Αρχείο για Μαρτίου, 2010

  • Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ,
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Η 69χρονη Σέρβα Βίντα Ογκνιένοβιτς είναι μία γυναίκα ορχήστρα: συγγραφέας, σκηνοθέτις του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, πρέσβειρα της Σερβικής Δημοκρατίας στην Κοπεγχάγη. Εχει βρεθεί στο τιμόνι του Εθνικού Θεάτρου τής Σερβίας, ενώ σήμερα κρατάει τη θέση του προέδρου της Εταιρείας Σέρβων Συγγραφέων.

Το πρώτο βιβλίο της που μεταφράστηκε στα ελληνικά -και το παρουσίασε η ίδια και ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος πριν από λίγες μέρες, στην Αθήνα- είναι η νουβέλα «Απιστίες» (μετάφραση Μαρίας Κεσίνη, «Μεταίχμιο»). Ενας αριστουργηματικός μονόλογος διακοσίων δέκα σελίδων μιας σαραντάχρονης γυναίκας, η οποία οδηγείται στην ψυχική διαταραχή ύστερα από συγκρούσεις με το οικογενειακό και εργασιακό περιβάλλον. Οταν χωρίσει θα νιώσει στο πετσί της την απόρριψη όχι μόνον από τον πρώην σύζυγο αλλά και από τις γυναίκες συναδέλφους, σ’ ένα σκληρό περιβάλλον επιβίωσης, όπως είναι ο εκδοτικός χώρος όπου εργάζεται.

  • Γιατί επιλέξατε να γράψετε μία νουβέλα, που από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα είναι ένας μονόλογος μιας σαραντάχρονης γυναίκας;

«Είναι το μοναδικό βιβλίο που έχω γράψει σε πρώτο πρόσωπο. Αυτό το θέμα θεώρησα ότι δεν μπορούσα να το γράψω διαφορετικά. Απαιτεί το κοντινό πλάνο, οπότε χρειάστηκε να πλησιάσω σε ανεπαίσθητη απόσταση το πρόσωπο που ήθελα να περιγράψω. Επέλεξα να μη θέσω άλλο πρόσωπο, που να διακόπτει την αφήγηση παρεμβαίνοντας και σχολιάζοντας. Σ’ αυτό το βιβλίο μου τίποτα δεν είναι τυχαίο. Στην πρώτη μορφή του είχε φτάσει τις πεντακόσιες σελίδες και αφαιρώντας έγινε λιγότερο από το μισό».

  • Εχετε αρνητική εικόνα για τους ανθρώπους που εργάζονται στον εκδοτικό χώρο.

«Ετσι έχουν τα πράγματα. Η ηρωίδα μου είναι απολύτως μόνη, επειδή την πρόδωσαν όλοι: και οι συνάδελφοί της και η οικογένειά της».

  • Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το βιβλίο διαχειρίζεται την έννοια της προδοσίας;

«Καταρρίπτει τη σημασία της ταυτότητας».

  • Καθόλου τυχαίο λοιπόν ότι η ηρωίδα σας αναφέρεται στις «Φονικές ταυτότητες» του δίγλωσσου Λιβανέζου συγγραφέα Αμίν Μααλούφ;

«Η Αμαλία Κόγιτς ψιθυρίζει συχνά δύο φράσεις του. Η πρώτη: «Η ταυτότητά μου είναι αυτή που με κάνει να μην είμαι ίδιος με κανέναν». Η δεύτερη: «Η ταυτότητα κάθε ατόμου αποτελείται από πλήθος στοιχείων, που προφανώς δεν περιορίζονται σε όσα είναι σημειωμένα στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως»».

  • Μπορούμε να ανακαλύψουμε στο βιβλίο κι ένα σχόλιο για τον φεμινισμό και για ό,τι ακολούθησε;

«Ηθελα να δείξω ότι αν και έχουμε μεγάλες ιδέες για τα πρόσωπα και τα ιστορικά γεγονότα, εντούτοις ο άνθρωπος είναι και παραμένει μόνος του. Και να εστιάσω στην εσωτερική διαδικασία του, πέρα από τις ιδέες και τις ιδεολογίες».

  • Οι νέες θεωρίες για τη λογοτεχνία, τη γλώσσα και τη γραφή βοήθησαν να βρούμε τον δρόμο προς την κατανόηση του κειμένου; Ή μένει πάντα κάτι, που δεν περνάει από την επιστημονική κατανόηση;

«Ολες οι θεωρίες και οι αναλύσεις είναι υπέρ τής λογοτεχνίας. Ομως, δεν αρκούν. Πρώτα γράφτηκαν τα λογοτεχνικά έργα και μετά γεννήθηκαν οι θεωρίες».

  • Στη λογοτεχνία υπάρχουν «μικρά» και «μεγάλα» θέματα;

«Οχι, δεν υπάρχουν «μεγάλα» ή «μικρά» θέματα. Υπάρχει μόνον καλή και κακή λογοτεχνία. Σκεφτείτε πόσα κακά βιβλία έχουν εκδοθεί, βασισμένα σε πολύ μεγάλα θέματα!»

Ενα παράδειγμα;

«Ενα τμήμα της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, η οποία ασχολείται με υπαρξιακά θέματα όπως τα μυστήρια, ο θάνατος, η αγάπη, μ’ έναν τρόπο εφήμερο και χαμηλού λογοτεχνικού επιπέδου. Μιλάω για τη λογοτεχνία που γράφεται με σκοπό να διασκεδάσει κάποιον που έχει να κάνει ένα υπερπόντιο αεροπορικό ταξίδι».

  • Τι χωρίζει την καλή από την εμπορική λογοτεχνία;

«Ισως δεν θα πρέπει να κάνουμε αυτόν τον διαχωρισμό. Η εμπορικότητα δεν είναι ορισμός του κακού βιβλίου. Τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες μεταφράστηκαν σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου. Αναφέρομαι στη λογοτεχνία μιας χρήσης, που δεν την κρατάς στη βιβλιοθήκη σου και δεν επιστρέφεις σ’ αυτήν».

  • Πώς κατορθώνετε να ισορροπείτε μεταξύ της συγγραφής και της διπλωματικής σταδιοδρομίας;

«Το γεγονός ότι είμαι συγγραφέας και σκηνοθέτις δεν με δυσκολεύει να είμαι διπλωμάτις. Περισσότερο με βοηθάει. Το κοινό, που έχουν η συγγραφή και η διπλωματία, είναι η επικοινωνία».

  • Ζήσατε σε δύο διαφορετικά καθεστώτα και στο πέρασμα από τον σοσιαλισμό στην ελεύθερη αγορά. Θα θέλατε να κάνετε μια εκτίμηση;

«Για μένα ήταν βαρύ πλήγμα η διάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Τα τραύματα μέσα μου δεν έχουν ακόμη ιαθεί. Πιστεύω ότι όταν μπουν όλες οι νέες δημοκρατίες στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ο χώρος αυτός θα αποκτήσει ξανά ενότητα πολιτική, εμπορική και πολιτισμική. Υπάρχει το πνεύμα τών λαών. Οι διαφορές τους είναι αυτές που τους κάνουν να ενδιαφέρεται ο ένας για τον άλλο».

  • Οι ΝΑΤΟϊκοί βομβαρδισμοί είναι μια παλιά ιστορία ή θα επανέρχεται διαρκώς στη μνήμη σας;

«Δεν λησμονάς αυτές τις εικόνες. Περισσότερο θυμάμαι τον Πύργο της τηλεόρασης, όταν σκοτώθηκαν πολλοί δημοσιογράφοι και πολίτες, καθώς και τις βομβαρδισμένες γέφυρες. Πείτε μου, πώς μπορείς να ξεχάσεις;»

Advertisements
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

  • «Οι Γερμανοί θα έπρεπε τη δική μας μύτη να τραβήξουμε και να σκουπίσουμε το δικό μας χαλάκι. Αλλά κι οι τερατώδεις ατασθαλίες των Ελλήνων είναι ασύλληπτες. Το μόνο πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να βοηθήσει στην παρούσα δεινή φάση είναι ο αναχαιτισμός του κεφαλαίου.

