Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Η ερωτική μοναξιά είναι το τίμημα της γυναικείας επιβίωσης

Posted: Ιανουαρίου 23, 2010 in Καραμπέτη Καρυοφυλλιά

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ταξιδεύει στο… Περού. Από αρχές Φεβρουαρίου θα ερμηνεύει την ομώνυμη ηρωίδα στο έργο του Μάριο Βάργκας Λιόσα «Τσούνγκα» στο θέατρο «Επί Κολωνώ», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Ως μοναχική και κλειστή ηρωίδα του Λιόσα

Ως μοναχική και κλειστή ηρωίδα του Λιόσα Πρόκειται για το τέταρτο από τα οκτώ θεατρικά έργα του Περουβιανού συγγραφέα, διάσημου κυρίως από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του. Υποδύεται μια αγέρωχη και παράξενη γυναίκα που διευθύνει ένα εστιατόριο σε απομακρυσμένη επαρχία του Περού, τη δεκαετία του ’40.

  • Τι το ιδιαίτερο έχει ως χαρακτήρας, ως εξωτερική εικόνα;

«Η Τσούνγκα είναι μια αινιγματική, μυστηριώδης φυσιογνωμία, ένας άνθρωπος «κλειστός και μοναχικός σαν τους κάκτους της ερήμου», όπως αναφέρει ο Λιόσα. Είναι πολύ ικανή, διευθύνει το μαγαζί της με πυγμή και ξέρει να κάνει τους «μάτσο» πελάτες της να τη σέβονται. Παραμελεί, λοιπόν, εντελώς την εμφάνισή της, εξαφανίζοντας κάθε θηλυκό στοιχείο πάνω της. Κανείς δεν ξέρει τίποτα για την προσωπική της ζωή. Οι άντρες τη θεωρούν ανέραστη. Οταν όμως εμφανίζεται στο μπαρ η Μέτσε, ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που η πορεία του προς την πορνεία φαίνεται προδιαγεγραμμένη, το ενδιαφέρον που δείχνει γι’ αυτήν η Τσούνγκα πυροδοτεί τις φαντασιώσεις τους, που είναι ίσως και η αλήθεια που δεν ξέρουμε».

  • Εχετε κάποιους συνειρμούς που σας βοηθούν να την πλάσετε καλύτερα;

«Οι μνήμες της παιδικής μου ηλικίας στην ελληνική επαρχία είναι γεμάτες με παρόμοιες εικόνες. Η σκληρή δουλειά της μητέρας μου στο καφενείο όπου μεγάλωσα, τα ποτά, ο καπνός από τα τσιγάρα και οι βωμολοχίες, από τη στιγμή ακόμα που πρωτοδιάβασα το έργο μού έκαναν την Τσούνγκα πάρα πολύ οικεία, ένα σχεδόν κοντινό μου πρόσωπο».

  • Το όνομά της τι σημαίνει;

«Είναι ένα παρατσούκλι, που παραπέμπει σε ένα χαρακτηριστικό για τη λατινοαμερικάνικη κουλτούρα πουλί, που δανείζει το όνομά του σε χορεύτριες του φλαμένκο ή άλογα ιπποδρομίας. Δίνει και στον Λιόσα την έμπνευση για μια ηρωίδα που την αναπτύσσει ή την αναφέρει και σε κάποια μυθιστορήματά του, όπως στα «Πράσινο σπίτι», «Ο Λιτούμα στις Ανδεις», «Ποιος σκότωσε τον Παλομίνο Μολέρο». Σας θυμίζω, ακόμα, το «Chunga’s revenge» του Φρανκ Ζάππα και των Gotan Project».

  • Στο παρελθόν σάς είχαμε δει συχνά σε ρόλους μοιραίων κι αισθησιακών γυναικών. Ο τωρινός είναι κόντρα σ’ αυτούς, στο φιζίκ σας;

«Δεν είναι κάτι που με απασχολεί, γιατί η ενασχόλησή μου με το κλασικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο μού έχει χαρίσει ρόλους ευρύτερου ενδιαφέροντος. Εκείνο που με αφορά σε ένα ρόλο είναι το ειδικό ανθρώπινο βάρος του και όχι το αισθησιακό του στοιχείο. Πάντως, ερωτισμός υπάρχει στην Τσούνγκα, μόνο που είναι διαφορετικός. Απευθύνεται προς μια άλλη γυναίκα. Το δικαίωμα στη διαφορετικότητα της ερωτικής επιλογής είναι ένα από τα θέματα του έργου. Οπως και η ερωτική μοναξιά, ως το τίμημα που πρέπει να πληρώσει μια γυναίκα για να επιβιώσει σε μια εχθρική κοινωνία».

