Αρχείο για 23 Ιανουαρίου, 2010

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ταξιδεύει στο… Περού. Από αρχές Φεβρουαρίου θα ερμηνεύει την ομώνυμη ηρωίδα στο έργο του Μάριο Βάργκας Λιόσα «Τσούνγκα» στο θέατρο «Επί Κολωνώ», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Ως μοναχική και κλειστή ηρωίδα του Λιόσα

Ως μοναχική και κλειστή ηρωίδα του Λιόσα Πρόκειται για το τέταρτο από τα οκτώ θεατρικά έργα του Περουβιανού συγγραφέα, διάσημου κυρίως από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του. Υποδύεται μια αγέρωχη και παράξενη γυναίκα που διευθύνει ένα εστιατόριο σε απομακρυσμένη επαρχία του Περού, τη δεκαετία του ’40.

  • Τι το ιδιαίτερο έχει ως χαρακτήρας, ως εξωτερική εικόνα;

«Η Τσούνγκα είναι μια αινιγματική, μυστηριώδης φυσιογνωμία, ένας άνθρωπος «κλειστός και μοναχικός σαν τους κάκτους της ερήμου», όπως αναφέρει ο Λιόσα. Είναι πολύ ικανή, διευθύνει το μαγαζί της με πυγμή και ξέρει να κάνει τους «μάτσο» πελάτες της να τη σέβονται. Παραμελεί, λοιπόν, εντελώς την εμφάνισή της, εξαφανίζοντας κάθε θηλυκό στοιχείο πάνω της. Κανείς δεν ξέρει τίποτα για την προσωπική της ζωή. Οι άντρες τη θεωρούν ανέραστη. Οταν όμως εμφανίζεται στο μπαρ η Μέτσε, ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που η πορεία του προς την πορνεία φαίνεται προδιαγεγραμμένη, το ενδιαφέρον που δείχνει γι’ αυτήν η Τσούνγκα πυροδοτεί τις φαντασιώσεις τους, που είναι ίσως και η αλήθεια που δεν ξέρουμε».

  • Εχετε κάποιους συνειρμούς που σας βοηθούν να την πλάσετε καλύτερα;

«Οι μνήμες της παιδικής μου ηλικίας στην ελληνική επαρχία είναι γεμάτες με παρόμοιες εικόνες. Η σκληρή δουλειά της μητέρας μου στο καφενείο όπου μεγάλωσα, τα ποτά, ο καπνός από τα τσιγάρα και οι βωμολοχίες, από τη στιγμή ακόμα που πρωτοδιάβασα το έργο μού έκαναν την Τσούνγκα πάρα πολύ οικεία, ένα σχεδόν κοντινό μου πρόσωπο».

  • Το όνομά της τι σημαίνει;

«Είναι ένα παρατσούκλι, που παραπέμπει σε ένα χαρακτηριστικό για τη λατινοαμερικάνικη κουλτούρα πουλί, που δανείζει το όνομά του σε χορεύτριες του φλαμένκο ή άλογα ιπποδρομίας. Δίνει και στον Λιόσα την έμπνευση για μια ηρωίδα που την αναπτύσσει ή την αναφέρει και σε κάποια μυθιστορήματά του, όπως στα «Πράσινο σπίτι», «Ο Λιτούμα στις Ανδεις», «Ποιος σκότωσε τον Παλομίνο Μολέρο». Σας θυμίζω, ακόμα, το «Chunga’s revenge» του Φρανκ Ζάππα και των Gotan Project».

  • Στο παρελθόν σάς είχαμε δει συχνά σε ρόλους μοιραίων κι αισθησιακών γυναικών. Ο τωρινός είναι κόντρα σ’ αυτούς, στο φιζίκ σας;

«Δεν είναι κάτι που με απασχολεί, γιατί η ενασχόλησή μου με το κλασικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο μού έχει χαρίσει ρόλους ευρύτερου ενδιαφέροντος. Εκείνο που με αφορά σε ένα ρόλο είναι το ειδικό ανθρώπινο βάρος του και όχι το αισθησιακό του στοιχείο. Πάντως, ερωτισμός υπάρχει στην Τσούνγκα, μόνο που είναι διαφορετικός. Απευθύνεται προς μια άλλη γυναίκα. Το δικαίωμα στη διαφορετικότητα της ερωτικής επιλογής είναι ένα από τα θέματα του έργου. Οπως και η ερωτική μοναξιά, ως το τίμημα που πρέπει να πληρώσει μια γυναίκα για να επιβιώσει σε μια εχθρική κοινωνία».