«Ο  Χορός συνιστά σήμερα το κέντρο της δουλειάς μου πάνω στην αρχαία  τραγωδία», λέει ο Χανσγκίντερ Χάιμε

«Ο Χορός συνιστά σήμερα το κέντρο της δουλειάς μου πάνω στην αρχαία τραγωδία», λέει ο Χανσγκίντερ Χάιμε

Σε σχέση με την Ευρώπη; Πρέπει να προωθήσουμε την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Γιατί αυτό που παρακολουθούμε να διαδραματίζεται μοιάζει με ένα παιχνίδι που «πνίγει» τους Ελληνες. Είναι απορριπτέο και τουλάχιστον εξευτελιστικό για όσους το ενορχηστρώνουν».

Ο Χανσγκίντερ Χάιμε, ένας από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους θεατρανθρώπους, απ’ το «πρώτο καλημέρα» δεν μπορεί να κρύψει την αιχμηρή πολιτική του σκέψη. Φέρνει και τη γενέτειρά του προ των ευθυνών της για τον «βρόχο» γύρω απ’ τον λαιμό της παραπαίουσας Ελλάδας. Δεν δίνει βεβαίως άφεση αμαρτιών στην ελληνική «λαμογιά», όμως γνωρίζει πως πρέπει να διανεμηθούν οι «ποινές» σε όποιον αναλογούν. Κι εκτός ελληνικών συνόρων.

Αλλωστε, προτού ασχοληθεί με το θέατρο, είχε σπουδάσει κοινωνιολογία και φιλοσοφία. «Προίκα» που φάνηκε αργότερα στη σκηνή και επιπλέον στην εμμονή του με το αρχαίο ελληνικό δράμα.

Αυτές τις ημέρες πραγματοποίησε, στο πλαίσιο Διεθνούς Συμποσίου για το Αρχαίο Δράμα στο Ινστιτούτο Γκέτε της Αθήνας, τρίωρο βιωματικό εργαστήρι με τίτλο «Αντιγόνη του Σοφοκλή». Επέλεξε τη συγκεκριμένη τραγωδία διότι το καλοκαίρι πρόκειται να τη δουλέψει για έκτη φορά.

Τον Χάιμε τον γνωρίσαμε στην Αθήνα και τους Δελφούς αποκλειστικά με παραστάσεις αρχαίων ελληνικών τραγωδιών: την «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, τα «Θραύσματα» από έργα του Ευριπίδη και τους «Πέρσες» του Αισχύλου. Οι τελευταίοι, όπως και η περσινή παράσταση του συμπατριώτη του Γκότσεφ, ξεσήκωσαν το 1985 θύελλα αντιδράσεων. Ο Ξέρξης εμφανιζόταν με διχτυωτές κάλτσες και το φάντασμα του Δαρείου είχε την όψη Κάιζερ.

  • Εχετε δουλέψει με συγκινητική αφοσίωση την αρχαία τραγωδία. Αισθάνεσθε ότι έχετε «ξεκλειδώσει» τα μυστικά της, ιδίως, στο μείζον ζήτημα του Χορού;

«Οχι. Πάντοτε ο τρόπος δουλειάς είναι καινούργιος. Και κάθε παράσταση διαφορετική. Οπως για παράδειγμα συμβαίνει με την «Αντιγόνη», που φέτος θα δουλέψω για έκτη φορά. Αυτό που άλλαξε μες στον χρόνο είναι ότι ο Χορός σήμερα συνιστά το κέντρο της δουλειάς μου».

  • Με τα χρόνια δεν μετακινηθήκατε και σε άλλα ζητήματα της τέχνης σας;

«Εχουν αλλάξει πολλά στον τρόπο που βλέπω το θέατρο. Σχεδόν όλα. Ποτέ δεν είχα όμως μια παγιωμένη θεωρία. Για παράδειγμα, δουλεύω διαφορετικά στην Καλκούτα απ’ ό,τι στο Λουντβιχσχάφεν, τη θεατρική βάση μου. Εργάζομαι αλλιώτικα σήμερα σε σχέση με πριν από 20 χρόνια. Βέβαια, κατ’ αυτό τον τρόπο άλλαξαν όλη η γνώση και η «θεωρία» μου. Οφείλει η «θεωρία» να μεταλλάσσεται για να πλησιάζει τον άνθρωπο».

  • Θεωρείτε το θέατρο ως τον τόπο όπου μπορεί κανείς να συζητήσει για νέα κοινωνικά μοντέλα. Είναι μια υπεραισιόδοξη θέση.

«Σε κάθε περίπτωση το θέατρο πρέπει να αντιμετωπίζει την κοινωνία, να την αλλάζει. Να προσπαθεί να προσελκύει το άτομο προκειμένου να αντιμετωπίσει τον εαυτό του και να οδηγηθεί στην αυτογνωσία. Ολα άλλαξαν στις σύγχρονες κοινωνίες δυσχεραίνοντας τις συνθήκες για το θέατρο».

  • Τι ευθύνεται κυρίως;

«Δεν θα ονοματίσω ως πρώτο αίτιο το χρήμα -αν και σχετίζεται πολύ με την αποδοχή της θεατρικής δουλειάς μας. Παρ’ όλο που απειλείται οικονομικά, το γερμανικό θέατρο παραμένει σημαντικό και επίκαιρο, ένα θέατρο που ακόμα επηρεάζει τους ανθρώπους. Η εμπορευματοποίησή του είναι τεράστια και πρέπει να αγωνίζεσαι μέρα και νύχτα. Ούτως ή άλλως ζούμε σε δύσκολες εποχές. Και στην Αθήνα πρέπει να αλλάξει το θέατρο, όπως στο Λουντβιχσχάφεν, όπου εργάζομαι. Ενα σημείο, που αφορά τη διαρκώς αυξανόμενη δυσκολία να κάνεις σήμερα θέατρο με αιχμή, είναι η ολοένα αυξανόμενη παραμόρφωση των ψυχών μας. Δεν ισχύει αυτό που ξέραμε πριν από 20 χρόνια. Πρέπει να βρεις νέους τρόπους προσέγγισης του κοινού».

  • Δηλαδή;

«Η σκηνική δουλειά πρέπει να τροποποιηθεί, με στόχο την ενδυνάμωση της επίδρασης του καλλιτέχνη, που εμφανίζεται μπροστά στο κοινό ζωντανός. Η αληθινή ζωή είναι παράμετρος που μόνο στο θέατρο υπάρχει κι όχι στις τετράγωνες οθόνες».

  • Ποιοι πηγαίνουν στο θέατρο; Το παραδοσιακό θεατρικό κοινό έχει εν μέρει συνείδηση των αιτημάτων της σκηνής ακόμη και για μια «ουτοπία». Οι υπόλοιποι;

«Το θέατρο είναι κάτι τόσο φανταστικό. Καταφεύγουν σ’ αυτό πολύ λίγοι άνθρωποι. Και από αυτούς οι περισσότεροι μπερδεύουν την ουτοπία, που έτσι κι αλλιώς είναι κάτι ανέφικτο. Ομως το ταξίδι και όχι ο προορισμός αξίζει τον κόπο. Σε κάθε παράσταση το ερώτημα πρέπει να τίθεται διαφορετικά. Για ποιες ηλικιακές ομάδες και για ποιες κοινωνικές διαστρωματώσεις μιλάμε; Ποιες προϋποθέσεις και ποια κατάλοιπα μόρφωσης υπάρχουν; Δεν μπορούμε να προϋποθέσουμε σήμερα τη γνώση των αρχαίων κειμένων. Καθώς ο αστός κοντεύει να εκλείψει, αναρωτιέμαι κι εγώ πού μπορεί το θέατρο να αγκυροβολήσει;».

