Αρχείο για 16 Ιανουαρίου, 2010

Σκηνή από το έργο «Σπουδή στη βία» με τους Γιώργο Αραχωβίτη και Δώρα Θωμοπούλου.

Το έργο «Σπουδή στη Βία», βασισμένο στο θεατρικό του Ζαν -Λυκ Λαγκάρς «Η Θέση του Άλλου», παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρώτη στο θέατρο Οδού Παραμυθίας (Παραμυθίας 27 & Μυκάλης, Κεραμεικός). Ο σκηνοθέτης της παράστασης Ιάκωβος Δρόσος, μας μίλησε για το έργο που ανεβαίνει από την από τη θεατρική ομάδα «Σύρραξις».

Πρόκειται για μια σπουδή στην ψυχολογική και τη σωματική βία, μέσα από μια μπεκετική αντιμετώπιση που φθάνει μέχρι τα όρια του παραλόγου. Στο επίκεντρο της υπόθεσης συναντάμε μια γυναίκα και έναν άντρα. Τα δύο «τραυματισμένα» άτομα, βρίσκονται στο πουθενά, με μόνα αντικείμενα μια καρέκλα, ένα χαλασμένο τρανζίστορ και μια αλυσίδα και προσπαθούν να επιβιώσουν και να επιβληθούν ο ένας στον άλλο.

Ιάκωβος Δρόσος: «Κάθε θεατρικό έργο φωτίζει μια πλευρά του εαυτού μας, είτε αυτή είναι ορατή είτε είναι κρυμμένη στα κατάβαθα της ψυχής μας».

Όταν δεν το καταφέρνουν, καταφεύγουν σε ακρότητες που μερικές φορές ξεπερνάνε τα επιτρεπτά όρια. Δύο επιπλέον άτομα θα γίνουν μάρτυρες αυτής της ανείπωτης βίας, δύο άτομα που εκπροσωπούν όλους εμάς, τους εφησυχασμένους θεατές.

-Το έργο ρίχνει φως στο σκοτεινό εαυτό μας;

«Όπως κάθε θεατρικό έργο φωτίζει μια πλευρά του εαυτού μας, είτε αυτή είναι ορατή είτε είναι κρυμμένη στα κατάβαθα της ψυχής μας. Πόσο μάλλον όταν διαπραγματεύεται αυτό που «είμαστε» στη καθημερινή μας ζωή. Δηλαδή το θύμα και ο θύτης».

-Αν η βία σπουδάζεται, ποιος είναι ο δάσκαλός της;

«Προσωπικά πιστεύω πως όχι. Δεν υπάρχει σχολή. Αν θεωρηθεί δάσκαλος η κοινωνία στην οποία ζούμε, τότε σίγουρα κάνω λάθος».

-Η εξουσία και η επιβολή, είναι η ασφαλέστερη κρυψώνα της ανασφάλειας μας;

«Εξαρτάται από το χαρακτήρα κάθε ανθρώπου. Εγώ, αναφέρομαι στον εαυτό μου -γιατί τον γνωρίζω πολύ καλά, ή ίσως έτσι νομίζω- και δεν τις έχω ποτέ χρησιμοποιήσει, μέχρι τώρα τουλάχιστον. Και οφείλω να ομολογήσω πως μου δόθηκαν πολλές ευκαιρίες!»

-Πόσο αδυσώπητες μπορούν να γίνουν οι τραυματισμένες ψυχές στο κυνήγι της αποδοχής και της δικαίωσης;

«Σίγουρα μπορούν να οδηγήσουν στα άκρα. Ωστόσο, όλα είναι θέμα χαρακτήρα. Μπορώ να μιλήσω για μένα μονάχα και μπορώ να πω με απόλυτη σιγουριά πως ποτέ δεν επεδίωξα την αποδοχή και την δικαίωση με ανορθόδοξους τρόπους, παρ’ όλο που έχω πολλές φορές πληγωθεί. Άλλωστε, η πορεία μου στο χώρο, μου φαίνεται πως είναι ένα αποδεικτικό στοιχείο για όσα πρεσβεύω».