  • Ο προβληματισμός του Λιόσα σε τι συνίσταται;

«Εχει συνθέσει ένα έργο που ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, το παρόν και τη μνήμη, την αλήθεια και το ψέμα. Ενα έργο που μιλάει για τη σκληρή ζωή των ανθρώπων του περιθωρίου, που ζουν μέσα στη φτώχεια, τη βία και την παρανομία και η μόνη τους διαφυγή είναι το όνειρο. Κάποια άλλα θέματά του είναι ο πόλεμος των φύλων, τα ταμπού, η θέση της γυναίκας, η εξουσία και η εξάρτηση στον έρωτα, η ελευθερία. Και μ’ αρέσει το ότι αυτό το άρωμα του ουμανισμού και της βίαιης τρυφερότητας, που χαρακτηρίζει τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, δεν εμποδίζει το έργο να έχει παγκόσμια ισχύ. Θα μπορούσε να διαδραματίζεται σήμερα σε ένα βρώμικο μπαρ στο κέντρο της Αθήνας».

  • Η Λατινική Αμερική σάς ελκύει; Είστε πιο κοντά στην Ευρώπη παρά σ’ αυτήν;

«Η Λατινική Αμερική είναι για μένα ένας τόπος ιδιαίτερα γοητευτικός για την ιστορία των αρχαίων πολιτισμών της, τον μυστικισμό της, την άγρια φύση της -ζούγκλα, Αμαζόνιος, Ανδεις, έρημος- αλλά και τη φύση των ανθρώπων της, σκοτεινή και ερωτική μαζί. Δεν έχω ταξιδέψει ακόμα εκεί, παρά μόνο μέσα από τον μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες, του Μπόρχες, της Αλιέντε, την ποίηση του Νερούντα και του Οκτάβιο Παζ, τις ταινίες των Ινιαρίτου, Ροντρίγκεζ, Μερέγιες και βέβαια τις εκπληκτικές μουσικές της. Ισως ως Ελληνίδα νιώθω πιο κοντά στην Ευρώπη, αλλά νομίζω πως η Μεσόγειος μας δίνει ένα αίσθημα παρόμοιο με των Λατίνων».

  • Συνεργάζεστε με την ομάδα Νάμα του θεάτρου Επί Κολωνώ και την επικεφαλής σκηνοθέτιδα, Ελένη Σκότη. Τι το ιδιαίτερο βρίσκετε εκεί;

«Η ομάδα, χρόνια τώρα, ξεχωρίζει για τις παραστάσεις της, τη σκηνοθετική δύναμη της Ελένης Σκότη και την υποκριτική αρτιότητα των ηθοποιών της. Η εμπειρία μου μαζί τους είναι μοναδική. Γίνεται πολύ σοβαρή δουλειά πάνω στο ψάξιμο των ρόλων και των σχέσεων, στη σκηνική αλήθεια και την επικοινωνία μεταξύ των ηθοποιών. Ειδικά στο τελευταίο, η σκηνοθέτις μας επιμένει με εμμονή κι αυτό είναι μεγάλο μάθημα. Η μέθοδός της, που τη διδάχτηκε σε σπουδές κυρίως στην Αμερική, έχει ως αφετηρία την έρευνα πάνω στο βιογραφικό του ρόλου, τον αυτοσχεδιασμό και την απόλυτη ελευθερία του ηθοποιού να δοκιμάσει διαφορετικές ποιότητες μέχρι την τελική σύνθεση. Η Ελένη Σκότη συνεχώς θέτει ερωτήματα, αμφισβητεί και αναιρεί τα πάντα, αλλά στο τέλος βγαίνεις απ’ αυτό το ταξίδι με πολύ πλούσιες αποσκευές». *

info: Μετάφραση Μαρία Χατζηεμμανουήλ, σκηνικά-κοστούμια Γιώργος Χατζηνικολάου, μουσική Ισίδωρος Πάτερος, φωτισμοί Νίκος Βλασόπουλος. Παίζουν επίσης οι Δημήτρης Λάλος, Στάθης Σταμουλακάτος, Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Καπετανάκος, Ηλιάνα Μαυρομάτη.

