Αρχείο για Φεβρουαρίου, 2010

  • «Το Φιόρο του Λεβάντε»
  • ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010 | SUNDAY

Η παράσταση «Το Φιόρο του Λεβάντε» ανεβαίνει από την Τετάρτη 3 Μαρτίου έως την Κυριακή 28 Μαρτίου στο θέατρο «Ράδιο Σίτυ», Παρασκευοπούλου 9 και Βασιλίσσης Όλγας, τηλ. 2310 824970 και 2310 819153.

Λίγες μέρες πριν ξεκινήσουν οι παραστάσεις του «Φιόρο του λεβάντε», ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιλά στο «S».

Είναι ευγενής και με φοβερή αίσθηση του χιούμορ. Μετακινείται με μοτοσικλέτα, δε βλέπει ποτέ τηλεόραση, ούτε καν τον εαυτό του, και λατρεύει τον Ολυμπιακό. Τα τελευταία χρόνια «τσουγκρίζει» μαζί μας από τη συχνότητα της κρατικής τηλεόρασης και θεατρικά επιλέγει το ρομαντισμό, που τον φέρνει για δεύτερη φορά με το ίδιο έργο στη Θεσσαλονίκη…

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Κατερίνα Γιοσμά
  • Όταν κανείς μιλά για ηθοποιούς και λέει «ο Σπύρος», το μυαλό των περισσοτέρων πηγαίνει σε σας… Φέρουν μερίδιο ευθύνης οι «Απαράδεκτοι» γι’ αυτό;

Απολύτως! Από εκεί ξεκίνησε άλλωστε.

  • Η διάθεση των επεισοδίων τους μέσω εβδομαδιαίου περιοδικού πώς σας φαίνεται;

Κατ’ αρχάς, είμαι ενάντιος σε ό,τι μοιράζεται. Για να είμαι ειλικρινής δεν το είχα πάρει χαμπάρι όλο αυτό, δεν πολυασχολούμαι. Η Δημητρούλα μού το είπε. Ούτε κρύο μού κάνει, ούτε ζέστη. Το ότι οι πιτσιρικάδες αγαπούν πολύ τους «Απαράδεκτους» δεν περιμέναμε να το δούμε από εδώ. Και πάλι η Δημητρούλα μ’ ενημέρωσε ότι στο Διαδίκτυο γίνεται χαμός από downloads. Κι έρχονται και μου φέρνουν αντίγραφα στο καμαρίνι, γιατί εγώ δεν κρατάω αρχείο. Είμαι αντιαρχειακός τύπος.

  • Είχε ακουστεί ότι με αφορμή τα 20 χρόνια του MEGA θα γυρίζονταν νέα επεισόδια. Αλλά τότε θα έλειπε, όπως όλοι ξέρουμε, ένας από την παρέα…

Κανείς μας δεν το ήθελε έτσι. Και η Δήμητρα δεν είχε καμία όρεξη να γράψει…

  • «Το Φιόρο του Λεβάντε» του Γρηγόριου Ξενόπουλου φαίνεται πάντως πως γράφει τη δική του ιστορία κι έρχεται για δεύτερη φορά στη Θεσσαλονίκη. Αλλάζει κάτι στην απόδοση του έργου πέρα από τη διανομή;

Όχι, η ιστορία είναι η ίδια. Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 1914, όπου η ηθική, οι συνήθειες και η καθημερινότητα είναι τελείως διαφορετικές από αυτές του χωριού. Σ’ ένα τέτοιο σκηνικό έρχεται ο Νιόνιος ο Νιονιάκης από τη Ζάκυνθο, ο οποίος αγαπάει τρομερά την πατρίδα του, αλλά, επειδή φοβάται τους σεισμούς εκεί, μετακομίζει στην πρωτεύουσα, για να βρει δουλειά. Η οικογένεια που τον προσλαμβάνει δεν τον πολυχρειάζεται, αλλά τον κρατάει στο σπιτικό της. Στο τέλος, ωστόσο, με την εξυπνάδα του και τα κόλπα του, αποκαθιστά την τάξη σε όλα και τους γίνεται απαραίτητος. Παρ’ όλα αυτά, δεν αντέχει άλλο την Αθήνα και φεύγει… Η ιστορία κινείται στο γνωστό μοτίβο του παγκόσμιου ρεπερτορίου κατά το οποίο έρχεται ένας εξωτερικός καταλύτης και βάζει τα πράγματα σε μια σειρά. Όταν φεύγει, όμως, ισχύει το περιβόητο: «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους;»…

  • Τι συνδέει τους ανθρώπους που γεννιούνται ή κατοικούν κοντά στη θάλασσα;

Είναι αλήθεια ότι οι νησιώτες έχουν πολύ μεγάλη διαφορά ως προς τη συμπεριφορά τους σε σχέση με τους βουνίσιους. Γιατί από τη μια, δε σταματά το μάτι σου, τα βουνά δεν κλείνουν τον ορίζοντα κι έτσι οργιάζει η φαντασία! Από την άλλη, έχεις αυτό το πηγαινέλα με τα καράβια μέσω των οποίων εκτός από ανθρώπους μεταφέρονται και άλλοι πολιτισμοί, με τους οποίους μπορεί ο ίδιος να μην έχεις έρθει ποτέ σ’ επαφή. Ταυτόχρονα, βέβαια, ο αναγκαστικός αποκλεισμός σου σ’ ένα σημείο, λόγω κακοκαιρίας ή μη ύπαρξης δρομολογίων με το καράβι, σε κάνει και λίγο έντονο, τοπικιστή κι έτσι φτιάχνονται αλλιώς οι σχέσεις.

  • Πού αποδίδετε την πολύχρονη επιτυχία του έργου; Μήπως και στην τηλεοπτική σας παρουσία;

Δε νομίζω ότι ισχύουν πλέον αυτά, παρά μόνο σε μερικά εμπορικά θέατρα με κάποια πρόσωπα που είναι «hot» και όχι μόνο γνωστά, κοινώς που πουλάνε. Ειδικά στη δική μας παράσταση συμμετέχουν ηθοποιοί που αγαπούν πολύ το θέατρο και δεν κουβαλούν το εφήμερο της τηλεόρασης.

Στη Θεσσαλονίκη έρχονται κυρίως οι εμπορικές παραστάσεις της Αθήνας και μοιάζει σαν να μην έχουμε και άλλη επιλογή…

Ίσως η απόσταση να κάνει τον κόσμο να θέλει να δει κάποιον από κοντά, κάτι που δε συμβαίνει στην Αθήνα.

  • Το τελευταίο διάστημα έχει ξεκινήσει μια μαζική εκστρατεία συλλογής αποδείξεων. Εσείς μπήκατε στη διαδικασία να ενημερωθείτε τουλάχιστον;

Η αλήθεια είναι ότι δεν πολυέχω χρόνο ν’ ασχολούμαι με αυτά. Θα ήθελα να πω, ωστόσο, ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου έχω μια μικρή ελπίδα στην άκρη του μυαλού μου πως κάτι μπορεί να γίνει. Πολιτικά δεν έχω καμία σχέση με το χώρο, αλλά βλέπω κάποιους ανθρώπους μ’ εντιμότητα και θέληση για δουλειά, αν και είναι απογοητευμένοι. Προσπαθούν να εφαρμόσουν μέτρα, βρίσκουν, όμως, τον κόσμο αντιμέτωπο. Από τη στιγμή που φοροδιαφεύγουν οι 9 ½ στους 10, τι περιμένεις; Προσωπικά, είμαι πολύ θυμωμένος με τους βιομήχανους, αλλά παράλληλα θεωρώ ότι είμαστε λίγο πολύ όλοι υπεύθυνοι για το κράτος, γιατί εμείς είμαστε το κράτος.