  • Ο προβληματισμός του Λιόσα σε τι συνίσταται;

«Εχει συνθέσει ένα έργο που ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, το παρόν και τη μνήμη, την αλήθεια και το ψέμα. Ενα έργο που μιλάει για τη σκληρή ζωή των ανθρώπων του περιθωρίου, που ζουν μέσα στη φτώχεια, τη βία και την παρανομία και η μόνη τους διαφυγή είναι το όνειρο. Κάποια άλλα θέματά του είναι ο πόλεμος των φύλων, τα ταμπού, η θέση της γυναίκας, η εξουσία και η εξάρτηση στον έρωτα, η ελευθερία. Και μ’ αρέσει το ότι αυτό το άρωμα του ουμανισμού και της βίαιης τρυφερότητας, που χαρακτηρίζει τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, δεν εμποδίζει το έργο να έχει παγκόσμια ισχύ. Θα μπορούσε να διαδραματίζεται σήμερα σε ένα βρώμικο μπαρ στο κέντρο της Αθήνας».

  • Η Λατινική Αμερική σάς ελκύει; Είστε πιο κοντά στην Ευρώπη παρά σ’ αυτήν;

«Η Λατινική Αμερική είναι για μένα ένας τόπος ιδιαίτερα γοητευτικός για την ιστορία των αρχαίων πολιτισμών της, τον μυστικισμό της, την άγρια φύση της -ζούγκλα, Αμαζόνιος, Ανδεις, έρημος- αλλά και τη φύση των ανθρώπων της, σκοτεινή και ερωτική μαζί. Δεν έχω ταξιδέψει ακόμα εκεί, παρά μόνο μέσα από τον μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες, του Μπόρχες, της Αλιέντε, την ποίηση του Νερούντα και του Οκτάβιο Παζ, τις ταινίες των Ινιαρίτου, Ροντρίγκεζ, Μερέγιες και βέβαια τις εκπληκτικές μουσικές της. Ισως ως Ελληνίδα νιώθω πιο κοντά στην Ευρώπη, αλλά νομίζω πως η Μεσόγειος μας δίνει ένα αίσθημα παρόμοιο με των Λατίνων».

  • Συνεργάζεστε με την ομάδα Νάμα του θεάτρου Επί Κολωνώ και την επικεφαλής σκηνοθέτιδα, Ελένη Σκότη. Τι το ιδιαίτερο βρίσκετε εκεί;

«Η ομάδα, χρόνια τώρα, ξεχωρίζει για τις παραστάσεις της, τη σκηνοθετική δύναμη της Ελένης Σκότη και την υποκριτική αρτιότητα των ηθοποιών της. Η εμπειρία μου μαζί τους είναι μοναδική. Γίνεται πολύ σοβαρή δουλειά πάνω στο ψάξιμο των ρόλων και των σχέσεων, στη σκηνική αλήθεια και την επικοινωνία μεταξύ των ηθοποιών. Ειδικά στο τελευταίο, η σκηνοθέτις μας επιμένει με εμμονή κι αυτό είναι μεγάλο μάθημα. Η μέθοδός της, που τη διδάχτηκε σε σπουδές κυρίως στην Αμερική, έχει ως αφετηρία την έρευνα πάνω στο βιογραφικό του ρόλου, τον αυτοσχεδιασμό και την απόλυτη ελευθερία του ηθοποιού να δοκιμάσει διαφορετικές ποιότητες μέχρι την τελική σύνθεση. Η Ελένη Σκότη συνεχώς θέτει ερωτήματα, αμφισβητεί και αναιρεί τα πάντα, αλλά στο τέλος βγαίνεις απ’ αυτό το ταξίδι με πολύ πλούσιες αποσκευές». *

info: Μετάφραση Μαρία Χατζηεμμανουήλ, σκηνικά-κοστούμια Γιώργος Χατζηνικολάου, μουσική Ισίδωρος Πάτερος, φωτισμοί Νίκος Βλασόπουλος. Παίζουν επίσης οι Δημήτρης Λάλος, Στάθης Σταμουλακάτος, Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Καπετανάκος, Ηλιάνα Μαυρομάτη.

Πάντα νιώθω στο σημείο μηδέν

  • Το ότι αφήνετε φέτος το κέντρο της Αθήνας πηγαίνοντας σ’ ένα οφ-Μπροντγουέι θέατρο, σημαίνει κάτι;

«Το θεωρώ απόλυτα συνεπές και αναμενόμενο για όσους με γνωρίζουν. Οι ομάδες είναι ο φυσικός μου χώρος. Απ’ αυτές ξεκίνησα και σ’ αυτές θα επιστρέφω».

  • Τριάντα χρόνια στη σκηνή, αισθάνεστε χορτάτη από ρόλους κι έργα; Ονειρεύεστε κάτι που σας λείπει;

«Οσα χρόνια και να περάσουν, πάντα θα νιώθω ότι βρίσκομαι στο σημείο μηδέν και δεν ξέρω τίποτα. Είμαι ευγνώμων για ό,τι έχω παίξει, αλλά η αυτοαμφισβήτησή μου είναι συχνά οδυνηρή και ευτυχώς κινητήρια. Συνεχώς αποζητώ τους ανθρώπους που προάγουν το θέατρο και μπορούν να με προχωρήσουν κι εμένα πιο πέρα. Με ενδιαφέρει ένα θέατρο ανήσυχο, επαναστατικό, που σπάει τις φόρμες και τολμάει καινούργιους τρόπους έκφρασης. Αλλά ένα θέατρο που να μιλάει στην ψυχή. Και ονειρεύομαι να βρίσκομαι πάντα εκεί που τα πράγματα συμβαίνουν».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s