  • Ποια είναι η «κληρονομιά» σας από τη θητεία σας δίπλα στον Ερβιν Πισκάτορ;

«Η πολιτική ευθύνη ολόκληρης της έως σήμερα δουλειάς μου, ο σεβασμός απέναντι στην ποιότητα του κειμένου, η προσοχή στις συναναστροφές με ανθρώπους πάνω στη σκηνή». *

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Ο Αρης Λεμπεσόπουλος τους τελευταίους μήνες έζησε συγκινήσεις πρωτόγνωρες. Και στη ζωή και στη σκηνή. Δεν έγινε μόνο πατέρας, για πρώτη φορά, δυο δίδυμων γιων. Ταυτόχρονα δούλευε για μια παράσταση του Εθνικού, την «Κυρία από τη θάλασσα» του Ιψεν, σε μια διαδικασία παραδόξως «λυτρωτικά» χαρμόσυνη.

«Ενα παιχνίδι», την αποκαλεί ο πρωταγωνιστής. «Ο σκηνοθέτης Εϊρικ Στούμπε ούτε με στρίμωξε ούτε με στραμπούληξε ψυχολογικά. Δυστυχώς, στην Ελλάδα πρέπει να βασανιστείς. Δεν επέλεξα αυτή τη δουλειά για να είμαι δυστυχής. Και στο ελληνικό θέατρο όλοι δυστυχείς είναι. Παίρνουν χάπια. Πάνε σε ψυχιάτρους. Πίνουν… Μου είχε λείψει λίγη υγεία και η αγάπη για τον Ελληνα ηθοποιό. Εχουμε πολλούς …βρικόλακες…»! Μέσα από ένα υγιές παιχνίδι, που έκρυβε βαθιά γνώση -ο Νορβηγός σκηνοθέτης ειδικεύεται στον συμπατριώτη του δραματουργό- προέκυψε μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς. Ενας λιτός, ουσιαστικά σύγχρονος Ιψεν, με «Κυρία» τη Μαρία Ναυπλιώτου.

«Υπάρχει αγάπη στην «Κυρία από τη θάλασσα». Υπάρχουν και εγωισμοί. Δεν αγαπάς χωρίς εγωισμό. Και παρ’ ότι τα πράγματα είναι πολύ μετέωρα, τελικά η γυναίκα επιστρέφει στον άνδρα», λέει ο Αρης Λεμπεσόπουλος για το έργο.

Ο Ιψεν, όμως, ρίχνει όλους τους «προβολείς» του στην Κυρία και αφήνει τον Βάνγκελ, τον σύζυγό της, τον οποίο υποδύεστε, στη σκιά. Ποτέ δεν καταλαβαίνεις τι συμβαίνει στην ψυχή του.

«Δεν έδειξε ιδιαίτερη φροντίδα ο Ιψεν για τους άνδρες. Δεν είναι τυχαίο που ανεβαίνει τόσο συχνά στην Ελλάδα. Ανεβαίνει για να παίξουν οι Ελληνίδες πρωταγωνίστριες τον επόμενο επώνυμο ιψενικό ρόλο. Σημασία στην Ελλάδα έχει ο επώνυμος ρόλος!».

Πώς προσεγγίσατε τον Βάνγκελ;

«Θα σας πω πολλά «δεν ξέρω». Πριν από μερικά χρόνια είχα παίξει στην «Αγριόπαπια». Και ξαφνικά, μετά από χρόνια, μια μέρα είπα, «κοίταξε να δεις τι ήθελε να πει αυτό το έργο!». Στον Βάνγκελ με συγκινούσε η αμηχανία του. Με συγκινούσε το αδιέξοδό του. Με συγκινούσε το ότι είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να πάρει αποφάσεις καίριες. Μπορεί να πιάνω τώρα ψήγματα του χαρακτήρα. Μετά από καιρό ίσως να μπορώ να πω τι ακριβώς ήθελε».

Βλέπετε μια συνέπεια του χαρακτήρα του στον τρόπο που αντιμετωπίζει το άλλο φύλο, τη γυναίκα του και τις κόρες του;

«Ναι. Εχει να κάνει με την αμηχανία του προς το άλλο φύλο. Που μπορεί να έχει να κάνει και με την αμηχανία του Ιψεν προς το άλλο φύλο».

Ο Βάνγκελ δεν είναι ευτυχισμένος.

«Είναι ένας θλιμμένος ήρωας, όπως όλοι οι χαρακτήρες στο έργο. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Στούμπε προσπαθεί να απαλύνει την ατμόσφαιρα και να δώσει μια τσεχοφική διάθεση. Γιατί πάντα με βάραινε, και ως θεατή και ως ηθοποιό, ο Ιψεν. Ο σκηνοθέτης μάς είπε «ξεχάστε ό,τι νομίζατε για τον Ιψεν»».

Ηταν εύκολη η συνεργασία σας με έναν Νορβηγό;

«Πάντα αισθάνεσαι αμήχανα με έναν άνθρωπο που κουβαλά άλλη κουλτούρα. Στην πρώτη πρόβα είπε «είστε για μένα πιο σημαντικοί από τον ρόλο που έχετε μπροστά σας». Ξέρετε τι είναι κάθε φορά στην πρόβα να σου λέει ο σκηνοθέτης σου «ευχαριστώ»; Το έχω ξανακούσει πάλι από έναν ξένο, τον Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς. Δεν ξέρω αν είναι θέμα άλλης κουλτούρας».

Το γεγονός ότι την περίοδο των προβών αποκτήσατε τα πρώτα σας παιδιά, επηρέασε το «χτίσιμο» του Βάνγκελ;

«Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Στο έργο έχω δύο κόρες και εγώ απέκτησα δύο γιους. Εχω παίξει και άλλες φορές τον πατέρα, αλλά για πρώτη φορά νιώθω ένα αντίκρισμα».

Αλλάξατε;

«Είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα έγινε στροφή 360 μοιρών. Η έγνοια μου πλέον είναι αυτά τα δύο πλασματάκια. Σίγουρα η παρουσία ενός παιδιού σώζει από αυτό το επάγγελμα. Γιατί έχω δει ανθρώπους στα 69 και στα 70 τους, χορτασμένους και με το μύθο τους πια, να ρωτάνε με αγωνία «πώς σου φάνηκα;». Είναι δυνατόν ακόμα να ρωτάς «σου άρεσε η παράσταση;» Εδώ και χρόνια την έχω κόψει αυτή την ερώτηση. Δεν μπορεί να έχεις εφ’ όρου ζωής την αγωνία «άρεσα;»! Η δουλειά είναι δουλειά. Την αγαπώ στο μέτρο του δυνατού. Ποτέ δεν ήμουνα όμως φανατικός. Δεν θέλω 24 ώρες το 24ωρο να ασχολούμαι με το τι είπε ο Ιψεν. Υπάρχουν ηθοποιοί που το κάνουν».

Πώς νιώθετε με την κατάσταση της χώρας μας; Μπορείτε να είστε αισιόδοξος για το μέλλον της;

«Είμαι μάχιμα απαισιόδοξος. Αισιόδοξα απαισιόδοξος. Μακάρι η έξωθεν πίεση να οδηγήσει σε αποτελέσματα. Αλλά όταν μια χώρα χρωστάει τόσα χρόνια, δεν ξέρω τι μπορεί να ανατραπεί. Τι να αλλάξει όταν έρχεται ο κλειδαράς και δεν σου δίνει απόδειξη; Πώς μπορεί να αλλάξει ο Ελληνας όταν γνωρίζει ότι το κράτος δεν τον σέβεται; Αλήθεια, γιατί κάναμε τους Ολυμπιακούς αφού χρωστάγαμε; Και τι έγινε που τους κάναμε; Ρημάζουμε! Δυστυχώς είχαμε πολλούς αιώνες Τούρκους. Και κάτι χάλασε. Αλλά οι Τούρκοι σήμερα μας ξεπερνάνε. Οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι θα μας περάσουν. Η Αλβανία κατάφερε να ξεφύγει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πώς από τα γαλλικά βαλσάκια που τραγουδούσαμε, γίναμε η «Ελλάδα της Ιεράς Οδού», μια χυδαιότητα, δεν μπορώ να το συλλάβω!».*

Info: Ωρες και μέρες παραστάσεων: 11, 14, 24, 25, 28 Απριλίου στις 5 μ.μ. και 7, 9, 15, 17, 18, 21, 23, 29 Απριλίου και 2 Μαΐου στις 9 μ.μ. Τιμές εισιτηρίων: 26, 23 και 15 ευρώ φοιτητικό.

