Καταπραϋντικό το Ιντερνετ και τα κινητά

Posted: Μαρτίου 14, 2010 in Σερέφας Σάκης
  • Ο πολυγραφότατος συγγραφέας Σάκης Σερέφας μιλά για την πόλη του, τη μαγειρική, το παιδικό βιβλίο, το θέατρο και τους ανθρώπους
  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/03/2010

Στα 50 του μετράει ήδη 40 βιβλία. Θεατρικά, μελέτες, ποίηση, πεζογραφία, παιδικά. Ομως, το καμάρι του, κι ας μην το λέει ο Σάκης Σερέφας, φαίνεται να είναι τα θεατρικά του.

Στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που γεννήθηκε, ζει και εργάζεται, παίζονται ήδη δύο έργα του: η «Αποστολή στον Πλανήτη γη» στο ΚΘΒΕ και στην Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» το «Θα σε πάρει ο δρόμος». Σε λίγο καιρό, τον Απρίλιο, θα το δούμε στο Θ. Τέχνης, στη Φρυνίχου ενώ για το καλοκαίρι δρομολογείται ο «Βορρά», μάλλον στο Φεστιβάλ των Φιλίππων.

Στο μεταξύ τα παιδικά βιβλία που ξεκίνησε να γράφει για τον γιο του, όπως το «Εκδρομή στην κουζίνα», εκδίδονται το ένα πίσω από το άλλο, ενώ το πιο δημοφιλές του: «Ενας δεινόσαυρος στο μπαλκόνι» απέσπασε πρόσφατα το κρατικό βραβείο παιδικού βιβλίου γνώσης.

Πολυγραφότατος, το παραδέχεται αλλά το ελέγχει όπως λέει με χιούμορ. «Μου είναι αναγκαίο να βλέπω τη δουλειά μου να τυπώνεται ή να ανεβαίνει σε παράσταση. Ετσι μπορώ να πάω παρακάτω. Μαθαίνω να γράφω γράφοντας».

– Γράφετε τόσο εύκολα όσο νομίζει κανείς για σας;

– Καθόλου. Γράφω σε διαφορετικά πεδία. Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, παιδικό βιβλίο, κινηματογραφικό σενάριο, ραδιόφωνο, και υπογείως το ένα πεδίο επικοινωνεί με το άλλο. Συχνά τα δουλεύω ταυτόχρονα, κάτι που με ξεκουράζει.

– Βασικός τροφοδότης σας φαίνεται πως είναι η πόλη, οι γύρω σας, το περιβάλλον σας.

– Μπορεί να προσέξω ένα γεγονός που θα διαβάσω σε μια εφημερίδα. Η νουβέλα «Θα γίνω ντιζέζ» και το θεατρικό «Λιωμένο βούτυρο» πατούν ακριβώς πάνω σε ένα πραγματικό περιστατικό. Ενα έγκλημα πάθους που έγινε στη Θεσσαλονίκη. Πατούν επίσης σε ένα υπαρκτό κτίριο, ένα ξενοδοχείο -σώζεται σήμερα- στο οποίο έγινε ο φόνος. Η πραγματικότητα γύρω μου είναι αδύνατον να μη με αγγίξει. Δεν είμαι άνθρωπος που θα κλειστεί σε ένα γραφείο και θα αρχίσει να κατεβάζει ιδέες από το πουθενά.

  • Μαγειρική και έγκλημα

– Το «Θα σε πάρει ο δρόμος» που θα δούμε στο Θ. Τέχνης είναι ιστορίες ανθρώπων στους οποίους συνέβησαν ζόρικες καταστάσεις στον δρόμο.

– Μιλάει για την αντίδραση του ανθρώπου απέναντι σε δύσκολες στιγμές που μπορεί να τον βρουν. Καταστάσεις που είναι σε ένα λυκόφως μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Οπως η ιστορία μιας γυναίκας που πήγε με τον άντρα της στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσει για να μαγειρέψει κολιούς κι από τότε δεν τον ξαναείδε. Είναι ανάγκη του ανθρώπου να λέει ιστορίες. Αυτό σήμερα γίνεται μέσα από το Διαδίκτυο και τα κινητά. Μεγάλο καταπραϋντικό και τα δύο.

– Το αγαπημένο σας δίπτυχο πάντως είναι η μαγειρική και το έγκλημα.

– Οι τροφές γενικά και το μαύρο πεδίο που μπορεί να λέγεται απουσία, θάνατος, έγκλημα. Η απουσία μαζί με το σκέλος της μνήμης, είναι ένα ζεύγος εννοιών γύρω από το οποίο περιστρέφεται ό,τι έχω κάνει ώς σήμερα. Οταν βγήκε η νουβέλα μου «Θα γίνω ντιζέζ» αντί να κάνω βιβλιοπαρουσίαση έβαλα τους ενδιαφερόμενους σε ένα πούλμαν και κάναμε ξενάγηση τα ξημερώματα, στα σημεία της πόλης που συνδέονται με το έγκλημα αυτό. Για παράδειγμα το ξενοδοχείο που έγινε ο φόνος, εκεί που έμενε ο δράστης, το νεκροτομείο, η ταβέρνα που έφαγαν λίγες ώρες πριν γίνει το έγκλημα. Επαναλήφθηκε τρεις φορές.