  • Ξέρετε ότι με την αμοιβή από την εκπομπή «Στην Υγειά σας» της κρατικής τηλεόρασης θα πρέπει να το σκεφτείτε καλύτερα;

Δεν ασχολούμαι με αυτά, όπως προσπαθώ να μην ασχολούμαι και με όλα αυτά που λένε κάποιοι. Τελείως ενημερωτικά, να πω ότι δεν είναι αυτές οι χιλιάδες ευρώ η καθαρή αμοιβή μου. Και τα διπλά και τριπλά να έπαιρνα, θεωρώ ότι δεν αφορά κανέναν. Η αγορά είναι ελεύθερη και κανείς δε χαρίζεται σε κανέναν. Να είστε σίγουρη πως αν αυτά τα λεφτά δεν επέστρεφαν, θα είχα εκπαραθυρωθεί προ πολλού. Δεν είμαι μόνιμος υπάλληλος.

  • Θεωρείτε ότι υπάρχει δόλος στην ανακοίνωσή τους;

Ας είμαστε σοβαροί, αυτοί οι άνθρωποι δεν πονάνε το δημόσιο χρήμα… Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, είναι γνωστοί κλέφτες, που θέλουν να χτυπήσουν συγκεκριμένους ανθρώπους, είτε για πολιτικούς λόγους, είτε γιατί θέλουν να μπουν στην ΕΡΤ, είτε γιατί είναι συνδικαλιστές της ΕΡΤ που παίζουν περίεργο ρόλο κτλ. Δεν είναι προσωπικό, αν και εξελίχθηκε έτσι.

  • Αν σας πρότεινε η ΕΡΤ να παρουσιαστούν όλα τα υποψήφια τραγούδια της Eurovision στην εκπομπή σας, για να γνωρίσει ο κόσμος τους διαγωνιζομένους, θα το κάνατε;

Όχι, είμαι ενάντια στο θεσμό και δε μου αρέσει αισθητικά καθόλου. Δε με αφορά όλο αυτό το γυαλιστερό πραγματάκι με τα τραγουδάκια που συνήθως δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Τα νέα παιδιά καλά κάνουν και συμμετέχουν. Ούτε και ο φανατισμός με αφορά, που φτάσαμε να βγαίνουμε στους δρόμους, πανηγυρίζοντας μ’ ελληνικές σημαίες για την τότε νίκη μας, λες και πήραμε κι εγώ δεν ξέρω τι…

  • Αν πάρει, όμως, ο Ολυμπιακός το νταμπλ ή κερδίσει το Champions League… αλλάζουν τα πράγματα;

Α, μην μπερδεύουμε τη θρησκεία τώρα!

  • Φέτος δεν πάτε καλά, πάντως…

Ναι, νομίζω ότι η ομάδα κουράστηκε από τα πολλά πρωταθλήματα και είπε να κάνει ένα διάλειμμα!

  • Από τις ομάδες της Θεσσαλονίκης φαντάζομαι ότι είστε ΠΑΟΚ…

Α, το έχω πει και ξαναπεί πώς, εάν ήμουν Θεσσαλονικιός ή Μακεδόνας, δε θα μπορούσα να είμαι τίποτα άλλο εκτός από ΠΑΟΚ!

  • Πέρα από τις… οπαδικές είναι γνωστές και οι πολιτικές σας πεποιθήσεις. Η πολιτική είναι κάτι που θα σας ενδιέφερε στο μέλλον;

Πιστέψτε με, αν ήθελα, θα το είχα κάνει. Με βάση το χαρακτήρα μου την επόμενη μέρα θα έχω πλακωθεί με όλους! Ούτε τα κόλπα μπορώ, ούτε τα ψεύτικα, τα πολιτικάντικα. Υπάρχουν, βέβαια και σοβαροί άνθρωποι, αλλά έτσι όπως είναι τα πράγματα στημένα, κάποια στιγμή απογοητεύονται και τραβιούνται στην άκρη. Λίγοι είναι οι πεισματάρηδες με αντοχές, οι οποίοι και παραμένουν ερασιτέχνες.

  • Στο επάγγελμα του ηθοποιού θα πρέπει να υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές; Εννοώ, συμφωνείτε με το πάτημα στο θεατρικό σανίδι ανθρώπων από άλλους χώρους;

Δε συμφωνώ. Αν μιλάμε, όμως, για τη showbiz, δε διαφωνώ, γιατί διαχωρίζω το καθαυτό θέατρο από όλο το άλλο. Εκεί δε χρειάζεται να μπαίνουν ταμπέλες και να λες: «μα είναι μοντέλο ή τραγουδιστής, πώς;» Υπάρχει τρομερή «δημοκρατία» στον εν λόγω χώρο. Αυτό δε συμβαίνει στον αθλητισμό. Αν δε βάζεις καλάθια στο μπάσκετ, δεν είσαι καλός. Στη showbiz κάποιοι νομίζουν ότι τα βάζουν! Και με αυτήν την έννοια χωράει ο καθένας. Δεν τους εκτιμώ αυτούς τους ανθρώπους, γιατί δεν μπορείς να παίξεις και να συνεργαστείς. Μου έχει τύχει να βρεθώ κάποια στιγμή στην τηλεόραση για μια σκηνούλα μαζί τους και νόμιζα ότι κάναμε άλλη δουλειά! Είναι σαν να παίζει ο άλλος ποδόσφαιρο κι εσύ τάβλι.

  • Εσάς τι σας κρατάει προσγειωμένο στη γη, για να μη… γίνετε κομμάτι της showbiz;

Η έλξη της γης, ο μαγνητισμός, η βαρύτητα…

  • Info

Η παράσταση «Το Φιόρο του Λεβάντε» ανεβαίνει από την Τετάρτη 3 Μαρτίου έως την Κυριακή 28 Μαρτίου στο θέατρο «Ράδιο Σίτυ», Παρασκευοπούλου 9 και Βασιλίσσης Όλγας, τηλ. 2310 824970 και 2310 819153.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Σκηνοθεσία: Κώστας Τσιάνος

Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς

Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ

Μουσική: Παναγιώτης Καλατζόπουλος

Χορογραφία: Φωκάς Ευαγγελινός

Φωτισμοί: Ανδρέας Μπέλλης

ΠΑΙΖΟΥΝ:

Σπύρος Παπαδόπουλος, Φωτεινή Τσακίρη, Γιώργος Ψυχογιός, Ίρις Πανταζάρα, Στέλιος Πέτσος, Ελίνα Μάλαμα, Αντώνης Δημητροκάλης, Άλκηστις Βούλγαρη, Νίκη Δραγούμη, Παναγιώτης Βασιλόπουλος, Μαρία Καντιφέ

Ο Ανέστης Αζάς σκηνοθετεί το νέο έργο του Σάκη Σερέφα «Αποστολή στον πλανήτη Γη».

Ο ταλαντούχος νέος σκηνοθέτης από τη Θεσσαλονίκη, με σπουδές στο Βερολίνο και όραμα για την τέχνη, σκηνοθετεί τη νέα παράσταση του Σάκη Σερέφα.

  • Συνέντευξη στο Θοδωρή Γιαχουστίδη
  • Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο από το κείμενο του Σάκη Σερέφα που θέλεις ν’ αναδείξεις στην παράσταση;

Αρχικά μ’ ενδιέφερε κυρίως το θέμα του «ξένου». Ωστόσο, βλέποντας την παράσταση τώρα, συνειδητοποιώ ότι το κέντρο έχει μετατοπιστεί θεματικά στην ιστορία αυτού του ζευγαριού, των δύο εξωγήινων που επισκέπτονται τη Γη, ως μία κοινή πορεία ενηλικίωσης. Σαν ν’ ανακαλύπτουν μαζί τον κόσμο και τον εαυτό τους από την αρχή.