  • Συνέντευξη στη Σαντρα Bουλγαρη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/03/2010

Πριν από περίπου δέκα χρόνια, σε μια εποχή που η Σκανδιναβία άνοιγε με παραδειγματικό τρόπο τα σύνορά της σε πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή, ο Vahid, Ιρανός κινηματογραφικός και θεατρικός συγγραφέας, γνώρισε την Ευρώπη. Σπούδασε θέατρο και έχοντας ως βάση τη Δανία συνέχισε τη δράση της πειραματικής ομάδας του «Goosun Artillery» που είχε ιδρύσει στο Ιράν λίγο πριν από τη φυγή του. Γνώρισε μια Ευρώπη όχι ακριβώς όπως την είχε φανταστεί, η οποία όμως θα χάριζε νέα ταυτότητα στη δουλειά του. Συνδυάζοντας τεχνικές του δυτικού θεάτρου με την τελετή εξαγνισμού Zar της Μέσης Ανατολής δημιούργησε μια περφόρμανς με τίτλο «Hamlet/Zar». Οχι απλώς μια παράσταση για τον Αμλετ μέσα από τη δική του ματιά αλλά ένα πρότζεκτ για τη μετανάστευση με το οποίο ταξιδεύει από τότε σε όλη την Ευρώπη. Αμέσως μετά το Πάσχα (6-11/4), ο Vahid θα βρίσκεται στο στούντιο του «Κινητήρα» στην Αθήνα για να παρουσιάσει τη δουλειά του και να εργαστεί με Ελληνες ηθοποιούς, χορευτές και περφόρμερ. Σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές χώρες αναρωτιούνται πώς θα πορευτούν ως προς την μεταναστευτική πολιτική τους, ο Vahid, μαχητής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με το έργο του, εκφράζει έντονα τις απόψεις του. Λίγες μέρες πριν έρθει στην Αθήνα μίλησε στην «Κ».

– Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας την προσωπική σας ιστορία ως μετανάστη;

– Αφησα το Ιράν για να έρθω στην Ευρώπη το 2001 ακολουθώντας την φιλοδοξία μου να εμβαθύνω την αναζήτησή μου στην τέχνη του περφόρμερ καθώς και για να μπορέσω να δουλέψω σε ένα περιβάλλον χωρίς τους κοινωνικούς και καλλιτεχνικούς περιορισμούς που είχα στη χώρα μου. Οταν ήρθα στην –υποτίθεται– ελεύθερη Ευρώπη αντιμετώπισα πολλούς περιορισμούς εξαιτίας του γεγονότος ότι ήμουν ένας ξένος. Η διαδικασία τού να σταθώ στα πόδια μου στο νέο περιβάλλον, που ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που περίμενα, επηρέασε πολύ τη σκέψη μου. Από τότε σχεδόν ό,τι δημιούργησα είχε να κάνει άμεσα ή έμμεσα με θέματα μετανάστευσης και η ουσία αυτών έδωσε μορφή στο πρότζεκτ Hamlet/Zar.

– Πώς συνδυάζετε στο έργο σας δύο διαφορετικές κουλτούρες και θεατρικές τεχνικές, αυτή του ελισαβετιανού θεάτρου και των τελετουργιών της Μέσης Ανατολής;

– Ο συνδυασμός του Ζαρ με τον Αμλετ ξεκίνησε ως μια ιδέα για περφόρμανς, μια βερσιόν του Αμλετ τοποθετημένη σε ένα τελετουργικό. Με αυτή την πρόταση, η τελετή λειτουργεί ως δραματουργικό εργαλείο και έτσι μέσα από τα πνεύματα που επικαλούνται βλέπουμε αποσπάσματα από την ιστορία του Αμλετ. Στην παράσταση όλο το έργο λαμβάνει χώρα στη θάλασσα όταν ο Αμλετ έχει σταλεί πίσω στην Αγγλία για να θανατωθεί. Στο θεατρικό του Σαίξπηρ, ο Αμλετ σκοτώνει τους άπιστους φίλους του και επιστρέφει στη Δανία πάνω σ’ ένα πειρατικό καράβι, το οποίο στη δική μας βερσιόν είναι ένα πλοίο που κουβαλάει λαθρομετανάστες. Μια ομάδα παράνομων μεταναστών οι οποίοι εξαπατημένοι από τους διακινητές τους έχει χαθεί στη μέση της θάλασσας και συναντάει έναν άρρωστο άντρα που ονομάζεται Αμλετ. Πραγματοποιούν μια τελετή Ζαρ για να τον θεραπεύσουν και με αυτό τον τρόπο διάφορα πνεύματα εξέρχονται από το σώμα του που δεν είναι άλλα από τους χαρακτήρες του έργου (η Οφηλία, ο Πολώνιος κ.ά.).

  • Πολύπλοκο πρόβλημα

– Ποια είναι η γνώμη σας για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πρόσφυγες αλλά και για την πολιτική που ακολουθούν οι κυβερνήσεις;

– Η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σήμερα στην Ευρώπη σε σχέση με την μετανάστευση και ειδικά με όσους αναζητούν άσυλο είναι πολύπλοκη. Από τη μια υπάρχει η ευρεία αντιμεταναστευτική πολιτική που ξεπηδάει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες με διαφορετικές εντάσεις και η οποία υπερισχύει. Οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι οι οποίοι βασισμένοι σε ανθρωπιστικές η οικονομικές θεωρίες υποστηρίζουν την ανάγκη να δεχτεί τους πρόσφυγες η Ευρώπη αποτελούν την μειοψηφία. Αν και το θέμα της μετανάστευσης θα πρέπει να ερευνηθεί διαφορετικά σε κάθε χώρα, παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να εξεταστεί σε ένα γενικότερο πλαίσιο και να αντιμετωπιστεί παγκοσμίως για δύο κυρίως λόγους.

Καταρχάς, όλα δείχνουν πως θα επακολουθήσει μεγαλύτερη αύξηση των μεταναστών στις δεκαετίες που έρχονται. Οποια απόφαση κι αν πάρουν οι ευρωπαϊκές χώρες σε σχέση με τον έλεγχο της μετανάστευσης θα δοκιμαστεί το βασικό σύστημα αξιών της σύγχρονης Ευρώπης. Οσοι μεταναστεύουν από φτωχές σε πλούσιες χώρες πιστεύουν ότι διεκδικούν αυτό που κάποιος τους έχει στερήσει. Το γεγονός αυτό δυστυχώς δεν λαμβάνεται υπόψη από εκείνους που δημιουργούν την μεταναστευτική πολιτική. Αντιθέτως, οι πολιτικοί προσπαθούν να κάνουν τη ζωή ενός πρόσφυγα πιο δύσκολη. Εάν δεν αντιμετωπιστούν τα πιο βαθιά, αληθινά θέματα, όπως η φτώχεια, η διαφθορά και η δικτατορία που αναγκάζει πληθυσμούς του κόσμου να διακινδυνεύουν να χάσουν την ίδια τους τη ζωή για να έρθουν στην Ευρώπη, το όνειρο να σταματήσει αυτή η μαζική μετακίνηση ανθρώπων θα καταλήξει σε έναν εφιάλτη για όλους μας.