– Ως επικοινωνιακή ιδέα είναι πολύ ωραία αλλά τι άφησε;

– Οι επιβαίνοντες μου έλεγαν πόσο περίεργη και καινούργια τους φάνηκε η ίδια τους η πόλη όταν βρέθηκαν να ξεναγούνται μέσα σ’ αυτήν. Οι πόλεις όσο οικείες κι αν φαίνονται μέσα από την καθημερινή χρήση, είναι ένα σκηνικό στο οποίο έχουν συντελεστεί ακατονόμαστα πράγματα που αγνοούμε. Δράματα και εγκλήματα, πολιτικά, ερωτικά, κοινωνικά που συνδέονται με τη μικροϊστορία τους ή την επίσημη ιστορία τους.

– Είστε άνθρωπος της πόλης όπως μαρτυρούν τα κείμενά σας;

– Είμαι φανατικό αστόπαιδο. Μου χρειάζεται το καθημερινό χνώτο της πόλης για να δημιουργήσω. Κάθε μεγάλη πόλη κρύβει ιστορίες μέσα της που θέλω να αποκαλύπτω. Οταν πριν από δέκα χρόνια πήγα στη Νέα Υόρκη με υποτροφία προέκυψαν τρία βιβλία για την ιστορία της πόλης. Το ένα «Νέας Υόρκης το ανάγνωσμα» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παρατηρητής.

– Μικρός ήσασταν λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας ή των ταινιών μυστηρίου;

– Οχι. Και στη δουλειά μου δεν με ενδιαφέρει τόσο το κομμάτι του μυστηρίου όσο η διαδικασία μέσα από την οποία φτάνει ένας άνθρωπος στον φόνο. Το ψυχολογικό κομμάτι. Κι ίσως αυτό με έκανε να προσηλωθώ κυρίως στη θεατρική γραφή τα τελευταία χρόνια. Παράγω ένα με δύο θεατρικά τον χρόνο.

  • Γράφοντας, κάνω ψυχοθεραπεία

– Πενηντάρης που μοιάζετε μικρότερος, με κοτσίδα τα λίγα σας μαλλιά, έντονο χιούμορ και παιχνιδιάρικη διάθεση. Είστε το επίκεντρο στις παρέες σας;

– Η εικόνα που περιγράψατε είναι το χαρακτηριστικό σύνδρομο του 50άρη με αρχόμενη φαλάκρα. Είμαι εντελώς στα προβλεπόμενα. Στις παρέες δεν με συμφέρει να είμαι στο επίκεντρο. Μου αρέσει να παρακολουθώ τους άλλους. Και η «Αποστολή στον πλανήτη Γη» αναφέρεται σε δύο εξωγήινους που μελετούν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Πάντα με ενδιαφέρει η ανθρωπολογική ματιά πάνω στους άλλους και στον εαυτό μου. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ τα πορίσματα της νευροβιολογίας στα έργα μου. Ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς με βάση το νευροχημικό σύστημα του ανθρώπου. Γιατί αντιδράμε όπως αντιδράμε, τι συμβαίνει όταν ερωτευόμαστε, τι συμβαίνει όταν ξεχνάμε κάτι.

– Από πού αντλείτε το υλικό;

– Από επιστημονικά εγχειρίδια. Μικρός, βλέπετε, ήθελα να σπουδάσω γιατρός. Δεν πέρασα. Ισως έχω κάποια κατάλοιπα.

– Στην εφηβεία θέλατε να γίνετε γιατρός, στα 23 σας εκδώσατε το πρώτο βιβλίο στις εκδόσεις του Χριστιανόπουλου, στα 50 σας μετράτε τόσα βιβλία. Γιατί γράφετε;

– Γράφω για να ερμηνεύω τη ζωή μου και τον κόσμο. Για τον ίδιο λόγο που ένας αθλητής κάνει αθλητισμό ή ένας χαρτοπαίκτης αφιερώνει τη ζωή του στο χαρτοπαίγνιο. Στις μεγάλες δυσκολίες μας καταφεύγουμε σε ό,τι μας αρέσει. Εγώ στο βιβλίο. Κάνω την ψυχοθεραπεία μου γράφοντας.

  • Οταν γράφω γίνομαι Σπαρτιάτης

– Η υπερπαραγωγή δεν είναι εις βάρος της ποιότητας;

– Αν έβαζα μια φραγή στον εαυτό μου ότι θα γράφω κάθε τρία χρόνια, θα καταργούσα τη δημιουργική διαδικασία.