  • Τελικά, οι εξωγήινοι γοητεύονται ή απογοητεύονται με αυτά που βλέπουν στη Γη;

Και τα δύο. Οι εξωγήινοι μόλις που προλαβαίνουν να ολοκληρώσουν τα πειράματά τους στον πλανήτη μας και τα συμπεράσματά τους είναι μάλλον νεφελώδη. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι επαναπροσδιορίζουν μια αυτονόητη για μας καθημερινότητα: μέσα από το βλέμμα τους, βλέπουμε τον εαυτό μας σαν σε παραμορφωτικό καθρέφτη. Η πόλη τούς διασκεδάζει, αλλά από ένα σημείο κι έπειτα αρχίζει να τους απειλεί.

  • Ποια είναι η αγαπημένη σου σκηνή από την παράσταση;

Οι εξωγήινοι δανείζονται για καμουφλάζ 2 ανθρώπινα σώματα, που σιγά – σιγά με τις ορέξεις και τις ανάγκες τους, τους κυριεύουν. Υπάρχει μία σκηνή στην οποία προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι η ανθρώπινη όρεξη κι εάν αυτοί οι δύο έχουν αποκτήσει «όρεξη» ή όχι. Εδώ υπάρχει μια τρομερή αντίφαση: οι δύο ξένοι υφίστανται μία μη αναστρέψιμη διαδικασία «εξανθρωπισμού», αλλά την αρνούνται. Νομίζουν ότι μπορούν να διατηρήσουν τη διαφορετικότητά τους, ενώ μεταλλάσσονται σε γήινους.

  • Πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα για ένα νέο σκηνοθέτη στην Ελλάδα;

Ευκαιρίες σε νέους σκηνοθέτες δίνονται με το σταγονόμετρο, αλλά προσωπικά υπήρξα τυχερός. Δίχως κρατική υποστήριξη στην Ελλάδα επιβιώνει μόνο το μεγάλο εμπορικό θέαμα, ενώ η όποια avant garde κινδυνεύει να πνιγεί στην… τρέλα της.

INFO: Η παράσταση «Αποστολή στον πλανήτη Γη» παρουσιάζεται στο «Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών» Τετάρτη και Κυριακή, στις 19.00, Πέμπτη – Παρασκευή, 21.00 και Σάββατο 18.00 και 21.00. Για κρατήσεις εισιτηρίων τηλεφωνήστε στο 2310 288000.

  • ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010 | SUNDAY
O Χρήστος Πλαΐνης πρωταγωνιστεί στην κωμωδία του Θοδωρή Αθερίδη «Από ωδία του Θοδωρή Αθερίδη «Από ωδία του Θοδωρή Αθερίδη «Από μακριά».

Συμμετέχει στην παράσταση που ανεβαίνει οσονούπω στη Θεσσαλονίκη και μιλάει για ούφο και… τρίχες.

«ΒΟΗΘΕΙΑ» ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ:

Το interactive στοιχείο υπάρχει στην παράσταση, το αποτέλεσμα όμως δεν είναι ποτέ το ίδιο, αφού εξαρτάται από τον άνθρωπο που σηκώνουμε κάθε φορά από το κοινό, από την αντίδρασή του, από την καλή ή όχι διάθεσή του.

  • «ΕΡΩΤΗΜΑ» ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ:

Η Σμαράγδα στο έργο έρχεται από το μέλλον, για να βρει ένα μόσχευμα -μια τρίχα- από τον πατέρα της, ώστε να μπορέσει να γίνει θνητή, να πεθάνει. Στο τέλος λοιπόν της παράστασης στέκεται, κρατώντας αυτήν την τρίχα και λέγοντας, «Σας ευχαριστώ όλους που πιστέψατε στο όνειρο».

  • ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΩΤΙΚΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ:

Μου αρέσουν όλα στην πόλη σας. Έτσι δε συμβαίνει συνήθως, όταν είσαι κάπου «φιλοξενούμενος» και σε πηγαίνουν στα καλύτερα;

  • ΣΤΙΓΜΗ ΜΕ ΤΟ ΓΙΟ ΣΑΣ:

Ακόμη προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε -είναι μόλις τρεισήμισι μηνών. Και μόνο που γυρίζω το βράδυ από το θέατρο και τον κοιτάζω που κοιμάται μου είναι αρκετό.

  • ΤΥΧΕΡΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ:

Δεν πιστεύω τόσο στην τύχη όσο στη διάθεσή μας, η οποία μπορεί να δημιουργήσει τις καλύτερες συνθήκες. Έχω όμως κάποια αντικείμενα από συγγενικά μου πρόσωπα τα οποία βρίσκονται πάντα στο καμαρίνι μου.

  • ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ:

Πρόκειται να συμμετάσχω στον «Πόλεμο των Άστρων», μια νέα σειρά του ANT1, στην οποία κάθε ιστορία θα ολοκληρώνεται σε δύο επεισόδια. Στο θέατρο, σε λίγο καιρό θα ξεκινήσω πρόβες με τον Θοδωρή Αθερίδη και τη Σμαράγδα Καρύδη για το «Ημέρωμα της Στρίγγλας».

Info

Η παράσταση «Από μακριά» του Θοδωρή Αθερίδη ανεβαίνει από αύριο, Πέμπτη, στο θέατρο «Αριστοτέλειο».

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ, Επτά, Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Μια γυναίκα μόνη στη σκηνή αφηγείται τη ζωή της. Υπήρξε πόρνη αλλά και παντρεμένη. Εκανε παιδιά. Εκανε και εκτρώσεις. Το κοινό παρακολουθεί τον καταιγιστικό της λόγο. Γελάει. Κι άλλοτε παγώνει. Η Ελένη Κοκκίδου ως «Γυναίκα της Πάτρας», σ’ ένα σπαραχτικό μονόλογο που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Χρονά, δίνει ρεσιτάλ υποκριτικής στο «Από Μηχανής» θέατρο. Σαρώνει με την κίνησή της τη σκηνή, τραγουδάει, κλείνει το μάτι στο κοινό κι ύστερα παίρνει πάλι τις αποστάσεις της.

Ολα στον υπερθετικό βαθμό

Είναι η πρώτη φορά που η Κοκκίδου ερμηνεύει μονόλογο, παρ’ ότι μετράει 25 χρόνια στο θέατρο. Εχοντας ξεκινήσει από το Δημοτικό της Καλαμάτας επί διευθύνσεως Νίκου Χαραλάμπους και έχοντας στη συνέχεια συνεργαστεί με το «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου, με τον θίασο «Εποχή» του Βασίλη Παπαβασιλείου, συνέχισε την πορεία της στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος και το Εθνικό Θέατρο.

Η «Γυναίκα της Πάτρας» ήταν αληθινό πρόσωπο: η Παναγιώτα ή Πανωραία, που ζήτησε από τον Χρονά να τον δει και να του μιλήσει για τη ζωή της, όταν αυτός είχε κατέβει στην αχαϊκή πρωτεύουσα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, για να πάρει μέρος σε μια βραδιά ποίησης. Η Κοκκίδου λέει πως αυτό που παρουσιάζει δεν είναι ακριβώς ρόλος, γιατί «ξεπερνάει το θέατρο. Η ζωή αυτής της γυναίκας δεν μπορεί να στενέψει, να χωρέσει στη σκηνή.

