Στις φυλακές και τα στρατόπεδα της Βουλγαρίας

Posted: Φεβρουαρίου 3, 2010 in Ραντάνοφ Κρις

Είναι Βούλγαρος που ζει ανάμεσά μας εννέα χρόνια. Σήμερα είναι 36 ετών. Στη χώρα του σπούδασε συντήρηση πυρηνικών αντιδραστήρων. Δυσκολεύτηκε πολύ να βρει δουλειά. Αφού έκανε τον εισπράκτορα σε λεωφορεία, τον πορτιέρη σε κλαμπ, τον μπράβο πλουσίων και τον διευθυντή σε εργοστάσιο με γαλακτοκομικά, αποφάσισε να αναζητήσει την τύχη του στην Ελλάδα.

«Δεν ένιωσα τον ρατσισμό των Ελλήνων όπως τον νιώθουν οι μετανάστες από την Αφρική και την Ασία», λέει ο Κ. Ραντάνοφ, που δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά στο θέατρο «στον βαθμό που δυσκολεύτηκε κι ο Ελληνας συνάδελφός μου»

«Δεν ένιωσα τον ρατσισμό των Ελλήνων όπως τον νιώθουν οι μετανάστες από την Αφρική και την Ασία», λέει ο Κ. Ραντάνοφ, που δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά στο θέατρο «στον βαθμό που δυσκολεύτηκε κι ο Ελληνας συνάδελφός μου»

Η μητέρα του βρισκόταν ήδη εδώ. Η έξοδός του από τη χώρα του συνοδεύτηκε από την εκπλήρωση ενός παιδικού ονείρου: σπούδασε θέατρο (στη σχολή «Ιασμος»). Κι είναι αυτό που θέλει να κάνει: «Μέχρι να γεράσω», όπως λέει.

Τον Κρις Ραντάνοφ τον «ανακαλύψαμε» στην παράσταση του Λαέρτη Βασιλείου «Ενας στους δέκα», με μετανάστες δεύτερης γενιάς. Φέτος ερμηνεύει ολομόναχος, πάλι στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», ένα βιωματικό μονόλογο-κατηγορώ του κομμουνιστικού καθεστώτος της γενέτειράς του, με τον τίτλο (έμμεσο σχόλιο) «Σοσιαλ-Δομή Α.Ε.». Το ασθματικό κείμενο προέρχεται κατ’ αρχάς από τη μαρτυρία του πατέρα του, Κράστιο Ραντάνοφ, που «για ασήμαντη αφορμή» φυλακίστηκε για μια δεκαετία από τις βουλγαρικές κομμουνιστικές αρχές -εξ ου και το έργο το συνυπογράφουν.

Η «Σοσιαλ-Δομή Α.Ε.» έχει αντλήσει «πρώτη ύλη» και από τις μαρτυρίες επιζώντων από τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Συγκεκριμένα, από τα βιβλία «Για μικρή εξακρίβωση» του Βασίλ Στανίλοφ και «Θεέ μου, συγχώρησέ τους, αλλά μην ξεχνάς!» του Στέφαν Τσακάροφ.

Μην παρασυρόμαστε από τον τίτλο και το θέμα του έργου. Ο μονόλογος, ξεκαθαρίζει ο Κρις, δεν είναι αντικομμουνιστικός. «Προσωπικά, μου ταιριάζουν οι αριστερές ιδέες», λέει. «Εχω όμως την ανάγκη να μην ξεχνάω μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι καταχραστές της εξουσίας στο όνομα μιας ιδεολογίας. Οπως λέω και στον μονόλογο: «Πώς καταφέραμε μια ιδέα να την κάνουμε κρεατομηχανή, ούτε ο Θεός το ξέρει!»».

Δεν έζησε βεβαίως στο πετσί του το καθεστώς του Ζίφκοφ στον βαθμό που το βίωσε η γενιά του πατέρα του. Το 1989, χρονιά που κατέρρευσε ο κομμουνισμός, ήταν μόλις 15 ετών. Οσο ήταν μαθητής, η προπαγάνδα του καθεστώτος δούλευε φυσικά εξαιρετικά καλά. «Δεν μπορούσες να βγεις έξω από τα σύνορα, δεν μπορούσες να μιλήσεις ή να διαμαρτυρηθείς, αλλά νόμιζες ότι ήσουν ελεύθερος», θυμάται. «Υπήρχαν κομμουνιστικές οργανώσεις για παιδιά και εφήβους. Κι από μικρός μάθαινες να μη λες πολλά, γιατί κάποιος μπορούσε να σε καρφώσει στην αστυνομία».