  • Οι συντελεστές

Τα σκηνικά της παράστασης είναι της Παναγιώτας Κοκκορού και οι φωτισμοί του Παναγιώτη Μανούση. Βοηθός σκηνοθέτη είναι η Γιώτα Τρανοπούλου. Παίζουν οι Δώρα Θωμοπούλου και Γιώργος Αραχωβίτης και οι μουσικοί Γιάννης και Χρήστος Γαλίτης.

Ο συγγραφέας του έργου Ζαν -Λυκ Λαγκάρς (1957-1995) -που συστήνεται στο ελληνικό κοινό για πρώτη φορά-, ήταν λάτρης του Μπέκετ και του Ιονέσκο και μάλιστα πολλά έργα του, είναι άμεσες αναφορές σ’ αυτούς τους δύο δημιουργούς. Για τους θεωρητικούς ο Λαγκάρς είναι πολύ ανώτερος του Κολτές, διότι χειρίζεται τη γλώσσα με μοναδική μαεστρία. Έγινε γνωστός μετά τον θάνατο του. Σήμερα, στο Παρίσι είναι ο πιο πολυπαιγμένος θεατρικός συγγραφέας και καταλαμβάνει τη τρίτη θέση, μετά τον Σαίξπηρ και τον Μολιέρο.

  • ΓΙΩΡΓΟΣ Σ. ΚΟΥΛΟΥΒΑΡΗΣ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Σαββατο, 16 Ιανουαριου 2010

Ο Οθωνας Μεταξάς και η Τζίνα Θλιβέρη, σε μια σκηνή από το έργο του Γεώργιου Βιζυηνού «Μοσκώβ Σελήμ».

«Ο Μοσκώβ Σελήμ, της παράστασής μας, μέσα από το εμμονικό κυνήγι της αποδοχής από τον πατέρα του, βίωνε τις εμπειρίες εκείνη ακριβώς τη στιγμή και είναι απολύτως πάσχων», μας είπε -μεταξύ άλλων- ο Οθωνας Μεταξάς, αναφερόμενος στο ρόλο που ερμηνεύει στο πλαίσιο της performance «UrbanDig Project: Βιζυηνός (Μοσκώβ Σελήμ)».

Η παράσταση -βασισμένη στο τελευταίο διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού- ανεβαίνει σε σκηνοθεσία του Γιώργου Σαχίνη στο Ωδείο Αθηνών (Ρηγίλλης & Βασ. Γεωργίου Β’), έως την 1η Φεβρουαρίου.

Η ομάδα «Οχι παίζουμε» και ο Γεώργιος Βιζυηνός ξανασυναντούν τον τελευταίο τους ήρωα. Σε μια εγκαταλειμμένη αίθουσα ορχήστρας, στήνεται ξανά ένα ρινγκ αναμέτρησης του εμμονικά ρομαντικού «Μοσκώβ Σελήμ» με την πραγματικότητα. Αντίπαλός του ο αμείλικτος τζόκερ του τσίρκου της ζωής μας.

Ο Μοσκώβ Σελήμ, αποκομμένος από την πατρική αγάπη, μεγαλώνει στο χαρέμι με τη μητέρα του. Στον πόλεμο της Κριμαίας, για να κερδίσει την αγάπη του πατέρα του, αποφασίζει να πάρει τη θέση του αδερφού του, που λιποτάχτησε. Αντί να στεφθεί ήρωας, καταδικάζεται ως προδότης. Στη δεύτερη μάχη, οι συμπολεμιστές του τον αφήνουν βαριά τραυματισμένο στα χέρια των Ρώσων. Στη χώρα των εχθρών, ο ρημαγμένος ήρωας του Βιζυηνού, θα ανακαλύψει μια νέα πατρίδα, μια στοργή που στερήθηκε στον τόπο του. Οταν θα επιστρέψει, θα διαλαλήσει πως οι εχθροί μπορεί να είναι καλοί άνθρωποι. Μια φράση που υπήρξε αρκετή, για να χαρακτηριστεί ως ο τρελός του χωριού.