Πάντα νιώθω στο σημείο μηδέν

  • Το ότι αφήνετε φέτος το κέντρο της Αθήνας πηγαίνοντας σ’ ένα οφ-Μπροντγουέι θέατρο, σημαίνει κάτι;

«Το θεωρώ απόλυτα συνεπές και αναμενόμενο για όσους με γνωρίζουν. Οι ομάδες είναι ο φυσικός μου χώρος. Απ’ αυτές ξεκίνησα και σ’ αυτές θα επιστρέφω».

  • Τριάντα χρόνια στη σκηνή, αισθάνεστε χορτάτη από ρόλους κι έργα; Ονειρεύεστε κάτι που σας λείπει;

«Οσα χρόνια και να περάσουν, πάντα θα νιώθω ότι βρίσκομαι στο σημείο μηδέν και δεν ξέρω τίποτα. Είμαι ευγνώμων για ό,τι έχω παίξει, αλλά η αυτοαμφισβήτησή μου είναι συχνά οδυνηρή και ευτυχώς κινητήρια. Συνεχώς αποζητώ τους ανθρώπους που προάγουν το θέατρο και μπορούν να με προχωρήσουν κι εμένα πιο πέρα. Με ενδιαφέρει ένα θέατρο ανήσυχο, επαναστατικό, που σπάει τις φόρμες και τολμάει καινούργιους τρόπους έκφρασης. Αλλά ένα θέατρο που να μιλάει στην ψυχή. Και ονειρεύομαι να βρίσκομαι πάντα εκεί που τα πράγματα συμβαίνουν».

  • Εθνικό Θέατρo

Ενας Νορβηγός στο Εθνικό μας Θέατρο; Ναι, μα δεν μετακλήθηκε από τον Γιάννη Χουβαρδά στη χώρα μας ο Εϊρικ Στούμπε για να μας «διδάξει» το «ορθό» ανέβασμα του Ερρίκου Ιψεν. Ο 44χρονος, μέχρι πρόσφατα καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της χώρας του και βραβευμένος με Obie για τη σκηνοθεσία της ιψενικής «Αγριόπαπιας», μόνο αυθεντία δεν αισθάνεται σε ό,τι αφορά τη δραματουργία του σπουδαίου συμπατριώτη του.

Ο γιατρός Βάνγκελ (Αρης Λεμπεσόπουλος) και η νεότερη και βυθισμένη στα όνειρά της σύζυγός του, Ελίντα (Μαρία Ναυπλιώτου)

Ο γιατρός Βάνγκελ (Αρης Λεμπεσόπουλος) και η νεότερη και βυθισμένη στα όνειρά της σύζυγός του, Ελίντα (Μαρία Ναυπλιώτου)

Εστιάζοντας στο κείμενο, που γνωρίζει απ’ το πρωτότυπο, αλλά και στους ηθοποιούς, καλείται στο Εθνικό μας Θέατρο να δοκιμαστεί στην τέταρτη παράστασή του πάνω σε κείμενο του κορυφαίου Νορβηγού, στην «Κυρία από τη Θάλασσα». Μειονέκτημα, η αλλόκοτη, ξένη για τον ίδιο, ελληνική γλώσσα. Πλεονέκτημα, «οι καλοί Ελληνες ηθοποιοί». Η Κυρία-Μαρία Ναυπλιώτου και μαζί της οι Αρης Λεμπεσόπουλος, Νίκος Χατζόπουλος, Αλκηστις Πουλοπούλου, Βασίλης Ανδρέου, Λουκία Μιχαλοπούλου και Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος.

Η ιψενική ηρωίδα, εγκλωβισμένη σε έναν συμβατικό γάμο, αναζητά νόημα και διέξοδο. Μοναδική ανακούφιση στην αποπνικτική καθημερινότητά της αποτελούν η θάλασσα και η προοπτική που διαφαίνεται άμα τη εμφανίσει ενός άνδρα από το παρελθόν.

  • Αναρωτιέμαι, κύριε Στούμπε, εάν στη χώρα σας αισθάνεστε ειδικοί στον Ιψεν, με τον τρόπο που στην Ελλάδα αισθανόμαστε «ειδήμονες» στο αρχαίο δράμα. Αισθάνεστε, με άλλα λόγια, «χωράφι» σας την ιψενική δραματουργία;

«Αρκετοί αισθάνονται αν όχι ακριβώς ειδικοί, ότι τουλάχιστον τους συνδέει μια ιδιοκτησιακή σχέση με τον Ιψεν -κάτι που προσωπικά δεν αισθάνθηκα ποτέ».