Νιώθω ότι έχω εσωτερική σχέση με την Πανωραία. Δεν έχω ζήσει τη ζωή της, αλλά η δύναμη των αισθημάτων μας μοιάζει»… ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Οι ήρωες, όμως, του θεατρικού έργου του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Με τα παιδιά της πιάτσας», που παίζεται στο ΚΘΒΕ, δεν πληρώνουν τις δογματικές τους ψευδαισθήσεις. Είναι πραγματικοί φυλακισμένοι, μάγκες και μικροαπατεώνες που δραπέτευσαν από τις σελίδες του Τσιφόρου. Γιατί άραγε ο δημοφιλής συγγραφέας έλκεται τόσο από τους ανθρώπους του περιθωρίου;


Διπλό «παρών», θεατρικό και πεζογραφικό, δίνει αυτό τον καιρό ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

* Από χτες στη Θεσσαλονίκη, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει το έργο του «Με τα παιδιά της πιάτσας» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη στη σκηνή Σωκράτης Καραντινός στη Μονή Λαζαριστών (έργο βασισμένο στο βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου «Τα παιδιά της πιάτσας»).

* Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε η καινούργια συλλογή διηγημάτων του «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» (εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»), που παραμένει σταθερά στη λίστα των ευπώλητων λογοτεχνικών βιβλίων. Είκοσι επτά μικρές ιστορίες με ήρωες καθημερινούς ανθρώπους, το υγρό στοιχείο, αλλά και διάφορα ζώα όπου εκπλήξεις και ανατροπές καραδοκούν, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ιδιαίτερη συγκίνηση και μια λοξή χιουμοριστική ματιά.

  • Γιατί ασχοληθήκατε με τον Τσιφόρο;

«Μου το ζήτησε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ Σωτήρης Χατζάκης, αλλά και γιατί έχω φτιάξει σχετικούς ήρωες – φτωχοδιάβολους σε κάνα-δυο βιβλία μου οπότε, υπήρχε ένας κάποιος κοινός τόπος. Ο Τσιφόρος είναι μια μοναδική περίπτωση, κάπως παρεξηγημένη, γιατί ποτέ δεν εντάχθηκε στο σώμα των κανονικών συγγραφέων· θεωρήθηκε ότι συνομιλούσε με την παραλογοτεχνία, κάτι με το οποίο δεν συμφωνώ – εξάλλου οι κατατάξεις έχουν λίγη σημασία».

  • Τι σας γοητεύει σ’ αυτόν;

«Το ότι δημιούργησε δικό του σύμπαν, με ξεχωριστό γλωσσικό ιδίωμα, που θα ζήλευαν αρκετοί συγγραφείς, τουλάχιστον στο θέμα της εσωτερικής ενότητας. Ο Τσιφόρος είναι πιο πολύ γλώσσα παρά αφήγηση. Δεν κρίνει τους συνήθεις μικροαπατεώνες ήρωές του, δεν ηθικολογεί, δεν κανοναρχεί, παρά δείχνει συγκατάβαση και διακριτική αγάπη γι’ αυτούς. Σχεδόν τους μυθοποιεί, απενοχοποιώντας τους διά της λογοτεχνικής χάριτος. Είναι εξαιρετικά ευρηματικός και δεν αντιγράφει μόνο την αργκό της μορτιάς του 1950-60, αλλά την επεκτείνει. Πλάθει επιπλέον το δικό του τσιφορικό ιδίωμα απεικονίζοντας, έμμεσα, τις ευρύτερες στρεβλώσεις της μεταπολεμικής συγκυρίας, μέσα από τον κόσμο του περιθωρίου, της απάτης, της μαγκιάς και της ψευδο-μαγκιάς».

  • Κάνατε κάποια διασκευή στο βιβλίο; Η ιστορία του έργου με λίγα λόγια ποια είναι;

«Δεν διασκεύασα τα «Παιδιά της πιάτσας», παρά έγραψα ένα καινούργιο έργο, εντός του οποίου εντάσσονται δυναμικά κάποιοι επιλεγμένοι ήρωες και οι περιπέτειές τους απ’ το συγκεκριμένο βιβλίο του Τσιφόρου. Ενας σύγχρονος αρχηγός συμμορίας, μαζί με τον σωματοφύλακά του, συναντάει σε μια φυλακή κάποια απ’ τα «Παιδιά της πιάτσας» που έχουν παραμείνει στη στενή ως μισο-πραγματικοί, μισο-λογοτεχνικοί ήρωες. Οι πρώτοι δυο θέλουν να αποδράσουν με ελικόπτερο, κατά το πρότυπο Παλαιοκώστα, κι εκεί αρχίζει το γαϊτανάκι, η συνομιλία, εντός της φυλακής, δύο διαφορετικών γενεών απάτης, η αλληλεγγύη, οι αντιθέσεις μεταξύ τους και προς τη διεύθυνση της φυλακής. Εκρήγνυνται οι μνήμες των βετεράνων, ξαναζωντανεύουν οι παλιές ιστορίες και στοιχειώνουν εντός της δράσης και της απόπειρας απόδρασης. Τα δύο διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα διαπλέκονται, όπως και το τώρα με το τότε, το μέσα με το έξω, η πραγματικότητα και η Τέχνη, μέσα σε μια φυλακή – ποιητικό επέκεινα».

  • Πόσο η φυλακή σωφρονίζει; Υπάρχουν κι άλλου είδους φυλακές στον έξω κόσμο;

«Τα ‘χει πει ο Φουκό, διά μακρών, αλλά και αρκετοί άλλοι. Οσο για την ευρύτερη έννοια της κάθειρξης, εκτός της πραγματικής, υπάρχουν και πολλές άλλες, με προεξάρχουσα εκείνη της ιδεολογίας, της εμμονής. Οτιδήποτε εξυπακούει εγκλεισμό, πνευματικό, ψυχικό, ιδεολογικό. Υπάρχουν άνθρωποι που εκτίουν τα ισόβια του μυαλού τους. Εγκλωβισμένοι διά βίου σε ένα δόγμα. Τραβηγμένα χειρόφρενα. Το έχουμε ζήσει όλοι μας. Συχνά η ιδεολογική αυτοφυλάκιση έχει και τα καλά της: αίσθημα ψευδο-ασφάλειας, βεβαιότητες παντογνωσίας, κατοχή της απόλυτης αλήθειας, μαξιμαλισμούς ευτυχίας, κι όλες εκείνες τις απολυτότητες που κατασκευάζουμε για να καλύψουμε την προφανή σχετικότητα των πάντων, όπως μας διδάσκει η Ιστορία, με ειρωνικά αιματηρό τρόπο».

  • Στην εποχή μας, τα «Παιδιά της πιάτσας» έχουν κάτι να πουν ή είναι κάπως παρωχημένα;

«Ενα λογοτεχνικό κείμενο με αρετές ποτέ δεν είναι παρωχημένο -αλλιώς δεν θα παίζαμε στο θέατρο παρά μόνο σύγχρονα έργα. Αλλά, τι θα πει «σύγχρονο»; Τίποτα, αφού ο χρόνος είναι διαφορετικός για κάθε χώρα και κάθε άτομο, όπως και η αντίληψή του- αλλιώς ένιωθαν τα πράγματα, στο ίδιο νησί, τον ίδιο χρόνο, ο Κάλβος κι ο Σολωμός. Ενα έργο που έχει εσωτερικές αρετές είναι πάντα επίκαιρο, αλλιώς δεν θα διαβάζαμε καν τον Ομηρο. Το παρωχημένο ή όχι προσμετράται πιο πολύ απ’ το ύφος και τα μέσα όταν είναι εκτός εποχής. Δηλαδή το να γράφει, για παράδειγμα, κανείς σήμερα με το στιλ του Παλαμά ή του Ζαχαρία Παπαντωνίου».

