταστεί η Ακρόπολις του πολωνικού έθνους. Ο Στανισλάβ Βισπιάνσκι (1869-1907) διακρίθηκε ως ζωγράφος, εικαστικός, δραματουργός και ποιητής.

Επηρεασμένος από τους ρομαντικούς έγραψε το “Αkropolis”, το οποίο ολοκλήρωσε το 1904- ήξερε ήδη ότι θα πεθάνει από σύφιλη».

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artId=320028&dt=14/03/2010#ixzz0iAVVqu7O

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Η Αννα Κοκκίνου στο θέατρο «Σφενδόνη», σκυμμένη πάνω από ένα τσουκάλι. Να φτιάχνει, στο διάλειμμα της πρόβας, γλυκό του κουταλιού από κιτρολέμονα. Φαίνεται πως δεν έχει χάσει την περιέργειά της για τα πράγματα. Την όρεξή της για το νέο. Ηταν η πρώτη φορά που επιχειρούσε να φτιάξει γλυκό κουταλιού. «Είμαι περίεργος άνθρωπος», παραδέχεται.

«Θα ήθελα να έχω κι εγώ ένα παιδί. Τι έφταιξε; Αργησα να μεγαλώσω. Επαιξε ρόλο και το θέατρο», εξομολογείται η μάνα του Σινγκ, Αννα Κοκκίνου

«Θα ήθελα να έχω κι εγώ ένα παιδί. Τι έφταιξε; Αργησα να μεγαλώσω. Επαιξε ρόλο και το θέατρο», εξομολογείται η μάνα του Σινγκ, Αννα Κοκκίνου

Στην άοκνη καλλιτεχνική περιέργειά της οφείλουμε άλλωστε το ότι απόψε ανεβαίνουν στο «Σφενδόνη» -σε δική της σκηνοθεσία- οι απαιτητικοί, σκοτεινοί «Καβαλάρηδες στη Θάλασσα» (1903) του Τζον Μίλινγκτον Σινγκ. Η «μικρή τραγωδία» μιας χαροκαμένης μάνας (την υποδύεται η ίδια) που διαδραματίζεται στα νησιά Αραν του Ατλαντικού. «Το πιο πρωτόγονο μέρος της Ευρώπη», σύμφωνα με τον Σινγκ. Εκεί όπου επιβίωνε έως πρόσφατα το παγανιστικό παρελθόν των Ιρλανδών.

  • Ο Σινγκ παραμένει ένας μεγάλος παρεξηγημένος στην Ελλάδα. Τα έργα του αντιμετωπίζονται σαν ηθογραφίες μιας παρελθούσας εποχής.

«Είναι πολύ εύκολο να τον παρεξηγήσεις, να μείνεις δηλαδή σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης».

  • Πώς ανακαλύψατε το έργο του;

«Τους «Καβαλάρηδες» τους είχε μεταφράσει ο δάσκαλός μου, ο Πέλος Κατσέλης. Και διαρκώς «γύριζαν» στο μυαλό μου. Βέβαια, επρόκειτο να ανεβάσω το «Playboy» του Σινγκ. Δεν το κατόρθωσα γιατί υπήρχε ένας ρόλος που έπρεπε να παίξει ο Αρης Ρέτσος. Ε, και δεν έγινε».

  • Κι εσείς επιμείνατε στον Ιρλανδό δραματουργό…

«Με «τραβάει» απίστευτα. Δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση στο έργο του η οποία να μην ηχεί κάπου… αλλού. Τόσο βαθύς και πολυεπίπεδος είναι».

  • Οι «Καβαλάρηδες» είναι μια τραγωδία που «μιλάει» στο DNA του Ελληνα, λόγω της σχεδόν μεταφυσικής σχέσης που έχουμε, όπως και οι Ιρλανδοί, με τη θάλασσα. Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα από τα νησιά που θεωρούνται «μήτρα» των Ιρλανδών.

«Στα χρόνια του Σινγκ πίστευαν πως στα νησιά Αραν χτυπούσε η καρδιά της Ιρλανδίας. Μιλούσαν τα καθαρόαιμα ιρλανδικά, με την κέλτικη καταβολή».

  • Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει την επαφή του με τη φύση και το υπερφυσικό. Οι «Καβαλάρηδες» είναι ένα έργο-αντίδοτο στην εποχή μας. Το σκεφτήκατε ανεβάζοντάς το; Πώς αποδίδεται η μεταφυσικότητά του στη σκηνή;

«Η κεντρική σκηνή του έργου έχει έντονα ένα στοιχείο μεταφυσικότητας. Τόσο που κάποιος μου είπε: «πρέπει να νηστεύεις 4 χρόνια για να την κάνεις». Αν κάποιος ζήσει στη φύση, όμως, μέσα στο σκοτάδι, πολύ εύκολα μεταφέρεται και κάπου αλλού. Τα υπερφυσικά στοιχεία δεν είναι μακριά μας. Τα όνειρα δεν έχουν ένα χαρακτήρα μεταφυσικό; Σε μια ερωτική σχέση, για παράδειγμα, δεν μπορούμε να το νιώσουμε αυτό το «άλλο», το «πάνω από τη ζωή»; Απλώς, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ο άνθρωπος έβλεπε οράματα. Ε, τώρα δεν βλέπει οράματα συχνά. Βλέπει, όμως, όνειρα».

  • Η μάνα που υποδύεστε πατάει στα μητρικά αρχέτυπα; Συνομιλεί με τις μανάδες της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας;

«Είναι αρχέτυπο. Αλλά υπάρχει μία διαφορά. Το έργο είναι μια μικρή τραγωδία. Δεν έχουνε τα πρόσωπά του τη μεγάλη διαδρομή των ηρώων της αρχαίας. Οπωσδήποτε αλλάζουν στη διάρκεια του έργου. Μαθαίνει βαθμηδόν κάτι πολύ σπουδαίο η μάνα. Αλλά δεν βρίσκεται στον Σινγκ ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον εαυτό του, όπως στην αρχαία τραγωδία».

  • Με τι είναι αντιμέτωπος; Με το πεπρωμένο του;

«Με το ζήτημα ζωή – θάνατος».

  • Η μάνα χάνοντας τον γιο της συμφιλιώνεται τελικά με τον θάνατο;

«Ναι. Με έναν υπέροχο τρόπο. Στο τέλος το έργο έχει μια ανάταση. Οι «Καβαλάρηδες» είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο μικρό θεατρικό έργο. Η οικονομία του είναι ένα απίστευτο θεατρικό μάθημα για τον ηθοποιό».

  • Αυτή την οικονομία την αντιμετωπίσατε με τα ίδια «μέσα»; Εννοώ, με σκηνική οικονομία;

«Ναι. Το πρωταρχικό στοιχείο μας είναι ο λόγος, και δώσαμε «μάχη»».

  • Γενικά σε όλες τις δουλειές σας επιμένετε στον λόγο.

«Ε, μα τι άλλο είναι το θέατρο την ώρα της παράστασης; Υπάρχει ζωγραφική χωρίς χρωστήρα και καμβά;».

  • Με τις έως σήμερα επιλογές σας στο θέατρο «Σφενδόνη» μπορείτε να πείτε «είμαι ικανοποιημένη με τον εαυτό μου»;

«Είναι δύσκολο να το πεις. Οχι από μετριοφροσύνη. Παλεύω όσο μπορώ».

  • Πάντως είναι σαν να περνάτε μια φάση «αναγέννησης». Εν μέρει, «υιοθετήσατε» την ομάδα Opera του Θοδωρή Αμπαζή -στην παράσταση παίζουν δύο ηθοποιοί της. Συγχρόνως, γκρεμίσατε το θέατρό σας κι αλλάξατε τη θέση της σκηνής.

«Αλίμονο! Το προχώρημα πάντα είναι και μια αλλαγή. Δεν έχω υιοθετήσει την ομάδα Opera -γιατί δεν έχει και ανάγκη. Είχα απλώς όμως την ανάγκη της συνεργασίας μας».

  • Τι άλλαξε με τα χρόνια στη σχέση σας με το θέατρο;

«Πρωτύτερα δεν ήξερα τι είναι θέατρο. Τώρα είμαι μέσα σ’ αυτό. Δεν τίθεται ζήτημα αναθεώρησης. Το θέατρο είναι η ζωή μου. Είμαι πλέον ένα μ’ αυτό».

  • Υποδύεστε μια μητέρα. Εσείς δεν αποκτήσατε παιδί.

«Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα πολύ να έχω ένα. Τι έφταιξε; Αργησα να μεγαλώσω… Επαιξε ρόλο και το θέατρο».

  • Η ενασχόλησή σας μαζί του τρέναρε την ωρίμανσή σας;

«Το αντίθετο. Το θέατρο είναι ο κατεξοχήν τόπος όπου μαθαίνεις ποιος είσαι. Μετά είναι πολύ δύσκολο να κρυφτείς».

  • Σας τρομοκρατεί καθόλου η κατάσταση που επικρατεί στη χώρα;

«Είμαστε όλοι τρομαγμένοι με την κρίση. Αλλά τώρα υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Η κυβέρνηση προσπαθεί ειλικρινώς να σωθούμε. Ελπίζεις και παρακαλείς να αλλάξει η νοοτροπία αυτής της χώρας».

  • Info: Μετάφραση: Ανθή Λεούση. Μουσική: Θ. Αμπαζής. Σκηνικά: Ι. Καρυωτάκη. Κοστούμια: Ι. Τσάμη. Βίντεο εγκατάσταση: Μ. Κουρκούτα. Παίζουν ακόμα: Φ. Λαγανόπουλος, Τζ. Δαλιάνη, Φ. Παναγιωτίδου, Ε. Βλαχογιάννη, Σ. Ιγνατίδου, Β. Πέτση, Ελ. Τσίχλη.

// <![CDATA[//

  • Θέατρο «Τόπος ΑΛΛΟύ»

Τις ανθρώπινες σχέσεις και, κυρίως, τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια πραγματεύεται η θεατρική παράσταση «59 σερβίτσια μόνο», η οποία παρουσιάζεται στο θέατρο «Τόπος Αλλού», σε σκηνοθεσία του Νίκου Καμτσή, με τους Απόστολο Τότσικα, Μαρίνα Αμανίτη, Γιώργο Κροντήρη, Αχιλλέα Βατρικά και Γιώργο Σταυριανό.

Παράσταση που συγκινεί και προβληματίζει, βασίζεται στο βραβευμένο έργο του Βρετανού Αλι Τέιλορ και αναδεικνύει την οργή που νιώθουν πολλοί νέοι -δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα.

Σε συνέντευξή τους στο in.gr ο Νίκος Καμτσής, ο Απόστολος Τότσικας και η Μαρίνα Αμανίτη μιλούν για το έργο, για τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε στην εποχή του Ίντερνετ και της ηλεκτρονικής κοινωνικοποίησης…

«Ζούμε στην εποχή της μοναξιάς, όντας με άλλους» μάς είπε ο Νίκος Καμτσής και η φράση του περιγράφει ακριβώς αυτό που βιώνουμε, καθημερινά, στη δουλειά μας, στο σπίτι μας, στις κοινωνικές μας εξόδους.

Νίκος Καμτσής

Ερ.: Πώς επιλέξατε να ανεβάσετε αυτό το έργο;

Απ.: Πρόκειται για ένα έργο που μόλις έπεσε στα χέρια μου μού άρεσε πάρα πολύ. Αν και έργο αγγλικής «ιθαγένειας», μεταφράζοντάς το και καθώς πέρναγε από πάνω του η ελληνική γλώσσα, έδειξε ότι αφορά όλον τον κόσμο.

Ερ.: Και στη δεύτερη παράσταση που ανεβάζετε («Το Τέλος του Παιχνιδιού» τού Σάμιουελ Μπέκετ), καταπιάνεστε με τις ανθρωπινες σχέσεις. Πόσο δύσκολη είναι για τους νέους η εποχή του Facebook;

Απ.: Είναι τρομερή εποχή, είναι επαναστατική εποχή, με την έννοια ότι καθημερινά συμβαίνουν καινούργια πράγματα, τα οποία ανατρέπουν τα προηγούμενα. Είναι πραγματικά μία εποχή που δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Είμαι υπέρ της τεχνολογίας, τη χρησιμοποιώ την τεχνολογία, στο Facebook δεν είμαι αλλά εν πάση περιπτώσει ξέρω την ύπαρξή του, το Twitter, το Myspace και όλα αυτά. Νομίζω όμως ότι έχουν αντιφατικό χαρακτήρα. Δηλαδή, από τη μία προάγουν τις κοινωνικές σχέσεις, π.χ. μέσα από το Facebook μπορείς να βρεις έναν φίλο που ήσουν μαζί διακοπές το 1963, αλλά από την άλλη μεριά θα τον βρεις ως μόνος… Κατά συνέπεια είναι ένας νέος τρόπος, ένας πιο επαναστατικός τρόπος, ένας τρόπος πιο απρόβλεπτος για να κάνεις σχέσεις. Όντας μόνος, όντας στο σπίτι σου…»