  • Πώς θα περιγράφατε τη δική σας σχέση;

«Περισσότερο βάρος ή υποχρέωση είναι, παρά φυσικό πλεονέκτημα, αυτό που αποτελεί μέρος της παράδοσής σου. Η τάση να αισθάνεσαι «ειδικός» απονεκρώνει το θέατρο. Το κάνει πιο δύσκαμπτο και πιο συμβατικό. Κι όπως τις καλύτερες παραστάσεις των σεξπιρικών έργων δεν τις βλέπουμε στην Αγγλία και οι καλύτερες παραστάσεις των αρχαίων τραγωδιών δεν ανεβαίνουν στην Ελλάδα, έτσι και στη Νορβηγία δεν κάνουμε τις καλύτερες παραστάσεις των ιψενικών δραμάτων».

  • Στο πλαίσιο αυτής της «ιψενικής παράδοσης», είχε δημιουργηθεί στη Νορβηγία μια παραστασιολογική «μόδα» ή νόρμα;

«Υπήρχε στο νορβηγικό θέατρο για χρόνια η παράδοση μιας ρεαλιστικής, ψυχολογικής και πολύ συμβατικής προσέγγισης, που θεωρούνταν και η μοναδική «σωστή». Δυστυχώς, ένας ιψενικός ρόλος στο βιογραφικό μιας πρωταγωνίστριας προσέθετε πρεστίζ. Αυτό ήταν καταστροφικό».

  • Σήμερα έχει αλλάξει αυτή η αντίληψη;

«Την τελευταία δεκαετία, ναι».

  • Είναι η περίοδος που αναλάβατε το Εθνικό Θέατρο της χώρας σας. Παίξατε κάποιο ρόλο σ’ αυτή τη στροφή;

«Θέλω να πιστεύω ότι είχε σχέση και η δική μου παρέμβαση. Ομως την τελευταία δεκαετία άλλαξε το θεατρικό κλίμα στη Νορβηγία, άνοιξαν τα σύνορα. Καταλύτης υπήρξε το Φεστιβάλ Ιψεν. Επρεπε να δούμε τον Ιψεν από Γερμανούς, Γάλλους, Ιταλούς, ακόμη και Ελληνες, για να διαπιστώσουμε πως ο δικός μας τρόπος δεν είναι ο καλύτερος. Πολλές δεκαετίες ήμασταν ικανοποιημένοι κάνοντας τον Ιψεν με το δικό μας λάθος τρόπο!».

  • Ανεβάζετε, επομένως, σήμερα τον Ιψεν εντελώς ελεύθεροι.

«Σήμερα μπορείς να δεις τον Ιψεν ως χοροθέατρο ή ως performance, με αφορμή το έργο του. Δεν έχει εκλείψει, πάντως, και ο συμβατικός τρόπος».

  • Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να έχετε κάποιο «φυσικό» πλεονέκτημα όντας Νορβηγός.

«Στη γλώσσα, ναι. Μπορώ να αφουγκράζομαι το ρυθμό της».

  • Ποια θεωρείτε ως βασικά «συστατικά» των ιψενικών έργων; Γιατί, παρότι τόσο «σκοτεινά», είναι διαρκώς τόσο δημοφιλή;

«Δεν θεωρώ τον Ιψεν, όπως συνήθως λένε, «μάστορα στην αρχιτεκτονική των έργων» .Ο Ιψεν δημιούργησε ένα σύμπαν εντελώς προσωπικό. Κανένας άλλος δεν έγραψε για έναν αρχιτέκτονα που φοβάται τα ύψη ή για μια σοφίτα γεμάτη ποντίκια. Τα έργα του χαρακτηρίζονται κυρίως από τους σύνθετους, ασταθείς, συχνά αντιφατικούς ήρωες, και τις πολύ βαθιές και ενδιαφέρουσες σχέσεις που αναπτύσσουν. Το πολιτικό πλαίσιο έχει αλλάξει από την εποχή του Ιψεν. Οι ήρωές του, όμως, είναι εξαιρετικά μοντέρνοι. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι ο πιο πολυπαιγμένος, μετά τον Σέξπιρ, δραματουργός διεθνώς».