  • Εχετε μια αδυναμία, μια εμμονή με τους ανθρώπους του περιθωρίου (από τους μάγκες, τους κουτσαβάκηδες έως τους κορυφαίους λαϊκούς συνθέτες Τσιτσάνη, Βαμβακάρη που έγραψαν και σχετικά τραγούδια και τους κάνατε βιβλία). Γιατί;

«Δεν είναι αδυναμία ούτε εμμονή, αλλά ένας τρόπος να δω διαθλασμένο, σε ορισμένα βιβλία μου, τον κόσμο, μέσα απ’ αυτούς. Θα μπορούσα να κάνω το ίδιο από άλλη οπτική – ύστερα, εγώ δεν χρησιμοποιώ ακριβώς μάγκες ή κουτσαβάκηδες, αλλά λαϊκούς, κυρίως, τύπους. Περιθωριακοί και παρακρατικοί, αλλά όχι μόνον, υπάρχουν πιο πολύ στο «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου». Οι ήρωές μου είναι καθημερινοί άνθρωποι, κι όχι περιθωριακοί. Είναι λαϊκοί, μικροαστοί, αστοί, κι αυτή η παράξενη ταξιανθία των τελευταίων ετών, οι βιαίως μεσοαστοί – ο καθείς με το μεγαλείο και τις στρεβλώσεις του. Ο Τσιτσάνης και ο Βαμβακάρης δεν ήταν περιθωριακοί, ήταν διάσημοι και αποδεκτοί απ’ όλο σχεδόν τον κόσμο. Εγραψα βιβλία γι’ αυτούς, γιατί ήθελα να τους κάνω, αναδρομικά, παρέα. Μαζί τους πάσχισα, με πλάγιο, ελλειπτικό τρόπο, να ξαναδώ δυο άλλες εποχές, να καταλάβω. Και μ’ αρέσουν τα τραγούδια τους, ακόμα, καθώς σε όλους μας, κι όπως μ’ αρέσουν κι άλλες μουσικές, εντελώς σύγχρονες ή παλιές, απροκατάληπτα».

  • Εχετε γνωρίσει και συναναστραφεί από κοντά τέτοια άτομα; Πόσο μπεσαλίδικα κι επικίνδυνα είναι;

«Λίγο-πολύ όλοι έχουμε γνωρίσει τις εκάστοτε παραλλαγές της παλικαροσύνης, είτε αυτή είναι λαϊκή είτε είναι ψευδο-αστική. Πάντως το παλιό στιλ έχει εκλείψει και υπάρχουν μόνο κακέκτυπα, οι λεγόμενοι αποφάγια-μάγκες. Αλλά η επιδεικτική λεβεντιά και το στιλ της μαγκιάς ενυπάρχει στον Ελληνα ακόμα, ως πόζα και ως μύθος, με νέες βέβαια προσαρμογές κι αξεσουάρ. Είναι η μανία της επικράτησης, της ισχύος, της επίδειξης – αν και παλιότερα το παίγνιο περιείχε και κάποιους κώδικες τιμής, συμπεριφοράς, ντυσίματος, τάξης και γλώσσας. Είχε κάποια ενότητα ύφους. Τώρα βλέπουμε διάσπαρτα και μεταλλαγμένα κάποια χαρακτηριστικά του, στην εποχή της μεταλλαγμένης σόγιας. Εξάλλου πραγματικά επικίνδυνοι σήμερα είναι πιο πολύ οι χαρτογιακάδες που διαχειρίζονται τις τύχες μας με την αμεριμνησία των βιολιστών του Τιτανικού, παρά ένας μισο-αφελής συνοικιακός μαγκίτης».

  • Η μαγκιά είναι κατ’ εξοχήν… αντρική υπόθεση;

«Καθόλου. Υπάρχουν γυναίκες που βάζουν τους άντρες στη σειρά, όπως οι μεγάλες μάμες στην Κάτω Ιταλία. Η αυτάρκεια, η αυτονομία, η γενναιοφροσύνη, η αξιοπρέπεια που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί, είναι η πραγματική μαγκιά – αν και η λέξη δεν είναι πια ακριβής. Αλλά, όπως και να το διατυπώσουμε, το ζήτημα δεν είναι θέμα φύλου, αλλά ψυχής, σθένους, ευαισθησίας, συγκρότησης, συμπεριφοράς».

  • Τι σας ελκύει στην ιδιαίτερη γλώσσα των «Παιδιών της πιάτσας;»

«Κάθε αργκό είναι ενδιαφέρουσα, μερικές δε φορές εξαιρετικά εκφραστική, ευθύβολη, καίρια, μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο. Η γλώσσα των κομπιουτεράδων, των φαντάρων, τα καλιαρντά, τα επαγγελματικά ιδιώματα, οι ντοπιολαλιές, ο κώδικας κάθε κλειστού χώρου κομίζει μοναδικά γλωσσικά στοιχεία κι επινοήσεις που διαρκώς ανανεώνονται – όπως και οι καινούργιες εκφράσεις των εκάστοτε νέων. Κάθε γλώσσα, σε μεγάλο βαθμό είναι μια σύνθεση από επιμέρους αργκό που αενάως την ενυδατώνουν, την εμπλουτίζουν». *

  • info: Σκηνικά-κοστούμια Ελένη Μανωλοπούλου, μουσική Αλέξης Πρίφτης, κινησιολογία Τατιάνα Μύρκου, βίντεο Αντα Λιάκου, φωτισμοί Αλέκος Αναστασίου. Παίζουν οι Εκτωρ Καλούδης, Παντελής Καλπάκογλου, Δημήτρης Κολοβός, Δημήτρης Κοντός, Γιώργος Κώτσος, Χρήστος Παπαστεργίου, Βασίλης Σεϊμένης, Δημήτρης Σιακάρας, Βασίλης Σπυρόπουλος, Αλέξανδρος Τσακίρης, Μαρίζα Τσάρη, Γιάννης Τσάτσαρης, Κώστας Χαλκιάς και οι Καλλιόπη Ευαγγελίδου, Ελένη Θυμιοπούλου, Μαρίζα Τσάρη. Συμμετέχει ζωντανά ο μουσικός Παύλος Παφρανίδης. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • Ηρθε στην Ελλάδα για να πραγματοποιήσει το όνειρό του και τα κατάφερε: ο βούλγαρος ηθοποιός μιλάει για τον μονόλογο που παρουσιάζει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου αλλά και για την ανάγκη της χώρας να αγκαλιάσει τους μετανάστες δεύτερης γενιάς

Με πρώτη ύλη τις σημειώσεις του πατέρα του από τη δεκαετή εμπειρία του σε στρατόπεδα συγκέντρωσης καταναγκαστικής εργασίας στη Βουλγαρία, ο 36χρονος Κρις Ραντάνοφ έφτιαξε τον μονόλογο που παρουσιάζει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου με τον τίτλο «Σοσιαλ Δομή ΑΕ». Μαζί με μαρτυρίες και άλλων, το κείμενο εμπλουτίστηκε κι έγινε παράσταση με θέμα τους ανθρώπους της πατρίδας του. Αλλωστε ο βούλγαρος ηθοποιός που ζει στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία, έχει ξανακάνει θέατρο τη ζωή του- όταν μαζί με τους επίσης μετανάστες Νταβίντ Μαλτέζε (από τη Γεωργία) και Ενκε Φεζολάρι (από την Αλβανία) πρότειναν προ διετίας στο αθηναϊκό κοινό το «Ενας στους δέκα».