Ερ.: Δηλαδή πρόκειται για μία ψευδαίσθηση;

Απ.: Ψευδαίσθηση δεν μπορείς να το πεις, διότι όταν παίρνεις τα νέα του άλλου δεν είναι ψευδαίσθηση, είναι η ιστορία του, είναι αυτό το οποίο του συμβαίνει. Αλλά, από την άλλη μεριά, είσαι μόνος. Δεν είναι ούτε ψευδαίσθηση, ούτε τίποτα άλλο. Είναι μοναξιά, όντας με τους άλλους. Μέσα σε μία τρομερή εποχή παγκοσμιοποίησης, η μοναξιά έχει τον πρώτο ρόλο.

Ερ.: Πόσο έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση το θέατρο και ποια η άποψή σας για τη νέα ηγεσία στο υπουργείο Πολιτισμού. Τι πρέπει να γίνει στο χώρο του θεάτρου;

Απ.: Γηράσκω αεί διδασκόμενος… Στο θέατρο έχω -μαζί με τη μαθητεία μου- από το 1976. Τέτοια χρονιά δεν έχω δει. Για το υπουργείο Πολιτισμού δεν έχω τι να πω. Ήδη αυτά τα πράγματα τα οποία συνέβησαν με το ΕΚΕΘΕΧ και όλα όσα αφορούν στο θέατρο είναι αρκετά ενδεικτικά. Εκείνο το οποίο με λυπεί είναι ότι καμία κυβέρνηση δεν έχει περάσει από αυτόν το τόπο, που να δώσει λίγο μεγαλύτερη σημασία, τη σημασία που πρέπει σε αυτόν τον πολιτισμό, τον οποίο όλοι διατυμπανίζουν ότι είναι το «κεφάλαιό μας». Στην πραγματικότητα πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Κατά την άποψή μου υπήρχε μόνον ένας υπουργός Πολιτισμού σοβαρός, ο Θάνος Μικρούτσικος, αλλά και αυτό το οποίο έκανε, αυτή τη στιγμή δεν το βλέπουμε διότι το σάρωσαν όλοι οι υπόλοιποι.

Απόστολος Τότσικας

Ερ.: Τι ακριβώς περιγράφει η παράσταση;

Απ.: Η παράσταση μιλάει ουσιαστικά για τη μοναξιά, για τη δεύτερη ευκαιρία και για το πόσο απλό είναι τελικά εάν μιλήσει ο ένας στον άλλον να καταλάβει τι πραγματκά χρειάζεται ο άλλος. Πόσο απλό είναι και πόσο σύνθετο το κάνουμε εμείς, στη σημερινή εποχή.

Ερ. Ο ρόλος του Αρρον είναι δύσκολος…
Απ.: Είναι ένας πολύ δύσκολος ρόλος. Ο Αρρον έχει πάρα πολλή οργή μέσα του και τα συναισθήματα που δεν έχει είναι η αγάπη και η συμπόνοια. Δεν έχει κανέναν να κάτσει να μιλήσει, δεν έχει κανέναν που να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν πραγματικά.

Ερ.: Πόσο δύσκολη είναι η σημερινή εποχή για τους νέους, τη στιγμή που ένα προηγμένης τεχνολογίας τηλέφωνο ή ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής «εξασφαλίζουν» την κοινωνική τους ζωή;

Απ. Είναι δύσκολη ως προς το να κάτσουν οι νέοι face to face, ώστε να συζητήσουν και να δουν ότι έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Και νομίζω πως, καμιά φορά, τα στοιχεία που δίνονται μέσα από το Ίντερνετ είναι και λίγο ψευδή, οπότε δεν υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία.