  • Οι βασικοί ήρωές του είναι κυρίως γυναίκες. Γιατί;

«Οι γυναίκες στα έργα του είναι σχεδόν πάντα πολύ πιο ενδιαφέρουσες και μυστηριώδεις από τους άνδρες, με τους οποίους ασχολήθηκε μάλλον επιφανειακά. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική οπτική. Στην προσωπική του ζωή συνδεόταν πάντα με νεότερες γυναίκες.

Ηθελε να τον περιβάλλουν. Δεν είχε μαζί τους σχέσεις ερωτικές. Ο Ιψεν παρέμεινε σχεδόν παρθένος σ’ όλη τη ζωή του. Απέκτησε μόνο ένα γιο απ’ τη γυναίκα του. Δεν ήταν Δον Ζουάν».

  • Ταυτιζόταν με τις γυναίκες; Γι’αυτόν το λόγο πρωταγωνιστούν στα έργα του;

«Από πολλές απόψεις, ο Ιψεν αισθανόταν σαν γυναίκα. Η Εντα Γκάμπλερ, πέρα από το πορτρέτο μιας γυναίκας που ασφυκτιά, είναι και το δικό του πορτρέτο. Ενα αυτοπορτρέτο. Ως άνθρωπος υπήρξε τρομακτικά συνεσταλμένος. Από κάποιον που τον γνώρισε, έμαθα ότι φοβόταν κάθε φυσική επαφή. Υπήρξε πολύ διάσημο το παλτό του, το οποίο δεν το αποχωριζόταν ούτε στον γιατρό!».

  • Οπότε, έκανε τη δική του επανάσταση μέσω των έργων και των ηρωίδων του;

«Είναι αλήθεια. Ενα από τα βασικά χαρακτηριστικά των θεατρικών του έργων είναι το στοιχείο του ονείρου και της φαντασίωσης. Τα περισσότερα αφορούν τη δυσκολία να ζούμε τη ζωή μας αντικρίζοντας την πραγματικότητα».

*Η πρεμιέρα στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού θα δοθεί στις 19 Φεβρουαρίου. *

Εθνικό Θέατρο

Η γοργόνα που ονειρεύεται τη θάλασσα

  • Η «Κυρία από τη θάλασσα» είναι αυτό που θα λέγαμε τυπικό ιψενικό έργο;

«Αφορά το δυστυχισμένο γάμο μιας γυναίκας, της Ελίντα, με ένα μεγαλύτερό της χήρο, τον Βάνγκελ, που έχει ήδη δυο παιδιά».

  • Ομως η ίδια η ηρωίδα επέλεξε αυτή τη ζωή;

«Ναι. Ομως διαφαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται την προσωπική ευθύνη της για το δρόμο που επέλεξε. Είχε ένα μωρό που πέθανε. Και αμέσως αποσύρεται στον κόσμο της φαντασίας. Με το σύζυγό της είναι δυο ξένοι. Βρίσκει νόημα μόνο στη μνήμη και στη φαντασίωση. Θυμάται τη συνάντησή της όταν ήταν νέα με έναν επικίνδυνο άνδρα, ο οποίος της είχε πει να τον περιμένει. Διαρκώς βουλιάζει ολόενα και πιο βαθιά στον κόσμο των ονείρων. Στο τέλος, συνειδητοποιεί την ευθύνη που έχει για τον εαυτό της. Είναι ένα εξαιρετικά τυπικό έργο του Ιψεν, από την άποψη ότι έχει να κάνει με ανθρώπινες υπάρξεις που δεν μπορούν να επεξεργαστούν τις σχέσεις τους. Κι από την άλλη, δεν είναι ένας τυπικός Ιψεν. Κανένας δεν σκοτώνεται. Ισως γι’ αυτό να είναι απ’ τα λιγότερο γνωστά και σπανιότερα ανεβασμένα έργα του. Εχεις την αίσθηση ότι δεν είναι ένας αληθινός Ιψεν. Γιατί είναι ένας φωτεινότερος Ιψεν, καθώς έχει ένα αμφίσημο τέλος, που είναι σχεδόν happy end. Βεβαίως, η κόρη τού συζύγου της Ελίντα θα παντρευτεί επίσης έναν μεγαλύτερό της άνδρα. Οπότε βλέπουμε μπροστά μας την επόμενη Κυρία. Το έργο είναι ένα ρεαλιστικό δράμα γάμου, τυπικό για Ιψεν. Υπάρχει και μια λεπτομέρεια σημαντική. Το πρωτότυπο όνομα του έργου στα νορβηγικά είναι «Η Γοργόνα από τη Θάλασσα». Ο Ιψεν είχε επηρεαστεί πολύ από το μύθο της γοργόνας του Αντερσεν. Στα ελληνικά και στα αγγλικά ο τίτλος στερείται της διάστασης του παραμυθιού. Είναι επίπεδος και πολύ ξερός».