«Εγραψα τον μονόλογο θέλοντας να δείξω πως εμείς οι άνθρωποι μετατρέπουμε μια ιδέα σε κάτι κακό, πως οι εξουσιαστές μετατρέπουν τις ιδέες σε κρεατομηχανή, είτε αυτό λέγεται πολιτικήείτε θρησκεία είτε οτιδήποτε άλλο… Ολη αυτή η κατασκευή συμβολίζει την κοινωνία μας, μια κοινωνία που μας κάνει να νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι- αλλά δεν είμαστε.Μας περιορίζουν. Πρέπει να προσέχουμε και να χαμογελάμε αναγκαστικά. Ξέρετε», συνεχίζει ο Κρις Ραντάνοφ, «εμείς νομίζαμε ότι αυτά τα στρατόπεδα εκεί ήταν βιότοποι και ότι απαγορευόταν να περάσεις από εκεί…Μόνον όταν έπεσε το καθεστώς καταλάβαμε τι συνέβαινε». Και εξηγεί ότι τη δεκαετία 1960-70 οι συνθήκες ήταν χειρότερες από αυτές που έζησε ο πατέρας του, λίγο αργότερα. «Τώρα άλλαξαν τα πράγματα, αλλά μεγάλη ελευθερία ακόμη δεν υπάρχει…». Και στην Ελλάδα πώς νιώθει; «Ως τώρα αισθάνομαι ελεύθερος. Απλώς παρατηρώ ότι πιο πολύ απ΄ όλα προβάλλονται τα άκρα,οι αντιθέσεις, και δεν βλέπω διάλογο. Ομολογώ όμως ότι ο χώρος που κινούμαι, ο καλλιτεχνικός, διαθέτει πιο ελεύθερους, πιο ανοιχτούς στο μυαλό και τη σκέψηανθρώπους» .

Τελειόφοιτος της δραματικής σχολής «Ιασμος», ο Κρις Ραντάνοφ έχει συμμετάσχει σε τηλεοπτικές σειρές («Για την Αννα», «Κόκκινο Δωμάτιο», «Λατρεμένοι μου γείτονες»), έχει κάνει σινεμά («Ομηρος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη) και θέατρο.«Δούλεψα πολύ οικοδομή όταν ήρθα. Στην πατρίδα μου ήμουν σωματοφύλακας. Το να γίνω ηθοποιός ήταν ένα όνειρο που είχα ξεχάσει. Το θυμήθηκα όταν ήρθα στην Ελλάδα…». Ηταν το 2001. Από τότε πιστεύει ότι οι συνθήκες για τους μετανάστες έχουν βελτιωθεί: «Με την έννοια ότι η κοινωνία έχει συνηθίσει το φαινόμενο. Τα παιδιά μεγαλώνουν μαζί στα σχολεία. Γι΄ αυτό και πιστεύω ότι πρέπει τα παιδιά των μεταναστών, της δεύτερης γενιάς, να πάρουν πια την υπηκοότητα, να ανήκουν κάπου. Δεν μπορείς να είσαι παιδί-φάντασμα, να μην ανήκεις πουθενά, σε καμία χώρα».

Αν και η καθημερινότητά του, μετά την είσοδο της πατρίδας του στην Ευρωπαϊκή Ενωση, βελτιώθηκε αφού η άδεια παραμονής απαιτεί λιγότερες διατυπώσεις και λιγότερες «ουρές» στις δημόσιες υπηρεσίες, επί της ουσίας, υπάρχει πάντα ένας προβληματισμός:«Γύρω μας συναντώ ανθρώπους που θεωρούν ότι οι ξένοι λερώνουν το καθαρό ελληνικό αίμα. Και αυτά τα λέει και η Εκκλησία, και αυτό μου κακοφαίνεται πολύ. Αν δοθεί η υπηκοότητα στη δεύτερη γενιά η Ελλάδα δεν κινδυνεύει να γίνει ούτε μουσουλμανική χώρα ούτε καθολική…Ούτε η Γερμανία έγινε. Οι κλειστές κοινωνίες αναπαράγουν τέρατα. Οσο πιο ανοιχτοί είμαστε τόσο πιο πλούσιοι γινόμαστε. Σήμερα πια πατρίδα μου είναι όπου νιώθω καλά. Πατρίδα μου δεν είναι το χώμα, αλλά οι άνθρωποι. Πατρίδα μου είναι η Βουλγαρία, αλλά δεν θα σκοτώσω κιόλας για μια χούφτα χώμα. Η ζωή αξίζει πολύ παραπάνω…» συμπληρώνει και παραδέχεται ότι και ο ίδιος έχει υπάρξει ρατσιστής.

«Οταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα,πίστευα ότι εγώ είμαι ανώτερος από τους μαύρους… Με την παράσταση “Ενας στους δέκα” κατάλαβα το λάθος μου, κατάλαβα τους ανθρώπους. Μετάνιωσα, ζήτησα συγγνώμη. Εμείς πρέπει να αλλάξουμε για να αλλάξουν και οι άλλοι απέναντί μας. Και τώρα που ανήκω στην Ενωση, δεν πρέπει να βλέπουμε τους άλλους μετανάστες αλλιώς…». Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος έχει ενσωματωθεί, σε μεγάλο βαθμό, στην ελληνική κοινωνία, προβληματίζεται κι εκείνος για το θέμα του δημοψηφίσματος και της νομιμοποίησης: «Βλέπω τον νόμο λίγο βιαστικό… Δεν μπορούν να νομιμοποιηθούν και όλοι. Το ότι η Ελλάδα δεν έκλεισε τις πόρτες της, δεν σημαίνει ότι πρέπει όλοι να έρχονται εδώ. Από την άλλη, θα ήταν καλό να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής ορισμένων μεταναστών, κι ας είναι παράνομοι». Και καταλήγει: «Η ξενοφοβία παραμένει σήμερα ο αόρατος φόβος…».

  • Πού και πότε
  • Θέατρο του Νέου Κόσμου (Κάτω Χώρος), Αντισθένους 7 & Θαρύπου, τηλ. 210 9212.900, Δευτέρα-Τρίτη, 21.15, Κυριακή, 21.30, τιμές εισ. 20 ευρώ- 15 ευρώ.
  • Συζήτηση με τον ηθοποιό και συγγραφέα του έργου «Το μαύρο κουτί», που παίζεται με επιτυχία για δεύτερη χρονιά στο θέατρο «Τζένη Καρέζη»

