Αρχείο για 26 Ιανουαρίου, 2010

Για τον ίδιο τον Μπέκετ το «Embers» («Στάχτες»), έργο που έγραψε το ’57 αποκλειστικά για το ραδιόφωνο, ήταν απλά ένα «αδέξιο», «κακοτράχαλο» κείμενο. Η κριτική υπήρξε αμφίθυμη. Κάποιοι το χαρακτηρίζουν «μια απ’ τις λίγες αποτυχίες» του και άλλοι θεωρούν πως «συναντά την τελειότητα».

«Ο στόχος ήταν εξ αρχής η αποβολή οποιουδήποτε συναισθήματος. Πιστεύω ότι αν καθοδηγήσεις τη θέαση προς κάποιο συναισθηματικό δρόμο, την ευνουχίζεις», λέει για με αφορμή τον μονόλογο του Μπέκετ ο Αρης Σερβετάλης

«Ο στόχος ήταν εξ αρχής η αποβολή οποιουδήποτε συναισθήματος. Πιστεύω ότι αν καθοδηγήσεις τη θέαση προς κάποιο συναισθηματικό δρόμο, την ευνουχίζεις», λέει για με αφορμή τον μονόλογο του Μπέκετ ο Αρης Σερβετάλης

Ο Αρης Σερβετάλης δεν ενεπλάκη σ’ αυτή τη θεωρητική αντιπαράθεση. Θεωρεί το 3.000 λέξεων ραδιοφωνικό έργο του Μπέκετ το ιδανικό «υλικό» για να ανεβεί στη σκηνή ολομόναχος. Εξ ου και αποφάσισε ύστερα από δύο συνεργασίες με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου («2», «Μήδεια 2») να επιστρέψει στη θεατρική πρόζα με ένα 45λεπτο σωματικό σόλο που βασίζεται, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, στο «Embers». Η εικαστική περφόρμανς «Ατιτλο», μια «ζωντανή» βιντεο-ηχητική εγκατάσταση, ξεκινά στις 4 Φεβρουαρίου στο Ιδρυμα Κακογιάννη. «Ηθικός αυτουργός» της και σκηνοθέτρια η εικαστικός Εφη Μπίρμπα.

Ο Σερβετάλης συναντά τον Μπέκετ σε μια εποχή που αναζητά την πολυτέλεια που μπορεί να δίνει ένα από τα πιο ανασφαλή επαγγέλματα του κόσμου: το δικαίωμα της αυστηρής, σχεδόν ελιτίστικης επιλογής. Ετσι, μετά τη «Μήδεια 2», επαγγελματικά δεν έκανε απολύτως τίποτα. «Με κόστος να μην έχω να φάω. Γιατί δεν είμαι χομπίστας», τονίζει. Φαίνεται πως τον «τροφοδοτούσε» για δύο χρόνια η μονομανής καταβύθιση στον αλλόκοτο κόσμο του Ιρλανδού δραματουργού. Εξάλλου, το γεγονός ότι η δίχρονη έρευνα για τον Μπέκετ γινόταν υπό το φίλτρο μιας εικαστικού και ενός ηθοποιού, απέδωσε απρόσμενους καρπούς. «Η διαδικασία των προβών έγινε χωρίς να ακολουθούνται θεατρικοί κώδικες», αποκαλύπτει ο Σερβετάλης.

Το «Embers» είναι ένας διαρκής διάλογος με τους ήχους, γεγονός που «εκμεταλλεύεται» η παράσταση της Μπίρμπα. Ξεκινά με τον ήχο της θάλασσας και των βημάτων πάνω στα βότσαλα. Ο Χένρι, ο ήρωας του έργου, περπατάει. Ξεκινά να μιλάει, εκφέροντας μία μόνο λέξη, που «καταπίνει» αμέσως ο ήχος της θάλασσας. Ψυχαναγκαστικά εκφέρει με στεντόρεια φωνή, σαν εντολή, τις λέξεις «stop» και «down». Εκτελεί απρόθυμα ό,τι ακριβώς η φωνή του έχει προστάξει.

– Γιατί θελήσατε να δουλέψετε πάνω σε αυτό το σχεδόν άγνωστο και ελάχιστα παιγμένο κείμενο (πρωτοανέβηκε στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου δύο δεκαετίες μετά τη συγγραφή του!) του Μπέκετ;

«Ακόμα και σ’ ένα «ατημέλητο» για τον ίδιο τον Μπέκετ έργο του, ο δραματουργός καταθέτει αποστάγματα μεγάλης τέχνης. Είναι ένα έργο στο οποίο το υποκείμενο διαπραγματεύεται τον «θόρυβο» και τη «σιωπή» του… Μεγάλες προκλήσεις για ένα θεατρικό ανέβασμα. Αυτές οι δύο εσωτερικές καταστάσεις είναι και η μοναδική σκηνογραφία της παράστασης».