  • Ισχυε αυτό που λέτε στον μονόλογο, «στη Λαϊκή μας Δημοκρατία οι περισσότεροι δεν έχουμε τίποτα, κάποιοι… έχουν τα πάντα…»;

«Στη Λαϊκή μας Δημοκρατία υπήρχαν περίοδοι που έπαιρνες ψωμί με κουπόνια, ενώ οι «εθελοντές» έκτιζαν βίλες για το Κόμμα. Μας έκοβαν το ηλεκτρικό ρεύμα για δύο ή τέσσερις ώρες τη μέρα, για οικονομία όπως μας έλεγαν οι προπαγανδιστές, αλλά δεν το έκοβαν ποτέ στην περιοχή που ζούσαν τα υψηλά στελέχη του Κόμματος. Για να πάρεις καινούργιο αυτοκίνητο, του ανατολικού μπλοκ υποχρεωτικά, έπρεπε να κάνεις αίτηση και να περιμένεις χρόνια, ενώ τα στελέχη και οι συγγενείς τους οδηγούσαν δυτικές φίρμες. Βέβαια, το κράτος φρόντιζε ιδιαίτερα τους τομείς της υγείας, της παιδείας και του πολιτισμού».

  • Πώς ήταν όταν βρεθήκατε το 2001 στους «βρωμοκαπιταλιστές» Ελληνες;

«Στην αρχή είπα «αυτό είναι!». Εβλεπα παντού φωτεινές επιγραφές, καινούργια αυτοκίνητα, ωραία ρούχα κι έλεγα «εδώ ζουν σαν βασιλιάδες». Οταν άρχισα να δουλεύω σκληρά για το μεροκάματο, ανακάλυψα ότι κι αυτό είναι ένα ψέμα. Ολα «φτιάχτηκαν» με δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Και τώρα με την κρίση, τα golden boys συνεχίζουν να παίρνουν τρελά ποσά, που όμως ανήκουν στον εργαζόμενο των 700 ευρώ. Και μετά, πάρε καινούργιους φόρους, πάρε μείωση των μισθών και των συντάξεων! Και να κυνηγάς εσύ, ο απλός πολίτης, τους φοροφυγάδες, επειδή η κυβέρνηση δεν μπορεί να τους ελέγξει».

  • Νιώσατε καθόλου τον ρατσισμό του Ελληνα;

«Δεν τον ένιωσα όπως τον νιώθουν οι μετανάστες από την Ασία ή την Αφρική. Δεν μ’ αρέσει να γενικεύω. Οι Ελληνες δεν είναι ένα απρόσωπο σύνολο. Κάποιοι είναι ρατσιστές και κάποιοι άλλοι κάνουν τα πάντα για να γίνει πιο εύκολη η ζωή των μεταναστών».

  • Πόσο εύκολα ένας νέος Βούλγαρος ηθοποιός βρίσκει δουλειά στην Ελλάδα;

«Το ίδιο δύσκολα όπως ένας Ελληνας. Επειδή όμως οι μετανάστες έχουν μπει στη ζωή σας, πάντα υπάρχουν ρόλοι για εμάς. Ο Δημήτρης Φοινίτσης, επικαιροποιώντας πέρυσι τη «Δεσποινίδα Τζούλια», μετέτρεψε τον Ζαν σε μετανάστη, που τον υποδύθηκα εγώ».

  • Συμφωνείτε με το νέο νομοσχέδιο για τους μετανάστες;

«Οταν πληρώνεις φόρους και ασφάλιση και έχεις τις ίδιες υποχρεώσεις ως πολίτης ενός κράτους, δεν θα ‘πρεπε να έχεις δικαίωμα να διαλέγεις ποιοι θα σε κυβερνάνε; Από τα λίγα όμως που γνωρίζω, δεν ζητούν τη μη εφαρμογή του νομοσχεδίου αποκλειστικά οι υποστηρικτές του ΛΑΟΣ. Ισως αυτό να οφείλεται στο ότι το νομοσχέδιο είναι βιαστικό και χρειάζεται διορθώσεις».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s