Ο Οθωνας Μεταξάς.
  • Ο «Μοσκώβ Σελήμ» είναι το τελευταίο διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού, λίγο πριν εγκλειστεί στο ψυχιατρείο. Πόσο έντονη είναι στο έργο η απόγνωση, που οδηγεί στην τρέλα;

«Στο έργο είναι πολύ έντονη η απόγνωση. Μια απόγνωση που μπορεί να σε οδηγήσει στη διαστρέβλωση του αληθούς από το ψευδές, του ουσιώδους από το μη. Και σε μια εμμονή απέναντι σ’ αυτό το θολωμένο προσδοκώμενο. Και, σίγουρα, η βαθιά εμμονή είναι μια μορφή τρέλας και παραφροσύνης».

  • Ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλος ενός αθεράπευτα ρομαντικού ήρωα, στην απελπισμένη αναζήτηση της αγάπης;

«Ο πραγματικός αντίπαλος ενός αθεράπευτα ρομαντικού ήρωα είναι ο ίδιος του ο εαυτός, σε σχέση με τον περίγυρό του. Και η άρνηση του περίγυρου να του δώσει αυτό που αποζητά, ώστε να μπορεί να τον έχει γειωμένο και χειραγωγήσιμο. Καθώς επίσης και η υπερευαισθητοποιμένη είσπραξη της αδικίας».

  • Σε μια εσωτερική σύγκρουση, που υποκινείται από το αίσθημα της αδικίας και του ανικανοποίητου, πόσο μακριά είναι η αλήθεια από την παραφροσύνη;

«Το ανικανοποίητο και το αίσθημα της αδικίας μπορούν να σε κάνουν να χάσεις την καθαρότητα και τη διαύγεια της κρίσης. Οταν αυτό συμβαίνει κατ’ εξακολούθηση και υπάρχει συσσώρευση αυτών των συναισθημάτων, μπορεί όντως τα όρια μεταξύ αλήθειας και παραφροσύνης να μην είναι διακριτά».

Η χορογραφία της παράστασης είναι της Ειρήνης Αλεξίου, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Σκουρλέτη, η μουσική σύνθεση – παραγωγή του Κώστα Δαλακούρα και οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα. Τη σκηνή μοιράζεται με τον Οθωνα Μεταξά, η Τζίνα Θλιβέρη.

  • ΓΙΩΡΓΟΣ Σ. ΚΟΥΛΟΥΒΑΡΗΣ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Τεταρτη, 13 Ιανουαριου 2010

Σκηνή από την παράσταση «All Things Are Quite Silent».

«Είμαι αρκετά ρομαντικός, πιστεύω στα παραμύθια και στις μεταμορφώσεις και αυτή η αίσθηση του reflect, το φως που αντανακλάται δημιουργούν τελικά ένα ονειρικό τοπίο…», μας είπε ο χορευτής και χορογράφος Αντώνης Φωνιαδάκης, αναφερόμενος στην παράστασή του «All Things Are Quite Silent».

«Δεν υπήρχε μια συγκεκριμένη ιδέα στο μυαλό μου όταν ξεκινούσα, παρά μόνο η επιθυμία να συνευρεθώ ξανά με τον εικαστικό Χριστόδουλο Παναγιώτου», μας είπε ο κ. Φωνιαδάκης όταν τον ρωτήσαμε πως γεννήθηκε η συγκεκριμένη έμπνευση και συνέχισε: «Υπήρχε έντονη η ανάγκη να ασχοληθώ ξανά μ’ εμένα, κάτι που είχα ξεχάσει όλον αυτόν τον καιρό, χορογραφώντας άλλες ομάδες».// <![CDATA[// <![CDATA[
rnd = Math.floor(Math.random()*900000)+100;now = parseInt((new Date()).getTime());burst="?"+rnd+":?";document.write("»);document.write(«»);
// ]]>

  • O τίτλος της παράστασης -που είναι και τίτλος ενός παλιού τραγουδιού- ποια σχέση έχει με τη δική σας δημιουργία;
Αντώνης Φωνιαδάκης: «Η παράσταση αυτή είναι ένα πορτρέτο μου, φανερώνει το όποιο απόσταγμα έχει μείνει μέσα μου».