Ενας μαυροπίνακας της ζωής όπου με κιμωλία και αίμα ζωγραφίζουμε τα «θέλω» μας. Ενα έργο σύγχρονο, επίκαιρο και διαχρονικό, που δίνει στο θεατή ζωντανές εικόνες της ζοφερής πραγματικότητας. «Το μαύρο κουτί», ένα υπαρξιακό, οικογενειακό και κοινωνικό δράμα, με σαρκαστικές, υπερρεαλιστικές και πολύ «ποιητικές» πινελιές. Ανθρωπος και σύγχρονη κοινωνία. Ενα έργο με μαύρο χιούμορ και με στοιχεία θρίλερ για έναν άνθρωπο που στήριξε τη ζωή του σε λάθος στοιχεία και στις λάθος ερμηνείες τους. Ενα επιτυχημένο «golden boy», που σε μία κρίσιμη καμπή της καριέρας του στη Ν. Υόρκη, επιστρέφει στο χωριό του και έρχεται αντιμέτωπος με αλήθειες και αξίες ζωής που ηθελημένα ή αθέλητα είχε διαστρεβλώσει και πάνω στις οποίες είχε στηρίξει την πορεία και τα «πιστεύω» του. Η επιστροφή και τα γεγονότα που ακολουθούν, είναι η αφορμή για τον ήρωα του έργου να ανοίξει το μαύρο κουτί του «εγώ» του και να αντιμετωπίσει την αρρώστια, τη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα, την αγάπη και το μίσος.Με το έργο αυτό ο ηθοποιός και συγγραφέας Γιώργος Ηλιόπουλος, μαθητής του Κώστα Καζάκου, αποδεικνύει ότι εξελίσσεται σε ελπιδοφόρο δραματουργό καθώς πέτυχε, με το σοβαρότατο, επίκαιρο και πολιτικό περιεχόμενο, με μύθο και πλοκή, με αρχή, μέση και τέλος, με κορυφούμενες καταστάσεις, με δυνατούς διαλόγους, με συνέπεια στην εξέλιξη των χαρακτήρων του, με στόχο καρδιάς και λογικής, να γράψει ένα έργο που δραματουργικά έχει πλήρη δομή, ενώ προσφέρει στο σύγχρονο θεατή την αισιοδοξία ότι δεν είναι μόνος.

  • Εχουμε μεγάλη ευθύνη

— Στην ψυχή όλων των ανθρώπων πιστεύετε ότι υπάρχει ένα «μαύρο κουτί» κι η τύχη του εξαρτάται από το τι κρύβει αυτό το «μαύρο κουτί»;«Είναι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς αμυντικούς μηχανισμούς που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση . Κάθε άνθρωπος ανάλογα με τις αντοχές και το επίπεδο συνειδητότητας που διαθέτει επιστρέφει σε αυτό ή το αποφεύγει. Το πώς ο καθένας από εμάς διαχειρίζεται το περιεχόμενό του, καθορίζει την εξέλιξη και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Περνώντας τα χρόνια συνειδητοποιώ ότι ο κάθε άνθρωπος αναγνωρίζει και αποδέχεται όση αλήθεια μπορεί να αντέξει».

— Η παιδική ηλικία διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την ενήλικη στάση ζωής μας;

«Είναι η πιο σημαντική και πιο επικίνδυνη φάση της ζωής μας. Οι πιο μεγάλες διαστρεβλώσεις και οι πιο ύπουλες ζημίες σε αυτήν την περίοδο της ζωής μας έχουν συμβεί. Είναι η στιγμή που δημιουργούμε το «κουτί» μας. Οι μηχανισμοί δεν έχουν δημιουργηθεί μέσα μας και το αμυντικό σύστημα δεν έχει διαμορφωθεί. Από την άλλη, τα παιδιά – κυρίως σήμερα που η εποχή είναι πιο γρήγορη και πιο άγρια – δέχονται επίθεση από τις πληροφορίες και τα γεγονότα χωρίς να μπορούν να αξιολογήσουν, να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω τους. Στις μέρες μας μαθαίνουμε από την πιο τρυφερή ηλικία, τις πιο απάνθρωπες πρακτικές: τον ανταγωνισμό, το τρέξε για να προλάβεις, το μάθε όσο πιο πολλά άσχετα μπορείς, το οπλίσου για να είσαι έτοιμος – γενικά και αόριστα. Ενώ όλο και πιο λίγος χρόνος αφιερώνεται στις βασικές ανάγκες μας: αγάπη, κατανόηση, ασφάλεια, τρυφερότητα και αυτογνωσία. Εχουμε μεγάλη ευθύνη γι’ αυτό που ζουν τα παιδιά μας σήμερα και για τον κόσμο που θα τους κληροδοτήσουμε. Δεν μπορούμε να περιμένουμε από τα παιδιά, όταν δεν τους δίνουμε τίποτα».

Γιώργος Ηλιόπουλος

— «Η ζωή είναι μια σκάλα και οι άνθρωποι είναι σκαλοπάτια. Πρέπει να τους πατήσεις αν θέλεις να ανέβεις στην κορυφή». Η φράση αυτή του ήρωά σας είναι μια πραγματικότητα που φέρνει τον άνθρωπο φαινομενικά ψηλά αλλά στην ουσία στον πάτο;«Είναι η τραγική διαπίστωση του μονομάχου που συνειδητοποιεί πως είναι ζωντανός γιατί σκότωσε άλλους. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και γενναίοι στην κρίση μας δεν έχουμε παρά να αποδεχτούμε την αποτυχία του κόσμου που φτιάξαμε . Δε διαφέρει σε τίποτα από τις αρένες του παρελθόντος. Οι πανοπλίες έγιναν ARMANI κοστούμια, τα σπαθιά λαπ τοπ, τα νύχια γυαλίστηκαν για να κόβουν πιο βαθιά. Το χειρότερο και το πιο αμήχανο είναι πως σήμερα όλο αυτό το θεωρούμε λογικό! Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με αυτές τις αρχές – αγνοώντας το δικό μας κενό και αδιέξοδο. Είναι σαν να δίνουμε ληγμένο φάρμακο εν γνώσει μας. Οι αρχές που δόξασαν το ανθρώπινο πνεύμα πλέον σήμερα ηχούν παλιομοδίτικες, ξεπερασμένες και μελό. Ζούμε το κεφάλαιο της Ιστορίας που ο Ανθρωπος βρήκε επιτέλους τρόπο να εξολοθρεύσει τον Ανθρωπο».

  • Αισιόδοξος «τρελός»

— Είναι άραγε ο «πάτος» σημείο εκκίνησης για μια νέα αρχή;

«Είμαι – όσο και αν δε φαίνεται – αισιόδοξος τρελός. Αλλωστε, δε θα υπήρχε λόγος να ασχοληθώ με την τέχνη, αν δεν πίστευα πως υπάρχει φως. Παλεύω και εγώ όπως και όλοι οι καλλιτέχνες να το δούμε. Πιστεύω ότι ο πάτος είναι εκκίνηση. Αρκεί να έχεις γερά γόνατα για να σταθείς σε αυτόν και να σπρώξεις δυνατά για να βγεις στην επιφάνεια. Ομως, σήμερα, ο Προκρούστης στα γόνατα σημαδεύει»…

— Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι σπάνε τα δεσμά τους μόνο μέσα από τη μόρφωση, τη γνώση και τη συλλογική αντίδραση;

«Ακόμα και ο πιο μουδιασμένος άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί την οργή που ξεχειλίζει στην κοινωνία σήμερα. Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει κάποιος είναι γιατί δε γίνεται κάτι; Υπάρχει απάντηση. Η οργή μένει οργή, μένει αγανάκτηση. Δεν υπάρχει η ικανότητα να οργανωθεί σε επιχείρημα και κατά συνέπεια σε δράση. Γι’ αυτήν την κατάντια σημαντικό ρόλο έχει παίξει το ξεχαρβάλωμα της Παιδείας. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Εχει οργανωθεί. Η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως μέσο πλουτισμού: Διάβασε να πάρεις πτυχίο να χωθείς! Αυτό λέμε στα παιδιά μας. Κανείς δεν είπε διάβασε για να ανοίξουν τα μάτια σου. Για να καταλάβεις ποιος είσαι και σε ποιον κόσμο ζεις. Τα χρόνια στο σχολείο είναι τα πιο βαρετά, τα πιο καταναγκαστικά της ζωής μας. Ατάλαντοι, κουρασμένοι, βαριεστημένοι δάσκαλοι βασανίζουν και βασανίζονται καθημερινά στα σχολεία. Οταν υπάρχει η εξαίρεση – κάποιος δάσκαλος δηλαδή με όραμα και πάθος για τη δουλειά του, τα παιδιά τον ακολουθούν. Από την άλλη, στο πέρασμα των αιώνων η γλώσσα φθίνει. Οι λέξεις χάνουν το ειδικό τους βάρος. Μοιάζουν με καράβια δίχως έρμα. Εύκολα λέμε: Αγαπώ, σε μισώ γιατί δε νιώθουμε τη δόνηση και το συναισθηματικό φορτίο που ένιωσαν αυτοί που γέννησαν τη λέξη. Μιας που ο άνθρωπος οργανώνει σκέψη και αντίληψη και συνεπώς τη συνείδησή του από τη γλώσσα, αυτή η φθορά έχει συνέπεια στο τρόπο που βιώνει και αντιλαμβάνεται την καθημερινότητά του. Αρα, με τι εφόδια καλούμαστε να δώσουμε τη μάχη για την καλυτέρευση της ζωής μας»;

