Αρχείο για 22 Μαρτίου, 2010

  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Η Μαριάννα Πολυχρονίδη είναι ένα φρέσκο, ζωντανό και χαρούμενο κορίτσι -το ίδιο και η Κάθριν, η ηρωίδα που ενσαρκώνει φέτος στο «Ψηλά από τη γέφυρα» του Αρθουρ Μίλερ, σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Βαλτινού, στο θέατρο «Βρετάνια».

Ο φακός αγαπά τη νεαρή ηθοποιό, στο σανίδι λάμπει. Από κοντά είναι ακόμα πιο όμορφη. Ερχεται στο ραντεβού ντυμένη απλά, χωρίς ίχνος μακιγιάζ και μου φέρνει στο μυαλό τις ηρωίδες της κρητικής αναγεννησιακής λογοτεχνίας- από την Κρήτη, άλλωστε, κατάγεται.

Μιλά για τη δεκάχρονη διαδρομή της στον χώρο -αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού το 2001- με ενθουσιασμό. «Νιώθω τυχερή. Εχω ήδη συνεργαστεί με ανθρώπους που θαύμαζα πολύ». Τον Μιχάλη Κακογιάννη -μόλις 23 ετών έπαιξε την Οφηλία στον «Αμλετ» του, στο Εθνικό- τον Σταμάτη Φασούλη, την Κάρμεν Ρουγγέρη.

Παράλληλα -και ισότιμα- διατηρεί και την ιδιότητα της τραγουδίστριας. Μεγαλωμένη με τους ήχους του «Μεγάλου Ερωτικού» του Μάνου Χατζιδάκι, που ο πατέρας της έβαζε κάθε Κυριακή πρωί, ήταν αδύνατον να ξεφύγει. Πέρα από τις κλασικές μουσικές σπουδές της, μετρά αρκετές συναυλίες, οι περισσότερες με τον Λουδοβίκο των Ανωγείων, με τον οποίο συνεργάστηκε για πέντε χρόνια (2000- 2005), και τον Νίκο Κυπουργό. Πέρσι εμφανιζόταν στον «Ζυγό» με τον Σωκράτη Μάλαμα, ενώ στις δισκογραφικές συμμετοχές της πρόσφατα προστέθηκε και το τραγούδι «Η κατάρα του ροκά» (με τους Μουζουράκη, Μπαλάφα, Μυλωνά) στο δίσκο «Ερωτας είναι ο Γιάννης» του Γιάννη Ζουγανέλη.

Με το ρόλο τής Κάθριν κάνει φέτος το ντεμπούτο της στο θέατρο και η Σκάρλετ Γιόχανσον. Τι σκεφτήκατε όταν το μάθατε;

«Είναι πολύ μακριά για να με αγγίξει κάτι τέτοιο. Θεωρώ, πάντως, πως είναι πολύ δύσκολος ρόλος για να είναι η πρώτη σου θεατρική δουλειά. Χρειάζεται μια έμπειρη ηθοποιό, που να φαίνεται βέβαια μικρή στην ηλικία».

Εσείς ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε;

«Η Κάθριν στη διάρκεια του έργου ωριμάζει απότομα. Στην αρχή είναι χαρούμενο κι ανέμελο κορίτσι και καταλήγει γυναίκα και, μάλιστα, πονεμένη. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να έρθει ομαλά αυτή η ωρίμανση. Πέρα από την ψυχολογική προσέγγιση του ρόλου υπήρξαν και τεχνικά θέματα. Η φωνή, για παράδειγμα. Στην αρχή είναι ψηλά τοποθετημένη και σιγά σιγά κατεβαίνει».

Θεωρείτε πως συμβάλλει στην καταστροφή του ήρωα ή είναι αμέτοχη;

«Δεν την έχω για εντελώς αμέτοχη. Δεν προκαλεί, βέβαια, ερωτικά τον θείο της. Είναι όμως στη φάση που προσπαθεί να ανακαλύψει αν μπορεί να προσελκύσει κάποιον. Κάνει ένα αθώο παιχνίδι χωρίς να το συνειδητοποιεί. Και βέβαια, επειδή αυτός είναι ερωτευμένος, το παίρνει αλλιώς».

Από τη διαδρομή σας μέχρι σήμερα, φαίνεται να μην μπορείτε να διαλέξετε μεταξύ θεάτρου και μουσικής.