«Δεν έχει άμεση σχέση, βρέθηκε μάλλον προς το τέλος της προετοιμασίας αυτής της δουλειάς. Ψάχνοντας, βρήκα αυτόν στον οποίο με ενδιέφερε η ποιητική του περισσότερο, παρά το ίδιο το τραγούδι, όπως και η λέξη «σιωπή»».

  • Τι σημαίνει για σας αυτή η σιωπή;

«Η σιωπή είναι ένα κομβικό σημείο της παράστασης, παρόλο που το μουσικό στοιχείο του Julien είναι έντονο και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της. Ωστόσο, υπάρχει ένα κομμάτι εντελώς κενό, στο οποίο η σιωπή γίνεται ο παρτενέρ μου.

Είναι παράξενο, αλλά αυτήν ακριβώς τη στιγμή της σιωπής νιώθω ότι υπάρχω πιο ειλικρινά και πιο επικίνδυνα επί σκηνής, είναι η στιγμή που συμβαίνει ένας μεγάλος αυτοσχεδιασμός».

  • Μίληστέ μας και για την επιστροφή σας -πέντε χρόνια μετά- με το ρόλο του χορευτή.

«Κύριος λόγος είναι ότι είμαι σε μια ηλικία, στα 38 μου χρόνια, που τη θεωρώ την πιο ώριμη ενός ερμηνευτή χορού. Εξάλλου, η παράσταση αυτή είναι ένα πορτρέτο μου, φανερώνει το όποιο απόσταγμα έχει μείνει μέσα μου, πάνω μου, είναι ένα ρεζουμέ μιας πορείας, που έχει περάσει μέσα απ’ το ίδιο μου το κορμί.

Αυτά τα πράγματα θέλησα ν’ αγγίξω, να δω πάνω μου. Ξανανεβαίνοντας στη σκηνή ένιωσα ενεργός στο θέμα της τεχνικής, ξαναγεύτηκα το τρακ, τη χαρά του ερμηνευτή. Παρόλα τα χρόνια που πέρασαν δεν μου φάνηκε κάτι ξένο».

  • Φαίνεται ότι είναι μια ιδιαίτερα προσωπική παράσταση.

«Εκφράζει πολλές από τις ανησυχίες μου, που υπήρξαν διαφορετικές κατά χρονικά διαστήματα. Κύριο στοιχείο είναι το πώς περνάει ο εαυτός από το ένα στάδιο στο άλλο, πώς μεταμορφώνεται, πώς διαστρεβλώνεται, πώς φτάνει να με βλέπει διαφορετικά.

Υπάρχει αυτός ο «καθρέπτης» στην παράσταση, αλλά δεν συμβολοποιείται ποτέ. Είναι σαν μια τελετουργία του περάσματος από ένα στάδιο στο άλλο, σαν μια μύηση, μια καθ’ οδόν μεταμόρφωση από την περσόνα μου σε κάτι άλλο, σαν μια χρυσαλίδα που μεταμορφώνεται, ένα παιχνίδισμα μεταξύ αρσενικού και θηλυκού…».

5 Παραστάσεις

Το «All Things Are Quite Silent» ανεβαίνει για πέντε μόνο παραστάσεις -από τις 14 έως τις 18 Ιανουαρίου- στο Θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206).

Ο σκηνικός χώρος και η δραματουργία φέρουν την υπογραφή του Χριστόδουλου Παναγιώτου -για τον οποίο ο Αντώνης Φωνιαδάκης αναφέρει: «υπήρξε ουσιαστικά συνδημιουργός, δραματουργός θα έλεγα, αν και ο ίδιος δεν θέλει να παρουσιάζεται έτσι». Η μουσική είναι του Julien Tarride και ο φωτισμός του Jerome Tournayre.

  • ΓΙΩΡΓΟΣ Σ. ΚΟΥΛΟΥΒΑΡΗΣ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Τριτη, 12 Ιανουαριου 2010