  • Αιχμή στην οργή

— Συχνά, ακούγεται ότι οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες σιωπούν. Από την άλλη, βλέπουμε σημαντικά έργα. Μήπως, τελικά, δεν είναι οι διανοούμενοι που σιωπούν, αλλά η κοινωνία που δεν ακούει πια και η κοινή γνώμη που δεν προσέχει, ούτε αφουγκράζεται, πνιγμένη μέσα στα προβλήματα που της δημιούργησαν οι ισχυροί του κόσμου;

«Ο καλλιτέχνης οφείλει να χτυπά την πόρτα μέχρι να ανοίξει ή μέχρι να σπάσει. Δεν του επιτρέπεται η σιωπή. Δε διαφέρει από τον εργάτη που δουλεύει στο εργοστάσιο, και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Ο κόσμος δεκάρα δε δίνει για τα ωραία μας λόγια και για τα βαθυστόχαστα κείμενά μας, αν δε νιώσει ότι είμαστε στο πλάι του. Αν ο καλλιτέχνης το ξεχάσει αυτό, γίνεται βιτρίνα του συστήματος. Βέβαια, στις μέρες μας έχουν χαθεί τα όρια, έχουν μπερδευτεί οι έννοιες και όλοι με κάποιο τρόπο βαφτίζονται διανοούμενοι. Για να το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν, διανοούμενος δεν είναι αυτός που κάθεται στη δερμάτινη πολυθρόνα και κάνει αναλύσεις. Διανοούμενος είναι αυτός, που καλείται να αντιληφθεί το αδιέξοδο. Να προσπαθήσει να το αναλύσει, να το πάρει στην πλάτη του. Είναι αυτός που καλείται να δώσει αιχμή στην οργή. Από την άλλη, ο θόρυβος έχει αντικαταστήσει τη μουσική. Οι κραυγές τις λέξεις – τα αυτιά βούλωσαν. Οσα έμειναν ανοιχτά είναι χωρίς στόμα. Ξέρετε η απογοήτευση των παλαιοτέρων γενιών, η πίκρα της αποτυχίας των μεγάλων οραμάτων έγιναν η καλύτερη λοβοτομή. Ο κόσμος θέλει να νετάρει – απλά δεν μπορεί. Εδώ φαίνεται η αναγκαιότητα του καλλιτέχνη. Να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Μετά λύπης μου έχω ακούσει – ακόμα και από ανθρώπους που εκτιμώ, πως ο κόσμος θέλει κάτι χαρούμενο – κάτι να ξεχαστεί. Δε θέλει να του μαυρίζουμε την ψυχή. Φράσεις που ακούμε από διευθυντές καναλιών. Εγώ αυτό που πιστεύω, είναι πως ο κόσμος θέλει να συντονιστεί. Θέλει να ακούσει κάτι αληθινό – κάτι να τον δονήσει. Περιμένει το χέρι που θα τον σκουντήσει. Γι’ αυτό πάει στο θέατρο – μιλώ για το αντικείμενό μου – για να δει την αλήθεια».

— Σε μια κοινωνία της πληροφορικής, της μαζικής, της ισοπεδωτικής κουλτούρας, στην οποία κυριαρχεί και δοξάζεται η εικόνα, λατρεύονται τα τηλεοπτικά είδωλα, μήπως ο λόγος των διανοουμένων έχει χάσει το παραδοσιακό βάρος του και δεν μπορεί να έχει την απήχηση που είχε.

«Ζούμε σε πραγματικά δύσκολες μέρες. Το μέλλον είναι τώρα και η επιστημονική φαντασία είναι πραγματικότητα. Βέβαια, τα πράγματα ποτέ δεν ήταν ρόδινα για την ανθρωπότητα – αυτό λέει η Ιστορία. Αλλά σήμερα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μια Εποχή που στο στόχαστρό της έχει τον άνθρωπο. Για να πετύχεις πρέπει να βιομηχανοποιηθείς – πρέπει να κάνεις update και να κατεβάσεις την νεότερη και καλύτερη έκδοση του εαυτού σου. Πρέπει να βάλεις στην άκρη τις ανάγκες σου και να αποδώσεις. Ο χρόνος είναι χρήμα, οι συναισθηματισμοί είναι για τους losers, οι ιδέες για τους αφελείς, η επανάσταση ξεπερασμένο ανέκδοτο. Ο Θαυμαστός νέος κόσμος βασίζεται στην Κίνηση (τρέξε για να μη μείνεις πίσω), στις Συμμαχίες (φρόντισε να είσαι με τους Δυνατούς), στην Παραγωγικότητα (να εύχεσαι να είναι θετικοί οι Δείκτες σου), στον Ανταγωνισμό (ποιος είναι ο αντίπαλος για να πατήσω hit), στη Συγκέντρωση (είσαι αυτά που έχεις) και στην Κατανάλωση (είσαι αυτά που μπορείς να αγοράσεις). Είναι εμφανές πως δεν υπάρχει και πολύς χώρος για την Τέχνη. Κι όμως, τώρα είναι η στιγμή που απαιτείται συσπείρωση δυνάμεων. Είναι η στιγμή που οι καλλιτέχνες οφείλουν να αφουγκρασθούν την κοινωνία και να κάνουν αυτό που τους ζητά: Να μας θυμίσουν αυτό που η εποχή πασχίζει με νύχια και με δόντια να μας κάνει να ξεχάσουμε, την ανθρώπινη φύση μας. Υπάρχει διέξοδος – δεν είναι όλα χαμένα ούτε στημένα – όπως είναι εύκολο να πιστεύουμε. Οι αισθήσεις του καλλιτέχνη πρέπει να οξυνθούν – οφείλει να προσπαθήσει πιο πολύ να βρει το νήμα που μας ενώνει. Δε μιλώ για ισοπέδωση, δε μιλώ για άλωση – μιλώ για μια βαθιά τομή που λέγεται: αφουγκράζομαι – εντοπίζω – παρατηρώ – αισθάνομαι – κατανοώ – τοποθετούμαι – δίνω ή παίρνω τη σκυτάλη»!

Υπενθυμίζουμε ότι «Το Μαύρο Κουτί» παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία – σκηνογραφία του Αντώνη Καλογρίδη. Μουσική: Θοδωρή Οικονόμου. Φωτισμούς: Κατερίνας Μαραγκουδάκη. Παίζουν: Κώστας Καζάκος, Μαίρη Σαουσοπούλου, Παναγιώτα Μιλήτση, Γιώργος Ηλιόπουλος, Ντορέττα Παπαδημητρίου.