«Ετσι είναι. Οταν κάνω το ένα, μου λείπει το άλλο. Φέτος μου λείπει πάρα πολύ το τραγούδι. Κι όσο περνούν τα χρόνια, νιώθω έντονα την ανάγκη να ασχοληθώ με αυτό. Ισως επειδή είναι ακόμα μια ανεξερεύνητη περιοχή του εαυτού μου. Στην υποκριτική έχω τριφτεί περισσότερο. Βέβαια ξέρω πως αν βρεθώ να ασχολούμαι για δύο χρόνια με το τραγούδι, θα μου λείψει πολύ η υποκριτική».

Δηλαδή, θα μπορούσατε στο μέλλον να αφοσιωθείτε μόνο στο τραγούδι;

«Το ιδανικό θα ήταν να κάνω μια σειρά στην τηλεόραση -γιατί ανήκω στους ηθοποιούς που τους αρέσει η τηλεόραση- και παράλληλα τα βράδια να κάνω κάτι μουσικό. Ηδη του χρόνου σκέφτομαι να ετοιμάσω κάτι δικό μου σε μια μουσική σκηνή».

Βλέπατε από την αρχή με καλό μάτι την τηλεόραση;

«Δεν πιστεύω πως υπάρχει ηθοποιός που να μην τον ενδιαφέρει η αναγνωρισιμότητα. Δεν ξεκινάς αυτήν τη δουλειά για να μη σε μάθει ποτέ κανείς. Προσέχω, βέβαια, να μην υπερεκτίθεμαι. Την αξία της τηλεόρασης τη συνειδητοποίησα το καλοκαίρι του 2007, όταν περιοδεύοντας με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης παίζαμε τον «Καπετάν Μιχάλη» σε πολλά απομονωμένα χωριά σε όλη την Ελλάδα. Είχε προηγηθεί το σίριαλ «Της αγάπης μυστικά». Οι εκδηλώσεις του κόσμου ήταν πολύ συγκινητικές. Εκλαιγαν και μας έλεγαν: «Ησουν η συντροφιά μου όλο τον χειμώνα. Δεν έχουμε τίποτα εμείς εδώ». Το θέμα, βέβαια, με την τηλεόραση είναι να ξέρεις καλά τι σου προσφέρει, τι κάνεις εσύ μέσα σε αυτήν και να μην την υπερεκτιμήσεις. Οπως και το θέατρο. Θέλω να πω πως δεν θεωρώ τη δουλειά αυτή το σημαντικότερο πράγμα του κόσμου. Οι γιατροί που σώζουν ζωές τι να πουν;»

Πέρα από τη δουλειά, τι άλλο σας αρέσει να κάνετε;

«Φτιάχνω κοσμήματα, πλέκω μέχρι και βελονάκι. Ειδικά τώρα που δουλεύω πολλές ώρες, με ηρεμεί. Υπάρχουν μέρες που γυρίζω δεκαπέντε σκηνές για τα «Μυστικά της Εδέμ» και έχω διπλές παραστάσεις μετά».

Η Κρήτη σάς λείπει;

«Εχω φανταστεί τα παιδιά μου να μεγαλώνουν εκεί. Πιστεύω ότι όλα γίνονται. Μου έχουν έρθει βολικά μέχρι τώρα και μπορώ να το πιστεύω».

  • Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός μιλάει για τις παιδικές ασθένειες του θεάτρου, για το γιουχάισμα στην Επίδαυρο, για τη γενναιοδωρία του κοινού, για την ξενοφοβία

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Κάτι τρέχει στην πλατεία Βικτωρίας: περισσότερα από 15.000 άτομα έσπευσαν στο θέατρο Πορεία για να δουν την παράσταση «Το κτήνος στο φεγγάρι», ενώ μια μεγάλη λίστα αναμονής αναγράφει τα ονόματα όσων δεν τα κατάφεραν ακόμη. Με το θέατρό του να πηγαίνει κόντρα στην οικονομική κρίση παρουσιάζοντας πληρότητα 110%, ο 45χρονος ηθοποιός, σκηνοθέτης και μεταφραστής Δημήτρης Τάρλοου έχει κάθε λόγο να είναι αισιόδοξος. Γνωρίζοντας ωστόσο ότι στο όνομα της λιτότητας δεν θα εισπράξει ούτε ένα επιχορηγούμενο ευρώ, μιλά για τη «μάχη με το ταμείο», τις παιδικές ασθένειες του θεάτρου, αλλά και τη συχνή ξενοφοβία κοινού και δημιουργών.