Ο Ιρανός κινηματογραφικός και θεατρικός συγγραφέας Vahid μιλάει για το πρότζεκτ του που έχει θέμα τη μετανάστευση

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Τριπλασίασε το κοινό στην Αθήνα και στην Επίδαυρο. Εχει φανατικούς φίλους και φανατικούς εχθρούς. Οι επιλογές του δεν αφήνουν κανέναν αδιάφορο. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ δίνει εξηγήσεις λίγο μετά την ανακοίνωση του προγράμματος για το καλοκαίρι του 2010

Την επομένη της ανακοίνωσης του προγράμματος του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ο Γιώργος Λούκος με υποδέχεται στο γραφείο του χαλαρός και χαρούμενος: οι εφημερίδες είναι απλωμένες και τα σχόλια του Τύπου για τις εκδηλώσεις του προσεχούς θέρους θετικά. Επιπλέον είναι ικανοποιημένος από τα καλά και ζεστά λόγια του υπουργού Πολιτισμού Παύλου Γερουλάνου προς το πρόσωπό του. Μοναδική του στενοχώρια, η ακύρωση παραστάσεων λόγω οικονομικής στενότητας (ο προϋπολογισμός μειώθηκε από 5,3 σε 4,3 εκατ. ευρώ), όπως συνέβη με τη «Μάνα Κουράγιο» της Ντέμπορα Γουόρνερ, με τη Φιόνα Σο στον ρόλο του τίτλου.

Με εξαίρεση τους θερινούς μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων κινείται μεταξύ των χώρων του Φεστιβάλ, ο Γιώργος Λούκος περνά τον περισσότερο χρόνο του εκτός Ελλάδας ακολουθώντας τις παραστάσεις της Οπερας της Λυών, την οποία διευθύνει. Ζει άλλωστε εκτός περισσότερα από 40 χρόνια, χωρίς να έχει χάσει τα ελληνικά του στοιχεία.

– Κύριε Λούκο,πώς φτιάχνετε το Φεστιβάλ; Φαντάζομαι ότι σας ασκούνται πολλές πιέσεις…

«Το ότι πιέζουν στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό αυτής της χώρας. Δεν γίνεται το ίδιο στο εξωτερικό, γιατί μιλάω με πολλούς διευθυντές έξω και ξέρω ότι κανείς δεν πιέζεται έτσι. Κανείς δεν σε παίρνει τηλέφωνο να σου πει ότι αν δεν με βάλεις θα κάνω αυτό ή το άλλο… Παίρνω επιστολές υβριστικές, απειλητικές, ορισμένες δε φορές από ανθρώπους που δεν το πιστεύεις».

– Εχετε πολλές προτάσεις κάθε χρόνο;

«Είναι τεράστιος ο αριθμός, γιατί στην Ελλάδα είμαστε όλοι καλλιτέχνες. Να σας φέρω ένα παράδειγμα. Το Φεστιβάλ της Αβινιόν δέχεται περίπου 60 γραπτές προτάσεις κάθε χρόνο ενώ εμείς 700, ελληνικές οι περισσότερες, από ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε καν… Θυμάμαι ότι την πρώτη χρονιά με κατηγόρησαν γιατί δεν έβαλα στην Επίδαυρο ούτε τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου ούτε το Αμφι-θέατρο. Με τον Σπύρο Ευαγγελάτο ανταλλάξαμε και δημοσίως επιστολές. Αλλάζουν όμως τα πράγματα. Γνωριστήκαμε με τον Ευαγγελάτο και έτσι το κλίμα άλλαξε μεταξύ μας. Τελικά τα κριτήρια επιλογής είναι πάρα πολύ πολύπλοκα».

– Ενδίδετε τελικά…

«Η δύναμή μου είναι ότι δεν μένω εδώ. Οταν μένεις εδώ και τους γνωρίσεις όλους, άνθρωπος είσαι κι εσύ, είναι πιο δύσκολο να πεις όχι. Είναι όλοι τους συμπαθητικοί και ας μην εκτιμάς εξίσου τη δουλειά. Οταν όμως τους γνωρίσεις, επηρεάζεσαι. Το ότι μένω έξω μού δίνει μια δύναμη. Εκεί βλέπω πολλές παραστάσεις, είμαι συνέχεια στο θέατρο, κάνω τις επιλογές μου…».

– Στην Πειραιώς το κοινό αποτελείται στο μεγαλύτερο ίσως ποσοστό του από ηθοποιούς, σκηνοθέτες… Θα είχε την ίδια ανταπόκριση σε μεγαλύτερους χώρους ή μήπως παραμένει τελικά μια υπόθεση μεταξύ μας;

«Ναι, είναι μεταξύ μας. Μην ξεχνάμε όμως ότι ζούμε σε μια χώρα που έχει περισσότερα θέατρα από το Παρίσι και το Βερολίνο μαζί ή και το Λονδίνο. Από τη στιγμή που υπάρχουν όλα αυτά τα θέατρα σημαίνει ότι υπάρχει και κοινό. Στην Πειραιώς είναι συνεχώς κάθε βράδυ όλα sold out. Πράγματι έρχονται πάρα πολύ καλλιτέχνες και νέοι μαθητές, μελλοντικοί του θεάτρου. Ισως να είναι και πιο προσιτό το θέατρο στην ελληνική κουλτούρα που δεν έχουμε κλασική παιδεία. Και η Βενεζουέλα όμως δεν είχε και είδαμε τι έκανε με την Ορχήστρα της».

– Χρόνο με τον χρόνο βάζετε νερό στο κρασί σας;

«Οχι, δεν βάζω καθόλου. Εφέτος πήρα μερικές αποφάσεις λόγω οικονομικών που μπορεί να μην είχα πάρει. Κάλεσα ας πούμε ομάδες όπως το Θέατρο Τέχνης που δεν είχαν συμμετάσχει καθόλου στο Φεστιβάλ όλα τα χρόνια που είμαι εδώ. Και όπως και να το κάνουμε, το Θέατρο Τέχνης είναι το Θέατρο Τέχνης. Οσο για την Επίδαυρο, τη χαρακτήρισαν “της πλήξης”… ΟΚ. Δεν ξέρω πάντως αν θα είναι της πλήξης για όλον τον κόσμο που θα πάει, γιατί θα πάει πολύς κόσμος, οπότε…».

– Σας ενδιαφέρει ο πολύς κόσμος;

«Βέβαια και με ενδιαφέρει, αλλά δεν ξέρω αν αυτή είναι η σωστή πολιτική για την Επίδαυρο. Πέρυσι ήρθαν πολλά κοριτσάκια για τον Ιθαν Χοκ στο “Χειμωνιάτικο παραμύθι” που δεν ήξεραν ούτε το έργο ούτε την Επίδαυρο – έψαχναν για ένα παλιό θέατρο. Μπορεί όμως να ξανάρθουν να δουν έναν Σοφοκλή ή έναν Μπέκετ. Κάτι είναι κι αυτό.

Αν ο σκοπός του Φεστιβάλ είναι να αυξήσει το κοινό του, αυτό το έχει πετύχει. Το 2004 το κοινό ήταν 70.000-80.000 θεατές και τώρα είναι 240.000, τριπλασιάστηκε… Η καλύτερη χρονιά μας ήταν πρόπερσι με έσοδα 5,8 εκατ. ευρώ επιπλέον του τακτικού προϋπολογισμού. Και μιλάω για τα έσοδα από το σύνολο των εισιτηρίων όλων των χώρων αλλά και των χορηγιών, που εκείνη τη χρονιά ήταν κατ΄ εξαίρεση υψηλές».

– Για να επανέλθω, όμως, η Επίδαυρος ούτε ανανεώθηκε ούτε στίγμα διαθέτει…

«Εφέτος είναι πιο λεπτό το θέμα διότι το οικονομικό πρόβλημα είναι τεράστιο. Οπότε απέφυγα οτιδήποτε θα ήταν οικονομικά επικίνδυνο. Πολλοί λένε ότι η Επίδαυρος είναι ένα λαϊκό φεστιβάλ, ένα φεστιβάλ και για τον κόσμο που μένει τριγύρω, ο οποίος θέλει να πάει να δει Αριστοφάνη και να γελάσει, να δει τους ηθοποιούς της τηλεόρασης… Αν έλεγα ότι αυτή είναι η γνώμη η δική μου, θα έλεγα ψέματα. Δεν είναι. Πριν από τρία χρόνια, όταν φέραμε την Ντέμπορα Γουόρνερ στην Επίδαυρο, κάποιοι είπαν όχι στον Μπέκετ, λες και ήταν φασίστας… Πολλές φορές οι ξένοι μάς στοιχίζουν λιγότερο γιατί έχουν καλές επιχορηγήσεις και πληρώνουν οι ίδιοι την παραγωγή, οπότε μας κοστίζει μόνο η μετάκληση».