  • Ποιος είναι ο τόπος όπου θα επιβίωνε, θα ευτυχούσε η ηρωίδα, αν συμβολικά είναι μια γοργόνα που αργοπεθαίνει και δυστυχεί στον κόσμο των ανθρώπων;

«Πιθανώς πουθενά. Ονειρεύεται να επιστρέψει στη θάλασσα. Είναι ο τόπος απ’ όπου προέρχεται. Κατάγεται από το νορβηγικό βορρά, όπου οι άνθρωποι είναι πιο διονυσιακοί. Εχει να κάνει επομένως η ασφυξία της, η αίσθηση ότι δεν μπορεί να ζήσει και είναι άχρηστη, με την πάγια ανθρώπινη αναζήτηση της χαμένης Εδέμ. Το έργο αγγίζει φιλοσοφικά, θρησκευτικά και οντολογικά ζητήματα. Η ανθρώπινη κατάσταση είναι τραγική. Δεν υπάρχει τρόπος να είμαστε ευτυχείς. Είναι ένα τραγικό λάθος η ζωή. Θα ήμασταν ευτυχέστεροι αν ήμασταν πιο ανόητοι. Οσο πιο έξυπνος, τόσο περισσότερα ερωτήματα, τόσο μεγαλύτερη δυστυχία. Αυτές είναι οι βασικές θέσεις του Ιψεν στην «Κυρία»».

  • Πώς δουλέψατε με τους Ελληνες ηθοποιούς; Φαντάζομαι, θα περίμεναν από έναν Νορβηγό να τους διδάξει πώς ανεβαίνει τελικά ο Ιψεν…

«Αυτό κι αν είναι πρόκληση! Ο τρόπος μου με τους Ελληνες είναι ο ίδιος με τον τρόπο δουλειάς μου στη Νορβηγία ή στη Σουηδία. Είναι δύσκολο που δεν κατανοώ την ελληνική γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορώ να πιάσω το ρυθμό της. Δουλεύω, όμως, στενά με τους ηθοποιούς. Πάντα ο τρόπος μου είναι απλός. Δεν με ενδιαφέρει ένα θέατρο εντυπωσιασμού. Πιστεύω, πάντως, ότι θα είναι ενδιαφέρουσα οπτικά η παράσταση. Δεν κάνουμε ένα πορτρέτο νατουραλιστικό. Στην άδεια σκηνή τα αντικείμενα επινοούνται. Το όνειρο φτιάχνει την πραγματικότητα».

  • Οι Ελληνες ηθοποιοί διαφέρουν από τους Νορβηγούς συναδέλφους τους;

«Δεν είμαι σίγουρος ότι έχουν τόσο πολλές διαφορές. Οι άνθρωποι του θεάτρου σε όλο τον κόσμο έχουν περισσότερες ομοιότητες από διαφορές. Το κλισέ ότι οι Νορβηγοί είναι πιο συγκρατημένοι και οι Ελληνες πιο παθιασμένοι, στο θέατρο καταρρίπτεται. Οι ηθοποιοί όλου του κόσμου μοιάζουν καταπληκτικά μεταξύ τους. Είναι απ’ την ίδια στόφα».

  • Πώς περνάτε τον χειμώνα σας στην Αθήνα;

«Ποιο χειμώνα; Καλοκαίρι έχετε! Νιώθω κι εγώ σαν τη γοργόνα. Δεν θα επιβίωνα το καλοκαίρι στην Ελλάδα».

  • Θα προσαρμοζόσασταν, όπως όλοι.

«Ισως προσαρμοζόμουν. Ο,τι μας λέει δηλαδή στο έργο του και ο Ιψεν».

  • info: Η «Κυρία από τη θάλασσα» ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε μετάφραση Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, σκηνικά-κοστούμια Κάρι Γκράβκλεβ, φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου. Προ-παράσταση: 18 Φεβρουαρίου. Τελευταία παράσταση: 15 Μαΐου. Τηλέφωνα ταμείου: 210-5288170-171.
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010