– Πού αποδίδετε τη μεγάλη επιτυχία της παράστασης «Το κτήνος στο φεγγάρι»;

«Αποφασίσαμε να ξανανεβάσουμε το έργο ύστερα από δέκα ολόκληρα χρόνια. Είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα που πέτυχε. Τόσο εγώ όσο και η Ταμίλα Κουλίεβα βρήκαμε νέους κώδικες και εξελίξαμε τους παλιούς. Και αυτό φαίνεται ότι εκτιμήθηκε από το κοινό». – Θεωρείτε ότι δέκα χρόνια αργότερα το ελληνικό κοινό έχει εξελιχθεί;

«Αυτό είναι βέβαιο. Κατ΄ αρχήν, υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι που έχουν παρακολουθήσει πολλές αξιόλογες ξένες παραστάσεις, είτε στο πλαίσιο εγχώριων φεστιβάλ είτε ταξιδεύοντας εκτός συνόρων. Αυτή η παγκοσμιοποίηση του θεάτρου μάς έχει κάνει καλό. Παλιά πολλοί έλληνες σκηνοθέτες δρούσαν ανεξέλεγκτα, συμπεριφέρονταν σαν Προμηθέας που φέρνει τη φωτιά στους θνητούς, ενώ στην ουσία αντέγραφαν δουλειές ξένων συναδέλφων τους. Τώρα δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο, πολλοί θεατές είναι εξίσου ενημερωμένοι και μπορούν να τους ξεμπροστιάσουν».

– Ωστόσο έχουμε δει κάποιες ακραίες αντιδράσεις όπως έντονο γιουχάισμα σε ξένους σκηνοθέτες στην Επίδαυρο και από την πλευρά του κοινού…

«Και εδώ η συζήτηση είναι μεγάλη, καθώς το κοινό δεν είναι ένα. Ποιο είναι το κοινό της Επιδαύρου; Είναι οι ίδιοι που αφού δουν κάτι και γιουχαΐσουν, αμέσως μετά ξεχύνονται στις γύρω ταβέρνες και ξεκοιλιάζονται τρώγοντας παϊδάκια; Αν μια παράσταση αποτελεί… ορεκτικό για τα παϊδάκια, καταλαβαίνετε ότι υπάρχει πρόβλημα. Θεωρώ όμως ότι ένα μεγάλο μέρος της κακής αντιμετώπισης των ξένων σκηνοθετών στην Ελλάδα υποκινείται από έλληνες σκηνοθέτες, οι οποίοι αισθάνονται είτε ότι είναι αντίθετοι με το σκεπτικό, είτε ότι απειλούνται τα εισοδήματά τους, η φήμη τους, η θέση τους, κτλ, κτλ.» – Ενα από τα συνηθέστερα επιχειρήματα είναι ότι ένας ξένος σκηνοθέτης δεν μπορεί να κατανοήσει σε βάθος τους έλληνες κλασικούς…

«Ανοησίες! Είχα την τύχη να δω πριν από κάποια χρόνια εξαιρετική ραψωδία της Ιλιάδας από τον Ανατόλι Βασίλιεφ στους Δελφούς. Και υπάρχουν πολλά ακόμη παραδείγματα. Με την ίδια λογική, δεν θα έπρεπε να ανεβάζουν οι έλληνες σκηνοθέτες τους ξένους κλασικούς. Αλλωστε, οι παραστάσεις του Σαίξπηρ είναι από τις πλέον αποτυχημένες στην Ελλάδα».

– Πάντως,εσείς δεν πάσχετε από… ξενοφοβία.

«Οταν πρωτοείπα την ιδέα να σκηνοθετήσει ο Τσεζάρις Γκραουζίνις το έργο “Δάφνις και Χλόη” η πρώτη αντίδραση όλων ήταν “είσαι παλαβός!!!”. Οταν κόπηκαν τα πρώτα 12.000 εισιτήρια έκλεισαν τα στόματα. Το να φέρεις έναν καλό ξένο σκηνοθέτη στην Ελλάδα και να συνεργαστείς μαζί του θεωρείται μια εκκεντρικότητα ή ένας ελιτισμός που θα σε αλλοιώσει».