– Εσείς τι θα επιλέγατε;

«Για μένα η Επίδαυρος θα έπρεπε να είναι πολύ πιο ριζική και ίσως δεν τολμάω ακόμη. Ισως πιστεύω ότι πρέπει να βγάζει μερικά λεφτά διότι υπάρχει το άλλο πρόβλημα: η Επίδαυρος χάνει λεφτά, με τους αρχαιοφύλακες, τους τεχνικούς, τα εκτός έδρας, που στον μεγάλο θίασο, με τον χορό, είναι πολλά και μας βάζουν μέσα κάθε χρόνο. Για να μην μπαίνει μέσα η Επίδαυρος πρέπει να βάζουμε παραστάσεις για να γεμίσουμε και γεμίζουν αυτές που έχουν σταρ της τηλεόρασης και του σινεμά, χωρίς να σημαίνει ότι δεν είναι και καλοί ηθοποιοί. Ούτε στο Ηρώδειο έχουμε βρει τον χαρακτήρα του, αλλά εκεί είναι διαφορετικά, γιατί μπαίνουν πολλά και διαφορετικά θεάματα».

– Ενώ ο χώρος της Πειραιώς δεν αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα;

«Είναι πολύ πιο εύκολο: η Πειραιώς έχει τη σύγχρονη αισθητική για το σύγχρονο ρεπερτόριο και το σύγχρονο θέατρο, με σύγχρονους σκηνοθέτες».

– Υπάρχει κίνδυνος να χάσετε τον χώρο της Πειραιώς;

«Οχι, δεν νομίζω. Εχει κηρυχθεί νεότερο μνημείο, οπότε το υπουργείο Πολιτισμού έχει το πάνω χέρι. Ενδιαφέρονται όμως πάρα πολλοί, όπως ο Εφραίμογλου με το Μείζονος Ελληνισμού, η Σχολή Καλών Τεχνών. Είχαμε πάει με τον Δημήτρη τον Δασκαλόπουλο, ο οποίος ενδιαφέρεται να κάνει εκεί σε ένα μέρος εκθέσεις, και αυτό θα ήταν πολύ θετικό. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να μπει ο ιδιώτης μέσα και να βοηθήσει, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Η τιμή για τον χώρο δεν είναι τόσο μεγάλη αλλά η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Εκτός αν υλοποιηθεί μια καλή ιδέα που είχε ο υπουργός: να γίνει ένα long lease. Χρωστάμε όμως τόσο πολλά σε τόσο πολλούς, ως κράτος, οπότε δεν ξέρω αν μπορεί το υπουργείο να αναλάβει κι άλλα…».

– Δεν είναι λίγο παράδοξο, αν και είστε ο διευθυντής του Φεστιβάλ, να είστε μέλος και σε διοικητικά συμβούλια άλλων πολιτιστικών οργανισμών;

«Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών μπήκα πριν από τέσσερα χρόνια, όταν μου το ζήτησε ο Χρήστος Λαμπράκης, και στο Ωνάσειο πιο πρόσφατα μετά από παρότρυνση του Αντώνη Παπαδημητρίου. Λέω τη γνώμη μου, ενώ στο Ωνάσειο συμμετέχω και στον θεσμό των υποτροφιών. Τώρα με την ανέγερση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών δίνω κάποιες συμβουλές για το θέατρο που θα γίνει εκεί. Μου ζήτησαν και να δουλέψω αλλά αρνήθηκα. Είμαι στο Φεστιβάλ και θα ήταν δεοντολογικά απαράδεκτο. Την παρουσία μου όμως εκεί δεν τη βλέπω ανταγωνιστικά. Στο κάτω κάτω, αν κάποιος μπορεί να τους φέρει και τον χειμώνα, γιατί όχι; Θα μπορούσαμε και να συνεργαστούμε μαζί τους, αν και δεν το έχουμε ακόμη σκεφθεί».

– Σας ενοχλεί κάτι στην Ελλάδα;

«Είναι μια χώρα γεμάτη αντιθέσεις. Ανάμεσα όμως σε όλα αυτά συμβαίνουν και τόσο πολλά θετικά, όπως η περιέργεια και το ενδιαφέρον των νέων. Το κοινό της Πειραιώς είναι καταπληκτικό, δεν υπάρχει τέτοιο κοινό στην Οπερα της Λυών. Βέβαια για μένα Ελλάδα σημαίνει το γραφείο και η Πειραιώς, το Φεστιβάλ. Ζω από το ένα θέατρο στο άλλο αλλά είναι κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Και ομολογώ ότι τη βλέπω ως Ελληνας την Ελλάδα. Κυρίως τώρα που όταν διαβάσεις ξένες εφημερίδες σε πιάνει κατάθλιψη. Ελπίζω να βγούμε από την κρίση και να έχουμε μάθει κάτι».

– Διαβάζετε;

«Κατ΄ αρχάς είμαι φανατικός των εφημερίδων. Καθώς βρίσκομαι πάντα μέσα σε ένα αεροπλάνο ή ένα τρένο, ή κοιμάμαι ή διαβάζω. Διαβάζω και βιβλία, πολλά. Βλέπω λιγότερες ταινίες από ό,τι παλιά ενώ βλέπω περισσότερο βίντεο».

– Βλέπετε τον υπουργό,τον κ.Παύλο Γερουλάνο,να θέλει να ασχοληθεί με τον πολιτισμό;

«Ναι, μολονότι πιστεύω ότι υπάρχουν ορισμένα μαθηματικά στοιχεία που εμποδίζουν την κατάσταση. Στη Γαλλία ο πολιτισμός απορροφά το 1% του προϋπολογισμού του κράτους. Εδώ είναι 0,3%. Σε μια χώρα όπως η δική μας, όπου η αρχαιολογία και οι ανασκαφές απορροφούν πολλά χρήματα, για τους υπολοίπους δεν μένει τίποτε… Φαντάζομαι ότι όλα τα θέατρα της Ελλάδας παίρνουν πολύ λιγότερα από ό,τι τα τέσσερα θέατρα του Βερολίνου. Θα έπρεπε να έχουμε και εμείς έναν προϋπολογισμό της τάξεως του 1% και από εκεί να δοθούν όσα είναι να δοθούν στους αρχαιολόγους γιατί προφανώς κάνουν πολύ σημαντικά πράγματα αλλά δεν είναι το μόνο που διαθέτει η χώρα μας. Πρέπει να δοθούν περισσότερα χρήματα στη δημιουργική δύναμη των νέων καλλιτεχνών».

– Είχατε αγωνία αν θα παραμένατε στη θέση σας με την αλλαγή της κυβέρνησης;

«Είμαι διευθυντής στην Οπερα της Λυών εδώ και 26 χρόνια. Αν κάνεις τη δουλειά σου καλά ή αν θεωρείται ότι την κάνεις καλά, γιατί να σε αλλάξουν; Εδώ ήξερα ότι παίζουν ρόλο οι πολιτικές αλλαγές και μου το υπενθύμιζαν διαρκώς. Δεν το σκεφτόμουν. Αν ήθελαν να βάλουν κάποιον άλλον, ΟΚ, δεν είχα άγχος».

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ

– Κύριε Λούκο, έχει αλλάξει η εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό;

«Παλιά μιλούσαν για την Ελλάδα όταν γινόταν κανένας σεισμός, όταν καιγόταν η Ηλεία, άντε για τους Ολυμπιακούς και για τα καλοκαίρια της. Ξαφνικά είμαστε πρωτοσέλιδο. Η μεγαλύτερη διαφορά που παρατηρώ αυτόν τον τελευταίο καιρό είναι το πόσο διαφορετικά βλέπουν τους αντιπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης οι ξένοι. Φαίνεται στις ξένες τηλεοράσεις. Βλέπουν τον έλληνα πρωθυπουργό, τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών πολύ θετικά, τους χαμογελούν… Εχουν κι αυτόν τον διεθνή αέρα…».