– Ενσαρκώνετε, υπό μια έννοια, τον Χένρι, τον κεντρικό ήρωα, που ως επί το πλείστον μονολογεί, με «αντίλογο» τον ήχο της θάλασσας;

«Το σκηνικό υποκείμενο είναι ο άνθρωπος και όχι κάποιος Χένρι που κατοικεί σ’ ένα έργο λογοτεχνίας. Η πρόβα στήθηκε έτσι ώστε να προκύψει κάτι βιωματικό. Ετσι κι αλλιώς στον Μπέκετ δεν υπάρχει ψυχολογικό προφίλ, δεν υπάρχει ρόλος. Η δυσκολία στις πρόβες ήταν να στηθεί μια μορφή που δεν θα είναι ρόλος ή χαρακτήρας, αλλά απλά μια μορφή. Ουσιαστικά είναι μια πάλη με το Εγώ. Είμαι στη σκηνή εγώ, αλλά το ζητούμενο θα ήταν να μην είμαι. Είναι η δυσκολότερη προσέγγιση που έχω κάνει σ’ έναν «μη ρόλο»».

– Μια ανάλυση του έργου υπογραμμίζει ότι ο ήρωας «δεν βρίσκει τις λέξεις για να εκφράσει την κατάστασή του». Αυτό πώς επηρεάζει την performance σας;

«Ο λόγος του υποκειμένου εικονοποιεί τον θόρυβό του. Είναι μια διαδρομή των λέξεων της ψυχής, που μιλά μέσ’ απ’ το σαρκίο της. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνική μου δράση: το σώμα και ο λόγος που αρθρώνει το πνεύμα, αποκομμένα από αφηγηματική τοποθέτηση».

– Στο σωματικό σκέλος είστε, φαντάζομαι, καλά εκπαιδευμένος και «ζεστός» μετά τον Παπαϊωάννου.

«Ναι. Ο Δημήτρης σε μαθαίνει να διαχειρίζεσαι το σώμα σου και να το προσδιορίζεις μες στο χώρο. Ομως, ανέκαθεν μ’ ενδιέφερε ο τρόπος που μπορεί να συνδυαστεί ο λόγος με το σώμα και ο τρόπος που μπορεί να εικονοποιηθεί η δράση».

– Στο «Ατιτλο» στοχεύετε καθόλου στο συναίσθημα;

«Το αντίθετο. Ο στόχος ήταν εξ αρχής η αποβολή οποιουδήποτε συναισθήματος. Πιστεύω ότι αν καθοδηγήσεις τη θέαση προς κάποιο συναισθηματικό δρόμο, την ευνουχίζεις. Ετσι κι αλλιώς, δεν είναι ένα θέαμα που ο θεατής μπορεί στο τέλος να χειροκροτήσει».

– Δεν φοβάστε την αυτοέκθεση; Ολομόναχος πάνω στη σκηνή;

«Η μοναξιά στη σκηνή φέρνει τον καθένα ενώπιον των τεράτων του: της φιλαρέσκειας και του ναρκισσισμού. Επαναπροσδιορίζομαι όμως κάθε φορά. Είναι ένας συνεχής αγώνας. Ενας φίλος του Μπέκετ, σε μια επιστολή του, είπε ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ζωής ήταν το πώς «μετατρέπεται η μοναξιά (η χειρότερη των καταστάσεων) σε μοναχικότητα»…».

– Το 2003 λέγατε «είμαι σπινταρισμένος. Βρίσκομαι σε μια παράνοια». Η εσωτερική ηρεμία που εκπέμπετε σήμερα, ήταν ένας λόγος για να συναντηθείτε με τον Μπέκετ;

«Μάλλον η εσωτερική ανησυχία ήταν ο λόγος!».

– Στην ίδια συνέντευξη είχατε πει: «Δοκιμάζω τα πάντα σε αυτή τη φάση. Προσπαθώ να βρω ποιο είναι το προσωπικό μου στιλ». Τελικά το βρήκατε;

«Ενα άλλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι το στιλ. Πάσχουμε από την ετικετοποίηση… Η μόνη σίγουρη κατάληξη τότε είναι ο θάνατος».

Info:

Σύλληψη-Δημιουργία-video εγκατάσταση: Εφη Μπίρμπα. Μουσική-Σχεδιασμός Ηχου: the cadet son-ampulist.Φωτισμός: Χρ. Αλεξανδρής. Κοστούμι: Βασιλεία Ροζάνα.

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010