Ερ.: Συμφωνείς με αυτή τη «μόδα»;

Απ.:Δεν μπορώ να πω ότι συμφωνώ. Χρειάζεται μέτρο, να ακολουθείς την εποχή με μέτρο. Νομίζω πως και σαν θέμα το έργο αφορά τα νέα παιδιά, τα παιδιά που έχουν πολλή οργή, ορισμένες φορές και χωρίς λόγο, που δεν ξέρουν πού να τη διοχετεύσουν.

Ερ.: Τι θα συμβούλευες αυτά τα παιδιά;
Απ.: Να βγουν έξω. Να δουν την πραγματικότητα. Εάν θέλουν να κάνουν κάποιο φίλο μέσω του facebook να το κάνουν, αλλά πάντα να προσέχουν και να ξέρουν με ποιον μιλάνε.

* Ο Απόστολος Τότσικας μάς «αποκάλυψε», επίσης, πως θα τον δούμε στην επόμενη ταινία της Λάιας Γιούργου Κόκκινος Ουρανός, μαζί με τον Ορφέα Αυγουστίδη.

Μαρίνα Αμανίτη

Ερ.: Η Μάρσα δείχνει άνθρωπος σκληρός και κυνικός. Είναι έτσι;

Απ.: Η Μάρσα μπορεί να φανεί εκ πρώτης όψεως ένας άχαρος ρόλος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν είναι αυτό που μπορεί κανείς να φανταστεί στο ρόλο μιας κοινωνικής λειτουργού. Ένας χαρακτήρας στυφός, σκληρός, νευρικός και αποστασιοποιημένος απέναντι στους άλλους, που στη συνέχεια όμως ξεδιπλώνεται και ανακαλύπτει κανείς τις πτυχές της ευαισθησίας της.

Ερ.: Δύσκολες, εύκολες ή απλώς περίπλοκες οι ανθρώπινες σχέσεις στην εποχή του Facebook;

Απ.: Πραγματικά είναι ένα θέμα πολύ σοβαρό που μας αφορά όλους και το σίγουρο είναι ότι τα τελευταία χρόνια περνάμε όλο και περισσότερο σε φάση αποξένωσης. Σε αυτό συμβάλλουν πολλοί παράγοντες, όπως η καθημερινότητα μας, ειδικά στη μεγαλουπολη που λέγεται «Αθήνα». Όσον αφορά στο Facebook, και αν μιλήσω καθαρά για τον εαυτό μου, δεν πιστεύω ότι με έχει επηρεάσει αρνητικά. To xρησιμοποιω ώς εκεί που δεν με επηρεάζει και δεν μου τρωει χρόνο από αλλά πράγματα που θεωρώ πολύτιμα για μένα. Νομίζω πως η νέα γενιά αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα με το Ίντερνετ και το Facebook. Εμείς μάθαμε αλλιώς, δεν είχαμε Ίντερνετ και κινητά. Παίζαμε σε πλατειές, κάναμε πάρτι, αθλητισμό απαραιτήτως, και αυτά τα βιώματα μάς ακολουθούν πλέον στην ώριμη ζωή μας.

Ερ.: Πόσο διαφορετική είναι η ζωή για τα σημερινά παιδιά;

Απ.: Τα σημερινά παιδία έχουν μεγαλώσει με τον υπολογιστή. Είναι ο «κολλητός» τους φίλος. Είναι φυσικό λοιπόν να υπάρχει αυτή η εξάρτηση και η αποχαύνωση. Ναι, το Ίντερνετ σε αποχαυνώνει, όταν δεν ξέρεις να το χειριστείς. Αλλά δεν φταινε τα παιδία γι’ αυτό. Έτσι μαθαίνουν. Φταίνε και οι γονείς που τα βάζουν από μικρά να παίζουν με τον υπολογιστή γιατί δεν έχουν χρόνο να τους αφιερώσουν. Δεν ξέρω… σήμερα είναι αλλιώς. Εύχομαι τουλάχιστον οι πρώτες καταβολές που έρχονται από το σπίτι να αλλάξουν. Γιατί το σύστημα δεν μπορείς να το αλλάξεις. Αν το αφήσεις θα σε φαει ζωντανό…».

Η παράσταση ανεβαίνει στο Θέατρο Τόπος Αλλού (Κεφαλληνίας 17 & Κυκλάδων, Κυψέλη. Τηλ. 210-8656004).

Αννα Ανδίρα

Αθήνα – ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010  [ 12:53 ]