– Ποια είναι η αίσθηση των ξένων καλλιτεχνών για την Ελλάδα, μια ανάμνηση ή μια πραγματικότητα;

«Η Ελλάδα είναι εκτός πολιτιστικού δικτύου. Γι΄ αυτό όταν είδα τη συνεργασία-συμμαχία ανάμεσα στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη, με τον Κέβιν Σπέισι και τον Σαμ Μέντες, θέλησα να μπω κι εγώ μέσα ώστε αργότερα να βάλουμε και εμείς το δικό μας μερτικό, έναν δικό μας σκηνοθέτη. Για μένα μία από τις επιτυχίες του Φεστιβάλ είναι ο Μαρμαρινός στο Παρίσι με το “Πεθαίνω σα χώρα”. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι μόνο greek salad, feta cheese, σουβλάκι και μπουζουκάκι. Είναι και ένα σωρό άλλα πράγματα και έχουμε καλλιτέχνες που μπορούν να τα υποστηρίξουν».

– Εχει πιθανότητες η Ελλάδα να μπει στον πολιτιστικό χάρτη του κόσμου;

«Ναι, άμα συνεχίσουμε. Στα νέα παιδιά υπάρχουν ταλέντα, τα οποία όμως δεν προωθούμε. Γιατί λειτουργεί ένα σύστημα με τους παλαιότερους οι οποίοι και παραμένουν μέσα στα πράγματα. Εξω βοηθάνε πολύ πιο πολύ τους νέους. Χωρίς να θέλω να περιαυτολογώ, στο Φεστιβάλ έχουμε γκρουπ με νέους χορευτές ή ηθοποιούς, κάτι που δεν συνέβαινε παλαιότερα. Παλαιότερα ούτε μπορούσαν να το φανταστούν αυτό».

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Το κοινωνικό δράμα με χιουμοριστικές πινελιές των Θανάση Παπαθανασίου – Μιχάλη Ρέππα «Αττική Οδός», σε σκηνοθεσία δική τους, στο θέατρο «Εμπορικόν», καταγράφει την αλλοτρίωση, τον κυνισμό, την πλουτολαγνεία, το ερωτικό ξεσάλωμα σε μεγάλη μερίδα της ανελθούσας μεσοαστικής τάξης μεταπολιτευτικά αλλά και την ανάλογη «παραμόρφωση» σε μια λαϊκή νεότερη γενιά, θαμπωμένη και λιμασμένη.

Στρώνοντας το τραπέζι για την πολυμελή οικογένεια στο θέατρο  «Εμπορικόν»

Στρώνοντας το τραπέζι για την πολυμελή οικογένεια στο θέατρο «Εμπορικόν»

Το ίσο και την αξιοπρέπεια σ’ αυτό το κλίμα αδηφαγίας κρατάει στο σπίτι της πολυμελούς αυτής οικογένειας η κυρία Αθηνά (εξαιρετική η Τζένη Ρουσσέα) αλλά και η οικιακή βοηθός της, μια λαϊκή γυναίκα, εγκαταλειμμένη από τον άντρα της και με δύο αγόρια, η κυρα-Ντίνα, που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα αγόγγυστα, διακριτικά και θυμόσοφα. Την αποδίδει μ’ όλες τις διακυμάνσεις της, από δραματικές έως αστείες, η Μαρία Αντουλινάκη, σε μια δυνατή και συγκινητική ερμηνεία. Εχει μια 14χρονη δημιουργική πορεία στη σκηνή συνεργαζόμενη με σκηνοθέτες όπως οι Γιάννης Αναστασάκης (ομάδα «Στιγμή»), Ζαν Ζακ Τεσόν (Θέατρο Δρόμου), Μιχαήλ Μαρμαρινός, αλλά και στο σινεμά και την τηλεόραση.

  • Τι χαρακτηρίζει τον ρόλο σας;

«Αυτή η γυναίκα βάζει πάνω απ’ όλα την οικογένειά της που τη θεωρεί ιερή και κατ’ επέκταση τα μέλη της οικογένειας όπου δουλεύει τόσα χρόνια και που τα έχει «υιοθετήσει». Το τελευταίο πράγμα που μετράει γι’ αυτήν είναι οι ανάγκες της και ο εαυτός της: ό,τι δηλαδή έχει θεοποιήσει η εποχή μας».

  • Τέτοιες λαϊκές γυναίκες, υπομονετικές και καλοπροαίρετες, με αφειδώλευτη αγάπη για τα παιδιά τους υπάρχουν σήμερα ή είναι είδος προς εξαφάνιση;

«Θέλω να πιστεύω ότι σε ένα ποσοστό το αίσθημα της αυτοθυσίας και της ανυστερόβουλης αγάπης επιβιώνει ακόμα».

  • Η φθορά στις οικογενειακές σχέσεις, το κυνήγι του χρήματος, η έλλειψη ορίων και αναστολών στο έργο πού οφείλονται για σας;

«Η απομάκρυνση από τη φύση έφερε όλα αυτά και άλλα τόσα που στην «Αττική Οδό» οι συγγραφείς «χτυπάνε» αλύπητα με το παντοδύναμο μαστίγιο του χιούμορ και της καυστικής σάτιρας. Από κάτω υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο συγκίνησης και ανθρωπιάς».

  • Είστε το ισχυρό αντίβαρο μαζί με την αξιοπρεπή αστή της Τζένης Ρουσσέα σ’ όλον αυτόν τον ξεπεσμό. Είναι θέμα χαρακτήρα, κοινωνικής τάξης, οικογενειακού περιβάλλοντος οι αξίες που εκπέμπουν οι δύο γυναίκες;

«Η φύση έχει αναθέσει στις γυναίκες τον μεγαλύτερο ρόλο στη διαιώνιση του είδους κι έτσι η φύση τους είναι συντηρητική. Κρατάνε τις παραδόσεις, διαφυλάσσουν τις αξίες, στέκονται όρθιες και συνεχίζουν όταν οι άλλοι υποχωρούν και καταθέτουν τα όπλα. Πέρα απ’ αυτό, όμως, ο θαυμασμός της Ντίνας για την ανωτερότητα της Αθηνάς την κάνει να καθρεφτίζει τον χαρακτήρα της κυρίας της. Αλλά και η Αθηνά έχει διδαχθεί πολλά από την καρτερικότητα της Ντίνας ώστε να φτάσει στην ύστατη θυσία του τέλους».

  • Το ότι βρεθήκατε τα Χριστούγεννα ξαφνικά αντικαταστάτρια στη θέση της Ελένης Γερασιμίδου πώς το αντιμετωπίσατε; Είχατε ένα άγχος, ένα βάρος;

«Το ένιωσα σαν ένα υπέροχο δώρο ότι θα έπρεπε να περπατήσω στα βήματα και στα χνάρια μιας μεγάλης ηθοποιού. Αγχος μού δημιουργούσε μόνο ο ελάχιστος χρόνος που είχα στη διάθεσή μου».

  • Στη θεατρική σας διαδρομή τι σας βοήθησε περισσότερο;

«Η επιμονή και η υπομονή. Αλλά και οι άνθρωποι, συνεργάτες και φίλοι, που μου εμπιστεύτηκαν ρόλους, δίνοντας διέξοδο στην ανάγκη μου να εκφραστώ καλλιτεχνικά».

  • Το θέατρο για σας είναι…

«Μια ευκαιρία για να δείξω τον καλύτερο εαυτό μου, τα όνειρά μου. Είναι ο μόνος τρόπος ζωής που με ικανοποιεί».

  • Η διαφορά σε σχέση με το σινεμά και την τηλεόραση, με τα οποία έχετε επίσης αρκετά ασχοληθεί, είναι;

«Η καθημερινή και ζωντανή σχέση με το κοινό στο θέατρο είναι ασύγκριτη. Αλλά ο κινηματογράφος και η τηλεόραση αποτελούν μεγάλη πρόκληση για την τεχνική του ηθοποιού και επιπλέον μια απόλαυση όταν οι συντελεστές δημιουργούν μια ομάδα, «μια οικογένεια» δεμένη γύρω από έναν κοινό σκοπό. Στα πλατό των γυρισμάτων χτίζονται συχνά ωραίες φιλίες».