– Είστε άνθρωπος του προγράμματος;

– Είμαι εμμονοληπτικά προσηλωμένος στο πρόγραμμα. Σε επίπεδο κλινικής περίπτωσης. Γι’ αυτό μπορώ και παράγω. Αν έχω ένα βιβλίο στο μυαλό μου, το παιδεύω πολύ, κρατάω σημειώσεις, περικυκλώνω το θέμα από πολλές πλευρές και μετά θα ξεκινήσω να γράφω. Πάντα με αυστηρό πρόγραμμα. Βράδια και αργίες. Οταν γράφω, κάνω σπαρτιάτικη ζωή. Φροντίζω να είμαι σε άριστη σωματική κατάσταση, αθλούμαι, φροντίζω τη διατροφή μου. Μοιάζει πολύ με το πρόγραμμα του αθλητή όταν έχει αγώνες. Εχω πάντα μαζί μου ένα μπλοκάκι ή κασετοφωνάκι για σημειώσεις. Ακόμη και μέσα στο λεωφορείο βρίσκω πράγματα. Κατασκοπεύω φυσιογνωμίες, φερσίματα, τη στάση του σώματος.

– Το θέατρο μοιάζει να σας αρέσει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα.

– Γράφοντας θέατρο δεν νιώθω ότι προδίδω τους άλλους δύο χώρους, αντιθέτως, αισθάνομαι ότι τους χρησιμοποιώ. Η ποίηση μου έμαθε την οικονομία του λόγου και πόσο καίρια πρέπει να είναι η σύλληψη, ενώ η πεζογραφία, να εμβαθύνω στους χαρακτήρες, να στήνω μια σκηνή ή μια κατάσταση. Στο θέατρο με τράβηξε και το επικοινωνιακό κομμάτι. Η ζύμωση που γίνεται με τους ηθοποιούς και τον σκηνοθέτη για να ανεβεί ένα έργο, η αντίδραση των θεατών.

– Η μυθιστορηματική γραφή δεν σας ενδιαφέρει επειδή θέλει πλατιά φόρμα αφήγησης;

– Η μεγάλη φόρμα δεν νομίζω ότι μου ταιριάζει. Ο κινηματογράφος, από την άλλη, απαιτεί μεγάλες αντοχές σε βάθος χρόνου. Εγώ θέλω πιο γρήγορα αποτελέσματα. Το κινηματογραφικό σενάριο το δοκίμασα μια φορά με το «Ρουλεμάν» του Καρκανεβάτου. Συνεργαστήκαμε όμως και με τον Δημήτρη Ινδαρέ, που έφτιαξε το σενάριο που βασίζεται πάνω στο «Μαμ» (το πρώτο μου θεατρικό) που βρίσκεται σε προπαρασκευαστικό στάδιο για να γίνει ταινία.

  • Εχω και εργασία

– Ζείτε από τα βιβλία και το θέατρο;

– Οχι βέβαια. Εργάζομαι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας ως επιστημονικός ερευνητής. Δούλεψα και 10 χρόνια ως φιλόλογος. Η διδασκαλία μού άρεσε, η γραφειοκρατία γύρω της, καθόλου.

– Η σύζυγός σας, η Σοφία Νικολαΐδου, είναι επίσης συγγραφέας και εκπαιδευτικός. Δύο συγγραφείς στο ίδιο σπίτι πώς τα καταφέρνετε; Διαβάζει ο ένας τα χειρόγραφα του άλλου;

– Καταλαβαίνουμε καλύτερα ο ένας τις ανάγκες του άλλου. Μη φανταστείτε ότι είμαστε δύο άνθρωποι που κυκλοφορούν με τα χειρόγραφα στο σπίτι και ο ένας διαβάζει τα κείμενα του άλλου. Οτι από το ταβάνι μας πέφτουν λέξεις. Θα ήταν ένα αρρωστημένο περιβάλλον και για τον γιο μας, τον Γιάννη. Τα χειρόγραφά μου δεν τα διαβάζει κανείς πριν εκδοθούν. Τα κείμενα και τα πεζά. Μόνο τα θεατρικά μου δείχνω σε ανθρώπους που εμπιστεύομαι.

– Παιδικά αρχίσατε να γράφετε για τον γιο σας. Μήπως ικανοποιείτε και μια δική σας παιδική πλευρά;

– Ημουν ένα σχετικά μονήρες παιδάκι. Μου άρεσε να φτιάχνω ταξίδια που τα έκανα σε πραγματικούς χρόνους. Φανταζόμουν πως φορτώνουμε τα πράγματα στο αμάξι και προσπαθούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου τη διαδρομή και τους σταθμούς της, γιατί, βέβαια, κάθε χρόνο πηγαίναμε στον ίδιο τόπο διακοπές.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s