– Πώς νιώθετε που η οικονομική κρίση δεν έχει χτυπήσει εφέτος το θέατρο Πορεία;

«Εχουμε βοηθήσει σε αυτό. Η λαϊκή απογευματινή παράσταση της Τετάρτης με εισιτήριο 10 ευρώ, για παράδειγμα, πηγαίνει εξαιρετικά καλά, είναι sold out για τις τρεις προσεχείς εβδομάδες. Πρέπει να το ξανασκεφτούν όσοι έχουν εισιτήρια των 27 και 30 ευρώ, τη στιγμή που πηγαίνεις σε παραστάσεις του Λονδίνου με πολύ λιγότερα. Εντάξει, υπάρχουν παραγωγές στο West Εnd που κοστίζουν 40 λίρες, αλλά είναι πολύ λίγες και απευθύνονται σε κοινό με υψηλά εισοδήματα. Θεωρώ πάντως ότι η κρίση θα έχει και τα θετικά της στο θέατρο. Αυτή η υπερπροσφορά παραστάσεων δεν ωφελεί κανέναν. Πρέπει να μειωθούν και τα θέατρα και οι παραστάσεις που ανεβαίνουν. Αν είχαμε σαράντα θέατρα, είκοσι εμπορικά, είκοσι off broadway παραγωγές και το Εθνικό, μια χαρά θα γέμιζαν. Οταν όμως έχεις 450 πρεμιέρες τον χρόνο, όταν οι περισ σότερες δραματικές σχολές που δεν είναι καν σχολές αλλά του Διαβόλου πράγματα βγάζουν τόσους ηθοποιούς που δεν είναι καν ηθοποιοί, τι να πρωτοπρολάβει να δει ένας θεατής; Και πάλι, το ελληνικό κοινό είναι πάρα πολύ γενναιόδωρο για αυτά που του παρέχονται. Τιμά και παραστάσεις κάτω του μετρίου, είναι καλοπροαίρετο, πάει όπου μπορεί».

– Κάνετε συχνά οντισιόν αναζητώντας νέα ταλέντα για τις παραστάσεις σας;

«Οταν το κάνω, φροντίζω να μην είναι στείρα εξέταση μονολόγων, αλλά μια διαδικασία που φέρνει τους ηθοποιούς σε επαφή με το αντικείμενο του έργου. Βλέπω στο παίξιμο των άλλων ηθοποιών τις δικές μου αδυναμίες και αυτό είναι πολύ χρήσιμο. Πολύ συχνά ανακαλύπτεις ταλέντα σε μια ακρόαση. Πολλά παιδιά όμως μπαίνουν στο θέατρο σαν να μπαίνουν σε τυροπιτάδικο. Σε αυτές τις περιπτώσεις είμαι πολύ συνοπτικός και τους δείχνω την έξοδο».

– Τι σας φοβίζει περισσότερο: ένα άδειο θέατρο ή μια «άδεια» παράσταση;

«Με φοβίζει μια βαρετή παράσταση. Δεν με νοιάζει αν υπάρχουν μόνο πέντε θεατές από κάτω, φτάνει μόνο να είναι στην τσίτα, να μη χασμουριούνται. Θέλω να συμβαίνουν πράγματα στις παραστάσεις, να μην είναι κοιμήσικες».

– Ποιο είναι το ελάττωμά σας που κάνετε προτέρημα στη σκηνή;

«Είμαι απότομος και οξύθυμος και αυτό συχνά με βοηθάει».

– Και ποια θεωρείτε ότι είναι η σοβαρότερη παιδική αρρώστια του ελληνικού θεάτρου;

«Ο αιώνιος εμφύλιος: λες και είμαστε χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα. Σε εκείνους που θέλουν να μείνουν στάσιμοι και σε εκείνους που θέλουν να αλλάξουν τα πάντα».

  • Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, πλατεία Βικτωρίας. Τηλ. 210 8210.991
  • «Το κτήνος στο φεγγάρι», σκηνοθεσία Στάθης Λιβαθινός. Συνεχίζεται και μετά το Πάσχα, ως τις 16 Μαΐου. Παίζουν: Δημήτρης Τάρλοου, Γιώργος Μπινιάρης, Ταμίλα Κουλίεβα,κ.ά.
  • «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν», σκηνοθεσία Μάρθα Φριντζήλα. Πρεμιέρα 10 Απριλίου