  • Info: Παίζουν επίσης οι Γιώργος Τζώρτζης, Σταύρος Ζαλμάς, Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Σταύρος Μερμήγκης, Σταύρος Καραγιάννης, Γιάννης Τσιμιτσέλης, Βίβιαν Κοντομάρη, Κατερίνα Τσάβαλου.*
  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Η Μαριάννα Πολυχρονίδη είναι ένα φρέσκο, ζωντανό και χαρούμενο κορίτσι -το ίδιο και η Κάθριν, η ηρωίδα που ενσαρκώνει φέτος στο «Ψηλά από τη γέφυρα» του Αρθουρ Μίλερ, σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Βαλτινού, στο θέατρο «Βρετάνια».

Ο φακός αγαπά τη νεαρή ηθοποιό, στο σανίδι λάμπει. Από κοντά είναι ακόμα πιο όμορφη. Ερχεται στο ραντεβού ντυμένη απλά, χωρίς ίχνος μακιγιάζ και μου φέρνει στο μυαλό τις ηρωίδες της κρητικής αναγεννησιακής λογοτεχνίας- από την Κρήτη, άλλωστε, κατάγεται.

Μιλά για τη δεκάχρονη διαδρομή της στον χώρο -αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού το 2001- με ενθουσιασμό. «Νιώθω τυχερή. Εχω ήδη συνεργαστεί με ανθρώπους που θαύμαζα πολύ». Τον Μιχάλη Κακογιάννη -μόλις 23 ετών έπαιξε την Οφηλία στον «Αμλετ» του, στο Εθνικό- τον Σταμάτη Φασούλη, την Κάρμεν Ρουγγέρη.

Παράλληλα -και ισότιμα- διατηρεί και την ιδιότητα της τραγουδίστριας. Μεγαλωμένη με τους ήχους του «Μεγάλου Ερωτικού» του Μάνου Χατζιδάκι, που ο πατέρας της έβαζε κάθε Κυριακή πρωί, ήταν αδύνατον να ξεφύγει. Πέρα από τις κλασικές μουσικές σπουδές της, μετρά αρκετές συναυλίες, οι περισσότερες με τον Λουδοβίκο των Ανωγείων, με τον οποίο συνεργάστηκε για πέντε χρόνια (2000- 2005), και τον Νίκο Κυπουργό. Πέρσι εμφανιζόταν στον «Ζυγό» με τον Σωκράτη Μάλαμα, ενώ στις δισκογραφικές συμμετοχές της πρόσφατα προστέθηκε και το τραγούδι «Η κατάρα του ροκά» (με τους Μουζουράκη, Μπαλάφα, Μυλωνά) στο δίσκο «Ερωτας είναι ο Γιάννης» του Γιάννη Ζουγανέλη.

Με το ρόλο τής Κάθριν κάνει φέτος το ντεμπούτο της στο θέατρο και η Σκάρλετ Γιόχανσον. Τι σκεφτήκατε όταν το μάθατε;

«Είναι πολύ μακριά για να με αγγίξει κάτι τέτοιο. Θεωρώ, πάντως, πως είναι πολύ δύσκολος ρόλος για να είναι η πρώτη σου θεατρική δουλειά. Χρειάζεται μια έμπειρη ηθοποιό, που να φαίνεται βέβαια μικρή στην ηλικία».

Εσείς ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε;

«Η Κάθριν στη διάρκεια του έργου ωριμάζει απότομα. Στην αρχή είναι χαρούμενο κι ανέμελο κορίτσι και καταλήγει γυναίκα και, μάλιστα, πονεμένη. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να έρθει ομαλά αυτή η ωρίμανση. Πέρα από την ψυχολογική προσέγγιση του ρόλου υπήρξαν και τεχνικά θέματα. Η φωνή, για παράδειγμα. Στην αρχή είναι ψηλά τοποθετημένη και σιγά σιγά κατεβαίνει».

Θεωρείτε πως συμβάλλει στην καταστροφή του ήρωα ή είναι αμέτοχη;

«Δεν την έχω για εντελώς αμέτοχη. Δεν προκαλεί, βέβαια, ερωτικά τον θείο της. Είναι όμως στη φάση που προσπαθεί να ανακαλύψει αν μπορεί να προσελκύσει κάποιον. Κάνει ένα αθώο παιχνίδι χωρίς να το συνειδητοποιεί. Και βέβαια, επειδή αυτός είναι ερωτευμένος, το παίρνει αλλιώς».

Από τη διαδρομή σας μέχρι σήμερα, φαίνεται να μην μπορείτε να διαλέξετε μεταξύ θεάτρου και μουσικής.

«Ετσι είναι. Οταν κάνω το ένα, μου λείπει το άλλο. Φέτος μου λείπει πάρα πολύ το τραγούδι. Κι όσο περνούν τα χρόνια, νιώθω έντονα την ανάγκη να ασχοληθώ με αυτό. Ισως επειδή είναι ακόμα μια ανεξερεύνητη περιοχή του εαυτού μου. Στην υποκριτική έχω τριφτεί περισσότερο. Βέβαια ξέρω πως αν βρεθώ να ασχολούμαι για δύο χρόνια με το τραγούδι, θα μου λείψει πολύ η υποκριτική».

Δηλαδή, θα μπορούσατε στο μέλλον να αφοσιωθείτε μόνο στο τραγούδι;

«Το ιδανικό θα ήταν να κάνω μια σειρά στην τηλεόραση -γιατί ανήκω στους ηθοποιούς που τους αρέσει η τηλεόραση- και παράλληλα τα βράδια να κάνω κάτι μουσικό. Ηδη του χρόνου σκέφτομαι να ετοιμάσω κάτι δικό μου σε μια μουσική σκηνή».

Βλέπατε από την αρχή με καλό μάτι την τηλεόραση;

«Δεν πιστεύω πως υπάρχει ηθοποιός που να μην τον ενδιαφέρει η αναγνωρισιμότητα. Δεν ξεκινάς αυτήν τη δουλειά για να μη σε μάθει ποτέ κανείς. Προσέχω, βέβαια, να μην υπερεκτίθεμαι. Την αξία της τηλεόρασης τη συνειδητοποίησα το καλοκαίρι του 2007, όταν περιοδεύοντας με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης παίζαμε τον «Καπετάν Μιχάλη» σε πολλά απομονωμένα χωριά σε όλη την Ελλάδα. Είχε προηγηθεί το σίριαλ «Της αγάπης μυστικά». Οι εκδηλώσεις του κόσμου ήταν πολύ συγκινητικές. Εκλαιγαν και μας έλεγαν: «Ησουν η συντροφιά μου όλο τον χειμώνα. Δεν έχουμε τίποτα εμείς εδώ». Το θέμα, βέβαια, με την τηλεόραση είναι να ξέρεις καλά τι σου προσφέρει, τι κάνεις εσύ μέσα σε αυτήν και να μην την υπερεκτιμήσεις. Οπως και το θέατρο. Θέλω να πω πως δεν θεωρώ τη δουλειά αυτή το σημαντικότερο πράγμα του κόσμου. Οι γιατροί που σώζουν ζωές τι να πουν;»

Πέρα από τη δουλειά, τι άλλο σας αρέσει να κάνετε;

«Φτιάχνω κοσμήματα, πλέκω μέχρι και βελονάκι. Ειδικά τώρα που δουλεύω πολλές ώρες, με ηρεμεί. Υπάρχουν μέρες που γυρίζω δεκαπέντε σκηνές για τα «Μυστικά της Εδέμ» και έχω διπλές παραστάσεις μετά».

Η Κρήτη σάς λείπει;

«Εχω φανταστεί τα παιδιά μου να μεγαλώνουν εκεί. Πιστεύω ότι όλα γίνονται. Μου έχουν έρθει βολικά μέχρι τώρα και μπορώ να το πιστεύω».